Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Η ευχή του Ιησού


Όποιος αγωνίζεται πνευματικά.
Πολεμάει τον εχθρό διάβολο.
Και επόμενο είναι να πολεμηθεί και απ' αυτόν.
Ο άνθρωπος που θα νικήσει τον νοητό εχθρό.
Θα στεφανωθεί από τον Χριστό.
Η πείρα αποκτιέται από τα πυρά των δαιμόνων.
Που δέχεται ο στρατιώτης του Χριστού.
Στην πνευματική μάχη.
Πριν αρχίσει την μάχη ο εχθρός
Αρχίζει τον βομβαρδισμό με τους λογισμούς.
Η ευχή του Ιησού είναι το βαρύτερο όπλο.
Κατά των λογισμών του εχθρού.
H πνευματική προκοπή του αγωνιζόμενου.
Δεν θα εξαρτηθεί από τον καλό Πνευματικό Πατέρα.
Αλλά από τους καλούς λογισμούς του.
 
 
Γράφει: πατήρ Παϊσιος 
 
www.gonia.gr

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Ἐλεημοσύνη


Παράσχος Ἀχιλλεύς






Ἔ! σεῖς, ὅπου σκορπίζετε τὰ πλούτη στὸν ἀέρα,


τὸ χέρι σας τὸ ἄπονο καὶ ἄσωτο ἁπλῶστε


καὶ δῶστε καὶ στὸν ἄρρωστο καὶ στὴν πτωχὴ μητέρα...


Ἐλεημοσύνη, χριστιανοί, ἐλεημοσύνη δῶστε!


Ποιός λέει, ποιός, πὼς ὅλ’ αὐτὰ ποὺ τώρα σεῖς πετᾶτε,


εἶναι δικά σας;... Δύστυχοι, αὐτὸ ποὺ περισσεύει


εἶναι τῆς χήρας, τ’ ὀρφανοῦ καὶ μὴν τὸ σπαταλᾶτε.


Ὅποιος τὰ πλούτη του σκορπᾷ, ἀπ’ τοὺς πτωχοὺς τὰ κλέβει.


Ἐλεημοσύνη, χριστιανοί· ἀδέλφια, ἐλεημοσύνη·


πολλὰ χαρίζει ὁ θεὸς σ’ ἐκεῖνον, ὅπου δίνει.


www.agiazoni.gr

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Φωνὲς ...



Καβάφης Κωνσταντῖνος







Ἰδανικὲς φωνὲς κι ἀγαπημένες

ἐκείνων ποὺ πεθάναν, ἢ ἐκείνων ποὺ εἶναι

γιὰ μᾶς χαμένοι σὰν τοὺς πεθαμένους.



Κάποτε μὲς στὰ ὄνειρά μας ὁμιλοῦνε·

κάποτε μὲς στὴν σκέψι τὲς ἀκούει τὸ μυαλό.



Καὶ μὲ τὸν ἦχο των γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐπιστρέφουν

ἦχοι ἀπὸ τὴν πρώτη ποίησι τῆς ζωῆς μας —

σὰ μουσική, τὴν νύχτα, μακρυνή, ποὺ σβύνει.



www.agiazoni.gr

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

Φυγή




Σεφέρης Γιῶργος



Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας

ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε

ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ

ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι

ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε

νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.



Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε

σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν

νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε

μὲ τόσο πάθος.



Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε

μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες

κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα

ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου

κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη

μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε

μέσα στὴ φυγή.


www.agiazoni.gr

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου

























Δανιήλ Κατουνακιώτης (Ἱερομόναχος, (1846-1929))

Ὅστις τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, σαυτὸν θὰ ἀποκτήσῃ,
οὗτος θὰ γίνῃ ἱκανός, τὸ πᾶν νὰ κατακτήσῃ.

Γιατὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, χαρίζει σωφροσύνην·
χαρίζ᾿ ἀνδρείαν, σύνεσιν καὶ μετριοφροσύνην.

Χαρίζει θάῤῥος καὶ πολλὴν τὴν γενναιοκαρδίαν,
ἀπ᾿ ἐναντίου δ᾿ οὐδενός, αἰσθάνεται δειλίαν.

Διότι ἐλπίζ᾿ εἰς τὸν Θεόν, κι᾿ αὐτὸν ἐπικαλεῖται,
κι᾿ ἀπὸ κινδύνου δὲ παντός, πάντοτε ἐκλυτροῦται.

Στὰς θλίψεις κ᾿ εἰς τοὺς πειρασμούς, χαίρει χαρὰν μεγάλην·
ποτέ του δὲν ἀγανακτεῖ, καμμιὰ δὲν ἔχει ζάλην.

Γιατὶ γνωρίζ᾿ τ᾿ ἀγαθά, ὅπου θὰ προξενήσῃ,
ἡ ῾πομονὴ στοὺς πειρασμούς, ὅπου θὰ καρτερήσῃ.

Εἶν᾿ ἀγαθὰ οὐράνια, ζωὴ δὲ μακαρία,
καὶ πανευφρόσυνος χαρά, ἡ οὖσα αἰωνία.

Πάντα τὰ πρόσκαιρ᾿ ἀγαθά, οὐδόλως τὰ θαυμάζει,
ὡς ὄναρ, τέφραν καὶ καπνόν, τὰ ἅπαντα λογιάζει.

Κάλλος καὶ ἡδονὰς σαρκός, ὡς τῆς ψυχῆς δημίους,
τὰ ἀποστρέφετ᾿ ὡς ἐχθρούς, δεινοὺς ψυχολεθρίους.

Τοὺς λογισμοὺς δὲ τοὺς αἰσχρούς, οὕσπερ καθυποβάλλει,
ὁ νοητὸς αἰσχρὸς ἐχθρός, εὐθὺς τοὺς ἀποβάλλει.

Διὰ νὰ μὴ χρονίσωσι, οὔτ᾿ ἐν τῇ διανοίᾳ,
καὶ εἶτα κυριεύσωσι, καὶ νοῦν καὶ τὴν καρδίαν.

Τὴν δὲ διάνοιαν αὐτοῦ, τὴν ἔχει γρηγοροῦσαν,
τὰς δ᾿ ἐναντίας προσβολάς, ἀεὶ ἀποσοβοῦσαν.

Ἔχει σκοπὸν ἀκοίμητον, αὐτὴν ἐπαγρυπνοῦσαν,
καὶ τὸν ἀόρατον ἐχθρόν, ἀπαύστως πολεμοῦσαν.

Διότ᾿ ἄν τὴν διάνοιαν, ἐν πρώτοις ἐκνικήσῃ,
εὐκόλως τότε καὶ τὸν νοῦν, θὰ τὸν αἰχμαλωτίσῃ.

Καρδίαν δὲ καὶ τὴν ψυχήν, θὰ κατακυριεύσῃ,
τότες ὤ! τρισαλλοίμονον, θὰ θύσῃ θ᾿ ἀπολέσῃ…

Ὁ φόβος ὅμως τοῦ Θεοῦ, ὅστις ἀρχὴ σοφίας,
ἀποσοβεῖ παντὸς ἐχθροῦ, δεινὰς μηχανουργίας…

Κ᾿ εἰς ὁρατοὺς καὶ ἀφανεῖς, ἐχθροὺς ὁρμᾶ γενναίως,
οἵτινες ὡς ἀπὸ πυρός, διώκονται δρομαίως…

Λοιπὸν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, φύλαξ τῆς παρθενίας,
αἴτιος βίου σώφρονος, πάροχος τῆς ἁγνείας.

Σπόγγος ἐστὶ καθαρτικός, ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας,
παραίτιος σεμνοπρεποῦς, καὶ θείας πολιτείας.

Ὡσαύτως ἁγιότητος, καὶ πάσης δικαιοσύνης,
καὶ στηριγμὸς τῶν ἀρετῶν, καὶ πάσης ἀγαθωσύνης.

