Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιστημονικές Εργασίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιστημονικές Εργασίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΡΙΧΝΕΙ ΤΗΝ ΠΙΕΣΗ

1 Όση περισσότερη ώρα περνάει ένας άνθρωπος στην εκκλησία, και όσο πιο πιστός είναι στον θεό, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να... έχει μειωμένη πίεση αίματος, σύμφωνα με τους ερευνητές της Ιατρικής σχολής του Νορβηγικού πανεπιστημίου Επιστήμης και τεχνολογίας και της Νορβηγικής χολής θεολογίας.
Επικεφαλής ήταν οι καθηγητές Γιόστει Χόλμεν και Τιργκίρ Σόρενσεν. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ψυχιατρικής International Journal of Psychiatry and Medicine.

Έτσι λοιπόν όσο πιο συχνά τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες, πάνε στην εκκλησία τόσο χαμηλότερη είναι κατά μέσο όρο η πίεση του αίματος τους, ακόμη και όταν απομονωθούν και άλλοι παράγοντες που μπορεί να παίζουν ρόλο.

Μια παλαιότερη έρευνα Αμερικάνων επιστημόνων είχε δείξει μια πιθανή σχέση ανάμεσα στο χρόνο εκκλησιασμού και στο επίπεδο της πίεσης του αίματος. Η νέα έρευνα αυτή των Νορβηγών επιβεβαιώνει αυτή τη σχέση. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ΗΠΑ και Νορβηγία διαφέρουν σε πολλά στο θρησκευτικό συναίσθημα και γενικά στις αντιλήψεις περί θρησκείας. Πάντως τα συμπεράσματα και τον δύο ομοιάζουν. Όσοι άνθρωποι είναι θρησκευτικά ενεργοί, φαίνεται να έχουν καλύτερη υγεία σε σχέση με όσους δεν ασχολούνται με τη θρησκεία.

Και δεν είναι μόνο η θρησκεία. Άλλες Νορβηγικές μελέτες έχουν δείξει ότι υπάρχει θετική συσχέτιση ανάμεσα στο χιούμορ και στη χαμηλή πίεση, καθώς επίσης και η συμμετοχή σε ποικίλες πολιτιστικές δραστηριότητες, και στην καλή υγεία.  


 ΠΗΓΗ:http://www.agioritikovima.gr/

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Οι συνέπειες του ορθολογισμού στη ζωή μας

 (Αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου, Καθηγούμενος Ι. Μ. Μεγάλου Μετεώρου)

Ο ορθολογισμός θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η υπερβολική εμπιστοσύνη στη λογική μας η αναγωγή της σε υπέρτατη αυθεντία και απόλυτη αξία. Είναι αμαρτητική νοοτροπία και βιοθεωρία, και όχι κάποια απλή αμαρτία. Είναι κατ’ ουσίαν απιστία. Ο ορθολογισμός είναι η πιο χαρακτηριστική και ύπουλη εκδήλωση της υπερηφάνειας, η οποία υποκρύπτεται κάτω από όλες τις αμαρτίες μας, υφέρπει σε κάθε μας πράξη και δηλητηριάζει όλα τα καλά έργα μας. Αυτή οδηγεί στην αυτοδικαίωση και τελικά στην αμετανοησία, κλείνοντας έτσι τη θύρα του θείου ελέους. Η υπερηφάνεια είναι η αρχή και το τέλος όλων των κακών. Κατά τον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ η υπερηφάνεια «αποτελεί την μόνιμη απειλή της ανθρώπινης ζωής», «βρίσκεται στην ρίζα όλων των τραγωδιών του ανθρώπινου γένους» και αποτελεί «την ουσία του άδη».


Ο υπερήφανος άνθρωπος, λαϊκός, κληρικός ή μοναχός, γίνεται άτομο και προσφέρει τον πνευματικό θάνατο και τον άδη, την κόλαση, όχι μόνο στον εαυτό του, αλλά και στην οικογένεια του, στο κοινόβιό του και σε όλο το περιβάλλον του.

Ο ορθολογιστής υποβάλλει την αγνή και πηγαία πίστη σε λογικές διαδικασίες, ζητώντας επιχειρήματα και αποδείξεις. Πιστεύει μόνο σε ό,τι μπορεί να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτό με το μυαλό. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα, αλλά και πολλοί χριστιανοί μας, αμφιβάλλουν ή και δεν πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής, στην ύπαρξη της άλλης ζωής, στην ανάσταση των νεκρών, στον παράδεισο και την κόλαση. Αρνούνται ακόμη την ύπαρξη του διαβόλου, του προαιώνιου αυτού εχθρού μας. Αγνοούν ότι ο διάβολος είναι πρόσωπο με νου και με θέληση, και ότι αυτός αποτελεί την αιτία και την πηγή του κακού, δεχόμενοι γενικά και αόριστα την ύπαρξη μόνο «δυνάμεων του κακού».

Αμφισβητούν τα μυστήρια της Εκκλησίας μας, όπως της Ιεράς Εξομολογήσεως, της Θείας Κοινωνίας, του Γάμου, ο οποίος τείνει να αντικατασταθεί από μια απλή συμβίωση, μια ελεύθερη σχέση, εκτός γάμου. Αρνούνται ή δέχονται επιλεκτικά τα δόγματα της πίστεως μας, τις εντολές του Ευαγγελίου, τη λατρεία, την ευσέβεια και την παράδοση της Εκκλησίας μας, επειδή δεν μπορούν να τα συλλάβουν με την λογική και το μυαλό τους.

Να διευκρινίσουμε σε αυτό το σημείο ότι η αναφορά μας στο αρνητικό φαινόμενο του ορθολογισμού και στις ανάλογες συνέπειές του στην πνευματική ζωή του καθενός σε καμία περίπτωση δεν έχει την έννοια της υποτιμήσεως ή της παραγνωρίσεως της λογικής, αυτής της ύψιστης δωρεάς του Θεού προς τον άνθρωπο, η οποία τον διαφοροποιεί από τα άλογα ζώα και τα υπόλοιπα κτίσματα.

Ο ορθολογιστής αντικαθιστά την αναφορά και την εμπιστοσύνη στον Θεό, που είναι η πίστη, με τη σκέψη και τη διάνοια. Έτσι όμως καταργείται ουσιαστικά η πίστη, αφού ο Θεός δεν μας αποδεικνύεται, αλλά μας φανερώνεται. Μας αποκαλύπτεται μυστικά. Βιώνεται καρδιακά και πηγαία, απλά, ταπεινά και αθόρυβα. Γι’ αυτό και ο ορθολογισμός συνιστά ουσιαστικά απιστία· μια άλλη μορφή αθεΐας, χειρότερη ίσως από την απόλυτη και καθαρή αθεΐα, αφού μας εφησυχάζει και μας παραπλανά πως δήθεν πιστεύουμε.

Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που καθιστά τον ορθολογισμό, την ορθολογιστική θεώρηση της πίστεως, ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια, και τα δυσεπίλυτα προβλήματα που απειλούν και αλλοιώνουν την πνευματική πορεία των σύγχρονων πιστών και επιβουλεύονται τη σωτηρία τους.

Θα λέγαμε ότι ο ορθολογισμός δεν είναι απλά και μόνο μία συγκεκριμένη αμαρτία, δεν είναι μία πτώση, ένα λάθος, που είναι ανθρώπινο και φυσιολογικό να συμβαίνει σε κάθε πιστό, που αγωνίζεται για τη σωτηρία του, αφού κανείς δεν είναι αναμάρτητος ή αλάνθαστος. Γι’ αυτό και όλες οι πτώσεις και όλα τα αμαρτήματα μας συγχωρούνται, όταν με ειλικρινή μετάνοια και συντριβή τα εναποθέσουμε στο πετραχήλι του πνευματικού μας, με το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως.

Ο ορθολογισμός λοιπόν ξεπερνά τα στενά όρια της αμαρτίας και λειτουργεί αλλοιωτικά και διαφορετικά, υποσκάπτοντας τα ίδια τα θεμέλια και ουσιώδη της πίστεως. Καταργεί τη σχέση, την εμπιστοσύνη, την ελπίδα, γιατί στηρίζεται μόνον στα δικά μας λογικά συμπεράσματα, στις ατομικές μας αντιλήψεις και στην ατομική μας νοοτροπία και βιοθεωρία.

Νους και λόγος

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την διαφορά ανάμεσα στην «καλή» και «κακή» χρήση της ανθρώπινης λογικής (που είναι ο ορθολογισμός), θα ήταν χρήσιμο να αναπτύξουμε εν συντομία την διδασκαλία της Εκκλησίας μας για την φύση και την λειτουργία της.

Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή και την ορθόδοξη πατερική παράδοση, ο άνθρωπος έχει δύο γνωστικά κέντρα. Δηλαδή δύο οδούς, δύο τρόπους μέσα από τους οποίους μπορεί να γνωρίσει τα πράγματα, την κτιστή φυσική δημιουργία και τον ίδιο τον Θεό.

Τα δύο αυτά κέντρα είναι ο νους (που οι πατέρες τον ταυτίζουν με την καρδιά) και ο λόγος (δηλαδή η λογική, η διάνοια, το μυαλό). Ο νους έχει την έδρα του στην καρδιά και ο λόγος (η λογική) στον εγκέφαλο. Ο νους είναι το κέντρο της ψυχής, γι’ αυτό και οι Πατέρες τον ονομάζουν «το ηγεμονικόν της ψυχής». Με το νου, που είναι η θεωρητική ενέργεια της ψυχής (γι’ αυτό και αναφέρεται και ως «οφθαλμός της ψυχής»), ο άνθρωπος αποκτά τη γνώση και την εμπειρία του Θεού, γίνεται μέτοχος της θείας Αποκαλύψεως.

Ο λόγος (ή λογική) είναι η πρακτική ενέργεια της ψυχής. Με το λόγο (τη λογική) ο άνθρωπος γνωρίζει τη φύση και την κτιστή δημιουργία. Η γνώση της δημιουργίας του Θεού βοηθάει, βεβαίως, τον άνθρωπο να φθάσει και στην γνώση του ιδίου του Θεού, την οποία όμως αποκτά με το νου. Με τη λογική, δηλαδή, δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό. Η λογική μας οδηγεί στην ανάγκη της πίστεως στο Θεό. Η αληθινή, όμως, γνώση του Θεού γίνεται με το νου, με την καρδιά δηλαδή.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο, που δεν επιτρέπει στο σύγχρονο άνθρωπο να φθάσει στη γνώση του Θεού, είναι ακριβώς αυτό: ότι προσπαθεί να Τον γνωρίσει με λάθος τρόπο, χρησιμοποιώντας λανθασμένα μέσα. Αντικαθιστά δηλαδή το νου (την καρδιά) με το λόγο (τη λογική) και καταλήγει έτσι στον ορθολογισμό και στην αδυναμία να γνωρίσει αληθινά το Θεό.

Από τα ανωτέρω γίνεται φανερό πως παραιτούμαι από τη λογική μου δεν σημαίνει ότι γίνομαι παράλογος. Η πίστη δεν είναι παράλογη, αλλά υπέρλογη. Δεν κατανοείται, αλλά βιώνεται. Πίστη δεν σημαίνει κατανόηση, αλλά εμπιστοσύνη. Δεν αντιβαίνει στον ορθό λόγο, αλλά τον υπερβαίνει, τον ξεπερνά. Το υπέρλογο μέσα στην Ορθοδοξία δεν είναι η κατάργηση της λογικής, αλλά η μετακένωση και ανύψωση της στην αποδοχή των εμπειριών της θείας Αποκαλύψεως. Το υπέρλογο είναι η απόλυτη διάθεση του εαυτού μας, η αυτοεγκατάλειψή μας στο θέλημα και στο έλεος του Θεού. Το λογικό είναι το «στένεμα» του Θεού και η σμίκρυνση του στις προσωπικές μας ανάγκες και απαιτήσεις, στο εγωιστικό θέλημά μας. Το υπέρλογο είναι να αφήνω στο Θεό ανοιχτό το δρόμο της καρδιάς μου για να ‘ρθει και να ενεργήσει μέσα μου με το δικό Του τρόπο, που δεν είναι ούτε λογικός, ούτε άλογος, ούτε παράλογος, αλλά είναι υπέρλογος. Είναι η αιώνια Αλήθεια του Θεού, είναι η πηγή και η οδός της σωτηρίας μας. Το υπέρλογο είναι η υπαγωγή της λογικής μας στη Λογική του Θεού. Είναι η προσπάθεια που κάνουμε για να δεχθούμε τη Λογική του Θεού, όταν αυτή δεν συμφωνεί με τη δική μας.

Σκοπός του χριστιανού είναι ο Ουρανός. Πατρίδα του είναι ο Ουρανός. Ο χριστιανός είναι ουρανοπολίτης και στόχος κεντρικός της ζωής του είναι να γνωρίσει το Θεό και να ενωθεί μαζί Του, να φθάσει δηλαδή στη θέωση. Το απόλυτο ζητούμενο της πνευματικής μας πορείας παραμένει πάντοτε η θέωση, που επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την κάθαρση της καρδιάς και το φωτισμό του νου. Ο φωτισμός λοιπόν του νου οφείλει να είναι η κύρια επιδίωξη μας, και όχι η καλλιέργεια της λογικής. Ο φωτισμένος νους είναι αυτός που οδηγεί στο Θεό και όχι η ανεπτυγμένη λογική. Ο φωτισμένος νους είναι η ανταμοιβή του Θεού για την εκχώρηση της λογικής μας σ’ Αυτόν. Γι’ αυτό και η προσπάθειά μας θα πρέπει να είναι ο φωτισμός του νου και όχι η εξάσκηση της λογικής μας.

Η πνευματική γνώση

Ο στόχος όμως αυτός επιτυγχάνεται κυρίως με την «πνευματική γνώση». Πνευματική γνώση είναι πίστη, είναι εμπειρία, είναι θείος φωτισμός, είναι Θεία χάρις και Θεογνωσία.

Η πνευματική αυτή γνώση δεν είναι απόρροια της λογικής του μυαλού μας. Δεν κατέχεται μόνον από τους ευφυείς, από τους μορφωμένους, από τους επιστήμονες. Δεν απαιτεί σύνθετη σκέψη, πολύπλοκες αναλύσεις και συλλογισμούς. Η πνευματική γνώση είναι δώρο του Θεού που προσφέρεται σε όλους, μορφωμένους και αγράμματους, γνωστικούς και αδαείς, έξυπνους και απλοϊκούς, σε όλους όσοι έχουν απλή, ταπεινή και καθαρή καρδιά. Η πίστη είναι δώρο του Θεού στους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους, και όχι αποτέλεσμα λογικής επεξεργασίας.

Η πνευματική γνώση δεν σπουδάζεται στα πανεπιστήμια και τα σπουδαστήρια του κόσμου, δεν αναγνωρίζεται με διπλώματα και μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, δεν αποτελεί αντικείμενο επιστημονικών ερευνών. Η πνευματική γνώση είναι υπόθεση της καρδιάς, είναι φωτισμένος νους, είναι μετοχή στην αγάπη, τη χάρη και τη δόξα του Θεού, είναι η Αποκάλυψη της Αλήθειας του Θεού στη ζωή μας και στον κόσμο ολόκληρο. Εργαστήριο της πνευματικής γνώσεως είναι η πίστη και η ελπίδα. Η εμπιστοσύνη στο Θεό και η αυτοεγκατάλειψή μας στην άπειρη αγάπη και πρόνοιά Του. Είναι η καθημερινή άσκηση και τήρηση των εντολών του Θεού. Είναι η εξάσκηση της αγάπης δια της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης ενεργούμενης. Είναι η φιλαδελφία, η καλοσύνη και η ιλαρότητα.

