Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

ΑΓΙΟΣ – ΑΓΙΟΤΗΣ – ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ




Προλεγόμενα

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἐποχή μας διακρίνεται γιά τήν ταχύτητα τῶν πληροφοριῶν, τήν ὑψηλή τεχνολογία,, τήν ἐργασιακή ἄνεση, τήν κατάκτηση πολλῶν δικαιωμάτων. Παρά ταῦτα, ἡ καθημερινότητα παραμένει σκληρή, φορτώνει τόν ἄνθρωπο μέ ἄγχος, ἀδιαφορία, ψευτοπαρηγοριά ὁδηγώντας τον στόν πνευματικό θάνατο. Ἡ ἁγιότης ὡς σκοπός τῆς ζωῆς, οἱ ἅγιοι ὡς πρότυπα βίου δέν προβάλλονται ὅσο πρέπει. Κι’ ὅμως, μποροῦμε νά μεταβάλλουμε τήν ἀνελέητη καθημερινότητα σέ ὁδό ἁγιότητος1. Αὐτή τήν εὐκαιρία μᾶς προσφέρει καί τό πρόγραμμα ἐκδηλώσεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κουδουμᾶ τό ὁποῖο μέ ἐπιμέλεια συντάχθηκε ἀπό τόν Σεβ/τον Μητ/την Γορτύνης κ΄ Ἀρκαδίας κ. Μακάριον καί ὑλοποιεῖται ἐπιτυχῶς μέ τήν ὁλόθυμη συμβολή πολλῶν καί ἐξ’ ἀφορμῆς τῆς ἁγιοκατατάξεως τῶν ὁσίων Παρθενίου καί Εὐμενίου.

2. Ἡ ἔννοια καί ἡ χρήση τοῦ ὅρου «Ἅγιος»

Σύμφωνα μέ τούς Liddell Henry καί Scott Robert ὁ ὅρος προέρχεται ἀπό τό ἅγος ἤ ἄγος, πού σημαίνει ἐπί πραγμάτων ὁ καθιερωμένος τοῖς θεοῖς. Ἐπί προσώπων ἅγιος εἶναι ὁ εὐσεβής, ὁ ἁγνός2.

Στήν Παλαιά Διαθήκη χαρακτηρίζεται «ἅγιος» ὁ Θεός3, οἱ Ἄγγελοι4, οἱ ἱερεῖς5 , οἱ Ἰσραηλίτες6. «Ἅγιο» ὀνομάζεται τό ὄρος Χωρήβ7, ὅπου πραγματοποιεῖται ἡ πρώτη θεοφάνεια. «Ἅγιο» χαρακτηριζόταν τό θυσιαστήριο8 καί «Ἅγια τῶν Ἁγίων» ὁ χῶρος πού εὑρίσκετο ἡ κιβωτός τῆς Διαθήκης9.

Στήν Καινή Διαθήκη «Ἅγιος» εἶναι ὁ Χριστός10. «Ἅγιο» εἶναι τό Πνεῦμα11. «Ἅγιοι» εἶναι οἱ Ἄγγελοι12 . Οἱ προφῆτες13 ἀποκαλοῦνται «Ἅγιοι», οἱ Ἀπόστολοι14, οἱ χριστιανοί15, μεταξύ δέ αὐτῶν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος16. Ἐπίσης τό ὄρος Θαβώρ17 ἀποκαλεῖται «ἅγιο», ὅπως καί ὁ οὐρανός18 ὅπου κατοικεῖ ὁ Χριστός. Ἀκόμα καί οἱ γραφές εἶναι «ἅγιες»19 , διότι ὁμιλοῦν γιά τόν πανάγιο Θεό20.

Στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὁ ὅρος «ἅγιος» σημαίνει πολλά. «Ἅγιοι» κατά τόν Μέγα Βασίλειο εἶναι ὅσοι ὑπῆρξαν ἔμψυχες εἰκόνες θεάρεστης διαγωγῆς21, φωστῆρες ψυχῶν22 , ἄρχοντες τῆς γῆς ὡς πρότυπα ἀρετῆς23, ἀγάλματα ζωντανά καί κινούμενα24. Κατά τόν Ἰωάννη Χρυσόστομο «Ἅγιοι» εἶναι οἱ φιλόθεοι καί φιλόστοργοι25 , ὅσοι παιδαγωγοῦν, ἐμπνέουν, παρηγοροῦν26, ἐκεῖνοι πού συμπάσχουν ἀλλά καί συγχαίρουν27 μέ τούς ἀνθρώπους, αὐτοί πού «ὁ βίος (τους) ἐστιν ὁ πανταχοῦ λάμπων, ὁ καί τοῦ Πνεύματος τήν χάριν ἐπισπώμενος»28.