Ὁ ἔχων φόβον τοῦ Θεοῦ, εἶν᾿ ἐξησφαλισμένος,
καὶ τὴν αἰώνιον ζωήν, νὰ λάβῃ ὡρισμένως…

Διότι χαλινὸς ἐστί, πάσης κακοπραγίας,
διδάσκαλος δὲ ἀρετῆς, καὶ πάσης εὐπραγίας.

Φόβον Θεοῦ, ὦ ἀδελφοί, πάντες ἐγκολπωθῶμεν,
ὅπως τέλους εἰρηνικοῦ, πάντες ἀξιωθῶμεν.

Πάντοτε εἶναι ἕτοιμος, ὅστις Θεὸν φοβῆται·
κ᾿ ἐν ὥρᾳ τοῦ θανάτου του, οὐδόλως θὰ πτοῆται.

Μάλιστα ὡς πανήγυριν, αὐτὴν θὰ περιμένῃ,
ὅτ᾿ εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἐντεῦθεν μεταβαίνει.

Ἐκεῖ ζωὴ ἀΐδιος, ἄῤῥητος εὐφρροσύνη,
ἄφατος ἀγαλλίασις, ἔνθεος χαρμοσύνη.

Μακάριος τρισμάκαριος, ὅστις τὴν ἐπιτύχῃ,
ἄθλιος καὶ τρισάθλιος, ὅστις τὴν ἀποτύχῃ…

Γιατὶ ὁ μὲν ἐκέρδισε, ζωὴν τὴν μακαρίαν·
ὁ δέ, τὴν ἀτελεύτητον, βασάνων τιμωρίαν.

Ὁ μὲν θὰ εἶναι στοὺς χορούς, Ἀγγέλων καὶ Ἁγίων,
ὁ δὲ μὲ τῶν συντρόφων του, δαιμόνων τῶν ἀγρίων…

Ταῦτα, ἂς τὰ σκεφθῇ καλῶς, ὅστις Χριστὸν πιστεύει,
διότ᾿ ὅσα μᾶς ἐδίδαξεν, εἰς πάντα ἀληθεύει.

Δὲν εἶναι μῦθος τοῦ Χριστοῦ, ἡ θεία διδασκαλία,
ἀλλ᾿ εἶναι ῥήματα ζωῆς, σάλπιγξ ἐπουρανία.

Μόνον ὁ ἄφρων καὶ τυφλός, κι᾿ ὅλως ἐσκοτισμένος,
Θεοῦ ἀρνεῖται ὕπαρξιν, τῇ ὕλῃ προσηλωμένος.

Τοῖς κτήνεσι ὁμοιωθείς, ἐν τιμῇ ὤν, οὐ συνῆκε,
κι᾿ ἀλόγοις παρασυμβληθείς, τὰ κρείττονα ἀφῆκε…

Ἀλλ᾿ ὦ Ἥλιε νοητέ, τὰ πάντα ὁ φωτίζων,
μὴ παύσῃ εἰς τὸν φόβον σου, πάντας ἡμᾶς στηρίζων.



www.agiazoni.gr

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

Ἕνας γέροντας στὴν ἀκροποταμιά



Σεφέρης Γιῶργος.






Στὸν Νάνη Παναγιωτόπουλο



Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.


Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει μήτε νὰ σκέπτεσαι μήτε νὰ κινεῖσαι


μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,


ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι αὐλακώνουνε τὰ τειχιά.




Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,


ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παιδιά μας


καὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν ἀντίπερα γιαλὸ·


μήτε καθὼς τὸ ψιθυρίζει τὸ μελανιασμένο φῶς στὸ πρόχειρο νοσοκομεῖο,


τὸ φαρμακευτικὸ λαμπύρισμα στὸ προσκέφαλο τοῦ παλικαριοῦ ποὺ χειρουργήθηκε τὸ μεσημέρι·


ἀλλὰ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ νὰ θέλω νὰ πῶ καθὼς


τὸ μακρὺ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς κλειστὲς βαθιὰ στὴν Ἀφρικὴ


καὶ ἤτανε κάποτε Θεὸς κι ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δωρητὴς καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα·


ποὺ δὲν εἶναι ποτές του τὸ ἴδιο, κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ παλαιοὶ γραμματισμένοι,


κι ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα, καὶ τὸ ἴδιο Σημεῖο,


ὁ ἴδιος προσανατολισμός.




Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ ἐτούτη ἡ χάρη.


Γιατὶ καὶ τὸ τραγούδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς ποὺ σιγὰ-σιγά, βουλιάζει


καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της


κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατὶ ἡ ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.




Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο γιὰ νὰ πονοῦμε


γι᾿ αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες, τό μεγάλο ποτάμι


αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ χόρτα


καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ σπέρνουν καὶ ποὺ θερίζουν


καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν.


Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι τόσο διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων


κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν αὐθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα χωρὶς τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,


χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα ἢ ἔστω καὶ γιὰ τὰ μεγάλα·


ὅταν κοιτάζουν ἴσια- πέρα καθὼς ὁ στρατοκόπος ποὺ συνήθισε ν᾿ ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ᾿ ἄστρα,


ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τὴν ἄλλη μέρα, κοιτάζοντας τὸ κλειστὸ περιβόλι στὸ κοιμισμένο ἀράπικο σπίτι,


πίσω ἀπὸ τὰ καφασωτά, τὸ δροσερὸ περιβολάκι ν᾿ ἀλλάζει σχῆμα, νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει·


ἀλλάζοντας καθὼς κοιτάζαμε, κι ἐμεῖς, τὸ σχῆμα τοῦ πόθου μας καὶ τῆς καρδιᾶς μας,


στὴ στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι ἑνὸς κόσμου ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει,


πιασμένοι στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ ἤτανε σωστὴ κι ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν ἄμμο


ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο λίκνισμα ποὺ μᾶς ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς.



Κάϊρο, 20 Ἰουνίου ’42



www.agiazoni.gr

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Ἑλένη




Σεφέρης Γιῶργος.



ΤΕΥΚΡΟΣ : ... ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ᾿ ἐθέσπισεν
οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικὸν
Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
ΕΛΕΝΗ : Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρωάδ᾿, ἀλλ᾿ εἴδωλον ἦν
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
ΑΓΓΕΛΟΣ : Τί φῂς;
Νεφέλης ἄρ᾿ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;
Εὐριπίδης Ἑλένη



«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες.»



Ἀηδόνι ντροπαλό, μὲς στὸν ἀνασασμὸ τῶν φύλλων,

σὺ ποὺ δωρίζεις τὴ μουσικὴ δροσιὰ τοῦ δάσους

στὰ χωρισμένα σώματα καὶ στὶς ψυχὲς

αὐτῶν ποὺ ξέρουν πὼς δὲ θὰ γυρίσουν.

Τυφλὴ φωνὴ, ποὺ ψηλαφεῖς μέσα στὴ νυχτωμένη μνήμη

βήματα καὶ χειρονομίες· δὲ θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ φιλήματα·

καὶ τὸ πικρὸ τρικύμισμα τῆς ξαγριεμένης σκλάβας.



«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».



Ποιὲς εἶναι οἱ Πλάτρες; Ποιὸς τὸ γνωρίζει τοῦτο τὸ νησί;

Ἔζησα τὴ ζωή μου ἀκούγοντας ὀνόματα πρωτάκουστα:

καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες τῶν ἀνθρώπων ἢ τῶν θεῶν.

Ἡ μοίρα μου ποὺ κυματίζει

ἀνάμεσα στὸ στερνὸ σπαθὶ ἑνὸς Αἴαντα

καὶ μιὰν ἄλλη Σαλαμίνα

μ᾿ ἔφερε ἐδῶ σ᾿ αὐτὸ τὸ γυρογιάλι.