Ο ορθολογισμός, περνώντας από όλες τις πτώσεις της υπερηφάνειας, μας οδηγεί τελικά στην αυτοδικαίωση· γιατί μας πείθει ότι έχουμε δίκιο. Και εφ’ όσον οι σκέψεις μας, τα λόγια μας και οι πράξεις μας είναι λογικές, άρα είναι ορθές και δίκαιες. Έχουμε λοιπόν δίκιο, άρα και δικαίωμα να το επιβάλλουμε ως γνώμη, ως επιθυμία και ως συμπεριφορά. Από το σημείο αυτό ξεκινά μία ατελεύτητη πορεία προς την μηδέποτε επιτυγχανομένη – γιατί είναι και ακόρεστη – αυτοδικαίωσή μας, που μας παρασύρει σε μια αλυσίδα διαρκώς μεγαλύτερων και βαρύτερων αμαρτημάτων.

Ο Φαρισαίος της παραβολής (Λουκ.18,9-14) είναι ο αντιπροσωπευτικότερος τύπος του αυτοδικαιούμενου ανθρώπου. Καυχάται για τις αρετές του, θεωρεί τον εαυτό του δίκαιο και συγχρόνως εξουθενώνει τον τελώνη, βλέποντας τον αμαρτωλό, κατώτερό του. Ο αυτοδικαιούμενος γίνεται ο ίδιος κριτής του εαυτού του και του απονέμει τον τίτλο του δικαίου, πιστεύοντας ότι ο Θεός είναι υποχρεωμένος να τον ανταμείψει.

Ο αυτοδικαιούμενος άνθρωπος είναι εκείνος που πάσχει από ψυχολογικά προβλήματα, επειδή απωθεί την ενοχή του. Γίνεται έτσι νευρικός, διαταραγμένος ανικανοποίητος, απαιτητικός, ανυπόμονος, ανυπάκουος, αυθάδης, εριστικός. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Εωσφόρου, δεν θέλει να ζητήσει συγχώρηση και να ομολογήσει τις αμαρτίες του. Επαναλαμβάνει ως επωδό τα λόγια του μηδενιστή Αλμπέρτ Καμύ: «Είχα δίκιο, έχω οπωσδήποτε δίκιο, θα έχω πάντα δίκιο», και ορθώνει μόνος του ανυπέρβλητο φράγμα στην άβυσσο του Θείου ελέους.

Ο ορθολογισμός είναι συμπυκνωμένη υπερηφάνεια, αλαζονεία, αυτοδικαίωση, αυτάρκεια και αυτονομία. Γι’ αυτό και αλλοτριώνει τον άνθρωπο, τον απομονώνει και τον απομακρύνει από το Θεό και από τους συνανθρώπούς του. Ο ορθολογιστής καθίσταται έτσι στοιχείο διαλυτικό της φιλίας, του γάμου, της οικογένειας, του κοινοβίου και της κοινωνίας.

Τελικά ο ορθολογιστής, παρά τη λαμπρότητα των επιτευγμάτων του, καταλήγει να είναι ο κουρασμένος, ο κενός, ο ανικανοποίητος, ο απογοητευμένος σύγχρονος άνθρωπος. Αυτός που βιώνει καθημερινά το δράμα της υπαρξιακής αγωνίας του, της ανασφάλειάς του και του αδιεξόδου, στο οποίο τον παγιδεύει η λογική του και η αυτοπεποίθηση του στις οποίες τόσο στηρίχτηκε.

Θα πρέπει λοιπόν να βγούμε από τα όρια της πεπερασμένης ανθρώπινης λογικής και να μπούμε στην απεραντοσύνη, στον πλούτο και την ευλογία της λογικής του Θεού.


(Περιοδικό "ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ" τ. 26, Απρίλιος-Ιούλιος 2008)
 
 
www.alopisis.gr

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Ο ιερέας στον Παπαδιαμάντη

Γιος παπά ο κυρ-Αλέξανδρος και με επώνυμο παπαδικό. Τον ξεχώριζαν τ’ άλλα παιδιά. Κι αυτό τον πονούσε.
Έβλεπε στον παπά τον συνεχιστή του έργου του Χριστού. Έδειχνεν ο παπάς τον αόρατο Χριστό. Εδάνειζε το χέρι και το στόμα του σ’ Εκείνον. Και όπως ο Χριστός νοιαζότανε τους ανθρώπους στα χρόνια της ενσάρκου οικονομίας Του, έτσι και ο παπάς νοιάζεται τους ανθρώπους. Λειτουργεί και συλλειτουργεί μαζί τους στο Ναό. Παίρνει τα αιτήματά τους, «τα πάθια και τους καϋμούς» των και τα προσφέρει στο Χριστό, που είναι «ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Κατεβάζει με την έγκριση των πιστών το Άγιον Πνεύμα σε όλους και στα Δώρα. Και σε λίγο, αφού μεταλάβει αυτός, βγαίνει να κοινωνήσει τους πιστούς το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας.
Και γίνεται έτσι ο παπάς πατέρας που γεννά μέσα μας το Χριστό. Αρχικά βέβαια με το μυστήριο του Βαπτίσματος και ύστερα με τ  ἄλλα.
Οι τύποι των ιερέων στον Παπαδιαμάντη είναι μορφές (δηλαδή μορφωμένοι), ενάρετοι, σεβάσμιοι, ιεροπρεπείς. Μπορεί να είναι ολιγογράμματοι, αλλά μπορούν και κάνουν πολύ καλά το έργο τους.
Μπορούν και στέκουν μέσα στο Ναό μα και στην Κοινωνία.
Κάνουν τη θεία Λειτουργία και παίρνουν τα υπερκόσμια δώρα της. Και υστέρα βγαίνουν, «προέρχονται εν ειρήνη», και συνεχίζουν τη λειτουργία της ζωής. Τη λειτουργία μετά τη Λειτουργία.
Ο ιερέας πατέρας του ήταν άριστος λειτουργός, τέκνον των Κολλυβάδων, αλλά και ικανός και θαρραλέος και χρήσιμος μέσα στην Κοινωνία.
Στο διήγημα «Στο Χριστό στο Κάστρο» νοιάζεται για τους δύο αποκλεισμένους σε αυτό. Κάνοντας ο ίδιος το ντελάλη, το ανακοινώνει. Κι υστέρα στο σπίτι του συγκεντρώνει ενορίτες και συνεργάτες του και, αποφασισμένος όντας εκείνος, συμπαρασύρει και πείθει αρκετούς να τον ακολουθήσουν στον πηγαιμό του για βοήθεια των κινδυνευόντων ενοριτών του.
Και όλοι μαζί πηγαίνουν με κίνδυνο της ζωής των στο Χριστό στο Κάστρο, βρίσκουν σώους τους κινδυνεύοντας από τα χιόνια, κάνουν εκεί τη Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων, προσφέρουν βοήθεια και σε ναυαγούς που ξώκειλαν κατά τ’ ακροθαλάσσι, κι όλοι μαζί τρώνε και πίνουν ευχαριστημένοι και κοιμούνται πανάλαφροι. Και την άλλη μέρα το απόγευμα γυρίζουν αισίως στην πολίχνη.
Τι καρτερούν οι άνθρωποι από την Εκκλησία; Την αγάπη την έμπρακτη, την έγνοια και την αποδοχή. Η Εκκλησία είναι η Μάννα μας, κι εμείς πιστά Της τέκνα. Όπως και ο σήμερα τιμώμενος και φίλτατός μας κυρ-Αλέξανδρος.
Στην Αθήνα τον εσαγήνευε ο μακάριστος παπα-Πλανάς. Ο ταπεινός. Ο άξιος του πρώτου μακαρισμού του Σωτήρος. Πόση γαλήνη εύρισκε κοντά του. Γνωστό μας είναι και το άρθρο του γι  αὐτόν.
Τα μέγιστα τιμούσε και τους άγαμους ενάρετους κληρικούς και μοναχούς. Είχε υπέροχο παράδειγμα τον Διονύσιο το Γέροντα, τον ιεροπρεπή ασκητή και λόγιο, τον συγγενή του. Τόνιζε την προσφορά τους τη μεγάλη…
Και στα τελευταία του εκάλεσε τον αξιαγάπητο αρχιμανδρίτη Ανδρέα Μπούρα, τον σπουδαίο και φίλο του, για εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία. Ζήτησε να του διαβάσει τη μεγάλη εξομολογητική ευχή. Και τον μετέλαβε. Κι υστέρα ο κυρ-Αλέξανδρος άρχισε να κλαίει. Έφευγε για την άλλη πλάση. Είχε συναίσθηση της αμαρτωλότητός του.
Αναφέρει στα έργα του και ιερείς με αδυναμίες. Αναγκάζεται να κρίνει. Αλλά με πόνο και ταπείνωση και μοναδικό σκοπό τη διόρθωση, τη θεραπεία και την σωτηρία. Φέρεται μ  εὐσπλαγχνία και καλωσύνη. Ποτέ δεν προσβάλλει και δεν εκχυδαΐζει τους ήρωές του. Περιβάλλει μ  ἀνείπωτη στοργή ακόμα και τον πειναλέο ανθρωπίσκο στο «Λαμπριάτικο Ψάλτη». Και δείχνει σε όλους και στον εαυτό του, χωρίς αφόρητο διδαχτισμό, την θύρα του Παραδείσου, που είναι η Μετάνοια.
Θεωρεί ως κύρια αιτία του πολλαπλασιασμού των αιρέσεων την έλλειψη πραγματικής ποιμαντικής μέριμνας εκ μέρους των ιερέων.
Το δέσιμο κλήρου και λάου και η συνεργασία σώζει. Πάντοτε φυσικά με του Χριστού τη Χάρη.
Διαβάζοντας κανείς τα έργα του Παπαδιαμάντη έχει την αίσθηση πως βρίσκεται εδώ και κάπου άλλου ταυτόχρονα. Πως βρίσκεται εδώ, στα πάθια και τους καϋμούς του κόσμου και συγχρόνως στα Ρόδινα ακρογιάλια της Θείας Βασιλείας. Και τούτο γιατί ο Παπαδιαμάντης είναι γνήσιον τέκνον της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Και όλα μέσα σ  αὐτὴν είναι θεανθρώπινα.
Και ζώντα μέσα σ’ αυτήν την θεανθρώπινη διάσταση της Εκκλησίας ο κυρ-Αλέξανδρος, μεταξύ της ανθρώπινης αδυναμίας και της Πηγής της Παντοδυναμίας σχοινοβατούσε κι αγωνιζότανε. Άφηνε την οντότητά του στην Αγκάλη του Χριστού και στη στοργή της Παναγίας, που Τους υπεραγαπούσε. Υμνούσε «μετά λατρείας τον Χριστό του».
Επόνεσεν αμέτρητα στη ζωή του. Πέρασε φτώχεια σαν ασκητής, μα έμεινε στην έντιμη πενία του, όπως έγραψε κάποτε στον ιερέα πατέρα του, και είχε τη βοήθεια του Θεού. Πέρασε μοναξιά και δυσκολίες «σαν σκοτεινό και άμοιρο τρυγόνι». Κατέφευγεν όμως στην αγία Εκκλησιά, εκεί που «το χελιδόνι ηύρε φωλιά και το τρυγόνι σκέπη».
Δεν έγινε ο ίδιος ιερέας, μα ιερουργούσε με τα αθάνατα γραφτά του τον λόγον της αληθείας. Και πόσους δεν ωφέλησε και ωφελεί.
Λένε πως κάποια φορά απελπισμένος επήγε να εξομολογηθεί (πίστευε στην Εξομολόγηση). Και είπε στον παπά πως δυσκολεύεται και υποφέρει πολύ. Και ο παπάς, χωρίς να τον ξέρει, αφού τον παρηγόρησε δεόντως, του συνέστησε να διαβάζει τα έργα του Παπαδιαμάντη.
Αναφέρει ο Μικρασιάτης λογοτέχνης και μακαριστός πλέον Ηλίας Βενέζης πως ενώ ευρίσκοντο στα περίφημα τάγματα εργασίας κι έμεναν σ  ἕνα σταύλο κλεισμένοι, βρήκε κάποιος πεταμένο μέσα εκεί ένα φύλλο από περιοδικό και άρχισε να το διαβάζει, για να περνά η ώρα. Και καθώς εδιάβαζε άρχισαν όλοι ν· ακούνε μ  ἐνδιαφέρον. Μαλάκωσαν και γαλήνεψαν οι ταλαίπωρες ψυχές τους. Και καθώς τελείωσε το διάβασμα, έβγαλαν όλοι ανακουφισμένοι μια φωνή: «ρε αυτό ήταν Ευαγγέλιο. Λες κι είμαστε στην Εκκλησία». Και τι λέτε πως ήταν; Ένα κομμάτι απ’ το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Υπό την Βασιλικήν Δρυν».
Θυμάμαι κάποια φορά ήρθε και με βρήκε στην εκκλησία ένας πολύ πονεμένος. Ήθελε να πεθάνει, μου έλεγε. Δεν ήξερα τι να κάνω. Ήταν Μεγαλοβδομάδα. Είχα μαζί μου τα «Πασχαλινά Διηγήματα» του κυρ-Αλέξανδρου και σκέφθηκα να ζητήσω κι εγώ μια εξυπηρέτηση από τον πονεμένο αδελφό μας. Τον παρακάλεσα να μου διαβάσει, αν ήθελε, ένα διήγημα πασχαλινό. Του είπα πως ήμουν πολύ κουρασμένος, και ήμουν, και θα με εξυπηρετούσε μ’ αυτό. Κι υστέρα θα μιλάγαμε για τα δικά του. Εκείνος σάστισε για λίγο, μα υποχώρησε στο αίτημά μου και άρχισε να διαβάζει σιγά-σιγά το «Λαμπριάτικο Ψάλτη». Και διαβάζοντας άρχισε λίγολιγο να συνέρχεται. Έβλεπα το πρόσωπό του ν’ αλλάζει. Έλαμπε αγάλι-αγάλι η θωριά του. Διαβασεν αρκετά. Και κάποια στιγμή άρχισε να κλαίει. Έσκυψε και μου φίλησε το χέρι. Κι είπε με χαρμολύπη: «Παππούλη, τι μου έκανες; Τι είναι αυτό που διαβάζω; Γιατί έφυγεν ο πόνος από μέσα μου κι αλάφρωσεν η ψυχή μου;» Κι έκλαιγεν, όλο έκλαιγεν από χαρά και θαυμασμό. Του είπα για τον Παπαδιαμάντη και το έργο του. «Μα τούτος είναι άγιος, άνθρωπος του Θεού, σοφός, ποιητής μεγάλος, μάγος του λόγου» μου είπε. Και έφυγεν ο άνθρωπος πουλάκι Ήθελε να ζήσει.
Αυτός είναι ο κυρ-Αλέξανδρος. Μιλάει όμως με γλύκα και αποδοχή για τους αρχαίους. Και συναιρεί στο έργο του το διαιώνιο Ελληνισμό. Καταγράφει τη γλώσσα μας απ’ τις αμμουδιές τ’  Ὁμήρου μέχρι σήμερα.
Είναι λάτρης του Χριστού και μέγιστος πατριώτης. Και συνάμα αγαπά «πάντα τα έθνη», λέγοντας σε κάποιο διήγημά του «πως κι ο Εβραίος έχει ψυχή».
Ευχαριστούμε το Θεό, που μας έδωκε τον κυρ-Αλέξανδρο. Ευχαριστούμε και τον ίδιο, που αφηκε σε μας «άλλο, τας βίβλους, στόμα του»
Πηγή: «Παπαδιαμαντικοί Λόγοι», εκδ. Ακτή
(Εισήγηση στο Διήμερο Συνέδριο για τον Αλ. Παπαδιαμάντη, που οργάνωσε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 25-26 Μαΐου 2001)


www.pemptousia.gr

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Η «απιστία» του Θωμά και ο σύγχρονος άνθρωπος