3. Κατηγορίες Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας

Στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία πρῶτοι Ἅγιοι χαρακτηρίζονται οἱ μάρτυρες, ἐκεῖνοι δηλαδή πού πρό τῆς θανατώσεώς τους ἔδιναν «μαρτυρία Χριστοῦ». Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας29 καί τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου Σμύρνης30. Οἱ μάρτυρες διακρίνονται στίς ἀκόλουθες τάξεις: α) Οἱ Μεγαλομάρτυρες (λαϊκοί καί κληρικοί), β) οἱ Ἱερομάρτυρες (ἐπίσκοποι και ἱερεῖς), γ) οἱ ὁσιομάρτυρες (μοναχοί καί ἀσκητές), δ) οἱ Μάρτυρες (λαϊκοί), ε) οἱ Παρθενομάρτυρες, στ) οἱ Νεομάρτυρες (λαϊκοί καί κληρικοί πού μαρτύρησαν κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας)31.

Πλήν τῶν μαρτύρων ἔχομε τούς Ὁμολογητάς, σύμφωνα καί μέ τέ ῥήση τοῦ Κυρίου: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῶ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου»32. Οἱ ὁμολογητές ἄν καί ὁμολόγησαν τήν πίστη τους, δέν ὑπέστησαν μαρτυρικό θάνατο. Ἡ Ἐκκλησία τούς ἐξομοίωσε μέ τούς μάρτυρες, διότι ὁ βίος τους ἦταν μία συνεχής μαρτυρία. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἐπισημαίνει: «Μάρτυρα οὐχί ὁ θάνατος ποιεῖ μόνον, ἀλλά καί ἡ πρόθεσις»33. Καί ὁ Μέγας Βασίλειος εἰσηγεῖται: «Μακάρισον γνησίως τόν μαρτυρήσαντα. ἵνα φένῃ μάρτυς τῆ προαιρέσει, καί ἐκβῆς χωρίς διωγμοῦ, χωρίς πυρός, χωρίς μαστίγων, τῶν αὐτῶν ἐκεῖνοις μισθῶν ἠξιωμένος»34.

Μετά τήν παύση τῶν διωγμῶν ἡ Ἐκκλησία μαζί μέ τούς μάρτυρες καί ὁμολογητές ἄρχισε νά τιμᾶ καί ἐκείνους πού ἐπέδειξαν ἀγγελικό, χρηστό καί φιλόθεο βίο. Αὐτούς πού ἔζησαν στήν ἔρημο καί προέρχονταν ἀπό τίς τάξεις τῶν μοναχῶν, τῶν ἀσκητῶν καί ὀνομάζονται ὅσιοι. Μάλιστα ὁ μέγας Βασίλειος συνιστᾶ: «Γίγνεσθε μάρτυρες τῆ βουλήσει ἄνευ διωγμῶν, ἄνευ μαστίγων καί ἕξετε τήν αὐτήν ἀξίαν οἵαν καί οἱ μάρτυρες»35.

Ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἐτίμησε καί πολλούς Ἐπισκόπους ἀναγνωρίζοντας τό ποιμαντικό, ἀντιαιρετικό, θεολογικό ἔργο τους. Πολλοί εἶναι οἱ ἐγκωμιαστικοί λόγοι πού σώζονται καί ἀναφέρονται σέ ἅγιες μορφές ἐπισκόπων36 . Ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος θεωρεῖ ὅτι οἱ θεοφιλεῖς ἐπίσκοποι εἶναι ὑπεράνω τῶν Ἀγγέλων καί Ἀρχαγγέλων37 καί ὁ Γρηγόριος Νύσσης τούς χαρακτηρίζει στρατηγούς38, λόγω τοῦ καθοδηγητικοῦ τους ρόλου.

Πλήν τῶν προαναφερομένων ἡ Ἐκκλησία ἐτίμησε καί τιμᾶ τούς ἁγίους δώδεκα39 Ἀποστόλους, τούς ἑβδομήκοντα40 καί ἀπένειμε τόν τίτλο τοῦ «ἰσαποστόλου»41 σέ ἁγίους - ἁγίες πού ἀφιέρωσαν τή ζωή τους εὐαγγελιζόμενοι τά ἔθνη. Ὑπεράνω τῶν Ἀποστόλων τοποθετεῖται ὁ Τίμιος Πρόδρομος ὡς μεσίτης42 μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης καί προάγγελος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὑπεράνω ὅλων τῶν Ἁγίων εὑρίσκεται ἡ Ὑπέρ - Ἁγία, ἡ Πᾶν-Ἁγία, ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου, «τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος ἡ ἔχουσα»43.

4. Ἡ ἁγιότης ὡς κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα

τῶν Πατέρων καί διδασκάλων.