Τὸ φεγγάρι

βγῆκε ἀπ᾿ τὸ πέλαγο σὰν Ἀφροδίτη,

σκέπασε τ’ ἄστρα τοῦ Τοξότη, τώρα πάει νὰ ’βρει

τὴν καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ, κι ὅλα τ᾿ ἀλλάζει.

Ποῦ εἶν᾿ ἡ ἀλήθεια;

Ἤμουν κι ἐγὼ στὸν πόλεμο τοξότης·

τὸ ριζικό μου, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε.



Ἀηδόνι ποιητάρη,

σὰν καὶ μιὰ τέτοια νύχτα στ᾿ ἀκροθαλλάσι τοῦ Πρωτέα

σ᾿ ἄκουσαν οἱ σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι ἔσυραν τὸ θρῆνο,

κι ἀνάμεσό τους - ποιὸς θὰ τὸ ᾿λεγε; - ἡ Ἑλένη!

Αὐτή ποὺ κυνηγούσαμε χρόνια στὸ Σκάμαντρο.

Ἦταν ἐκεῖ, στὰ χείλια τῆς ἐρήμου· τὴν ἄγγιξα, μοῦ μίλησε:

"Δὲν εἶν' ἀλήθεια, δὲν εἶν’ ἀλήθεια" φώναζε.

"Δὲν μπῆκα στὸ γαλαζόπλωρο καράβι.

Ποτὲ δὲν πάτησα τὴν ἀντρειωμένη Τροία".



Μὲ τὸ βαθύ στηθόδεσμο, τὸν ἥλιο στὰ μαλλιά, κι αὐτό τὸ ἀνάστημα

ἴσκιοι καὶ χαμόγελα παντοῦ,

στοὺς ὤμους στοὺς μηροὺς στὰ γόνατα·

ζωντανὸ δέρμα, καὶ τὰ μάτια

μὲ τὰ μεγάλα βλέφαρα,

ἦταν ἐκεῖ, στὴν ὄχθη ἑνός Δέλτα.

Καὶ στὴν Τροία;

Τίποτε στὴν Τροία-ἕνα εἴδωλο.

Ἔτσι τὸ θέλαν οἱ θεοί.

Κι ὁ Πάρης, μ' ἕναν ἴσκιο πλάγιαζε σὰ νὰ ἦταν πλάσμα ἀτόφιο·

κι ἐμεῖς σφαζόμασταν γιὰ τὴν Ἑλένη δέκα χρόνια.



Μεγάλος πόνος εἶχε πέσει στὴν Ἑλλάδα.

Τόσα κορμιά ριγμένα

στὰ σαγόνια τῆς θάλασσας στὰ σαγόνια τῆς γῆς·

τόσες ψυχές

δοσμένες στὶς μυλόπετρες, σὰν τὸ σιτάρι.

Κι οἱ ποταμοί φουσκῶναν μὲς στὴ λάσπη τὸ αἷμα

γιὰ ἕνα λινό κυμάτισμα γιὰ μιὰ νεφέλη

μιᾶς πεταλούδας τίναγμα τὸ πούπουλο ἑνός κύκνου

γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανό, γιὰ μιὰν Ἑλένη.

Κι ὁ ἀδερφός μου;

Ἀηδόνι ἀηδόνι ἀηδόνι,

τ' εἶναι θεός; τὶ μὴ θεός; καὶ τὶ τ' ἀνάμεσό τους;



"Τ' ἀηδόνια δὲ σ’ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες".



Δακρυσμένο πουλί,

στὴν Κύπρο τὴ θαλασσοφίλητη

ποὺ ἔταξαν γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τὴν πατρίδα,

ἄραξα μοναχὸς μ᾿ αὐτὸ τὸ παραμύθι,

ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὸ εἶναι παραμύθι,

ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἀνθρῶποι δὲ θὰ ξαναπιάσουν

τὸν παλιὸ δόλο τῶν θεῶν·

ἂν εἶναι ἀλήθεια

πὼς κάποιος ἄλλος Τεῦκρος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια,

ἢ κάποιος Αἴαντας ἢ Πρίαμος ἢ Ἑκάβη

ἢ κάποιος ἄγνωστος, ἀνώνυμος, ποὺ ὡστόσο

εἶδε ἕνα Σκάμαντρο νὰ ξεχειλάει κουφάρια,

δὲν τὸ ’χει μὲς στὴ μοίρα του ν᾿ ἀκούσει

μαντατοφόρους ποὺ ἔρχονται νὰ ποῦνε

πὼς τόσος πόνος τόση ζωὴ

πῆγαν στὴν ἄβυσσο

γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανὸ γιὰ μιὰν Ἑλένη.


www.agiazoni,gr

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Φωτιὲς τοῦ Ἅϊ-Γιάννη




Σεφέρης Γιῶργος.



Ἡ μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀλλάξει

δὲν μπορεῖ νὰ γίνει τίποτε.

Ἔχυσαν τὸ μολύβι μέσα στὸ νερὸ κάτω ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια κι ἂς ἀνάβουν οἱ φωτιές.



Ἂν μείνεις γυμνὴ μπροστὰ στὸν καθρέφτη τὰ μεσάνυχτα βλέπεις

βλέπεις τὸν ἄνθρωπο νὰ περνᾶ στὸ βάθος τοῦ καθρέφτη

τὸν ἄνθρωπο μέσα στὴ μοίρα σου ποὺ κυβερνᾶ τὸ κορμί σου,

μέσα στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπὴ τὸν ἄνθρωπο

τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς σιωπῆς

κι ἂς ἀνάβουν οἱ φωτιές.



Τὴν ὥρα ποὺ τέλειωσε ἡ μέρα καὶ δὲν ἄρχισε ἡ ἄλλη

τὴν ὥρα ποὺ κόπηκε ὁ καιρός

ἐκεῖνον ποὺ ἀπὸ τώρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κυβερνοῦσε τὸ κορμί σου

πρέπει νὰ τὸν εὕρεις

πρέπει νὰ τὸν ζητήσεις γιὰ νὰ τὸν εὕρει τουλάχιστο

κάποιος ἄλλος, ὅταν θά ῾χεις πεθάνει.



Εἶναι τὰ παιδιὰ ποὺ ἀνάβουν τὶς φωτιὲς καὶ φωνάζουν μπροστὰ στὶς φλόγες μέσα στὴ ζεστὴ νύχτα

(Μήπως ἔγινε ποτὲς φωτιὰ ποὺ νὰ μὴν τὴν ἄναψε κάποιο παιδί, ὦ Ἡρόστρατε)

καὶ ρίχνουν ἁλάτι μέσα στὶς φλόγες γιὰ νὰ πλαταγίζουν (Πόσο παράξενα μᾶς κοιτάζουν ξαφνικὰ τὰ σπίτια, τὰ χωνευτήρια τῶν ἀνθρώπων, σὰν τὰ χαϊδέψει κάποια ἀνταύγεια).



Μὰ ἐσὺ ποὺ γνώρισες τὴ χάρη τὶς πέτρας πάνω στὸ θαλασσόδαρτο βράχο

τὸ βράδυ ποὺ ἔπεσε ἡ γαλήνη

ἄκουσες ἀπὸ μακριὰ τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς σιωπῆς

μέσα στὸ κορμί σου

τὴ νύχτα ἐκείνη τοῦ Ἅι-Γιάννη

ὅταν ἔσβησαν ὅλες οἱ φωτιές

καὶ μελέτησες τὴ στάχτη κάτω ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια.


Λονδίνο, Ἰούλιος 1932


www.agiazoni.gr

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Che fece .... il gran rifiuto




Καβάφης Κωνσταντῖνος.



Σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους ἔρχεται μιὰ μέρα

ποὺ πρέπει τὸ μεγάλο Ναὶ ἢ τὸ μεγάλο τὸ Ὄχι

νὰ ποῦνε. Φανερώνεται ἀμέσως ὅποιος τὄχει

ἕτοιμο μέσα του τὸ Ναί, καὶ λέγοντάς το πέρα



πηγαίνει στὴν τιμὴ καὶ στὴν πεποίθησί του.