Tου Μιχαήλ Χούλη
Θεολόγου

Ο σκοπός της συγγραφής των Ευαγγελίων είναι να μας πληροφορήσουν όχι μόνο για τη γέννηση, τη διδασκαλία, τα θαύματα, το Πάθος και τη Σταύρωση του Χριστού, αλλά κυρίως για την Ανάστασή Του. Το γεγονός της Αναστάσεως του Ιησού αποτέλεσε και αποτελεί ένα αγκάθι στη διάνοια κάθε ορθολογιστή και σκεπτικιστή ανθρώπου κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Οι ευαγγελιστές, αλλά και ο Χριστός, το γνώριζαν αυτό καλά. Γι’ αυτό στα Ευαγγέλια καταγράφονται συγκεκριμένες εμφανίσεις του αναστημένου Θεανθρώπου στους μαθητές του, σε διαφορετικό χρόνο και τοποθεσίες και για 40 ημέρες. Ο Χριστός πραγματοποίησε αυτές τις εμφανίσεις για «το αδύναμο της ανθρώπινης κατανόησης» και για να δώσει στους πιστούς να καταλάβουν (στην Πρώτη Εκκλησία του) ότι το πρόσωπό Του θα ερμηνεύεται πλέον μέσω της πίστης στη Θεότητά Του και όχι μέσω της φυσικής παρουσίας Του. Επειδή ακριβώς η ουσία του Θεού ξεφεύγει από οποιαδήποτε προσέγγιση και κατανόηση, η μόνη πρόσβαση και αληθής κοινωνία με τον Θεό γίνεται διά Ιησού Χριστού, του Υιού και Λόγου του Θεού, και μάλιστα μέσω της πίστης (η πίστη είναι μια άλλη μορφή γνώσεως, ίσως η πληρέστερη, πιο άμεση και αληθινή) και της Θείας Μετάληψης, που αποτελεί πραγματική ένωση με το χαριτωμένο και ένδοξο σώμα και αίμα του αναστάντος Κυρίου. 
Αναφορικά με τη Θεότητα του Ιησού Χριστού, η αμφιβολία δεν σημαίνει πάντα κάτι το κακό. φτάνει να συνοδεύεται από γνήσια πνευματική αναζήτηση και έρευνα στις αυθεντικές πηγές και όχι από νωθρότητα ή πρόχειρη «κολύμβηση σε δηλητηριασμένα νερά». Οι εμφανίσεις του αναστηθέντος Χριστού στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο εξυπηρετούν αυτήν ακριβώς την υγιή απάντηση του Θεού στις αμφιβολίες των μαθητών (όλοι αμφέβαλαν άλλωστε και όχι μόνο ο Θωμάς). Τις Μυροφόρες, εξάλλου, αντιμετώπισαν αρχικά ως συναισθηματικά ασταθείς γυναίκες και δεν έδωσαν τόσο μεγάλη σημασία στο αναστάσιμο μήνυμά τους (αυτό δείχνει ακόμη ότι οι μαθητές δεν είχαν πιστέψει βαθειά στην δυνατότητα ανάστασης του Κυρίου και γι’ αυτό δεν ήσαν επιρρεπείς σε φανταστικές επινοήσεις και παραισθήσεις).   
Ο αναστάς λοιπόν Ιησούς εμφανίστηκε εν μέσω των μαθητών, ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές και οι μαθητές ήσαν συγκεντρωμένοι εξαιτίας του φόβου τους για τους Ιουδαίους. Τους λέει: «Ειρήνη σε σας». Τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά Του (ο Λουκάς αναφέρει ότι κάποιοι νόμιζαν πως ήταν φάντασμα), εκείνοι χάρηκαν, φύσηξε και τους χορήγησε Άγιο Πνεύμα και τους έστειλε να συγχωρούν ή όχι (αν δεν υπάρχει μετάνοια) τις αμαρτίες στους ανθρώπους, εισάγοντας την έννοια της Εκκλησίας ως φορέως και διαχειριστή της άνωθεν χάριτος. Ο Θωμάς όμως ο Δίδυμος («Δίδυμος» είναι η ελληνική απόδοση του αραμαϊκού ονόματος ‘Θωμάς’) δεν ήταν εκεί. Όταν του το είπαν οι άλλοι μαθητές, εκείνος δεν το πίστεψε. Τους είπε ότι αν δεν βάλει τα χέρια στις πληγές Του δεν πρόκειται να δεχτεί πως ο Ιησούς αναστήθηκε. Μετά από οκτώ ημέρες ξαναεμφανίστηκε ο Ιησούς ανάμεσά τους, και πάλι δια κλειστών θυρών, και τους μετέφερε τον αναστάσιμο χαιρετισμό Του: «Ειρήνη σ’ εσάς» -Αυτό δείχνει ότι ο ίδιος είναι η πηγή της ειρήνης και ότι ο πιστός έχοντας μέσα του τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος ζει και προσφέρει την ειρήνη που νοιώθει, λόγω της σχέσης του με τον Θεό, στους γύρω του συνανθρώπους του αλλά και στη φύση. Λέει στη συνέχεια στον Θωμά: Έλα και ψηλάφισε τις πληγές στη πλευρά μου και στα χέρια μου και να μην είσαι άλλη φορά άπιστος, αλλά πιστός. Ο Θωμάς απάντησε (με συντριβή και δακρυσμένος, χωρίς να χρειάζεται πλέον άλλη απόδειξη): «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιω. 20,28). Αναγνωρίζει δηλαδή τον Ιησού ως Θεό και Κύριο. και αυτή ήταν φυσικά και η πίστη των άλλων αποστόλων καθώς και της Πρώτης Εκκλησίας. Διότι και ο Χριστός, αμέσως μετά, όχι μόνο δεν του λέει: «Τι είναι αυτά που λες; Ποιος σου είπε να με ονομάζεις Θεό;», αλλά ενισχύει το ότι είναι Θεός, λέγοντάς του: Επειδή με είδες, πίστεψες. ευτυχισμένοι πνευματικά θα είναι όσοι, χωρίς να με βλέπουν δια των φυσικών τους οφθαλμών, πιστεύουν σε μένα (στη θεότητά μου δηλαδή), «όσοι δεν είδαν, λέγει, και πίστεψαν» (Ιω. 20,27-29).
Ο Ιωάννης διασώζει επίσης ότι ο Χριστός έκανε και άλλα πολλά θαύματα που δεν γράφτηκαν στα βιβλία, αλλά και ότι όλα όσα γράφτηκαν είχαν ως σκοπό να καταδείξουν πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο γιος του Θεού, και για να έχουμε Ζωή πιστεύοντας σ’ Αυτόν (20,31). Δεν είναι λοιπόν τα Ευαγγέλια πλήρεις περιγραφές όλων των θαυμάτων, της διδασκαλίας και της ζωής του Κυρίου, αλλά γράφτηκαν για να εξυπηρετήσουν ποιμαντικές και ιεραποστολικές ανάγκες της πρωτοχριστιανικής ζωής, για να μιλήσουν για το μυστήριο το σεσιγημένο μέσα στους αιώνες από καταβολής κόσμου, που είναι η σάρκωση του Θεού μέσα στην ιστορία, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, για να ενώσει τα πάντα με τον εαυτόν Του και δι’ αυτής, αλλά και του Σταυρού και της Αναστάσεώς Του, να έχει αιώνιο μέλλον το πλάσμα Του, ο άνθρωπος.
Ο Χριστός φανερώθηκε αρκετές φορές στους μαθητές Του πριν να αναληφθεί -στις Μυροφόρες, στον Λουκά και τον Κλεόπα προς Εμμαούς, την πρώτη ημέρα της Αναστάσεως στους μαθητές στο σπίτι του ευαγγελιστή Μάρκου, την επόμενη Κυριακή στους μαθητές Του παρόντος και του Θωμά, στους επτά μαθητές στη θάλασσα της Τιβεριάδας κ.λπ.- και αυτό είχε την παιδαγωγική εκκλησιαστική σημασία του: Τους ετοίμασε ώστε, δια της χάριτός Του, να διατρέξουν όλο τον κόσμο και να κάνουν όλα τα έθνη μαθητές Του, «βαπτίζοντάς τους στο ΌΝΟΜΑ (όχι στα ονόματα, γιατί ο Θεός είναι ένας) του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντας να τηρούν όλα όσα τους μετέδωσε». Και μάλιστα, τους λέγει: «Θα είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες έως της συντελείας του παρόντος αιώνος» (Ματθ. 28,19-20). Επομένως, η πίστη της Πρώτης Εκκλησίας είναι σαφώς πίστη στον ΆγιοΤριαδικό Ένα Θεό, και ταυτόχρονα πίστη ότι ο Χριστός -για να είναι μαζί μας ΠΑΝΤΑ όπως λέει- είναι ξεκάθαρα Θεός και Κύριος.
Η αρχικά δύσπιστη αντίδραση του Θωμά στα λεγόμενα των υπολοίπων μαθητών, ήταν αναμενόμενη. Η λογική του υπόσταση δεν μπορούσε να δεχτεί χωρίς έλεγχο την Θεότητα του Χριστού και μάλιστα χωρίς την ΕΜΠΕΙΡΙΑ της αναστάσιμης ΣΧΕΣΗΣ. Η άμυνα απέναντι σε κάθε νέο στοιχείο ή διδασκαλία ή πρόσωπο οπισθοχωρεί όταν γνωριστούμε με αυτά και συνδιαλεχτούμε, όταν συναντηθούμε και δημιουργηθούν σχέσεις στοργής. Τότε δηλαδή που νοιώθουμε το ποιόν του άλλου και αντιλαμβανόμαστε, εμπειρικά πλέον, ότι όχι μόνο δεν μας απειλεί, αλλά είναι και απαραίτητος για την υγιή ανάπτυξη και το διανοητικό-ψυχικό-σωματικό μας μέλλον. Μόνο μέσω μιας τέτοιας ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ (η πίστη είναι μια μορφή πραγματικής συνάντησης) γνωρίζεται πλέον, βιώνεται, επαληθεύεται και η εμπιστοσύνη προς τον Χριστό. Αν μείνει κάποιος σε εγκεφαλικές διεργασίες ορθολογιστικού τύπου, χωρίς να ανοιχτεί προς το πρόσωπό Του και επιτρέψει τη σχέση με Αυτόν, θα παραμείνει το ζήτημα για το Θεό γνωσιολογικό, αναιμικό και πλανεμένο.  
Ο Θωμάς είναι  ο απόστολος του Χριστού που συνδυάζει αρμονικά πίστη και γνώση, την έρευνα με εμμονή στην Παράδοση. Αρνείται την άκριτη γνώση και η θρησκευτικότητά του θέλει να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο. Το «πίστευε και μη ερεύνα», απ’ όποιους κι αν διαδόθηκε, δεν έχει στήριγμα ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στη ζωή της Εκκλησίας. Ο Χριστός αντίθετα προτρέπει όλους τους αναζητητές της αλήθειας ως εξής: «Εσείς ερευνάτε τις Γραφές γιατί νομίζετε ότι σ’ αυτές υπάρχει η αιώνια ζωή. Καλά κάνετε! Όμως η Αγία Γραφή για Μένα μαρτυρεί. Αν στα ιερά σας βιβλία δεν βρείτε Εμένα δεν έχετε κερδίσει τίποτε. Διότι η αιώνια ζωή είμαι Εγώ». Αυτό είναι το νόημα του Ιω. 5,39, στο οποίο ο Χριστός όχι μόνο δεν αρνείται αλλά ενισχύει την έρευνα για Εκείνον, φτάνει να είναι έγκυρη και αξιόπιστη. Οι υπαρξιακές αναζητήσεις πρέπει να περιέχουν γνώση, αλλά και συναίσθημα, θέληση, πράξη, πίστη κ.λπ., για να είναι γνήσιες και να οδηγούν στην αλήθεια. Από μόνη της η λογική χωλαίνει, αλλά δεν απορρίπτεται. Η πίστη είναι προσωπική περιπέτεια που αγγίζει ολόκληρο τον άνθρωπο και ενεργοποιεί όλες τις λειτουργίες του. Είναι υπέρλογη, μα όχι παράλογη. Αυτό μας το μαθαίνει πολύ ωραία ο Θωμάς. Ο οποίος ήθελε να βαδίζει σε στέρεο έδαφος και η χριστιανική του πίστη να μην χάνεται σε φανταστικές απογειώσεις.
Ο Θωμάς, που ψηλάφησε τον Χριστό και η πίστη του γιγαντώθηκε ΕΜΠΕΙΡΙΚΑ, που μαρτύρησε ως απόστολός Του δια λογχισμού αφού κήρυξε στην Περσία και Ινδία, που δεν έμεινε μόνο σε μια πίστη «της παράδοσης και της κληρονομιάς», όπως ακούμε κάποιους να λένε χωρίς να ενδιαφέρονται να ανακαλύψουν το περιεχόμενό της, εκπροσωπεί ιδιαίτερα τον σύγχρονο άνθρωπο. Η Εκκλησία, σε όσους αμφιβάλουν για την ανάσταση και Θεότητα του Ιησού προτείνει τη ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ και κατανόηση του Χριστού (όπως στον Θωμά, που αν και κυριεύεται από «λογικές» αμφιβολίες, δεν αρνείται αλλά μένει σταθερά στην εκκλησιαστική κοινότητα και περιμένει την αποκάλυψη του Θεού εν τη καρδία αυτού), το άνοιγμα στην υγιή έρευνα της πίστης, στην ΥΠΕΥΘΥΝΗ ενασχόληση με το μυστήριο του προσώπου Του και με όλες τις Βιβλικές και Εξωβιβλικές παραμέτρους και πληροφορίες που συνοδεύουν τη ζωή Του (τη μοναδική διδασκαλία του, τις προφητείες γι’ αυτόν αλλά και τις προφητείες του ιδίου που πραγματοποιήθηκαν, τα θαύματά του, το μαρτύριο των αποστόλων και τη μεταστροφή και το μαρτύριο του αποστόλου Παύλου, τα θαύματα των χιλιάδων αγίων στην ιστορία στο όνομά Του, τη λιτότητα και σοβαρότητα των ευαγγελικών διηγήσεων, την αρχαιολογική επικύρωση των πόλεων, ονομάτων, τίτλων, θεσμών, προσώπων της εποχής Του κ.λπ.).
Η Εκκλησία έχει μάλιστα έτοιμα καί το δρόμο καί τη μέθοδο, για κάθε καλοθελητή που θέλει να συναντηθεί προσωπικά με το Θεό: Τις εντολές του Χριστού, την ταπείνωση, τη νηστεία (έλεγχος των ενστίκτων και των παθών), την έμπρακτη αγάπη, την προσευχή, και ιδίως την μετάνοια και τη Θεία Κοινωνία. Αυτός είναι ο δρόμος των αγίων, της θέωσης, της σωτηρίας. Ο Χριστός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο (όμως εκκλησιοκεντρικά και όχι ιδιωτικά-υποκειμενικά) ως λειτουργικό μυστήριο και ΩΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ, όχι ως εξωτερική αυθεντία. Ο Ιούδας, που τελικά απομακρύνθηκε από την ενότητα της πίστης και την «οικογένεια» του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία, κατέληξε στην χειρότερη αυτοκαταδίκη, διότι εμπιστεύθηκε πλήρως μόνο τον εαυτόν του, τη λαθεμένη κρίση του, όπως και οι Ιουδαίοι αρχιερείς, που προτίμησαν όχι να επι-κοινωνήσουν με τον Χριστό, αλλά να περιχαρακωθούν στη δική τους υποκειμενική ερμηνεία του θρησκευτικού Νόμου. Αποξενώθηκαν έτσι από τη Χάρη Του.
Όπως κάποιος που θέλει να μάθει μουσική, μια ξένη γλώσσα, τη χρήση υπολογιστών, φυσικές επιστήμες κ.α. απευθύνεται στους αρμόδιους δασκάλους, αλλά και εμπιστεύεται το σχολείο, το φροντιστήριο, το Πανεπιστήμιο κ.λπ., έτσι και όποιος θέλει να δει το Θεό (να βρει δηλαδή τον προορισμό του, διότι περί αυτού πρόκειται) οφείλει να εμπιστευτεί τον εαυτόν του τόσο στη διδασκαλία και τα βήματα των αγίων και Πατέρων της Εκκλησίας (που είδαν και έπαθαν τα Θεία και δεν γνώρισαν το Θεό μόνο διανοητικά-στοχαστικά), όσο και στην εκκλησιαστική κοινότητα των πιστών, που βιώνει την παρουσία Του. Αυτήν άφησε ο Χριστός ως συνέχειά Του, μέχρι να ξανάρθει, για να κρίνει «ζώντες και νεκρούς». Όπως ο γιατρός εκπροσωπεί τον αυθεντικό εαυτό μας, και όταν ακολουθούμε τις υποδείξεις του είμαστε οργανικά ελεύθεροι (από κάπνισμα, ποτά κ.α.) και υγιείς (μετά από επιτυχή π.χ. επέμβαση), έτσι και ο Χριστός είναι η πλήρης και αυθεντική ΨΥΧΟΣΩΜΑΤΙΚΗ μας ελευθερία και γιατρειά, διαχρονικά και για την αιωνιότητα. 
Κορυφαίο όμως στάδιο της πίστης είναι η αγάπη και κοινωνία με τον Θεό ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΊΔΙΟ και όχι για τα οφέλη που ενδεχομένως θα έχουμε από τη σχέση μαζί Του. Η υγιής σχέση με το Θεό δεν είναι σχέση συμφερόντων, αλλά μοιάζει με τη σχέση παιδιών προς τους γονείς τους, με τη σχέση στενών φίλων μεταξύ τους, με τη σχέση αγαπημένων προσώπων, που αναζητούν ο ένας τον άλλο ακριβώς γιατί αγαπιούνται και δεν επιζητούν τίποτε περισσότερο.
 