Εἶναι γνωστό ὅτι οἱ Δυτικοί θεολόγοι ἀρίθμησαν σέ τέσσερα τά γνωρίσματα πού πρέπει νά ὑφίστανται γιά νά ὀνομασθεῖ κάποιος «Πατήρ» ἤ Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτά εἶναι: ἁγιότητα (sanctitas vitae), ἀναγνώριση (approbatio Ecclesiae), ἀρχαιότητα (antiquitas) καί ὀρθόδοξη διδασκαλία (doctrina orthodoxa). Αὐτή ὅμως ἡ διαίρεση ἀφενός μέν εἶναι σχολαστική, ἀφετέρου δέν δύναται νά διαχωρίσει ἕνα Πατέρα καί Διδάσκαλο ἀπό ἕνα Ἐκκλησιαστικό Συγγραφέα. Γι’ αὐτό καί εὐστόχως οἱ Ἕλληνες πατρολόγοι ἐπεσήμαναν ἐξαρχῆς ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἐμμονή στά προαναφερθέντα γνωρίσματα, διότι σαφῶς ἀδικοῦμε τή μεγάλη χορεία τῶν μεταγενεστέρων καί συγχρόνων Πατέρων. Ὁ Στυλιανός Παπαδόπουλος λέγει: «Ἡ ἀναγνώριση εἶναι διαδικασία πού συντελεῖται μόνον ὅταν ὑπάρχουν οἱ οὐσιαστικές προϋποθέσεις, ἀλλά συγχρόνως μπορεῖ νά εἶναι καί διαδικασία ἐξωτερική. Ἡ ἀρχαιότης εἶναι οὐτοπικό χαρακτηριστικό, διότι ἡ ἔκφραση τῆς ἀληθείας τοῦ Πατρός υἱοθετεῖται ἤ ἀπορρίπτεται στήν ἐποχή, στήν ὁποία ἐκφράζεται»44.

Ἐπιπροσθέτως ἄλλος ἐρευνητής θεωρεῖ ὅτι «τά κύρια γνωρίσματα τοῦ Πατρός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δύο: ἡ πολλή ἁγιότης καί ἡ ὀρθόδοξος ἀκτινοβολία. Ἡ δευτέρα δέν συνυπονοεῖ ὁπωσδήποτε τόν γραπτόν λόγον καί μάλιστα τόν ἔντεχνον καί γενικῶς ἐκτιμητόν ἐντός τῆς παγκοσμίου φιλολογίας»45 Ἀκόμα κατά τόν Βασίλειο Δεντάκη, Πατέρες ὀνομάζονται «ὅσοι διεκρίθησαν ἐπί ἁγιότητι βίου καί ἠγωνίσθησαν διά τήν στερέωσιν, διάδοσιν καί διατήρησιν τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐλάχιστα καί ἄνευ ἰδιαζούσης σημασίας συνέγραψαν συγγράμματα»46 . Κατανοοῦμε λοιπόν ὅτι ἡ ἁγιότης εἶναι τό κύριο γνώρισμα τῶν Πατέρων καί Διδασκάλων, τῆς Ἐκκλησίας τό ὁποῖο ταυτοχρόνως πρέπει νά ἀποτελεῖ τό σκοπό ἑκάστου ἐξ’ ἡμῶν καί τό μοναδικό στόχο τῆς ἐπιγείου βιοτῆς.




5. Ἡ ἀναγνώριση τῶν Ἁγίων στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

Εἶναι γνωστό ὅτι τόν πρῶτο αἰῶνα ὁ χαρακτηρισμός «Ἅγιος» ἀποδιδόταν σέ ὅλους τούς χριστιανούς, ἀφοῦ ἐκαλοῦντο νά μιμηθοῦν τόν τρισάγιο Θεό. Ἀπό τό δεύτερο αἰῶνα ὁ χαρακτηρισμός ἀποδίδεται σέ μάρτυρες καί ὁμολογητές μέ σκοπό νά προβληθεῖ ἡ θεοφιλής πολιτεία τους καί νά γίνουν πρότυπα πρός μίμηση ἀπό τούς πιστούς. Ἡ ἀναγνώριση ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἦταν μιά αὐθόρμητη πράξη. Ἀρχικά ἡ ἀναγνώριση τοῦ μάρτυρα καί ἡ τιμή του γινόταν στά ὅρια τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας πού ἀνῆκε. Ὅταν ἡ φήμη του ξεπερνοῦσε τά ὅρια αὐτά, γραφόταν στά Δίπτυχα ἤ τά Μαρτυρολόγια γειτονικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ μνήμη του συνέπιπτε μέ τήν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου ἤ τοῦ θανάτου του. Βέβαια προκειμένου νά ἐνταχθεῖ στό ἑορτολόγιο ἔπρεπε νά ληφθοῦν ὑπόψη κάποια συγκεκριμένα κριτήρια.

Τό πρῶτο ἀπό αὐτά ἦταν ὁ ἀναγνωρισθείς, νά ἔχει ἐνταχθεῖ στήν Ἐκκλησία διά τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος. Ὑπενθυμίζουμε τό χωρίο Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου. «Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται»47 καί τοῦ Εὐαγγελιστού Ἰωάννου. «Ἐάν μή τις γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»48. Ὅμως ὑπῆρξαν καί περιπτώσεις πού ὁ μαρτυρικός θάνατος ἀρκοῦσε, ἐθεωρεῖτο «βάπτισμα αἵματος» καί ἀποτελοῦσε λόγο ἁγιότητος γιά τούς πιστούς. Ἔτσι ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἀναφερόμενος στόν μάρτυρα Λουκιανό τονίζει. «Ὥσπερ οἱ βαπτιζόμενοι τοῖς ὕδασιν, οὕτως οἱ μαρτυροῦντες τῶ ἰδίῳ λούονται αἵματι»49.