Ὁ ἀρνηθεὶς δὲν μετανοιώνει. Ἂν ρωτιοῦνταν πάλι,

ὄχι θὰ ξαναέλεγε. Κι ὅμως τὸν καταβάλλει

ἐκεῖνο τ’ ὄχι — τὸ σωστὸ — εἰς ὅλην τὴν ζωή του.


www.agiazoni.gr

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Ἄν μπόραγα




















Ἂν μπόραγα νὰ σώσω μιὰ καρδιὰ ποὺ σπάει

δὲ θὰ 'χει ἡ ζωή μου στὰ χαμένα πάει.

Ἂν μιᾶς ζωῆς εἴχ' ἀλαφρώσει τὴν ὀδύνη

ἂν κάποιο πόνον ἁπαλύνει,

κι ἕναν πυρούλη ζέψυχο, ἂν εἶχα βοηθήσει

μὲς στὴ φωλιά του νὰ ξαναγυρίσει

δὲν θὰ 'χα τὴ ζωή μου στὰ χαμένα ζήσει.


www.agiazoni.gr



Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε!

























Άγιος Νικόλαος Αχρίδος




Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε!

Ἀκόμη κι ἐγὼ τοὺς εὐλογῶ καὶ δὲν τοὺς καταριέμαι.

Οἱ ἐχθροὶ μὲ ἔχουν ὁδηγήσει μέσα στὴν ἀγκάλη Σου περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι οἱ φίλοι μου. Οἱ φίλοι μὲ ἔχουν προσδέσει στὴν γῆ, ἐνῷ οἱ ἐχθροὶ μὲ ἔχουν λύσει ἀπὸ τὴν γῆ καὶ ἔχουν συντρίψει ὅλες τὶς φιλοδοξίες μου στὸν κόσμο.

Οἱ ἐχθροὶ μὲ ἀποξένωσαν ἀπὸ τὶς ἐγκόσμιες πραγματικότητες καὶ μὲ ἔκαναν ἕναν ξένο καὶ ἄσχετο κάτοικο τοῦ κόσμου.

Ὅπως ἀκριβῶς ἕνα κυνηγημένο ζῷο βρίσκει ἀσφαλέστερο καταφύγιο ἀπὸ ἕνα μὴ κυνηγημένο, ἔτσι καὶ ἐγὼ καταδιωγμένος ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἔχω εὕρει τὸ ἀσφαλέστερο καταφύγιο προφυλασσόμενος ὑπὸ τὸ σκήνωμά Σου, ὅπου οὔτε φίλοι, οὔτε ἐχθροὶ μποροῦν ν᾿ ἀπωλέσουν τὴν ψυχή μου.


Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε! Ἀκόμη κι ἐγὼ τοὺς εὐλογῶ καὶ δὲν τοὺς καταριέμαι.

Αὐτοὶ μᾶλλον παρὰ ἐγώ, ἔχουν ὁμολογήσει τὶς ἁμαρτίες μου ἐνώπιον τοῦ κόσμου.

Αὐτοὶ μὲ ἔχουν μαστιγώσει κάθε φορὰ ποὺ ἐγὼ εἶχα διστάσει νὰ μαστιγωθῶ.

Μὲ ἔχουν βασανίσει κάθε φορὰ ποὺ ἐγὼ εἶχα προσπαθήσει ν᾿ ἀποφύγω τὰ βάσανα.

Αὐτοὶ μὲ ἔχουν ἐπιπλήξει κάθε φορὰ ποὺ ἐγὼ εἶχα κολακεύσει τὸν ἑαυτό μου.

Αὐτοὶ μὲ ἔχουν κτυπήσει κάθε φορὰ ποὺ ἐγὼ εἶχα παραφουσκώσει μὲ ἀλαζονεία.


Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε! Ἀκόμη κι ἐγὼ τοὺς εὐλογῶ καὶ δὲν τοὺς καταριέμαι.

Κάθε φορὰ ποὺ εἶχα κάνει τὸν ἑαυτό μου σοφό, αὐτοὶ μὲ ἀποκάλεσαν ἀνόητο.

Κάθε φορὰ ποὺ εἶχα κάνει τὸν ἑαυτό μου δυνατό, αὐτοὶ μὲ περιγέλασαν σὰν νὰ ἤμουν νᾶνος.

Κάθε φορὰ ποὺ θέλησα νὰ καθοδηγήσω ἄλλους, αὐτοὶ μὲ ἔσπρωξαν στὸ περιθώριο.

Κάθε φορὰ ποὺ εἶχα σκεφθεῖ ὅτι θὰ κοιμόμουν εἰρηνικά, αὐτοὶ μὲ ξύπνησαν ἀπὸ τὸν ὕπνο.

Κάθε φορὰ ποὺ προσπάθησα νὰ κτίσω σπίτι γιὰ μία μακρὰ καὶ ἤρεμη ζωή, αὐτοὶ τὸ κατεδάφισαν καὶ μὲ ἔβγαλαν ἔξω.

Στ᾿ ἀλήθεια οἱ ἐχθροί μου μὲ ἔχουν ἀποσυνδέσει ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἅπλωσαν τὰ χέρια μου στὸ κράσπεδο τοῦ ἱματίου Σου.


Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε!

Πλήθυνέ τους καὶ κάνε τους ἀκόμη πιὸ σκληροὺς ἐναντίον μου.

Ὥστε ἡ καταφυγή μου σὲ σένα νὰ μὴ ἔχει ἐπιστροφή, ὥστε καὶ κάθε ἐλπίδα μου στοὺς ἀνθρώπους νὰ διαλυθεῖ ὡς ἱστὸς ἀράχνης, ὥστε ἀπόλυτη εἰρήνη ν᾿ ἀρχίσει νὰ βασιλεύει στὴν ψυχή μου, ὥστε ἡ καρδιά μου νὰ γίνει ὁ τάφος τῶν δυὸ κακῶν διδύμων μου ἀδελφῶν τῆς ἀλαζονείας καὶ τοῦ θυμοῦ.

Ὥστε νὰ μπορέσω νὰ ἀποθηκεύσω ὅλους τοὺς θησαυρούς μου ἐν οὐρανοῖς, ὥστε νὰ μπορέσω γιὰ πάντα νὰ ἐλευθερωθῶ ἀπὸ τὴν αὐταπάτη, ἡ ὁποία μὲ περιέπλεξε στὸ θανατηφόρο δίχτυ τῆς ἀπατηλῆς ζωῆς.


Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε! Ἀκόμη κι ἐγὼ τοὺς εὐλογῶ καὶ δὲν τοὺς καταριέμαι.

Οἱ ἐχθροὶ μὲ δίδαξαν νὰ μάθω - αὐτὸ ποὺ δύσκολα μαθαίνει κανεὶς - ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἐχθροὺς στὸν κόσμο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Μισεῖ κάποιος τοὺς ἐχθρούς του μόνον ὅταν ἀποτυγχάνει ν᾿ ἀναγνωρίσει ὅτι δὲν εἶναι ἐχθροὶ ἀλλὰ σκληροὶ καὶ ἄσπλαχνοι φίλοι.

Εἶναι πράγματι δύσκολο γιὰ μένα νὰ πῶ ποιὸς μοῦ ἔκανε περισσότερο καλὸ καὶ ποιὸς μοῦ ἔκανε περισσότερο κακὸ στὸν κόσμο- οἱ ἐχθροὶ ἢ οἱ φίλοι;

Γι᾿ αὐτὸ εὐλόγησε, ὦ Κύριε, καὶ τοὺς φίλους μου καὶ τοὺς ἐχθρούς μου...




www.agiazoni.gr

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

Παραμόνεψα


Παππᾶ Λένα .