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

«Η απιστία του Θωμά», Στέλιου Ράμφου, εκδ. Ακρίτας, Αθ. 1983
«Θέματα Χριστιανικής Ηθικής», Γ΄ Λυκείου, ΟΕΔΒ, 2007
Ιστότοπος για την εικόνα: bgiannakopoulos1.blogspot.com/2010/04/blog-post_10.html
«Κήρυγμα και Θεολογία Β΄», Γ. Πατρώνου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 2003
«Κυριακοδρόμιο», εκδ. Άρτος Ζωής, Αθ. 2011
«Ο Χριστός και ο καινούριος κόσμος του Θεού», Ν. Νευράκη, Αθ. 1989
«Τα τέσσερα Ευαγγέλια και Πράξεις των Αποστόλων», αρχιμ. Τιμοθέου Κιλίφη, τ. Α΄, 4η έκδοση, Αθήναι
«Τι είναι ο Χριστός», Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, έκδ. Ι. Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα 1995.


www.oodegr.com

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Τσετσενία: Ανακαλύφθηκαν αυγά δεινοσαύρου


Μια απρόσμενη ανακάλυψη έκαναν εργάτες που ανατίναζαν πλαγιά βουνού για να κατασκευάσουν δρόμο κοντά στα σύνορα με τη Γεωργία, στον Καύκασο.

Βρέθηκαν μπροστά σε απολιθώματα που, όπως πιστεύουν οι γεωλόγοι που τα εξέτασαν, ανήκουν σε αυγά
δεινοσαύρου ηλικίας εξήντα εκατομμυρίων χρόνων.

Έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής περίπου σαράντα αυγά, αλλά ο ακριβής αριθμός δεν έχει γίνει γνωστός, δήλωσε ο γεωλόγος Said-Emin Dzhabrailov, καθώς, όπως είπε, «μπορεί να υπάρχουν κι άλλα κάτω από την επιφάνεια».


Τα αυγά έχουν διάμετρο από 25 εκατοστά μέχρι 1 μέτρο. Πρόκειται για τα μεγαλύτερα αυγά που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα και οι ειδικοί πιστεύουν πως ανήκουν σε τυραννόσαυρο, ωστόσο οι παλαιοντολόγοι είναι αυτοί που θα εκτιμήσουν ακριβώς σε ποιο είδος ανήκουν.


Σύμφωνα με τον Dzhabrailov, η τοπική κυβέρνηση της Τσετσενίας θέλει να απαλλαγεί η περιοχή από το κύριο χαρακτηριστικό της, που είναι η βία, και εξετάζει το ενδεχόμενο να μετατρέψει το σημείο σε εθνικό πάρκο, με σκοπό την τουριστική αξιοποίηση.


Ωστόσο, η Ρωσία (παραδοσιακή εχθρός της Τσετσενίας) δεν βλέπει με «καλό» μάτι αυτή την πρωτοβουλία, με Ρωσίδα παλαιοντολόγο να υποστηρίζει πως αυτά που λένε οι Τσετσένοι συνάδελφοί της είναι ψέματα και γίνονται για τουριστικούς λόγους, καθώς τα αυγά όλων των δεινοσαύρων ήταν πολύ πιο μικρά από αυτά που ανακαλύφθηκαν. 


www.zougla.gr

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Ανακαλύφθηκε άγνωστο είδος παλαιολιθικού ανθρώπου


Σε δύο σπήλαια στη νοτιοδυτική Κίνα ανακαλύφθηκαν απολιθωμένα οστά, που χρονολογούνται πριν από 11.500 έως 14.500 χρόνια, φέρνοντας στο φως ένα άγνωστο σήμερα είδος παλαιολιθικού ανθρώπου. Η ανακάλυψη, που έρχεται να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας για την πολύπλοκη ανθρώπινη εξέλιξη, ιδίως στην Ασία, παραπέμπει σε ένα αινιγματικό είδος προγόνων μας, που συνδύαζαν αρχαϊκά και σύγχρονα ανατομικά χαρακτηριστικά.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Ντάρεν Κέρνοου του αυστραλιανού πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας και τον καθηγητή Τζι Σουεπίνγκ του κινεζικού αρχαιολογικού Ινστιτούτου Γιουνάν, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «PLoS ONE», σύμφωνα με το BBC και το Γαλλικό Πρακτορείο, εκτιμούν ότι οι εν λόγω άνθρωποι, που προσωρινά ονομάστηκαν «άνθρωποι του Σπηλαίου του Κόκκινου Ελαφιού» (από την ομώνυμη τοποθεσία όπου βρέθηκαν τα απολιθώματά τους), ζούσαν δίπλα-δίπλα με τους ανατομικά σύγχρονους προγόνους των Κινέζων, οι οποίοι μόλις άρχιζαν να αναπτύσσουν τη γεωργία.

Οι επιστήμονες είναι ακόμα διστακτικοί να ταξινομήσουν τα απολιθώματα (τουλάχιστον τεσσάρων ατόμων) λόγω της ασυνήθιστης εμφάνισής τους. Μια εκδοχή είναι ότι πρόκειται για κάποιο αρχαιότερο αυτόχθονο άγνωστο είδος του γένους Homo που εξελίχτηκε στην Ασία και κατάφερε να επιβιώσει ως το τέλος της εποχής των παγετώνων πριν από περίπου 11.000 χρόνια. Εναλλακτικά, κατά τον Ντάρεν Κέρνοου, ίσως πρόκειται για κάποια πρώιμη, άγνωστη ως τώρα, μετανάστευση σύγχρονων ανθρώπων (homo sapiens) από την Αφρική, οι οποίοι όμως δεν συνεισέφεραν γενετικά στους σημερινούς Κινέζους.

Τα απολιθώματα έχουν βρεθεί από το 1989 και έκτοτε διατηρούνταν σε κινεζικές συλλογές, αλλά η μελέτη τους άρχισε μόλις το 2008. Μολονότι στην Ασία σήμερα ζει πάνω από το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού, οι επιστήμονες γνωρίζουν πολύ λίγα πράγματα για το πώς οι σύγχρονοι άνθρωποι (homo sapiens) εξελίχτηκαν εκεί, μετά τη μετανάστευσή τους σε αυτά τα εδάφη, η οποία εκτιμάται ότι συνέβη πριν από περίπου 70.000 χρόνια. Η επιστημονική έρευνα για τις ανθρώπινες ρίζες μέχρι στιγμής έχει επικεντρωθεί κυρίως στην Αφρική και την Ευρώπη, καθώς στην Ασία υπήρχε και σχετική έλλειψη απολιθωμάτων.

Μέχρι στιγμής, όλα τα απολιθώματα στην ανατολική ηπειρωτική Ασία που είναι των τελευταίων 100.000 ετών, αφορούν μόνο τον homo sapiens, γι' αυτό η νέα ανακάλυψη, που δείχνει ένα άλλο είδος, θεωρείται σημαντική. Ως τώρα οι επιστήμονες πίστευαν ότι ουσιαστικά η Ασία ήταν άδεια από «ξαδέλφια» μας μέχρι να φθάσουν εκεί οι σύγχρονοι πρόγονοί μας (homo sapiens) από την Αφρική και την Ευρώπη. Όμως τα νέα ευρήματα δείχνουν ότι αυτή η πεποίθηση είναι ίσως λανθασμένη και τελικά προϋπήρχαν στην περιοχή άλλοι πρόγονοι του ανθρώπου.

«Η ανακάλυψη των ανθρώπων του κόκκινου ελαφιού ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην ανθρώπινη εξελικτική ιστορία -το ασιατικό κεφάλαιο- και αυτή η ιστορία μόλις τώρα αρχίζει να γράφεται», είπε ο καθηγητής Κέρνοου. Όμως παραδέχτηκε ότι θα χρειαστούν πιο λεπτομερείς αναλύσεις, ιδίως δειγμάτων γενετικού υλικού (DNA), προτού τα απολιθώματα αποδοθούν πράγματι σε ένα είδος.

Επιμέλεια: Παύλος Διονυσόπουλος


www.zougla.gr

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Οι ευσεβοφανείς

Η θρησκεία αποκρίνεται στον πιο βαθύ καημό του ανθρώπου: τον καημό της αθανασίας. Είναι η σχεδία που τον φέρνει, μέσα απ’ το φόβο και περνώντας τον απ’ το τρομερό ρίγος του χάους, στο ακρωτήρι της πίστης και της ελπίδας. Τον λυτρώνει από τον παραλογισμό, του αποκαλύπτει τις εσχατιές της αλήθειας -το σκοπό της επίγειας παρουσίας του και την μετά θάνατο πραγματικότητα- και υπερπληρώνει την ψυχή του με τον ευλογημένο ζήλο της αγιότητας. Η θρησκεία είναι το έργο της φανέρωσης του Θεού στον άνθρωπο και η συμπόρευσή τους μέσα στην εποχή της ελευθερίας και της ευθύνης που είναι ο βίος αυτός.

Φανερό πως μιλώντας για θρησκεία, έχουμε ουσιαστικά στο νου μας τον Χριστιανισμό, τη θρησκεία που δεν τεχνουργήθηκε απ’ το μεταφυσικό δέος του ανθρώπου αλλ’ αποκαλύφθηκε απ’ τον ίδιο το Θεό και αδιάκοπα αποκαλύπτεται στους πιστούς δια της Εκκλησίας.

Ενώ, λοιπόν, η θρησκεία -η χριστιανική θρησκεία- είναι τα άγια των αγίων της ζωής, υποφέρει επί αιώνες αλλά υποφέρει έντονα και στην εποχή μας από μια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων που ενώ φαίνονται ευσεβείς κι αφοσιωμένοι σ’ αυτήν, ουσιαστικά δεν είναι. Δεν πρόκειται, όπως εύκολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, για υποκριτές. Η υποκρισία έχει μέσα της το στοιχείο του εκούσιου, της θέλησης του ανθρώπου που την επαγγέλλεται. Ο υποκριτής γνωρίζει πως είναι υποκριτής και η συνείδησή του καταφάσκει, συμφωνεί σ’ αυτή την αγυρτεία. Εκείνος χρησιμοποιεί τη θρησκεία για σκοπούς δικούς του, κοινωνικής προβολής, οικονομικών ωφελημάτων και λοιπά. Αντίθετα, ο ευσεβοφανής δεν γνωρίζει σωστά την κατάστασή του. Νομίζει, ή καλύτερα, πιστεύει πως είναι ευσεβής. Δεν περνά απ’ τη συνείδησή του η σκιά κανενός δισταγμού, καμιάς αμφιβολίας. Πιστεύει πως εκφράζει στο ακέραιο το πνεύμα της θρησκείας κι ακόμη κάτι περισσότερο: πως έχει ταχθεί άνωθεν να την υπερασπίζει και να διώχνει έξω απ’ το ναό τους διάφορους κολυβιστές και μεταπράτες κάθε εποχής. Ο ευσεβοφανής ζει επιφανειακά, ζει ελαττωματικά τον Χριστιανισμό κι επειδή το βίωμά του δεν πάει σε βάθος, δεν έχει ουσία πνευματική, εύκολα τον ωθεί στο θρησκευτικό φανατισμό που είναι ο πιο σκληρός, ο πιο ολέθριος κι ο πιο βλάσφημος του Θεού αλλά και του ανθρώπου φανατισμός.

Δε μπορώ να φανταστώ άνθρωπο αληθινά ευσεβή που να είναι και φανατικός. Σταθερός στις αρχές και στις πεποιθήσεις του ναι, αλλά φανατικός όχι. Γιατί ο φανατισμός είναι βιασμός της ελευθερίας και του φανατικού αλλά και των άλλων στους οποίους κατευθύνεται, είναι σκοτισμός της συνείδησης που δεν τρέφεται και δεν φρονηματίζεται παρά μονάχα με την ελευθερία. Ο φανατισμός έχει από τη φύση του ένα στοιχείο έντονης κι επίμονης επιθετικότητας, έχει όλο το δηλητήριο της μισαλλοδοξίας. Αλλά ο αληθινά ευσεβής δεν είναι ούτε επιθετικός ούτε μισαλλόδοξος, γιατί ζει και τρέφεται πνευματικά, και φωτίζεται συνειδησιακά από το δόγμα των δογμάτων που είναι η Αγάπη, δηλαδή η ουσία του Θεού, αφού «ο Θεός αγάπη εστί».