Ἕνα ἄλλο σοβαρό γνώρισμα ἑνός ἁγίου εἶναι τό ὀρθόδοξο φρόνημά του. Ἡ διαφύλαξη τῆς παρακαταθήκης ἀκεραίας καί ἀλωβήτου. Ἡ διάσωση καί μετάδοση τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως ἀναλλοιώτου. Μάλιστα ὁ Μέγας Βασίλειος σέ ἐπιστολή του πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας ἐπισημαίνει ὅτι κηρύττει μόνο ὅσα παρέλαβε καί διδάχθηκε ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες: «Πίστιν δέ ἡμεῖς οὔτε παρ’ ἄλλων γραφομένην ἡμῖν νεωτέραν παραδεχόμεθα οὔτε αὐτοί τά τῆς ἡμετέρας διανοίας γεννήματα παραδιδόναι τολμῶμεν, ἵνα μή ἀνθρώπινα ποιήσωμεν τά τῆς εὐσεβείας ῥήματα, ἀλλ’ ἅπερ παρά τῶν ἁγίων Πατέρων δεδιδάγμεθα, ταῦτα τοῖς ἐρωτῶσιν ἡμᾶς διαγγέλλομεν»50.

Τρίτο κριτήριο ἁγιότητος εἶναι ἡ θεοφιλής πολιτεία, ἡ ἐνάρετη ζωή ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε κύριο παράγοντα μετά τήν κατάπαυση τῶν διωγμῶν μαζί μέ τό προηγούμενο γνώρισμα. Ἡ ἐν Χριστῶ ζωή, πού προϋποθέτει κάθαρση ψυχῆς, ἀπόρριψη παθῶν καί μέθεξη τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἦταν καί εἶναι θεμελιώδης γνώρισμα. Γι‘ αὐτό ὁ χρυσορρήμων Ἰωάννης βροντοφώναζε. «Οὐκ ἔστιν παίγνιον ὁ βίος»51, ἀλλά «παλαίστρα ὁ παρών βίος ἐστί, γυμνάσιον καί ἀγών, χωνευτήριον, βαφεῖον ἀρετῆς»52.

Ἕνα ἀκόμα γνώρισμα ἁγιότητος εἶναι ἡ θαυματουργία. Κατά τόν Νεκτάριο, Πατριάρχη Ἱεροσολύμων, «Τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα. πρῶτον ὀρθοδοξία ἄμωμος, ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν, ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατάστασις καί τέλος ἡ περί Θεόν ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων»53. Τό στοιχεῖο τῆς θαυματουργίας ἔχει ἐπίσης καταγραφεῖ στήν Καινή Διαθήκη ὡς χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν Ἀποστόλων καί γενικότερα τῶν εἰς Χριστόν πιστευόντων. Ὁ Κύριος ἀπευθυνόμενος στούς Ἀποστόλους πρό τῆς ἀναλήψεώς του εἶπε «ἐν τῶ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήλουσι καιναῖς. ὄφεις ἀροῦσι. κἄν θανάσιμον τι πίωσιν, οὐ μή αὐτούς βλάψει. ἐπί ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι καί καλῶς ἕξουσιν»54 . Μέ ἀφορμή τά προηγούμενα τίθεται τό ἐρώτημα. ἀποτελοῦν τά θαύματα κύρια προϋπόθεση γιά νά ἀναγνωρισθεῖ στή συνείδηση τῶν πιστῶν ἕνα πρόσωπο ἅγιος; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καταδεικνύει ὅτι δέν ἀποτελοῦν ἀπαραίτητο παράγοντα. Ἐξάλλου ἡ πλειονότης τῶν μαρτύρων55 ἀλλά καί μεγάλοι Πατέρες και δή οἱ τρεῖς Ἱεράρχες δέν θαυματούργησαν μέ τή στενή ἔννοια τοῦ ὅρου. Ἄς μήν λησμονοῦμε ἐπίσης ὅτι πολλοί ψευδοπροφῆτες ἔκαναν θαύματα ἀλλά ὁ Κύριος τούς ἀποστρέφεται56.