Παραμόνεψα τόν ἑαυτό μου
καί τόν βρῆκα
νά ἐκπυρσοκροτεῖ-
ὅπλο φονικό-
μέ στόχο την καρδιά μου
μέ τρομερά σαγόνια να καταβροχθίζει
τόν καιρό
νά σέρνεται μέσα στῆς προσευχῆς
τή θλίψη
μέ ὑψωμένη τήν γροθιά
νά φοβερίζει ἄγνωστους θεούς

μέ ἀπεγνωσμένη λύσσα καί νά κλαίει
γιά τόν χαμό μιᾶς πεταλούδας.
Κάποιες φορές φορώντας
διάδημα ἀπ’ ἀστέρια
φτερά
ν’ἀνοίγει σέ οὐρανούς
ἀνείδωτα γλαυκούς
νά ὑπνοβατεῖ π
άνω σέ ρόδα καί μαχαίρια ἀκονισμένα
στούς τάφους τῶν ἐρώτων του νά ὀλολύζει
καί νά χορεύει μές
τά καταγώγια τῶν πόθων,
τόν χορό
τῆς ἄνομης Σαλώμης γεμάτο
ς γύρη καί μοσκοβολιές νά γέρνει
σέ
ἀνθισμένους κήπους τοῦ Μαΐου

καί μέ τό γυάλινο κλειδί τῆς μνήμης νά προσπαθεῖ
νά ξεκλειδώσει τό σεντούκι τῶν παραμυθιῶν.

Παραμόνεψα τον ἑαυτό μου καί τόν
εἶδα
πίσω ἀπό τά τυφλά ὀνόματα,
τίς μαῦρες λάμψεις
πίσω ἀπό τους πικρούς
καθρέφτες τῆς ζωῆς
Ἄγνωστο
, Φοβερό
νά μέ παραμονεύει.



www.agiazoni.gr

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Ὁ Βράχος καὶ τὸ Κῦμα




Βαλαωρίτης Ἀριστοτέλης (Ποιητὴς καὶ Πολιτικὸς ).



«Μερίασε, βράχε, νὰ διαβῶ,» τὸ κῦμ’ ἀνδρειωμένο

λέγει στὴν πέτρα τοῦ γιαλοῦ θολό, μελανιασμένο.

«Μερίασε! Μὲς στὰ στήθη μου, ποὺ ’σαν νεκρὰ καὶ κρύα,

μαῦρος βοριὰς ἐφώλιασε καὶ μαύρη τρικυμία.

Ἀφροὺς δὲν ἔχω γι’ ἅρματα, κούφια βοὴ γι’ ἀντάρα,

ἔχω ποτάμι αἵματα, μ’ ἐθέριεψε ἡ κατάρα

τοῦ κόσμου ποὺ βαρέθηκε, τοῦ κόσμου ποὺ ’πε τώρα,

βράχε, θὰ πέσεις, ἔφτασεν ἡ φοβερή σου ὥρα.

Ὅταν ἐρχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,

καὶ σόγλειφα καὶ σόπλενα τὰ πόδια δουλωμένο,

περήφανα μ’ ἐκοίταζες κ’ ἐφώναζες τοῦ κόσμου

νὰ ἰδεῖ τὴν καταφρόνεση ποὺ πάθαινε ὁ ἀφρός μου.

Κι ἀντὶς ἐγώ, κρυφὰ κρυφά, ἐκεῖ ποὺ σ’ ἐφιλοῦσα,

μέρα καὶ νύχτα σ’ ἔσκαφτα, τὴ σάρκα σου ἐδαγκοῦσα,

καὶ τὴν πληγὴ ποὺ σ’ ἄνοιγα, τὸ λάκκο ποὺ ’θὲ’ κάμω,

μὲ φύκη τὸν ἐπλάκωνα, τὸν ἔκρυβα στὸν ἄμμο.

Σκῦψε νὰ ἰδεῖς τὴ ρίζα σου στῆς θάλασσας τὰ βύθη•

τὰ θέμελά σου τὰ ’φαγα, σ’ ἔκαμα κουφολίθι.

Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ. Τοῦ δούλου τὸ ποδάρι

θὰ σὲ πατήσει στὸ λαιμό... Ἐξύπνησα λιοντάρι!...»



Ὁ βράχος ἐκοιμότουνε. Στὴν καταχνιὰ κρυμμένος,

ἀναίσθητος σοῦ φαίνεται, νεκρὸς σαβανωμένος.

Τοῦ φώτιζαν τὸ μέτωπο, σχισμένο ἀπὸ ρυτίδες,

τοῦ φεγγαριοῦ, ποὺ ’ταν χλωμό, μισόσβηστες ἀχτίδες.

Ὁλόγυρά του ὀνείρατα, κατάρες ἀνεμίζουν,

καὶ στὸν ἀνεμοστρόβιλο φαντάσματ’ ἀρμενίζουν,

καθὼς ἀνεμοδέρνουνε καὶ φτεροθορυβοῦνε

τὴ δυσωδία τοῦ νεκροῦ τὰ ὄρνια ἂν μυριστοῦνε.



Τὸ μούγκρισμα τοῦ κύματος, τὴν ἄσπλαχνη φοβέρα

χίλιες φορὲς τὴν ἄκουσεν ὁ βράχος στὸν αἰθέρα

ν’ ἀντιβοᾶ τρομαχτικά, χωρὶς κἄν νὰ ξυπνήσει.

Καὶ σήμερ’ ἀνατρίχιασε, λὲς θὰ λιγοψυχήσει.



«Κῦμα, τί θέλεις ἀπὸ μὲ καὶ τί μὲ φοβερίζεις;

Ποιὸς εἶσαι σὺ κ’ ἐτόλμησες, ἀντὶ νὰ μὲ δροσίζεις,

ἀντὶ μὲ τὸ τραγοῦδι σου τὸν ὕπνο μου νὰ εὐφραίνεις

καὶ μὲ τὰ κρύα σου νερὰ τὴ φτέρνα μου νὰ πλένεις,

ἐμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ ἀφροὺς στεφανωμένο;...

Ὅποιος κι ἂν εἶσαι, μάθε το: εὔκολα δὲν πεθαίνω.»



«Βράχε, μὲ λὲν ἐκδίκηση. M’ ἐπότισεν ὁ χρόνος

χολὴ καὶ καταφρόνεση. M’ ἀνάθρεψεν ὁ πόνος.

Ἤμουνα δάκρυ μιὰ φορά, καὶ τώρα, κοίταξέ με,

ἔγινα θάλασσα πλατιά. Πέσε, προσκύνησέ με.

Ἐδῶ, μέσα στὰ σπλάχνα μου, βλέπεις δὲν ἔχω φύκη,

σέρνω ἕνα σύγνεφο ψυχές, ἐρμιὰ καὶ καταδίκη.

Ξύπνησε τώρα, σὲ ζητοῦν τοῦ Ἅδη μου τ’ ἀχνάρια...

M’ ἔκαμες ξυλοκρέβατο... M’ ἐφόρτωσες κουφάρια...

Σὲ ξένους μ’ ἔριξες γιαλούς... Τὸ ψυχομάχημά μου

τὸ περιγέλασαν πολλοί, καὶ τὰ πατήματά μου

τὰ φαρμακέψανε κρυφὰ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη...

Μερίασε, βράχε, νὰ διαβῶ, ἐπέρασε ἡ γαλήνη•

καταποτήρας εἶμ’ ἐγώ, ὁ ἄσπονδος ἐχθρός σου,

γίγαντας στέκω ἐμπρός σου.»



Ὁ βράχος ἐβουβάθηκε. Τὸ κῦμα, στὴν ὁρμή του,

ἐκαταπόντισε μεμιᾶς τὸ κούφιο τὸ κορμί του.

Χάνεται μὲς στὴν ἄβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνει

σὰν νὰ ’ταν ἀπὸ χιόνι.