Ο ευσεβοφανής είναι αυστηρός τηρητής των δογμάτων αλλά γι’ αυτόν τα δόγματα είναι ξερά, σχηματοποιημένα, αφού δεν τα ζωοποιεί η χάρη της παρουσίας του Θεού που είναι η Αγάπη. Τα δόγματα είναι γι’ αυτόν τύποι κι όχι ουσία, λόγια και όχι πάθος, κούφιες διακηρύξεις κι όχι αγωνιώδη βιώματα της ψυχής. Εν ονόματι των δογμάτων είναι έτοιμος να καταδιώξει, να συκοφαντήσει, να εξουθενώσει τους άλλους και λησμονεί πως ο Θεός έχει φύγει από μέσα του αφού έχει πάψει να νιώθει αγάπη και συμπόνια.

Αυτοί, οι ευσεβοφανείς με την αλλοπρόσαλλη και χριστιανικά βλάσφημη συμπεριφορά τους, όλο κι απομακρύνουν τους ανθρώπους από τη θρησκεία, όλο και περισσότερο παγώνουν το ζήλο και την πίστη των πολλών, όλο και πιο συχνά διασύρουν τ’ όνομα του Θεού που είναι τ’ όνομα της αγάπης. Πιστεύουν πως ενώπιον του Θεού είναι εντάξει, έχουν τη βεβαιότητα και τη σιχαμερή προπέτεια της «αρετής» τους, είναι σίγουροι πως θα φύγουν απ’ τον κόσμο αυτό δικαιωμένοι και πως θα κερδίσουν χωρίς αμφιβολία την επουράνια βασιλεία… Έτσι, θεωρούν τον εαυτό τους υποχρεωμένο ν’ «αγωνίζεται», να ελέγχει, να κατακεραυνώνει τους αμαρτωλούς, να τους απειλεί με την κόλαση και με τον ηθικό αφανισμό. Λησμονούν πως ο αληθινά ευσεβής «διστάζει» αδιάκοπα κι αδιάκοπα ελέγχει τα έργα και τη στάση του για να δει αν αληθινά βρίσκονται μέσα στο χώρο της αγάπης, του Θεού. «Ο δοκών εστάναι, βλεπέτω μη πέση».

Οι ευσεβοφανείς όμως έχουν ένα «ύφος» και μια σιγουριά κυριολεκτικά απάνθρωπα. Συνοφρυωμένοι και σπουδαιοφανείς, φέρνουν σ’ εκείνους που τους συναπαντούν αηδία, όχι μονάχα γι’ αυτούς, αλλά και για τις τίμιες και ιερές θέσεις που υποστηρίζουν. Διασύρουν τον Χριστιανισμό και παραμορφώνουν με τη βιαιότητα και τη σκληρότητά τους την πίστη. Εφευρίσκουν κι επιθέτουν στους ώμους των ανθρώπων βάρη δυσβάστακτα με μια κακή ηδονή και μια μοχθηρία που όταν τα προσέξει κανείς, δύσκολα θα τα ξεχάσει. Και λησμονούν πως η έσχατη Κρίση θα γίνει με βάση την Αγάπη, και μάλιστα, την Αγάπη προς τους άλλους, μέσα στους οποίους, κατοικεί και περιμένει ο ίδιος ο Θεός. Σιγά-σιγά έχουν τόσο πολύ ξεφύγει, που έχασαν και την αίσθηση και το μέτρο του ανθρώπου. Ξέχασαν πως έχει αυτό το έξοχο πλάσμα του Θεού καρδιά και πως η αθάνατη κι αγωνιώσα ψυχή του κατοικεί μέσα σ’ ένα κορμί ευαίσθητο κι αδύναμο. Αυτοί, σαν τους Φαρισαίους, επιθέτουν βάρη πάνω στα βάρη και στο τέλος, εκείνοι που τους προσέχουν κι έχουν απατηθεί απ’ την ευσεβοφάνειά τους, βλέπουν μ’ απελπισία πως ο Χριστιανισμός είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί από τους ανθρώπους της εποχής μας και φεύγουν μακρυά, απογοητευμένοι.

Ο Χριστιανισμός, μέσα από το Ευαγγέλιο κι από τους πρώτους αιώνες της ζωής του, είναι απλός, καταδεχτικός, σεμνός κι «αγαπητικός». Σήμερα κοντεύει να γίνει γριφώδης πνευματική πραγματικότητα, έτσι που τον έχει εξαντλητικά «επεξεργαστεί» κι αναλύσει ο εγωισμός της ανθρώπινης διάνοιας. Οι ευσεβοφανείς με την πολιτεία τους, απογυμνώνουν τη θρησκεία απ’ το μυστήριο που την ζωοποιεί και τη μεταμορφώνουν, παραχαράζοντάς τη, σε κοινωνική σκοπιμότητα. Μπαίνουν στις εκκλησίες και δεν τρέμει τίποτα μέσα τους μη τυχόν και είναι ανάξιοι. Έχουν τη σιγουριά και την αυταρέσκεια των μανιακών που δεν σέβονται ουσιαστικά τίποτα και δεν στέκονται μπροστά στον άλλο, τον οποιοδήποτε άνθρωπο, με σεβασμό και κατανόηση. Ποιός όμως να δείξει κατανόηση; Αυτοί; Μα αυτοί έχουν κάνει την ευσέβεια υπόθεση του εγωισμού τους κι ελέγχουν και καταδιώκουν τους άλλους γιατί δεν ξέρουν τί είναι αυτή η γλυκειά, η ανθρώπινη κίνηση της ψυχής που λέγεται επιείκεια. Αν μπορούσαν να το κάνουν χωρίς να φανούν, αν μπορούσαν λ.χ. να εξολοθρεύσουν με θάνατο τους αντιπάλους τους, θα το έκαναν χωρίς ενδοιασμό και «εις το όνομα του Θεού». Ο Θεός είναι αγάπη αλλά η δική τους καρδιά έχει σκουληκιάσει από την εμπάθεια και το μίσος.

Ευτυχώς που υπάρχουν τα Συναξάρια των αγίων. Εκεί βλέπουμε πως οι αληθινά ευσεβείς, οι αληθινά άγιοι ήταν σεμνοί, καλόβολοι, επιεικείς κι αφανάτιστοι. Ήταν απροκατάληπτοι και γαλήνιοι. Έμοιαζαν με τα λούλουδα που φυτρώνουν στο φράχτη του περιβολιού: ευωδίαζαν από αρετή και ντρέπονταν. Αυτοί οι άγιοι που βγήκαν από τη διάσταση της ανθρωπιάς, από αμαρτίες και σφάλματα ξεπλυμένα με δάκρυα και ταπεινοσύνη, μας ξαναδίνουν την αληθινή, την καθαρή γεύση της θρησκείας, και θεσπίζουν ακατάπαυστα το κριτήριο το μοναδικό: της αγάπης.

Κάτω απ’ το δικό τους υπόδειγμα, η αγυρτεία των ευσεβοφανών της εποχής μας είναι ολοφάνερη. Η έκπτω¬σή τους και από το χώρο του ανθρώπου και από το χώρο της χάριτος του Θεού, δεδηλωμένη. Τρομοκρατούν ή ξιπάζουν μονάχα τους αφελείς κι εμπορεύονται αδίστακτα τ’ όνομα της χριστιανικής θρησκείας για να ικανοποιήσουν τον εγωισμό και τα πλέγματά τους. Δεν ξέρουν τί θα πει καρδιά, τί θα πει συμπάθεια, τί σεμνότητα. Νομίζουν πως η τιμή του Θεού κρέμεται στ’ αδίσταχτα χέρια τους γιατί ουσιαστικά δεν πιστεύουν πως το Άγιο Πνεύμα αγρυπνεί και κατευθύνει την Εκκλησία του Θεού. Σκοτώνουν αδιάκοπα ψυχές και συντείνουν, μέσα σ’ ετούτη τη δύσκολη για το πνεύμα, την υλόφρονη, τη βλάσφημη εποχή, ο κόσμος ν’ αποχριστιανίζεται και ο Χριστιανισμός να γίνεται ένα παρελθόν που όλο κι απομακρύνεται από τους ανθρώπους.

Θεέ μου, σου εξομολογούμαι εγώ, ένας πολύ αμαρτωλός, πως οι ευσεβοφανείς που επαγγέλλονται τους δικούς Σου, φέρνουν στη ψυχή μου ναυτία και αηδία!

(Κ. Ε. Τσιρόπουλου, «Η μαρτυρία του ανθρώπου»)



www.pemptousia.gr

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Γρηγόριος Παλαμάς: Δύο παράλληλες εποχές

Τα ιστορικά πλαίσια

Η εορτή του αγ. Γρηγορίου Παλαμά, την B’ Κυριακή των Νηστειών, ο οποίος έζησε σε κρίσιμη ιστορική περίοδο (1296-1359), δίνει αφορμή να σκεφθούμε ότι η διδασκαλία του είναι αρκετά επίκαιρη, αφού ο 14ος αιώνας έχει πολλές ομοιότητες με την εποχή μας. Φυσικά η διδασκαλία του δεν είναι δική του εφεύρεση, αφού την ταραχώδη εκείνη εποχή εξέφρασε τη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Τα ιστορικά πλαίσια

Ακριβώς εκείνη την εποχή εμφανίστηκαν τρείς φοβεροί εχθροί, οι οποίοι εποφθαλμιούσαν τα εδάφη της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας, επεδίωκαν δε και την αλλοίωση της πολιτιστικής της ζωής.

Ο πρώτος κίνδυνος προερχόταν από τον σχολαστικισμό της Δύσεως, που συνδεόταν αναπόσπαστα με τον ηθικισμό, όπως εκφραζόταν από τον φιλόσοφο Βαρλαάμ. Προσπάθησαν μερικοί να παρουσιάσουν τον Βαρλαάμ ωσάν έναν ελληνίζοντα Πατέρα της Εκκλησίας ή ακόμη υπέρμαχο του νομιναλισμού, όπως τον εξέφραζε ο Γουίλιαμ Όκκαμ. Όπως απέδειξε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ο Βαρλαάμ ήταν Πλατωνιστής φιλόσοφος και βρισκόταν σε αντίθεση με την όλη Ορθόδοξη Παράδοση. Πράγματι, η θεολογία του ήταν ιδεαλιστική και δυιστική, αφού ξεχώριζε την ψυχή από το σώμα, υποτιμούσε το δεύτερο και εκινείτο στα πλαίσια της κλασικής μεταφυσικής.

Ο δεύτερος κίνδυνος προερχόταν από τους Οθωμανούς. Τα τέλη του 13ου αιώνος μια ορδή των Σελτζούκων Τούρκων, που ονομάζοταν Ghuzz, απέκτησε ως αρχηγό κάποιον Οσμάν (Οθμάν), οποοίος υπήρξε ο ιδρυτής της δυναστείας των Οθωμανών, στους οποίους έδωσε το όνομά του και άρχισε να καταλαμβάνει τις επαρχίες της Μικράς Ασίας. Κατά την εποχή του αγ. Γρηγορίου Παλαμά και συγκεκριμένα το 1354 μ.Χ., για πρώτη φορά οι Οθωμανοί εισήλθαν στη Θράκη, καταλαμβάνοντας την Καλλίπολη. Τότε συλλαμβάνεται και ο ίδιος και και παρέμεινε περίπου ένα χρόνο αιχμάλωτος. Κατά την διάρκεια της αιχμαλωσίας του έκανε διάλογο τόσο με τον Ισμαήλ, εγγονό του Ορχάν, στην Προύσσα, όσο και με τους Χιόνας, μια συγκρητιστική ομάδα, που παρουσιάσθηκαν ως οι θεολόγοι των Τούρκων. Επίσης έκανε διάλογο και με έναν Τασιμάνη, υπεύθυνο για την ταφή των νεκρών. Οι διάλογοι αυτοί είναι αρκετά ενδιαφέροντες.

Ο τρίτος κίνδυνος προερχόταν από τους Σλάβους και συγκεκριμένα από τον Στέφανο Δουσάν, ο οποίος είχε καταλάβει ολόκληρη τη Μακεδονία, εκτός από τη Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης την Ήπειρο, Θεσσαλία και μέρος της Στερεάς Ελλάδος. Μάλιστα το Πάσχα του 1346 στην πρωτεύουσα του τα Σκόπια, συνεκάλεσε μεγάλη Σύνοδο, η οποία εξέλεξε Πατριάρχη των Σέρβων και ανεκύρηξε τον Στέφανο Βασιλέα Σέρβων και Ρωμαίων. Βέβαια για να είμαστε ακριβείς, θα λέγαμε ότι ο Στέφανος Δουσάν τότε επεδίωκε την κατάληψη του θρόνου της Κωνσταντινούπολης, για να είναι διάδοχος των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων. Επρόκειτο για στάση μέσα στους κόλπους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η ύπαρξη των τριών αυτών παραγόντων συνοδευόταν και από παράλληλα πολιτιστικά και θρησκευτικά ρεύματα. Κυρίως επικρατούσε ένας ηθικισμός αποξενωμένος από τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, μια ευδαιμονία και ένας ανατολικός μυστικισμός. Αν προσθέσει κανείς και την αναβίωση της αιρέσεως Μασσαλιανών, τους οποίους συνάντησε ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς στο Παπίκιο όρος, που συνδέονται με τους Βογομίλους, τότε αντιλαμβάνεται τα προβλήματα της εποχής εκείνης.

Δημιουργική και ρωμαλέα θεολογία

Σε όλους αυτούς τους κινδύνους ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αντέταξε μια ρωμαλέα θεολογία. Ομίλησε για την ένωση κτιστού και ακτίστου, αρνήθηκε τη μεταφυσική, υπογράμμισε σοβαρά ανθρωπολογικά ζητήματα, όπως τη σχέση μεταξύ ψυχής και σώματος και τη διάκριση του νού από τον λόγο, τη σύνδεση μεταξύ μυστηρίων και ασκήσεως, απέφυγε τον αγνωστικισμό και πανθεϊσμό, αντικατέστησε τον ευδαιμονισμό από την ορθόδοξη άσκηση. Επίσης η κοινωνική του διδασκαλία ήταν περίφημη. Πέρα από αυτά ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς ως παραδοσιακός Ρωμιός αρνήθηκε να συμπράξει με τους εχθρούς της Ρωμιοσύνης και παρουσίασε όλη την ουσία της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Έτσι και ο ίδιος συνετέλεσε στη θωράκιση του Γένους μας, αλλά και στην άνθηση που παρατηρήθηκε τον 14ο αιώνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο διάσημος βυζαντινολόγος Στηβεν Ράνσιμαν γράφει ότι «οι ημέρες των Παλαιολόγων, όταν το Βυζάντιο αργά αλλά αναπόφευκτα πέθαινε, ήταν, σε αντίθεση με την γενική παρακμή, η λαμπροτέρα περίοδος της βυζαντινής παιδείας».

Αν προσθέσει κανείς ότι μαθητές του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά και άλλοι ησυχαστές μετέφεραν την δυναμικότητα της ησυχαστικής παραδόσεως στους Σλάβους, τότε μπορεί να εκτιμήσει ακόμη περισσότερο την προσφορά του, την οποία δεν μπορούμε να αποκαλέσουμε υποτιμητικά και σκωπτικά ομφαλοσκοπία ή ομφαλοψυχία. Τουλάχιστον συνιστά άγνοια που εκθέτει.