Ἐπιπροσθέτως τό ἀδιάφθορο καί ἄλυτο τοῦ σώματος, ἡ εὐωδία πού ἀναπέμπεται ἀπό αὐτό ἄν καί ἀποτελεῖ θεϊκό σημεῖο πού στοιχειοθετεῖ ἁγιότητα, οὐδέποτε ἐθεωρήθη ὡς ἀπαραίτητο κριτήριο. Ἀντιθέτως σέ ὁρισμένες περιπτώσεις ἡ λειτουργική πράξη ἀπέδειξε ὅτι μπορεῖ νά εἶναι ἀποτέλεσμα ἀφορισμοῦ ἤ κατάρας ἤ καταφρονήσεως τῶν ἱερῶν κανόνων. Γι’ αὐτό τό 1666 ἡ τρίτη λεγόμενη Σύνοδος τῆς Μόσχας στήν ὁποία μετεῖχαν πλήν τῶν Ρώσων ἐπισκόπων καί πέντε Μητροπολῖτες τοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως, ὁ Πατ/χης Ἀλεξανδρείας Παΐσιος, ὁ Πατ/χης Ἀντιοχείας Μακάριος, Ἱεράρχαι τῶν Ἐκκλησιῶν Ἱεροσολύμων, Γεωργίας καί Σερβίας ἀπεφάνθη. «Τά τῶν νεκρῶν σώματα τά εὑρισκόμενα καί ἐν καιροῖς τούτοις ἀκέραια καί ἄλυτα, μή τολμείτω τις ἀπό τοῦ νῦν, ἄνευ ἀξιοπίστου μαρτυρίας καί Συνοδικῆς ἀποφάσεως τιμᾶσθαι αὐτά καί σέβεσθαι ὡς ἅγια, διότι εὑρίσκονται πολλά σώματα ἀκέραια καί ἄλυτα οὐχί ἀπό ἁγιωσύνης, ἀλλ’ ὡς ὑπ’ ἀφορισμοῦ καί κατάρας ἀρχιερατικῆς ἤ ἱερατικῆς τυγχάνοντες ἐτελεύτησαν, ἤ ἐκ παραβάσεως καί καταφρονήσεως τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων ἀκέραια καί ἄλυτα εὑρίσκονται»57.

Κατά τή μακρά πορεία τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν περιπτώσεις Ἁγίων πού ἐτιμῶντο πρό τῆς ἐπισήμου ἀναγνωρίσεώς τους. Παράδειγμα τό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὁ φιλόθεος Κόκκινος Πατ/χης Κων/λεως παρατηρεῖ: «Οὐ Συνόδους μεγίστας καί κοινάς τινας ἀναμένοντας ψήφους ὥστ’ ἐκεῖνον ἀνακηρῦξαι, οἷς καί χρόνος καί ὄκνος καί μέλλησις καί πλεῖστα τινα τῶν ἀνθρωπίνων ἔστιν ὅτε προσίσταται, ἀλλά τῆ ἄνωθεν ψήφῳ τε καί ἀνακηρύξει καί τῆ λαμπρᾶ καί ἀναμφιβόλῳ τῶν πραγμάτων ὄψει καί πίστει καλῶς ἀρκεσθέντες»58. Εἴχαμε ὅμως καί περιπτώσεις προσώπων πού ἀναγνωρίσθηκαν ἐπίσημα ἀπό ἐκκλησιαστική ἀρχή, ἀλλά αὐτό δέν ἔγινε ἀποδεκτό στή συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος. «Ἀπόδειξις δέ τούτου τυγχάνει τό γεγονός ὅτι ἄν καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μετά πολλούς δισταγμούς καί ταλαντεύσεις ἀνεκήρυξεν ἅγιον τό 1921, τόν πατριάρχην Κων/λεως Γρηγόριον τόν Ε΄ δι’ ἐπισήμου συνοδικῆς ἀποφάσεως, οὗτος δέν ἐπεβλήθη εἰσέτι εἰς συνείδησιν τοῦ πληρώματος ὡς ἅγιος»59.

Μετά τήν ἀναγνώριση τοῦ Ἁγίου στή συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, ἡ ἐκκλησιαστική ἀρχή προβαίνει στίς ἀκόλουθες πράξεις: α) καταγράφει τόν ἅγιο ἤ τήν ἁγία ἤ τούς ἁγίους στά Δίπτυχα, β) καθορίζει τήν ἐτήσια ἑορτή του, γ) ἐκθέτει τήν εἰκόνα του σέ δημόσια προσκύνηση μαζί μέ τυχόν σωζόμενα ἱερά λείψανα καί δ) συντάσσει τήν ἀσματική ἀκολουθία του τήν ὁποία ἐντάσσει στά λειτουργικά της βιβλία. Ὅσον ἀφορᾶ στό χρόνο πού πρέπει νά παρέλθει γιά τήν ἀναγνώριση ἑνός Ἁγίου, ἔχομε περιπτώσεις ἀναγνώρισης Ἁγίου ἀμέσως μετά τό θάνατο ἤ κατόπιν ἀπό ὀλίγα ἔτη. (π.χ. Πολύκαρπος Σμύρνης, Μέγας Φώτιος). Ἐσχάτως γίνεται λόγος γιά παρέλευση πενήντα ἤ ἑκατό ἐτῶν, ἄποψη πού δέν μαρτυρεῖται ἀπό τήν παράδοση60 , διότι «ἡ ἁγιότητα κάποιου δέν εἶναι θέμα χρόνου, ἀλλά πίστεως καί θείας χάριτος»61.