Ἐπάνωθέ του ἐβόγκηξε, γιὰ λίγο ἀγριωμένη,

ἡ θάλασσα κ’ ἐκλείστηκε. Τώρα δὲν ἀπομένει,

στὸν τόπο ποὺ ’ταν τὸ στοιχειό, κανεὶς παρὰ τὸ κῦμα

ποὺ παίζει γαλανόλευκο ἐπάνω ἀπὸ τὸ μνῆμα.



www.agioazoni.gr

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Ὅλη ἡ πλάση ξεφωνίζει



Βγαίνει ὁ ἥλιος κι οἱ σκιὲς
τρέχουν, κάνουνε χαρές.
Γέλια στὰ καμπαναριά,
ἦρθε ἡ Ἄνοιξη, παιδιά!

Νάτος ὁ κορυδαλλὸς
κι ὁ σπουργίτης ὁ μικρός.
Νάτη ἡ τσίχλα ἡ πεταχτή.
Δὲς, φωνὴ καὶ ταραχή!

Μὲς στὰ θάμνα οἱ πουλομάνες
παραβγαίνουν τὶς καμπάνες.
Ἡ παρέα παιχνίδι ἀρχίζει
κι ὅλη ἡ πλάση ξεφωνίζει

Τρέχει καὶ ὁ Μπαρμπαγιάννης
- στὶς χαρὲς του, δὲν τὸν πιάνεις -
κάτω ἀπ᾿ τὴ βελανιδιὰ
μ᾿ ὅλα τὰ μπαρμπαπαιδιά.


Κάθονται καὶ μᾶς κοιτᾶνε,
τὰ κεφάλια τους κουνᾶνε:
«Ἂχ! Τὰ νιάτα πῶς περνᾶνε
κι εἶναι μόνο μιὰ φορά!»
Ἡ παρέα τοὺς τριγυρίζει
κι ὅλη ἡ πλάση ξεφωνίζει.

Μὰ, γιὰ δεῖτε τὸ μικρό!
Δὲ μπορεῖ ἄλλο χορό.
Τὀτε ὁ ἥλιος κατεβαίνει
κι ἡ παρέα κουρασμένη
τὸ παιχνίδι παρατᾶ.

Τρέχουν ὅλα τὰ παιδιὰ
ν᾿ ἀγκαλιάσουν τὴ μαμά τους,
σὰν πουλάκια στὴ φωλιά τους.
Πρῶτο τὸ μικρὸ νυστάζει
κι ὅλη ἡ πλάση σκοτεινιάζει.


William Blake (1757-1827)

www.nektarios.gr

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Εὐαγγελισμός - Ἑλληνισμός



Βαλαωρίτης Ἀριστοτέλης.

Μὲ μιᾶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός, τὰ σύγνεφα μεριάζουν,

οἱ κόσμοι ἐμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.

Μία φλόγα ἀστράφτει... ἀκούονται ψαλμοὶ καὶ μελῳδία...

Πετάει ἕν᾿ ἄστρο... σταματᾶ ἐμπρὸς εἰς τὴ Μαρία...

«Χαῖρε τῆς λέει ἀειπάρθενε, εὐλογημένη χαῖρε!

Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ. Χαῖρε Μαρία, Χαῖρε!»



Ἐπέρασαν χρόνοι πολλοί... Μία μέρα σὰν ἐκείνη

ἀστράφτει πάλι ὁ οὐρανός... Στὴν ἔρμη της τὴν κλίνη

λησμονημένη, ὁλόρφανη, χλωμὴ κι ἀπελπισμένη,

μία κόρη πάντα τήκεται, στενάζει ἁλυσωμένη.

Τὰ σιδερὰ εἶναι ἀτάραγα, σκοτάδι ὁλόγυρά της.

Ἡ καταφρόνια, ἡ δυστυχιὰ σέπουν τὰ κόκαλά της.

Τρέμει μὲ μιᾶς ἡ φυλακὴ καὶ διάπλατη ἡ θυρίδα

φέγγει κι ἀφήνει καὶ περνᾶ ἕν᾿ ἄστρο, μίαν ἀχτίδα.

Ὁ Ἄγγελος ἐστάθηκε, διπλώνει τὰ φτερά του...



«Ξύπνα, ταράζου, μὴ φοβοῦ, χαῖρε, Παρθένε, χαῖρε.

Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ, Ἑλλὰς ἀνάστα, χαῖρε».



Οἱ τοῖχοι εὐθὺς σωριάζονται. Ἡ μαύρ᾿ ἡ πεθαμένη

νοιώθει τὰ πόδια φτερωτά. Στὴ μέση της δεμένη

χτυπάει ἡ σπάθα φοβερή. Τὸ κάθε πάτημά της

ἀνοίγει μνῆμ᾿ ἀχόρταγο. Ρωτᾶ γιὰ τὰ παιδιά της...

Κανεὶς δὲν ἀποκρένεται... Βγαίνει, πετᾶ στὰ ὄρη...

Λιώνουν τὰ χιόνια ὅθε διαβεῖ, ὅθε περάσει ἡ Κόρη.



«Ξυπνᾶτε ἐσεῖς ποὺ κοίτεστε, ξυπνᾶτε ὅσοι κοιμᾶστε,

τὸ θάνατο ὅσοι ἐγεύτητε, τώρα ζωὴ χορτάστε».



Οἱ χρόνοι φεύγουνε, πετοῦν καὶ πάντα ἐκείνη ἡ μέρα

εἶναι γραμμένο ἐκεῖ ψηλὰ νὰ λάμπει στὸν αἰθέρα

μ᾿ ὅλα τὰ κάλλη τ᾿ οὐρανοῦ. Στολίζεται ὅλη ἡ φύση

μὲ χίλια μύρια λούλουδα γιὰ νὰ τὴ χαιρετήσει.

Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθεὶς ἂς μεταλάβει

ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ σεῖς καὶ σεῖς οἱ σκλάβοι,

ὅσοι τὴ δάφνη στὴ καρδιὰ νὰ φέρετε φοβᾶστε,

ἀφορεσμένοι νἆστε.

πηγή:www.agiazoni.gr

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

Για ποια Ελένη;




Πήρα την εντολή και το μήνυμα να μιλήσω για την Ελένη

Για ποια Ελένη;

Της ηδονής και του κέρδους ή της ψυχής και των καθαρμών της;

Την αναπολώ τις ασέληνες νύχτες με τη ματιά μεσουράνια

προς τ' αστέρι της Αφροδίτης

Άνοιξη ήταν που σάλπαρε με τα ιστία ανοιχτά σαν ιμάτια γύρω

από το κορμί της

Δέκα χρόνια πίσω απ' τα τείχη κι εκεί έγκλειστη για αιώνες

Χανούμ της Ανατολής κι από κάτω

Mater dolorosa δεσπόζουσα πίσω απ' τις ουρανίες των θόλων

του σκιερού Βυζαντίου

Με τ' αρχικά της εγχάρακτα σ' όλα τα στήθη των σταυροφόρων

Το ΕΛ του ΕΛέπτολις και το ΕΛ του ΕΛέους, το ΕΛ του ΕΛελεύ

και του ΕΛντοράντο

Απ' τη Δέσποινα των θηρών ώς τις δεσποσύνες των πόλεων

τι ανατροπές εδώ κάτω!

Σαδομαζοχισμοί ολονύκτιοι σεληνιασμοί υπό το λυκόφως

Κι ολοταχώς προς τα πίσω

Στο μπιγκ-μπαγκ τ' ανδρογύναιου... Εγώ κατασκότεινη ύλη

Κι εκείνη σκοτεινότερη ενέργεια να με διασχίζει το φως της

Απ' τα καθημερινά δρομολόγια ώς την περιφορά μου στο σύμπαν

Πυρ απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα

γη και πρηστήρ χρησμοσύνη και κόρος, τα πάντα

το πυρ επελθόν

καταλήψεται

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ


www.avgi.gr

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

τὸ φῶς στὰ μάτια μου



Δὲν εἶμαι ἐγὼ ποὺ τὴ ζωή σου

ᾖρθα σὰν ἥλιος νὰ φωτίσω:
τὸ φῶς στὰ μάτια μου
ποὺ λάμπει δικό σου
-καὶ σ᾿τὸ στέλνω πίσω!