Η διδασκαλία του του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά είναι επίκαιρη και χρειάζεται να μελετηθεί ακόμη περισσότερο. Και επειδή εφέτος συμπληρώνονται 700 χρόνια από την γέννηση του, προτείνω να γίνουν εορτές, εκδηλώσεις, συνέδρια επιστημονικά για να παρουσιασθεί το μεγαλόπνοο έργο του. Πολύ περισσότερο αφού οι Δυτικοί προβαίνουν σε παράλληλες ενέργειές, συγκροτούν επιστημονικές ομάδες, διοργανώνουν συνέδρια, δημιουργούν σχολές για να μειώσουν και να υποτιμήσουν τη διδασκαλία και την προσωπικότητά του.



www.pemptousia.gr

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Γνωρίσματα του αυθεντικού χριστιανικού βιώματος





Αφορμή θα πάρουμε από το τέλος του πρώτου κεφαλαίου του κατά Ιωάννην ευαγγελίου, από την περικοπή της κλήσεως των μαθητών. Αυτή η περικοπή έχει ένα ενδιαφέρον ιδιαίτερο. Και τούτο διότι αποτελεί μια εικόνα του πώς καλεί ο Χριστός τον κάθε χριστιανό ξεχωριστά και τί τελικά μας προσφέρει η χάρις και η αγάπη του Θεού μέσα στην κιβωτό της σωτηρίας, την Εκκλησία.
Στη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή παρουσιάζονται τρεις κλήσεις, τρία προσκλητήρια προς τρεις μαθητές. Τα ένα είναι του αποστόλου Ανδρέα , το δεύτερο του Φιλίππου και τι τρίτο του Ναθαναήλ.
Κατ’ αρχάς ,και οι τρεις ανταποκρίνονται στην κλήση με μια έκρηξη πνευματικού ενθουσιασμού. Ο Ανδρέας αναφωνεί ότι «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» ο Φίλιππος τρέχει στον Ναθαναήλ και του λέγει: «ον έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται ευρήκαμεν, Ιησούν», ο δε Ναθαναήλ απευθύνεται στον Κύριο και του λέγει: «συ ει ο Υιός του Θεού, συ ει ο Βασιλεύς του Ισραήλ».
Το πρώτο γνώρισμα του αυθεντικού βιώματος είναι η αίσθηση της εκ Θεού κλήσεως και η αυθόρμητη ανταπόκριση σ’ αυτήν, κάτι που εδράζεται στο άδολον της ψυχής. Ευθέως, αμέσως, χωρίς δισταγμό, χωρίς ορθολογιστικές σκέψεις, η ψυχή ανταποκρίνεται στη κλήση Του. Το είπε ο Κύριος∙ «ίδε αγαθός Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι»∙ δεν υπάρχει πονηρία, δεν υπάρχει μπέρδεμα, σύγχυση, πολυπλοκότητα, αλλά αυτό που κυριαρχεί στην καρδιά του Ναθαναήλ είναι η καθαρότητα και η απλοϊκότητα.
Η χριστιανική ζωή δεν είναι προσωπική ανακάλυψη ή επιλογή, αλλά φιλότιμη ανταπόκριση σε θεϊκό κάλεσμα. Δεν είναι τρόπος ζωής αλλά κατάσταση χάριτος. Δεν φανερώνει έναν καλό άνθρωπο με ορθό κριτήριο και καλό χαρακτήρα, αλλά αποτελεί απόδειξη της αγάπης του Θεού στον άνθρωπο και του θεϊκού προορισμού του τελευταίου.
Αυτές οι αυθόρμητες πνευματικές εκρήξεις, σύμφωνα με το υπόμνημα της εορτής του αποστόλου Ανδρέου, είναι αποτέλεσμα «ψυχής ωδινούσης» και «προσδοκώσης» «την παρουσίαν Εκείνου». Αυτό μας οδηγεί σε δύο επόμενα γνωρίσματα. Το ένα είναι ο έμπονος πόθος, η επιθυμία για τον Θεό, η αίσθηση της ανάγκης Του. Και το άλλο ,η προσδοκία της ελεύσεως του Κυρίου και της επισκέψεώς Του.
Αυτή η οδύνη της ψυχής και η εσωτερική λαχτάρα και αναμονή, η βαθιά ενδόμυχη προσδοκία, αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν «τρώσιν», φάγωμα της ψυχής, η διαρκής ετοιμότητα ότι έρχεται ο Κύριος να επισκεφθεί και τη δική μου ψυχή, να μπει και στη δική μου ζωή, έρχεται να αλλάξει, να μεταστρέψει, να μεταμορφώσει, να ανακαινίσει τα χαρακτηριστικά και του δικού μου βίου, και τα ιδιώματα και του δικού μου προσώπου, αυτές οι εμπειρίες αποτελούν απόδειξη αυθεντικού χριστιανικού βιώματος.
Δεν είναι η αλλαγή που προκαλεί το γνήσιο χριστιανικό βίωμα. Αυτή θα μπορούσε να γεννήσει και έπαρση και υπερηφάνεια. Αλλά είναι ο ενεργών την αλλαγή. Αυτός που αποτελεί την εγγύηση του βιώματος και την απόδειξη του παράλληλου μεγαλείου του, Αυτός που φανερώνεται μέσα από αυτήν.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι ο ενθουσιασμός των αποστόλων δεν ήταν μια απλή έκφραση χαράς και έκπληξης ή αγνής διαθέσεως, αλλά είχε τα στοιχεία μιας μεγαλειώδους ομολογίας πίστεως , ομολογίας την οποία κρατάει η Εκκλησία ως θησαυρό στα χέρια της. Τον ομολόγησαν από την αρχή ως Θεό∙ ως τον Μεσσία ο Ανδρέας, ως Αυτόν για τον οποίον έγραψαν οι προφήτες ο Φίλιππος , ως τον Υιό του Θεού του Ζώντος, ως τον Χριστό, ο Ναθαναήλ.
Και όχι μόνο αυτό. Έκαναν ακόμη ένα βήμα: κατέστησαν κοινωνούς της δικής τους πίστεως και τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους. Διέσωσαν αμέσως το μήνυμα ,το κοινοποίησαν . Ο Ανδρέας «ήγαγε τον Σίμωνα προς τον Ιησούν», ο Φίλιππος απευθύνεται στον Ναθαναήλ: «έρχου και ίδε», έλα και συ να δεις, έλα και συ να γευθείς. Αυτό το στοιχείο της κοινωνία του θησαυρού της αγάπης του Θεού, που ξεχειλίζει από μέσα μας και εκφράζεται ως η πιο λεπτή και η πιο ωραία εκδήλωση της δικής μας αγάπης προς τους συνανθρώπους και τους αδελφούς μας, αυτό αποτελεί ένα ακόμη γνώρισμα του αυθεντικού χριστιανικού βιώματος.
Θα κλείσουμε με ένα επιπλέον γνώρισμα∙ τη διάθεση του μαρτυρίου. Όλοι αυτοί οι απόστολοι μαρτύρησαν. Επισφράγισαν την κλήση τους με το μαρτύριο του αίματός τους. Είχαν τέτοια πηγαιότητα που, ενώ ήταν πολύ εύκολη η αρχή- «ευθέως» δέχθηκαν το μήνυμα και την πρόσκληση του Κυρίου- ήταν εξίσου εύκολο και το τέλος- πρόθυμα έχυσαν το αίμα τους γι’ Αυτόν. Του έδωσαν τη ζωή τους και, όσο εύκολα Τον ακολούθησαν στην επίγεια πορεία Του, τόσο πρόθυμα Τον ακολουθούν αιωνίως ενωμένοι μαζί του και στη Βασιλεία Του.
Η αυθεντικότητα του βιώματος δεν ταυτίζεται με πομπώδη έκφραση, πληθωρικό εντυπωσιασμό, αιφνιδιασμό και έκπληξη ή κοσμικό θαυμασμό. Το χριστιανικό βίωμα είναι μυστικό, είναι βαθύ και εσωτερικό. Το βίωμα της Χαναναίας, η οποία δέχθηκε ο Κύριος να τη συγκρίνει με τα σκυλάκια, του Ζακχαίου που ομολόγησε δημόσια τις αδικίες του, της αιμορροούσης που κρυφά απέσπασε δύναμη από τον Θεό, αποτελούν υποδείγματα αυθεντικότητας. Κανείς δεν πρόσεξε αυτούς τους ανθρώπους. Ούτε οι μαθητές. Ο Κύριος όμως ακούει τις κραυγές της Χαναναίας, βλέπει και καλεί ο ίδιος τον Ζακχαίο, αισθάνεται το άγγιγμα της αιμορροούσης. Γι’ αυτό και ξεχώρισε τη Χαναναία παρακάμπτοντας τους απόστολους, τον Ζακχαίο διακρίνοντας τον μέσα από το πλήθος, την αιμορροούσα αισθανόμενος την ιδιαιτερότητα του αγγίγματός της. Το αυθεντικό βίωμα πείθει και επιβάλλεται και στις δυσκολότερες και πιο αντίξοες συνθήκες. Επισύρει επάνω του το βλέμμα του θεού, ξεχωρίζει τον άνθρωπο κι όταν αυτός σκεπάζεται από το πλήθος, την αδιαφορία του κόσμου, τη δική του ασημαντότητα.
Ο γνήσιος χριστιανός είναι ασφαλής, δεν φοβάται τίποτε, εμπιστεύεται εύκολα, συμπαθεί, κατανοεί, αναδίδει σιγουριά και αίσθηση καθαρότητος.

Από το βιβλίο: «ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ
ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
Άνθρωπος μεθόριος
Από τα αναπάντητα διλήμματα
Στα περάσματα της «άλλης λογικής»
Εκδόσεις: «Εν πλω»


www.gonia.gr

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Η μητρότητα ως διακονία της γυναίκας

του Γέροντος Σωφρονίου

Η θέση της γυναίκας κατά τους περασμένους αιώνες ήταν εξαιρετικά δύσκολη, ενώ ακόμη ως τις ημέρες μας δεν έχει πλήρως τακτοποιηθεί. Σε όλα τα επίπεδα της ζωής το πρόβλημα αυτό αποδεικνύεται υπερβολικά πολύπλοκο και στο επίπεδο της κρατικής νομοθεσίας, και στο επίπεδο της δομής της κοινωνίας, και στο επίπεδο της κατανομής της εργασίας, και στο επίπεδο της εκπαιδεύσεως και της μορφώσεως, και στο επίπεδο τέλος της εκκλησιαστικής ζωής. Πολλά έχουν αλλάξει κατά τις τελευταίες δεκαετίες· από πολλές απόψεις η γυναίκα απέκτησε θέση ασύγκριτα καλύτερη από την προηγούμενη, αλλά ωστόσο δεν έχει βρει τη θέση της στην κοινωνία· δεν έχει βρεθεί πραγματικά το σωστό μέτρο για την αξιολόγησή της. Κατά τους προηγούμενους αιώνες ο άνδρας ήταν ο νομοθέτης, ο κύριος. Η γυναίκα όμως συχνά ήταν υπερβολικά υποβιβασμένη, και κατά την αναζήτηση αλήθειας και δικαιοσύνης όλοι όσοι επιθυμούσαν βελτίωση της θέσεως της γυναίκας είχαν τη σκέψη: να την εξισώσουν στα δικαιώματα με τον άνδρα σε όλα τα επίπεδα. Η οδός αυτή έδωσε υπέροχους καρπούς. Πολλές γυναίκες απέκτησαν μεγάλη μόρφωση, κατέχουν υπεύθυνες θέσεις στην κρατική μηχανή, άρχισαν να διαδραματίζουν ιστορικό ρόλο συμμετέχοντας στις εκλογές κυβερνήσεων. Στην οικογένεια επίσης η θέση της γυναίκας άλλαξε προς όφελός της.

Πραγματικά, όλα αυτά έτσι είναι. Αλλά μπορούμε άραγε να θεωρήσουμε λυμένα τα προβλήματα όχι μόνο της εργασίας της γυναίκας, αλλά ακόμη και της οικογενειακής θέσεώς της; Η πείρα της ιστορίας έδειξε ότι το τεράστιο σώμα της ανθρωπότητας αποτελείται από κύτταρα, και ένα τέτοιο κύτταρο είναι η οικογένεια. Στο μέτρο που τα κύτταρα είναι υγιή υγιαίνει και το σώμα.

Συνεπώς η υγεία στο τεράστιο σώμα της ανθρωπότητας εξαρτάται από την υγεία του κυττάρου του σώματος αυτού, της οικογένειας. Μπορούμε άραγε να θεωρήσουμε τη σύγχρονη θέση της ως ευτυχή; Λόγω του ότι η γυναίκα γίνεται οικονομικά εντελώς ανεξάρτητη, εργαζόμενη όπως εργάζεται κάθε άνδρας, πλήθυναν οι διαλύσεις των οικογενειών, δηλαδή τα διαζύγια. Και στην περίπτωση που δεν υπάρχει διάλυση της οικογένειας, όταν αναγκάζεται να εργασθεί η γυναίκα εκτός σπιτιού, πάλι υποφέρει η οικογένεια, εφόσον για τα παιδιά δεν υπάρχει στο σπίτι πλέον ουσιαστικά ούτε πατέρας ούτε μητέρα. Τα παιδιά μένουν αρκετή ώρα μόνα τους ή ανατρέφονται από συγγενικά ή ξένα χέρια ή ανατίθενται σε σχολεία για την ανατροφή τους. Βασικά όμως στερούνται της μητρικής στοργής. Αν η γυναίκα εργάζεται εξίσου με τον άνδρα, τότε πάλι καταργείται η δικαιοσύνη, επειδή η γυναίκα στην οικογένεια, παράλληλα με την εργασία, βαστάζει και άλλα βάρη, επιπρόσθετα καθήκοντα, επειδή ακριβώς αυτή είναι η μητέρα των παιδιών. Θα νόμιζε κάποιος ότι, επειδή η γυναίκα βαρύνεται από μεγαλύτερες ευθύνες και ασκεί πολυπλοκότερο ρόλο, σε αυτήν πρέπει να ανήκει το προνόμιο να «κατευθύνει» την οικογένεια. Ασφαλώς κάποιος πρέπει να κατευθύνει την οικογένεια, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο καθίδρυμα. Έτσι, σε πολλές οικογένειες ανακύπτει η πάλη για εξουσία, που πολύ συχνά γίνεται καταστροφική για την οικογένεια. Συνεπώς, οπού και αν στρέψουμε την προσοχή μας, παντού βλέπουμε υπερβολικά πολύπλοκα προβλήματα, και δεν πλησιάσαμε ακόμη στην επίλυσή τους.

Έκανα τις λίγες αυτές παρατηρήσεις, για να δω τα πράγματα έτσι όπως τα βλέπει η πλειονότητα των ανθρώπων. Νομίζω όμως ότι εμείς ως χριστιανοί βλέπουμε ακόμη και εκείνα που οι άλλοι δεν προσέχουν. Θεωρούμε ότι το σπουδαιότερο θέμα γενικά για κάθε άνθρωπο είναι το ερώτημα: Τί είναι ο άνθρωπος; Ποιός είναι ο προορισμός του; Γιατί και για ποιόν λόγο εμφανίστηκε στον κόσμο; Ποιός σκοπός υπάρχει μπροστά του; Ποιό είναι το νόημα της υπάρξεώς του; Αν δεν απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να λύσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε· ούτε σε ένα επίπεδο. Είναι αδύνατον για παράδειγμα να επιτύχουμε αληθινά δίκαια δομή της κοινωνίας χωρίς τη γνώση αυτή. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα της κρατικής οργανώσεως, αν δεν έχουμε απάντηση στο κύριο αυτό ερώτημα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας γράφεται με άσκοπη περιδίνηση, παράλογους πολέμους, άδικη καταπίεση του ισχυρού επάνω στον ασθενή, όπως βλέπουμε στον ζωικό κόσμο. Συνεπώς, τί είναι ο άνθρωπος; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό την παίρνουμε από την Αγία Γραφή: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα Θεού… άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γεν. 1,27). Και λίγο πιο κάτω διαβάζουμε: «Έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γέν. 2,7).