6.Ἡ ἀνακήρυξη τῶν Ἁγίων στή Δυτική Ἐκκλησία

Καταρχάς οἱ Δυτικοί χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «ἀνακήρυξη» ἤ «ἁγιοποίηση». Ἐν συνεχείᾳ ἀκολουθοῦν μιά διαφορετική δικανική διαδικασία. Ἤδη ἀπό τό ἔτος 993 παρουσιάζεται κάποια ἐκτροπή, γιά νά φθάσουμε ἀργότερα τό δικαίωμα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας νά περάσει στόν Πάπα ὡς ἀπόλυτο ἄρχοντα.

Συγκεκριμένα «ἡ πρώτη ‘’ἀνακήρυξη’’ ἁγίου στή ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ἔγινε ἀπό τόν πάπα Ἰωάννη ΙΕ΄ τό 993, ἔπειτα ἀπό εἰσήγηση τοῦ ἐπισκόπου Augsburg τῆς Γερμανίας, γιά νά προσδοθεῖ, ὅπως λέγεται, ἰδιαίτερη λαμπρότητα στό γεγονός. Πρῶτος ὁ πάπας Ἀλέξανδρος ὁ Γ΄ (1159-1181) ἰσχυρίθηκε ὅτι ἡ ‘’ἀνακήρυξη‘’ κάποιου πιστοῦ ὡς ἁγίου εἶναι ἀναφαίρετο δικαίωμα τῆς Ἁγίας Ἕδρας»62. Ἀκολούθως οἱ πάπες Γρηγόριος Θ΄, (1234), Σίξτος Ε΄ (1588), Οὐρβανός Η΄ (1642), Βενέδικτος ΙΔ΄ (1740-1758) μέ παπικά διατάγματα πέτυχαν αὐτό πού ὑποστήριξε ὁ προκάτοχός τους. Μάλιστα τό ἔτος 1917 ὁ Πάπας Πίος Ι΄ διαμόρφωσε τόν τελικό κώδικα ἀνακηρύξεως τῶν Ἁγίων, βάσει τοῦ ὁποίου πραγματοποιεῖται α) «ἡ ‘’ἀνακήρυξη’’ κάποιου σέ μακάριο καί β) ἡ ἀνακήρυξη κάποιου σέ ἅγιο. Ἡ πρώτη ἀναφέρεται σέ τοπική τιμή, ἐνώ ἡ δεύτερη ἀφορά ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία. Πρέπει ἀκόμη νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ πρώτη μορφή ‘’ἀνακηρύξεως’’ εἶναι ἀνακλητή, ἐνώ ἡ δεύτερη ἔχει τελεσίδικο χαρακτήρα. Πάντως καί οἱ δύο μορφές ‘’ἀνακηρύξεως’’ γίνονται ἀπό τόν ἀρχηγό τῆς Ἁγίας Ἕδρας, τόν πάπα»63.

Δέν θέλουμε νά ἐπεκταθοῦμε περισσότερο στά δικαστικά σώματα, στούς μάρτυρες, στίς μαρτυρίες, στούς τόμους, στούς φακέλλους πού συγκροτοῦνται, τίς ἐξονυχιστικές ἔρευνες πού πραγματοποιοῦνται ἀπό τήν Κεντρική Ἐπιτροπή, τίς συνεδριάσεις τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως καί τό ἀπαραίτητο κατ’ αὐτήν κριτήριο τῆς θαυματουργίας64 . Μία γνώμη μόνο θεωροῦμε καλό νά παραθέσουμε καί αὐτή ἐκφράζεται ἀπό τό διδάσκαλο τοῦ γένους καί ἱερομάρτυρα Κοσμά Αἰτωλό: «Ἐγώ ἐδιάβασα καί περί ἱερέων καί περί ἀσεβῶν, αἱρετικῶν καί ἀθέων. τά βάθη τῆς σοφίας ἠρεύνησα. ὅλαι αἱ πίστες εἶναι ψεύτικες, κάλπικες, ὅλες τοῦ Διαβόλου. Τοῦτο ἐκατάλαβα ἀληθινόν, θεῖον, οὐράνιον, σωστόν, τέλειον καί διά λόγου μου καί διά λόγου σας, πώς μόνη ἡ πίστις τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν εἶναι καλή καί Ἁγία»65.