Τοῦ μαγικοῦ τοῦ κόσμου
ἂν ἔχω ἀνοίξει διάπλατη τὴ θήρα,
τὸ μυστικὸ χρυσὸ κλειδί της
ἀπὸ τὸ χέρι σου τὸ πῆρα.

Κι ἂν ἀπ᾿ τὰ βάθη ἑνὸς ληθάργου
βγῆκα, σ᾿ ἐσένα τὸ χρωστάω,
σ᾿ ἐσένα τοὺς χυμοὺς ποὺ νοιώθω,
τὴ νέα γλῶσσα ποὺ μιλάω!

Κώστας Ουράνης

www.nektarios.gr

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Εἰς τὴν Χριστοῦ γέννησιν.


Ὁ τῆς δικαιοσύνης ἀνέτειλε σήμερον ἥλιος,
καὶ τὸν πρὶν ἀνατέλλοντα ἐκάλυψεν·
ἐλυτρώθην τοῦ σκότους, καὶ οὐ φέρω τὰς ἀκτῖνας·
ἐτέχθη μοι πάλιν τὸ φῶς, καὶ ἀμαυροῦμαι τῷ φόβῳ·
τὸν τόκον ἀγάλλομαι, καὶ τὸν τρόπον ταράττομαι·
νέαν πηγὴν προϊοῦσαν ὁρῶ, καὶ ἀρχαίαν πληγὴν φεύγουσαν· βρέφος εἶδον τικτόμενον, καὶ οὐρανὸν κλινόμενον εἰς τὴν τούτου προσκύνησιν·
μητέρα τίκτουσαν, καὶ μήτραν μὴ ἀνοίγουσαν·
παιδίον τὴν ἰδίαν σφραγίζον κύησιν·
γεννήτορα ἄνανδρον, καὶ υἱὸν ἀπάτορα·
σωτῆρα τικτόμενον, καὶ ἀστέρα κτιζόμενον·
σπαργανούμενον νήπιον, καὶ βαστάζων τὴν ἄπειρον·
φάτνην ἐκτυπουμένην εἰς θρόνον ἐπουράνιον, καὶ κτήνη ἀπεικάζοντα χερουβικὴν παράστασιν·
φωστῆρα φαινόμενον, καὶ τὸ θαῦμα φθεγγόμενον·
ἀγγέλους προαναγγέλλοντας, καὶ ποιμένας προφητεύοντας·
μάγους θεολογοῦντας, καὶ ἱερεῖς θεομαχοῦντας·
Ἡρώδην πίπτοντα, καὶ θάνατον θρηνούμενον·
τὸν Ἀδὰμ λυόμενον, τὴν Εὔαν χαίρουσαν, καὶ τὸν ὄφιν πενθοῦντα·
αἰχμαλώτους ἐν ἀφέσει γενομένους, καὶ τυράννους ἐν κολάσει·
βρέφος γαλουχούμενον, καὶ τρέφοντα τὴν τρέφουσαν·
χερσὶ περιφερόμενον, καὶ φέροντα τὴν φέρουσαν·
τὴν κτίσιν ἐπιγνοῦσαν, καὶ τὴν φύσιν δειλιῶσαν.
Ὅθεν κἀγὼ ἐξίσταμαι τῷ θαύματι, τρέμων τὸ μυστήριον.
Θαῤῥήσω τῷ Γαβριὴλ, καὶ φυγαδεύω μου τὸν φόβον.

Τὰ πρὸς Μαρίαν ῥήματα, ἑρμηνεύοντα θαύματα.
Ποῖα ταῦτα; Καί φησι·
Χαῖρε, κεχαριτωμένη, οὐρανίου στάχυος ἀθέριστος ἄρουρα·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἀληθινῆς ἀμπέλου ἀψευδὴς μήτηρ παρθένος·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἀτρέπτου θεότητος σαγήνη ἀδιάπτωτος·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, τῆς ἀχωρήτου φύσεως χωρίον εὐρύχωρον·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, τοῦ χηρεύοντος κόσμου νυμφίε, τόκε ἀμίαντε·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ τῇ κτίσει ὑφάνασα ἀχειρόπλοκον στέφανον·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, πυρὸς ἅγιον οἰκητήριον,
χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ τῆς φυγάδος οἰκουμένης ἐπάνοδος·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, τῆς λιμωττούσης κτίσεως ταμιεῖον ἀδαπάνητον·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ χάρις ἡ ἀπέραντος τῆς ἁγίας παρθένου·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, πολλῶν ἀρετῶν κεκοσμημένη λαμπαδηφόρε, τὸ ἄσβεστον καὶ τοῦ ἡλίου λαμπρότερον φῶς·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, τοῦ νοητοῦ ἀγκίστρου τὸ δέλεαρ·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, νοερὰ τῆς δόξης κιβωτέ·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ στάμνος ἡ χρυσῆ, ἡ τὸ οὐράνιον ἔχουσα μάννα·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ τὴν γλυκεῖαν πόσιν τῆς ἀεννάου πηγῆς τοὺς διψῶντας ἐμπλήσασα·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ νοερὰ θάλασσα, καὶ τὸν οὐράνιον ἔχουσα μαργαρίτην Χριστόν·
χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ λαμπρὸς οὐρανὸς, ἡ τὸν ἀχώρητον ἐν οὐρανοῖς ἐν ἑαυτῇ ἔχουσα Θεὸν ἀχώρητον καὶ ἀστενοχώρητον·
χαῖρε κεχαριτωμένη, στυλοειδὴς νεφέλη, ἡ τὸν Θεὸν ἔχουσα τὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ καθοδηγήσαντα τὸν Ἰσραήλ.

Τί εἴπω καὶ τί λαλήσω; πῶς μακαρίζω τὴν ὁλόῤῥιζον δόξαν;
Ὅτι, χωρὶς Θεοῦ μόνου, πάντων ἀνωτέρα ὑπάρχεις.
Ἡ δὲ ἐπὶ τῷ λόγῳ διεταράχθη, καὶ τῷ βλέμματι φεύγουσα, τῷ σώματι ἵσταται, σταυροτύπῳ ἱστορίᾳ τυποῦσα τὴν θέαν, ἀμφιβόλοις δὲ προπαρίστατο τῷ ἀγγέλῳ, μήτε φυγεῖν τολμῶσα, μήτε ἵστασθαι θαῤῥοῦσα.
Ὁρῶσα τὸν ἀσώματον ἱστάμενον ὡς ἄνθρωπον, παραμένειν ᾐδεῖτο, τιμῶσα τὴν παρθενίαν· ἐρωτᾷν οὐκ ἐτόλμα τὸν ἀνόμοιον.
Καὶ ἦν τὸ φόβῳ ἔσοπτρον τῆς παρθένου προελθοῦσα τὸ πρόσωπον, λέγουσα ἐν ἑαυτῇ, Ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος; ἢ τίς ὁ ἀσπασάμενός με;
Ὑπεραστράπτει ἥλιον, καὶ πηλῷ διαλέγεται· ἐξ οὐρανοῦ κατέδραμε, καὶ κόρην ἀσπάζεται· οὐ περιβέβληται σῶμα, καὶ γυναικὶ παρίσταται, ὡς ποσὶ ταῖς πτέρυξι περιπατῶν ἐπὶ τῆς γῆς.
Τί ζητεῖ πρὸς τὴν ἐκ γῆς; ἄγγελός μοι φαίνεται, καὶ ὡς ἄνθρωπος φθέγγεται· ἐξ ἀσωμάτων ἁγίων φωνή μοι προβάλλεται· φωστῆρος φωτεινότερον κεκαλλώπισται πρόσωπον· χιτῶνα προβέβληται· νεανίσκον ὁρῶ σάρκα μὴ περικείμενον, πατοῦντα τὸ ἔδαφος, καὶ ἴχνος μὴ ζωγραφοῦντα· γλῶσσαν μὴ κεκτημένον, καὶ τὸ Χαῖρέ μοι κεκραγότα· χείλη μὴ σαλεύοντα, καὶ χαίρειν μοι προφητεύοντα.
Οὐκ οἶδα τί λογίσωμαι τὴν ἔμφρικτον ὀπτασίαν.
Εἰ τὸν πεμφθέντα οὐ νοῶ, πῶς γνώσομαι τὸν πέμψαντα; εἰ ὁ μηνύων φοβερὸς, ὁ μηνυθεὶς φοβερώτερος· εἰ οὕτως ἀπαστράπτων ἐμαύρωσέ μου τὸν νοῦν, ποίῳ σώματι κρύψω δικαιοσύνης τὸν ἥλιον; εἰ τὸ κτίσμα θροεῖ με, πῶς ἐνέγκω τὸν κτίσαντα; εἰ τὸν δοῦλον ἐπτόημαι, τὸν Δεσπότην πῶς τέξομαι;
Εἶπε δὲ αὐτῇ ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ.