Αν λοιπόν ο Θεός δημιούργησε τον άνδρα και την γυναίκα ως ενιαία ανθρωπότητα, τότε είναι φυσικό ότι το θέμα της σχέσεως μεταξύ ανδρός και γυναικός ήταν και θα είναι πάντοτε ένα από τα σπουδαιότερα ζωτικά θέματα. Αν στρέψουμε την προσοχή μας στα φυσικά χαρίσματα της γυναίκας και τα συγκρίνουμε με τα αντίστοιχά τους στον άνδρα, θα δούμε από την μακρόχρονη πείρα ότι τα χαρίσματα αυτά είναι ποικίλα· κάποτε συμπίπτουν, ενώ κάποτε γίνονται συμπληρωματικά το ένα του άλλου. Γνωρίζουμε επίσης από την ιστορία και από την Αγία Γραφή ότι στην Ανατολή, όπου γεννήθηκαν όλες οι μεγάλες θρησκείες, η κυριότητα του άνδρα επάνω στη γυναίκα ήταν υπερβολικά ισχυρή. Η γυναίκα στη συνείδηση της Ανατολής ήταν κατά κάποιον τρόπο κατώτερο ον. Ακόμη και στο Ευαγγέλιο βλέπουμε παρόμοια χωρία, όπως για παράδειγμα: «Οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων» (Ματθ. 14,21). Ελάμβαναν υπ’ ό¬ψιν μόνο τους άνδρες, ενώ τις γυναίκες ούτε καν τις μετρούσαν. Αλλά αυτό δεν το βλέπουμε μόνο στην Ανατολή.

Έτυχε να διαβάσω, όταν ήμουν νέος, κάποιες στατιστικές που έκαναν μερικοί Γερμανοί μορφωμένοι άνθρωποι για τον ρόλο του άνδρα και τον ρόλο της γυναίκας στην ιστορία του πολιτισμού. Οι πολυμαθείς αυτοί Γερμανοί παρουσίαζαν τα κατορθώματα του άνδρα ως άκρως σημαντικά (παρομοιάζοντάς τα ως όρη υψηλά), ενώ από τα κατορθώματα της γυναίκας σημείωναν μόνο μερικά που ούτως ή άλλως γράφτηκαν στην ιστορία του πολιτισμού.

Μου φαίνεται ότι η παρεξήγηση αυτή εμφανίστηκε ως συνέπεια της απώλειας της συνειδήσεως εκείνης, που περιέχεται στη Γραφή: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ’ εικόνα Θεού… άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γεν. 1,27). Αυτό το ξεχνούν όχι μόνο οι άνδρες, αλλά και οι ίδιες οι γυναίκες. Για να διορθώσουμε λοιπόν τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδα της, αρχίζοντας από την οικογένεια, οφείλουν οι γυναίκες να ανυψωθούν με το πνεύμα και να φανερώσουν στον κόσμο την αυθεντική αξία τους, τον υψηλό ρόλο τους. Για την χριστιανική Εκκλησία το θέμα του ρόλου της γυναίκας γίνεται κάθε χρόνο διαρκώς οξύτερο.

Βλέπουμε ότι στις χώρες όπου ο άθεος κομμουνισμός διεξάγει ανοικτή πάλη εναντίον της Εκκλησίας με την εφαρμογή κάθε είδους εκβιασμών, διασώζει την Εκκλησία η ανδρεία των γυναικών, η αυτοθυσία τους, η ετοιμότητά τους για κάθε είδους παθήματα. Παντού παρατηρούμε ότι οι γυναίκες στις Εκκλησίες αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό. Μπορούμε να πούμε ότι στις Εκκλησίες κατά τις ακολουθίες οι γυναίκες συνιστούν την πλειονότητα, κάποτε τα τρία τέταρτα, κάποτε όμως και περισσότερο. Αν τώρα όλες οι γυναίκες αποχωρούσαν από την Εκκλησία, τότε αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρχει, γιατί οι άνδρες που εκπληρώνουν υψηλή ποιμαντική διακονία, κατέχοντας υψηλές ιεραρχικές θέσεις, θα έμεναν ολιγάριθμοι και, με απλά λόγια, θα ήταν γι’ αυτούς από υλικής πλευράς αδύνατον να διατηρήσουν την Εκκλησία.

Συνεπώς ο ρόλος της γυναίκας στην Εκκλησία είναι μεγάλος, και όλοι μας πρέπει να σκεφτούμε το φαινόμενο αυτό. Στη χριστιανική μας διδασκαλία για τον άνθρωπο, μιλώντας θεολογικά, η γυναίκα παρουσιάζεται στο ίδιο ακριβώς μέτρο ως άνθρωπος, όπως και ο άνδρας. Οι δυνατότητες της διακονίας της μέσα στην ιστορία είναι απεριόριστες. Το γεγονός ότι ο Θεός Λόγος σαρκώθηκε από γυναίκα καταδεικνύει ότι η γυναίκα δεν είναι καθόλου μειωμένη ενώπιον του Θεού.

Εδώ όμως θέλω να εκφράσω το βασικότερο νόημα της ομιλίας μου. Όλα, όσα είπα μέχρι τη στιγμή αυτή, ήταν μόνο εισαγωγικά, για να σταθούμε όλοι σε σαφή πορεία σκέψεως. Αν μιλάμε για τη μεγάλη σπουδαιότητα της γυναίκας, τότε και οι ίδιες οι γυναίκες οφείλουν να δικαιώσουν τη σπουδαιότητά τους αυτή να δικαιώσουν τον εαυτό τους σε όλα τα επίπεδα της ζωής της ανθρωπότητος. Το ουσιωδέστερο όμως γι’ αυτές έργο, το σπουδαιότερο λειτούργημά τους, είναι η Μητρότητα: «Και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αύτη μήτηρ πάντων των ζώντων» (Γεν. 3,20). Για να ανυψώσουν την ανθρωπότητα οι γυναίκες, πρέπει να φέρνουν στον κόσμο παιδιά με τον τρόπο που μας διδάσκει ο λόγος του Θεού. Υπάρχουν όμως δύο είδη γεννήσεως το ένα κατά σάρκα, το άλλο κατά πνεύμα. Ο Χριστός είπε στον Νικόδημο: «Το γεγεννημένον εκ της σαρκός σαρξ έστι, και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος πνεύμα έστι. Μη θαυμάσης ότι είπόν σοι, δει υμάς γεννηθήναι Άνωθεν» (Ιωάν. 3,6-7). Επειδή οι γυναίκες της εποχής μας έχασαν την υψηλή αυτή συνείδηση, άρχισαν να γεννούν προπαντός κατά σάρκα. Τα παιδιά μας έγιναν ανίκανα για την πίστη. Συχνά αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι εικόνα του Αιωνίου Θεού. Η μεγαλύτερη αμαρτία στις ημέρες μας έγκειται στο ότι οι άνθρωποι βυθίστηκαν στην απόγνωση και δεν πιστεύουν πια στην Ανάσταση. Ο θάνατος του ανθρώπου εκλαμβάνεται από αυτούς ως τελειωτικός θάνατος, ως εκμηδένιση, ενώ πρέπει να θεωρείται ως στιγμή αλλαγής της μορφής της υπάρξεώς μας· ως ημέρα γεννήσεώς μας στην ανώτερη ζωή, σε ολόκληρο πλέον το πλήρωμα της ζωής που ανήκει στον Θεό. Αλήθεια, το Ευαγγέλιο λέει: «Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον ο δε απειθών τω Υιώ ουκ όψεται ζωήν» (Ιωάν. 3,36). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν ότι… ο πιστεύων τω Πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. 5,24). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν τις τον λόγον τον Εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεώρηση εις τον αιώνα» (Ιωάν. 8,51). Παρόμοιες λοιπόν εκφράσεις μπορούμε να αναφέρουμε πολλές.

Συχνά ακούω από τους ανθρώπους: Πώς ή γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Γιατί η πλειονότητα των ανθρώπων έχασε την ικανότητα να πιστεύει; Δεν είναι άραγε η νέα απιστία συνέπεια της ευρύτερης μορφώσεως, όταν αυτό που λέει η Γραφή γίνεται μύθος, απραγματοποίητο όνειρο;

Η Πίστη, η ικανότητα για την πίστη, δεν εξαρτάται πρωτίστως από τον βαθμό μορφώσεως του ανθρώπου. Πράγματι παρατηρούμε ότι στην εποχή μας, κατά την οποία διαδίδεται η μόρφωση, η πίστη ελαττώνεται, ενώ θα έπρεπε ουσιαστικά να συμβαίνει το αντίθετο· όσο δηλαδή πλατύτερες γίνονται οι γνώσεις του ανθρώπου, τόσο περισσότερες αφορμές έχει για να αναγνωρίζει τη μεγάλη σοφία της δημιουργίας του κόσμου. Σε τί λοιπόν συνίσταται η ρίζα της απιστίας;

Πριν απ’ όλα οφείλουμε να πούμε ότι το θέμα αυτό είναι πρωτίστως έργο των γονέων, των πατέρων και των μητέρων. Αν οι γονείς φέρονται προς την πράξη της γεν¬νήσεως του νέου ανθρώπου με σοβαρότητα, με τη συνείδηση ότι το γεννώμενο βρέφος μπορεί να είναι αληθινά «υιός ανθρώπου» κατ’ εικόνα του Υιού του Ανθρώπου, δηλαδή του Χριστού, τότε προετοιμάζονται για την πράξη αυτή όχι όπως συνήθως γίνεται αυτό. Να ένα υπέροχο παράδειγμα· ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ προσεύχονταν για πολύ καιρό να τους χαρισθεί τέκνο… Και τί συνέβη λοιπόν; «Ώφθη δε αυτώ (τω Ζαχαρία) άγγελος Κυρίου εστώς εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. Και εταράχθη Ζαχαρίας ιδών, και φόβος επέπεσεν επ’ αυτόν. Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος- μη φοβού, Ζαχαρία· διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ γεννήσει υιόν σοι, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιωάννην και έσται χαρά σοι και αγγαλίασις, και πολλοί επί τη γεννήσει αυτού χαρήσονται. Έσται γαρ μέγας ενώπιον του Κυρίου… και Πνεύματος Αγίου πλησθήσεται έτι εκ κοιλίας μητρός αυτού, και πολλούς των υιών Ισραήλ επιστρέψει επί Κύριον τον Θεόν αυτών» (Λουκ. 1,11-16).

Βλέπουμε μάλιστα στη συνέχεια ότι ο Ιωάννης, ευρισκόμενος ακόμη στην κοιλιά της μητέρας του, αναγνώρισε την επίσκεψη της μητέρας του Χριστού, σκίρτησε από χαρά και η χαρά του μεταδόθηκε στη μητέρα του. Τότε εκείνη γέμισε με προφητικό Πνεύμα (βλ. Λουκ. 1,40-41). Άλλο παράδειγμα είναι η προφήτιδα Άννα (βλ. Λουκ. 2,36).

Έτσι και τώρα· αν οι πατέρες και οι μητέρες θα γεννούν παιδιά συναισθανόμενοι την άκρα σπουδαιότητα του έργου αυτού, τότε τα παιδιά τους θα γεμίζουν από Πνεύμα Άγιο, ήδη από την κοιλιά της μητέρας- και η πίστη στον Θεό, τον Δημιουργό των απάντων, ως προς τον Πατέρα τους, θα γίνει γι’ αυτά φυσική, και καμία επιστήμη δεν θα μπορέσει να κλονίσει την πίστη αυτή, γιατί «το γεννώμενον εκ Πνεύματος πνεύμα έστιν». Η ύπαρξη λοιπόν του Θεού και η εγγύτητά του σε μας είναι για μια τέτοια ψυχή οφθαλμοφανές γεγονός. Και η απιστία των πολυμαθών ή των αμαθών στα μάτια των τέκνων αυτών του Θεού θα είναι απλώς απόδειξη ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν γεννήθηκαν ακόμη Άνωθεν, και ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος αυτού δεν πιστεύουν στον Θεό, διότι είναι εξ ολοκλήρου σάρκα, γεννημένοι από σάρκα.

Εκείνο όμως που αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για την Εκκλησία, τον προορισμό της, είναι το πώς να πείσει τους ανθρώπους ότι είναι αληθινά τέκνα και θυγατέρες του αιωνίου Πατρός· πως να δείξει στον κόσμο τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής, όμοιας προς τη ζωή του ιδίου του Χριστού, ή τη ζωή των προφητών και των αγίων. Η Εκκλησία οφείλει να φέρει στον κόσμο όχι μόνο την πίστη στην ανάσταση, αλλά και τη βεβαιότητα γι’ αυτήν. Τότε περιττεύει η απαίτηση για οποιεσδήποτε άλλες ηθικιστικές διδασκαλίες.

(Αρχιμ. Σωφρονίου(Σαχάρωφ) «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», σ.180-189. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου – Έσσεξ)



www.pemptousia.gr

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Το κρύο μπάνιο κάνει καλό



Σύμφωνα με μία νέα βρετανική επιστημονική έρευνα επισημαίνεται ότι ένα κρύο μπάνιο, ιδίως μετά τη σωματική άσκηση, μπορεί να κάνει καλό στους πονεμένους μυς, όμως δεν είναι σίγουρο αν, κατά τα άλλα, είναι ασφαλές για την υγεία.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Κρις Μπλίκλι του πανεπιστημίου του Όλστερ στη Β.Ιρλανδία, σύμφωνα με το BBC, αξιολόγησαν 17 μελέτες που αφορούν 366 άτομα και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που να διασφαλίζουν ότι το κρύο μπάνιο -η λεγόμενη και «κρυοθεραπεία»- είναι μια ασφαλής μέθοδος. Όπως αναφέρουν, υπάρχουν μάλλον καλύτεροι τρόποι να απαλύνει κανείς τους μυϊκούς πόνους του, όπως ένα ζεστό μπάνιο ή λίγο ελαφρύ «τζόκινγκ».

Η λογική της κρυοθεραπείας, δηλαδή της έκθεσης των μυών στο κρύο νερό, είναι ότι έτσι θα καταπολεμηθούν ο μυϊκός ερεθισμός και η μυϊκή ακαμψία, που προκαλούνται μετά από κοπιαστική άσκηση ή εργασία. Η μέθοδος ξεκίνησε ως πρακτική ορισμένων επαγγελματιών αθλητών και πλέον εξαπλώνεται σε όλο και περισσότερους ερασιτέχνες.

Στις περισσότερες μελέτες που εξετάστηκαν, οι άνθρωποι έκαναν κρύο μπάνιο διάρκειας 5 έως 24 λεπτών, σε νερό με θερμοκρασία 10 έως 15 βαθμών Κελσίου, αν και σε μερικές περιπτώσεις το νερό ήταν πολύ πιο παγωμένο.