7.Ἐπιλεγόμενα

Μετά τή σύντομη αὐτή ἀναφορά στό προκείμενο θέμα θεωροῦμε καλό ἀφενός μέν νά ἐπικαλεσθοῦμε τίς πρεσβεῖες τοῦ ὁσίου Παρθενίου καί Εὐμενίου καί ἀντί ἐπιλόγου, ἀφοῦ εἴμεθα κάτω ἀπό τή σκέπη τῆς Θεοτόκου νά ἐπικαλεσθοῦμε τήν προστασία της διά τῶν λόγων τοῦ μεγάλου πατρός Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ: «Στά πόδια σου κι ἐμεῖς σήμερα καθόμαστε, Δέσποινα, καί ξανά θά πῶ, Δέσποινα Θεοτόκε, πού γάμο δέν γνώρισες, καί δένοντας γερά τίς ψυχές μας στήν ἐλπίδα σου σάν ἀπό μιά πανίσχυρη κι’ ἀσύντριφτη ἄγκυρα, τό νοῦ καί τήν ψυχή καί τό σῶμα κι ὅλο τόν ἑαυτό μας σ’ ἐσένα ἀναθέτομε, τιμώντας μέ ψαλμούς καί ὕμνους καί ὡδές πνευματικές, ὅσο μποροῦμε. Γιατί εἶναι ἀδύνατο νά σέ τιμήσομε ὅσο ἀξίζεις… Καί σύ, Δέσποινά μου ἀγαθή, πού γέννησες Κύριο ἀγαθό, εἴθε νά μή μᾶς χάνεις ἀπό τά μάτια σου, νά καθοδηγεῖς τή ζωή μας ὅπου θέλεις, νά σταματήσεις τίς ὁρμές τῶν αἰσχρότατων παθῶν μας, καί ὁδηγώντας μας στό ἀκύμαντο λιμάνι τοῦ θείου θελήματος, ἀξίωσέ μας καί τή μελλοντική μακαριότητα, τή γλυκιά κατάλαμψή μας ἀπό τό ἴδιο τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου πού ἔλαβε ἀπό ἐσένα τή σάρκα, μαζί μέ τόν ὁποῖο στόν Πατέρα ἀνήκει ἡ δόξα,ἡ τιμή, ἡ δύναμη, ἡ μεγαλοσύνη καί μεγαλοπρέπεια μαζί μέ το πανάγιο κι ἀγαθό καί ζωοποιό σου Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.»66

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Ν. ΜΠΟΥΡΝΕΛΗΣ

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ-ΥΠ/ΝΤΗΣ Α.Ε.Σ. ΚΡΗΤΗΣ

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.Περισσότερα βλ. Μπουρνέλη Ἀ., «Ἀναζήτηση τῆς ἁγιότητος μέσα ἀπό πτυχές

τῆς καθημερινότητας» Ἄγκυρα Ἐλπίδος 26(2005)20-23

2.Liddell H.,-Scott R., Μέγα Λεξικόν τῆς Ἑλληνικής γλώσσης Τόμ. 1ος, ἔκδ. Ἰ.

Σιδέρης Ἀθῆναι, σσ. 19, 28

3.Λευϊτ. ΙΑ΄, 44

4.Δαν. Η΄, 13

5.Λευϊτ. ΚΑ΄, 6 καί Ἀριθμ. ΣΤ΄, 5

6.Λευϊτ. ΙΑ΄, 44

7. Ἔξοδ. Γ΄, 5

8. Ἔξοδ. ΚΣΤ΄, 35

9. Ἔξοδ. ΚΣΤ΄, 34

10.Μάρκ. Α΄, 24, Ἰωάν. ΙΖ΄, 11, Πράξ. Δ΄, 27. 30

11.Ματθ. Α΄, 18. Γ΄, 11 Λουκ. ΙΒ΄, 12. Ἰωάν. Ε΄, 8

12.Ματθ. ΚΕ, 31. Ἰούδα 14. Ἀποκ. ΙΔ΄, 10

13.Λουκ. Α΄, 70

14.Ἐφεσ. Γ΄, 5

15.Ἐφεσ. Α΄, 4. Κολ. Α΄, 22. Πράξ. 9, 32. 41

16.Μάρκ. ΣΤ΄, 20

17.Β΄ Πέτρ. Α΄, 18

18.Ἑβρ. Θ΄,11-12

19.Ρωμ. Α΄, 2

20.Πρβλ. Ἀποκ. ΣΤ, 10

21.Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίῳ Ἑταίρῳ 3, ΒΕΠΕΣ 55, 14

22.Μεγάλου Βασιλείου, Εἰς Ἑξαήμερον Ὁμιλ. ΣΤ΄, 2 ΒΕΠΕΣ 51, 234

23.Μεγάλου Βασιλείου, Ἑρμηνεία εἰς τόν 44ο ψαλμόν 12, ΒΕΠΕΣ 52, 105

24.Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίῳ Ἑταίρῳ 3, ΒΕΠΕΣ 55, 14

25.Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ἡσαϊαν κεφ. ΣΤ΄, 4 PG 56, 74

26.Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Μάρτυρας Ὁμιλ. Β΄, 3 PG 50, 648-649

27.Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς ψαλμόν ΡΜΑ΄, 3 PG 55, 445

28.Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον Ὁμιλ. ΜΣΤ΄, 3 PG 58, 479

29.Συμεών Μεταφραστοῦ Μαρτύριον τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου τοῦ

Θεοφόρου, PG 114, 1269-1288

30.Τῆς Σμυρναίων Ἐκκλησίας περί μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου, PG 5,

1029-1045

31.Τσάμη Δ., Ἁγιολογία, Ἔκδ. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 1991, σ. 56

32.Ματθ. Ι, 32

33.Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἐγκώμιον εἰς τόν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Εὐστάθιον,

PG 50, 601

34.Μεγάλου Βασιλείου, Εἰς τούς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες PG 31, 508