Οὐ σκελίζῃ ὥσπερ ἡ Εὔα·
ἐξ ἐκείνης ὁ θάνατος, ἐκ δὲ σοῦ ζωὴ ἀθάνατος·
ἐξ ἐκείνης καρπὸς νεκρώσεως, ἐκ δὲ σοῦ καρπὸς ζωοποιός·
ἐξ ἐκείνης ἀπάτη, ἐκ δὲ σοῦ ἀγάπη·
ἐξ ἐκείνης τοῖς ἀνθρώποις ὁ τοῦ Θεοῦ χωρισμὸς, ἐκ δὲ σοῦ Θεοῦ καὶ σαρκὸς συμπλοκὴ ἀνερμήνευτος·
ἐξ ἐκείνης ὁ σκοτεινὸς ὕπνος τοῦ ᾅδου, ἐκ σοῦ φωτεινὸς λύχνος τοῦ κόσμου·
ἐξ ἐκείνης κατάρα, ἐκ δὲ σοῦ εὐλογία·
ἐξ ἐκείνης ἡ ἀπόφασις, ἐκ δὲ σοῦ ἡ συγχώρησις·
ἐξ ἐκείνης ἡ θλῖψις, ἐκ δὲ σοῦ ἡ πίστις·
ἐξ ἐκείνης τὰ δάκρυα, ἐκ δὲ σοῦ ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος·
ἐξ ἐκείνης οἱ ἱδρῶτες, ἐκ δὲ σοῦ ἡ ἀνάπαυσις·
ἐξ ἐκείνης ἡ ἀρχαία πληγὴ, ἐκ δὲ σοῦ Τριάδος ζωή·
ἐξ ἐκείνης μισαδελφία, ἐκ δὲ σοῦ φιλανθρωπία·
ἐξ ἐκείνης κατακλυσμὸς, ἐκ δὲ σοῦ λουτρὸν ἀθανασίας·
ἐξ ἐκείνης οἱ φονεῖς, ἐκ δὲ σοῦ ἀναγέννησις·
ἐξ ἐκείνης ζώντων σφαγαὶ, ἐκ δὲ σοῦ ἡ νεκρῶν ἔγερσις·
ἐξ ἐκείνης δωδεκάφυλον μισητὸν, ἐκ δὲ σοῦ δώδεκα ἀπόστολοι ἀγάπῃ συνηνωμένοι·
ἐξ ἐκείνης ὁ θάνατος τὸν κόσμον διατρέχων, εἰς σὲ δὲ προσκόψας πεσεῖται·
ἐξ ἐκείνης τὸ πτῶμα, ἐκ δὲ σοῦ ἡ ἀνάστασις.
Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ·
εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ.
Καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ τὸν ἐν Πατρὶ καὶ ἐν σαρκί·
καὶ τέξῃ υἱὸν τοῦ Ἀδὰμ ἀρχαιότερον,
τέξῃ υἱὸν ἐμοῦ παλαιότερον,
τέξῃ υἱὸν οὐρανοῦ ὑψηλότερον,
τέξῃ υἱὸν τῶν Χερουβὶμ ἀνώτερον,
τέξῃ υἱὸν τῶν αἰώνων δημιουργὸν,
τέξῃ υἱὸν συνάναρχον τῷ Πατρὶ,
τέξῃ υἱὸν συναΐδιον τῷ Πνεύματι,
τέξῃ υἱὸν, οὗ τὰ πάντα ὑπάρχει,
τέξῃ υἱὸν, ὃν ἡμεῖς μὴ καθορῶμεν,
τέξῃ υἱὸν, οὗ ἡ μορφὴ λανθάνει με,
τέξῃ υἱὸν ᾧ παρίσταμαι ἔντρομος.
Καὶ ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτὴν, καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, ὃν οὐκ ἐφύτευσεν ἀνήρ· ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς, ὃν οὐκ ἐβάστασε πατήρ· ἔτεκε τὸν στάχυν, ὃν οὐκ ἔσπειρε σῶμα· ἔτεκε δημιουργὸν γενόμενον ἄνθρωπον· ἔτεκεν ἐν σπηλαίῳ, καὶ ἐν Περσίδι ἐφάνη.
Τοῦ γὰρ Χριστοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, ἰδοὺ, μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες.

Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;
Ποῦ ἐστιν ὁ μὴ σπαρεὶς καὶ τεχθείς; ὁ πρὸ ἑαυτοῦ τὸν ἑαυτοῦ ἀποστείλας ἀστέρα;
ποῦ ἐστιν ὁ διὰ ξένης ἀκτῖνος ἕλκων ἡμᾶς πρὸς φῶς ἀγνοούμενον;
ποῦ ἐστιν ὁ ἀμετρήτῳ παλάμῃ τειχίζων τὴν οἰκουμένην;
ποῦ ἐστιν ὁ πανταχοῦ φαινόμενος, καὶ ἐν σαρκὶ κρυπτόμενος;
ποῦ ἐστιν ὁ λύσας ἡμᾶς τῆς πλάνης, καὶ ὁδηγῶν πρὸς τὴν χάριν;
ποῦ ἐστιν ὁ φανεὶς ὑπὸ τὴν δρῦν εἰς τριάδα ἀγγέλων;
ποῦ ἐστιν ὁ τὴν βάτον μὴ φλέξας, καὶ τὴν μητέρα μὴ φθείρας;
ποῦ ἐστιν ὁ ἐκ Πατρὸς, μὴ ὁρώμενος, καὶ μητρὸς κατεχόμενος;
ποῦ ἐστιν ὁ ξηράνας τὴν ἐρυθρὰν θάλασσαν, καὶ γάλα ποτιζόμενος;
ποῦ ἐστιν ὁ πατάξας τὸν Φαραὼ, καὶ Ἡρώδην κρυπτόμενος;
ποῦ ἐστιν ὁ τὸν δράκοντα δύσας, καὶ ἐν σπαργάνοις κείμενος;
ποῦ ἐστιν ὃν οὐκ εἶδον ἀρχάγγελοι, καὶ θεωροῦσιν ἄνθρωποι;
Καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ, ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ, προῆγεν αὐτοὺς, ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω, οὗ ἦν τὸ παιδίον· καὶ προσκυνήσαντες, προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν. Καὶ χρηματισθέντες μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρώδην, δι' ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν.

Τῷ δὲ γεννηθέντι Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν ὑμνῶμεν,
καὶ δοξάζωμεν,
ἅμα τῷ αὐτοῦ Πατρὶ σὺν τῷ ἁγίῳ Πνεύματι,
νῦν καὶ ἀεὶ, εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἀμήν.

πηγή:www.imka.gr