Σύμφωνα με τον Μπλίκλι, οι ενδείξεις είναι ότι όντως το κρύο νερό προσφέρει μια ανακούφιση των μυών, σε σύγκριση με το να μην κάνει κανείς τίποτε μετά την άσκηση, όμως παραμένει αμφίβολο αν πράγματι αποτελεί την καλύτερη μέθοδο μυϊκής ανακούφισης, ενώ αναπάντητα παραμένουν τα ερωτήματα για το κατά πόσο είναι ασφαλές γενικότερα για τον οργανισμό.

Όσο πιο πολύ μένει κανείς στο κρύο νερό, τόσο μεγαλύτερο είναι το σοκ για τον οργανισμό, ιδίως για όσους έχουν ευάλωτη καρδιά, γι' αυτό, άλλωστε, συχνά όσοι καταφεύγουν σε αυτή την μέθοδο, κάνουν διακεκομμένο μπάνιο.

Επιμέλεια: Άννα Μορφούλη


www.zougla.gr

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Οι Τρεις Ιεράρχαι

Την 30η Ιανουαρίου εορτάζει η Εκκλησία την μνήμη των τριών μεγάλων Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου.Δεν πρόκειται περί «μνήμης» με την κυρία έννοια της λέξεως, δηλαδή επετείου του θανάτου των Πατέρων αυτών, αλλά περί κοινής εορτής, «συνάξεως» κατά την λειτουργική ορολογία. Ο Μέγας Βασίλειος απέθανε την 1η Ιανουαρίου του έτους 379 και η μνήμη του εορτάζεται, ως γνωστόν , την 1η Ιανουαρίου. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος την 25η Ιανουαρίου του έτους 389, και την 25η Ιανουαρίου εωρτάσαμε την μνήμη του. Τέλος ο Χρυσόστομος απέθανε στην εξορία την 14η Σεπτεμβρίου του έτους 407, κατά την ημέρα της εορτής της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού, η μνήμη του όμως μετετέθη, λόγω του ύψους της δεσποτικής εορτής της ημέρας αυτής, και εορτάζεται την 13ην Νοεμβρίου.

Η εορτή της 30ης Ιανουαρίου είναι μεταγενεστέρα, γι’ αυτό και δεν την συναντούμε στα παλαιά εορτολόγια. Καθιερώθη κατά τον ΙΑ΄ αιώνα επί της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081 -1118). Την αιτία της συστάσεως της κοινής και για τους τρεις εορτής μας αφηγείται εκτενώς το συναξάριο της ημέρας. «Στάσις», διένεξις, υπήρχε στην Κωνσταντινούπολι μεταξύ «των ελλογίμων και εναρέτων ανδρών». Από τους τρεις Ιεράρχας άλλοι εθεωρούσαν σπουδαιότερο τον Χρυσόστομο, άλλοι τον Βασίλειο, και άλλοι τον Γρηγόριο, και υποτιμούσαν τους άλλους δύο. Έτσι δημιουργήθηκαν τρεις διαμαχόμενες παρατάξεις: των Ιωαννιτών, των Βασιλειτών και των Γρηγοριτών. Στην έριδα έθεσε τέλος ο μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους, λόγιος και ευλαβής κληρικός. Αυτός, κατά την διήγησι του συναξαριστού, είδε σε οπτασία τους τρεις αγίους, πρώτα τον καθένα χωριστά και ύστερα και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν με ένα στόμα: «Ημείς οι τρεις είμεθα ένα, καθώς βλέπεις, κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζη ή να μας κάνη να αντιδικούμε… Πρώτος δεν υπάρχει μεταξύ μας ούτε δεύτερος… Σήκω λοιπόν και ειπέ σ’ εκείνους που μαλώνουν, να μη χωρίζωνται σε παρατάξεις για ημάς. Γιατί ημείς και στην ζωή μας και μετά τον θάνατό μας δεν έχομε άλλη επιθυμία, παρά να ειρηνεύη και να ομονοή όλος ο κόσμος». Σαν σύμβολο και έκφρασι της ενότητός των του συνέστησαν να συστήση κοινή εορτή και των τριών. Έτσι ο Ευχαΐτων ανέλαβε την συμφιλίωσι των διαμαχομένων μερίδων και συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου. Έκρινε τον Ιανουάριο ως καταλληλότερο μήνα για τον εορτασμό των, αφού κατ’ αυτόν εώρταζαν και οι τρεις σε διάφορες ημέρες, την 1η ο Βασίλειος, την 25η ο Γρηγόριος και την 27η η ανακομιδή των λειψάνων του Χρυσοστόμου.

Η σύστασις της εορτής επέτυχε του σκοπού της. Απετέλεσε το ορατό σύμβολο της ισότητος και της ενότητος των μεγάλων διδασκάλων και της συμφιλιώσεως των διισταμένων πριν μερίδων. Κοινή ακολουθία και για τους τρεις συνέθεσε ο Ευχαΐτων, ανταξία των τριών μεγάλων Πατέρων. Από τότε σε κοινή εικονογραφική παράστασι περιλαμβάνονται και οι τρεις, ντυμένοι τα αρχιερατικά των άμφια, με το Ιερό Ευαγγέλιο στο ένα χέρι, ευλογούν με το άλλο, σαν να παρευρίσκωνται όχι μόνον εν πνεύματι, αλλά και εν σώματι μεταξύ μας. Και είναι πράγματι οι αιώνιοι και αθάνατοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας του Χριστού. Εδίδαξαν με τον άγιο βίο των, με την έξοχο δράσι των, με τα σοφά των συγγράμματα. Σ’ αυτούς ενεσαρκώθη το τέλειο χριστιανικό ιδεώδες του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» πλασμένου και εν Χριστώ αναγεννημένου ανθρώπου. Και προ πάντων στα πρόσωπα αυτών των τριών Ιεραρχών συνηντήθη η παιδεία, η μόρφωσις και η ελληνική φιλοσοφική κατάρτισις με την χριστιανική αλήθεια. Ήσαν οι σοφοί κατά κόσμον και σοφοί κατά Θεόν. Αρμονικωτέρα σύζευξις ελληνισμού και χριστιανισμού σ’ όλη των την τελειότητα δεν παρουσιάσθηκε ποτέ στον κόσμο. Γι’ αυτό και η εορτή των απέβη εορτή της ελληνοχριστιανικής παιδείας, της οποίας διδάσκαλοι και πρότυπα υπήρξαν οι τρεις Ιεράρχαι.

Και της χριστιανικής όμως λατρείας υπήρξαν δημιουργικά στοιχεία οι τρεις Ιεράρχαι. Όχι μόνο την ετέλεσαν, ως ιερείς και αρχιερείς, αλλά και συνέβαλαν στην διαμόρφωσι και εξέλιξί της. Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός, ότι με τα ονόματα και των τριών η εκκλησιαστική παράδοσις συνέδεσε την συγγραφή τριών λειτουργιών: των δύο γνωστών βυζαντινών λειτουργιών του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και μιας της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας που φέρεται υπό το όνομα του Γρηγορίου. Εξ άλλου και στους τρεις, και ιδιαιτέρως στον Μέγα Βασίλειο, αποδίδονται σειρές ολόκληρες ευχών, που κοσμούν τα λειτουργικά μας βιβλία. Είναι γνωστή και από τις ιστορικές πηγές η συμβολή του Μεγάλου Βασιλείου στην διαμόρφωσι των «ευκοσμιών του βήματος» και των διατάξεων των ευχών, καθώς και η προσπάθεια του Χρυσοστόμου για την αναζωογόνησι της λειτουργικής ζωής μεταξύ του ποιμνίου του στην Κωνσταντινούπολι. Ο Γρηγόριος ήταν και ποιητής και οι ύμνοι του, αν και δεν έχουν εισαχθή στην λατρεία μας, μπορούν να καταταγούν μεταξύ των καλλιτέρων και ωραιοτέρων προϊόντων της εκκλησιαστικής μας ποιήσεως.

Μπορείτε να ιδήτε στους βυζαντινούς μας ναούς να εικονίζωνται οι τρεις ιεράρχαι στην κόγχη του αγίου βήματος, με τα ειλητάρια της θείας λειτουργίας στα χέρια, να περιβάλλουν το θυσιαστήριο σαν να λειτουργούν αδιαλείπτως, όχι μόνο στο υπερουράνιο, αλλά και στο επίγειο θυσιαστήριο του Θεού, μαζί με τους ιερείς που τελούν τα μυστήρια σήμερα. Σαν να παρακάθηνται μαζί με ημάς στην ιδία κοινή ιερά τράπεζα και να μετέχουν της ιδίας πνευματικής τροφής.

Και σε μία άλλη εικονογραφική παράστασι θα συναντήσετε τους τρεις Ιεράρχας. Στην μεγάλη εξεικόνησι της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου, που ζωγραφείται από τους βυζαντινούς ζωγράφους στους νάρθηκας των ναών επάνω και γύρω από την κυρία πύλη του ναού. Στην ομάδα των σεσωσμένων, που εισέρχονται στον Παράδεισο του Θεού, θα διακρίνετε εύκολα τις τρεις σεβάσμιες μορφές των, όπως μας τις διέσωσε η εικονογραφική παράδοσις της Εκκλησίας μας και όπως περιγράφονται στο συναξάριο της εορτής των: «Ήσαν δε την θέσιν του σώματος και την μορφήν οι άγιοι ούτοι, έχοντες ούτως: Ο μεν θείος Χρυσόστομος, την ιδέαν του σώματος ην βραχύς πάνυ την ηλικίαν, μεγάλην κεφαλήν τοις ώμοις αιωρών, ισχνός εις το ακριβέστατον, επίρρινος, ευρύς τους μυκτήρας, ωχρότατος μετά του λευκού, κοίλους τους κόχλους των οφθαλμών έχων και βολβοίς τούτων κεχρημένος μεγάλοις, εφ’ οις και συνέβαινε, χαριέστερον, ταις όψεσιν αποστίλβειν, ει και τω λοιπώ χαρακτήρι τον αχθόμενον παρεδήλου∙ ψιλός και μέγας το μέτωπον και πολλαίς ταις βολίσι κεχαραγμένος∙ ώτα περικείμενος μεγάλα και το γένειον μικρόν και αραιότατον, υποπολιαίς ταις θριξίν εξανθών, τας σιαγόνας πεπιεσμένας είσω έχων τη νηστεία εις τον ακρότατον… Ο δε μέγας Βασίλειος ην την θέσιν του σώματος εις πολύ μήκος επί του ορθίου σχήματος αναδραμών∙ ξηρός και λιπόσαρκος, μέλας το χρώμα, ωχρότητι το πρόσωπον σύγκρατος∙ επίρρινος, εις κύκλον τας οφρύς περιηγμένος∙ το επισκύνιον συνεσπακώς, φροντιστικώ εοικώς, ολίγαις το πρόσωπον αμαρυγαίς ρυτιδούμενος∙ επιμήκης τας παρειάς∙ κοίλος τους κροτάφους, ηρέμα έχων εν χρω κουρίας∙ την υπήνην αρκούντως καθειμένος και μεσαιπόλιος… Ο δε γε ιερός Γρηγόριος ο Θεολόγος, κατά τον τύπον της ηλικίας του σώματος ετύγχανε μέτριος∙ ύπωχρος βραχύ μετά του χαρίεντος∙ σιμός, επ’ ευθείας τας οφρύς έχων∙ ήμερον βλέπων και προσηνές θάτερον, των οφθαλμών, ος ην δεξιός, στυγνότερον κεκτημένος, ον και ουλή κατά τον κανθόν συνήγε∙ τον πώγωνα ου βαθύς, δασύς δε επ’ ευθείας, ικανώς φαλακρός ταις θριξί, τα άκρα της γενειάδος ως περικεκαπνισμένα υποφαίνων».

Έτσι ακριβώς μας παρουσιάζει η Εκκλησία μας τα τρία μεγάλα αυτά τέκνα της. Σοφούς διδασκάλους και Πατέρας, που μας εδίδαξαν και μας διδάσκουν διαρκώς με την θεία σοφία των λόγων και των παραδειγμάτων των∙ ιερουργούς ενθέους των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, συλλειτουργούντας μαζί μας και συνδοξολογούντας τον Θεό∙ πολίτας του ουρανού και οικήτορας του Παραδείσου της τρυφής. Και προς τον σκοπό αυτόν υπηρετούν όλα τα στοιχεία της λατρείας μας. Το εορτολόγιο, που φέρνει στην μνήμη μας τα ιερά αυτά πρόσωπα κατ’ έτος. Η υμνογραφία, που με τους ύμνους της εγκωμιάζει τους αγώνας και την δόξαν των. Τα συναξάρια, που μας περιγράφουν τον βίο και τας αρετάς των. Η εικονογραφία που ανιστορεί τις ιερές μορφές των και μας δίδει την δυνατότητα να βλέπωμε σαν ζωντανά τα πνευματικά αυτά αναστήματα.

Αυτό είναι το νόημα και ο σκοπός της τιμής των αγίων στην Εκκλησία μας. Να δείξη αυτή την αδιάλειπτο και αδιάσπαστο κοινωνία των μελών της Εκκλησίας. Κοινωνία ζώντων εν Χριστώ πιστών, είτε στη γη αυτή είτε στην μακαρία κατάστασι του ουρανού. Κοινωνία για την οποία δεν υπάρχουν νεκροί, αλλά μόνο ζώντες, εφ’ όσον όλοι όσοι αποτελούν μέλη της ηνώθησαν δια των μυστηρίων με τον αιώνιο και αθάνατο χορηγό της ζωής, τον Χριστό. Όλοι μαζί συνδοξολογούν και συνυμνούν τον Θεό και δέονται οι ζώντες για τους κεκοιμημένους και οι κεκοιμημένοι για τους ζώντας. Όλοι είναι πολίται της Βασιλείας, με την σφραγίδα της αθανασίας, με τα ονόματά των γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.

Η ακολουθία των τριών Ιεραρχών αποδίδεται από τον συντάκτη του συναξαρίου της εορτής των στον Ιωάννη τον Μαυρόποδα, μητροπολίτη Ευχαΐτων, που «την εορτήν ταύτην παρέδωκε τη Εκκλησία εορτάζειν Θεώ» και συνέταξε γι’ αυτήν κανόνες, τροπάρια και εγκώμια. Εκτός όμως από τον Μαυρόποδα συνέβαλαν και άλλοι υμνογράφοι στην ολοκλήρωσι της υμνογραφίας της εορτής. Τα ιδιόμελα της λιτής και τα στιχηρά των αποστίχων του εσπερινού αποδίδονται στον Νείλο Ξανθόπουλο, το δε ιδιόμελο στο «Και νυν» των αποστίχων είναι ποίημα του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού. Ρητώς στον Ιωάννη αποδίδονται οι τρεις κανόνες. Θα παρατεθούν το πρώτο στιχηρό του εσπερινού του δ΄ ήχου, προσόμιο του «Ως γενναίον εν μάρτυσι», «Τα της χάριτος όργανα…». Το πρώτο των αποστίχων του πλ. α΄ ήχου, προσόμοιο του «Χαίροις ασκητικών», «Χαίροις Ιεραρχών η τριάς…». Το πρώτο των στιχηρών των αίνων του β΄ ήχου, προσόμοιο του «Ποίοις ευφημιών», «Ποίοις ευφημιών στέμμασι στεφανώσωμεν τους διδασκάλους…» και το δοξαστικό των στιχηρών του εσπερινού, ιδιόμελο του πλ. α΄ ήχου, «Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων…». Είναι από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια της εορτής.

Πηγή: Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 380 -388.



www.pemptousia.gr