35.Αὐτόθι, σ. 508 βλ. καί Εὐδοκίμωφ Π., Ἡ πάλη μέ τό Θεό, ἔκδ. Π.Ι.Π.Μ.,

Θεσ/νίκη 1970, σ. 133

36.Τσάμη Δ., Ἁγιολογία, ἔκδ. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 1985, σσ. 19-42

37.Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περί ἱερωσύνης Λόγ. Γ΄, 6 PG 48, 639

38.Γρηγορίου Νύσσης, Ἐπιτάφιος εἰς Μελέτιον PG 46, 582

39.Ματθ. Ι΄, 2-5. Μάρκ. Γ΄, 13-19. Λουκ. ΣΤ΄, 14-17. Πράξ. Α΄, 13-14

40.Λουκ. Ι΄, 1

41.Τσολακίδη Χ., Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθήνα 2000, σ. 429.

Κονταξόπουλου Κ., «Οἱ ὀκτώ ἁγίες ἰσαπόστολοι» Ἐκκλ/κή Ἀλήθεια

17(1993)3

42.Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΚΑ, 3 PG 35, 1085 Β

43.Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Θεοτοκάριον, Βόλος 1979, σ. 107

44.Παπαδόπουλου Σ., Πατρολογία Τομ. Α΄, Ἀθήνα 2000, σ. 78

45.Μουστάκη Β., «Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας», ΘΗΕ 10, 126

46.Δεντάκη Β., Βυζαντινή Ἐκκλ/κή Γραμματολογία Τομ. Δ΄, ἔκδ. ΟΕΔΒ, Ἀθήνα

1996, σ. 14

47.Μάρκ. ΙΣΤ΄, 16, βλ. καί Κοτσώνη Ἰ., «Ἁγίων ἀνακήρυξις» ΘΗΕ 1, 272-273

48.Ἰωάν. Γ, 5, Βλ. καί Ἀλιβιζάτου Ἀ., «Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων ἐν τῆ

Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» Θεολογία 19(1948)45

49.Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τόν Ἅγιο μάρτυρα Λουκιανό PG 50, 522

50.Μεγάλου Βασιλείου, Ἐπιστολή 140, τῆ Ἀντιοχέων Ἐκκλησίᾳ PG 32, 588C

51.Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον Ὁμιλ. ΚΓ, 9 PG 57, 318

52.Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Πρός τούς σκανδαλισθέντας 21, PG 52, 522

53.Νεκταρίου Ἱεροσολύμων, πρός ταῖς προσκομισθείσας θέσεις παρά τῶν ἐν

Ἱεροσολύμοις φρατόρων διά Πέτρου τοῦ αὐτῶν μαΐστορος περί τῆς ἀρχῆς

τοῦ Πάπα ἀντίρρησις, ἐν Ἰασίω 1682, σ. 201 ε. Πρβλ. Παπαδόπουλου Χ.,

«Περί τῆς ἀνακηρύξεως τῶν ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ»,

Ἐκκλησία 12 (1934) 331-335.

54.Μάρκ. ΙΣΤ΄, 18

55.Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, Ἀθῆναι 1961, σ. 24

56.Μαθ. Ζ΄, 22-23

57.Δεληκανῆ Κ., Πατριαρχικά ἔγγραφα Τομ. Γ΄, Κωνσταντινούπολις 1905, σ.

136-137. Γιά περισσότερα βλ. Τσέτση Γ., «Ἔνταξις», 37 (1962) 238-243,

Πρβλ καί Κωνσταντίνου Μητ/του Σερρῶν, «Περί ἀναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων

ἐν τῆ ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» Θεολογία 27(1956)609-616

58.Φιλόθεου Κόκκινου, Λόγος εἰς Γρηγόριον Παλαμᾶ 128, PG 151, 648D

649A. Βλ. καί Τόμος κατά Προχόρου Κυδώνη, PG 151, 711C. Βλ. καί

Τσέτση Γ., «Ἔνταξις», 37 (1962) 407-411

59.Τσέτση Γ., «Ἔνταξις» 37 (1962) 249

60.Αὐτόθι, σσ. 415-417

61.Βεργωτῆ Γ., Ἐγχειρίδιον Ἁγιολογίας, Θεσ/νίκη 1992, σ. 134

62.Αὐτόθι, σ. 135. Πρβλ καί Μανουήλ Γεδεών Ἁγιοποιήσεις. Τό καθεστώς τῆς

ἐν ἁγίοις συναριθμήσεως, Θεσ/νίκη 1984

63.Βεργωτῆ Γ., Ἐγχειρίδιον…ἔνθ.ἀνωτ. σ. 136

64.Τσάμη Δ., Ἁγιολογία … ἔνθ. ἀνωτ. σσ. 64-65

65.Κοσμά Αἰτωλοῦ, Διδαχή Α1, παρ. Μενούνου Ἰ., Διδαχές καί βιογραφία, ἔκδ.

Τῆνος 1979, σ. 78

66.Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Εἰς τήν κοίμησιν τῆς Θεοτόκου Ὁμιλ. Α΄, ΕΠΕ 9, 269,

271


πηγή:www.imga.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου