Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Τὸ μέλος τῆς Μ. Ἑβδομάδος κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη


Ἀνδριόπουλος Παναγιώτης

 



Τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ ὁ ὑμνωδός, ἐκστατικὸς πρὸ τοῦ μεγαλείου τῆς θυσίας τοῦ Θεανθρώπου, ἀναφωνεῖ: «Ποῖα ἄσματα μέλψω τῇ σῇ ἐξόδῳ, οἰκτίρμον;» Ἡ ποίηση καὶ ἡ μουσική της Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι σίγουρα ἡ κορύφωση τῆς Ὀρθόδοξης Ὑμνογραφίας, ποὺ προσφέρει στὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα βιώσεως τῆς σιωπῆς, τὴ δυνατότητα βιώσεως τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνακεφαλαίωσης τῆς σωτηρίας ἀνθρώπου καὶ κόσμου, μέσα ἀπὸ τὴ λατρεία. Τὸ «σήμερον» τῆς θείας λατρείας, «σήμερον ὁ Χριστός παραγίνεται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ φαρισαίου», «σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου», «τὴν σήμερον μυστικῶς ὁ μέγας Μωϋσῆς προδιετυποῦτο», αὐτὴ ἡ ἀμεσότητα, ἡ παροντοποίηση τῶν σωτηριωδῶν γεγονότων ποὺ συνδέονται μὲ τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ, πραγματοποιεῖται μὲ τὰ δρώμενα ποὺ προβλέπονται ἀπὸ τὸ Τυπικὸ τῆς Ἐκκλησίας - λιτάνευση τῆς εἰκόνας τοῦ Νυμφίου, τοῦ Σταυροῦ, τοῦ Ἐπιταφίου - ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ βασικότερο μέσον της ἐκκλησιαστικῆς μας λατρείας, τὸν λόγο τοῦ ὕμνου, καὶ τὸ μουσικὸ ἔνδυμά του. Ὁ θεολογικὸς καὶ πατερικὸς λόγος, γίνεται ποιητικός, γίνεται φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας, περιβεβλημένος, μάλιστα, τὸ ἑλκυστικὸ ἔνδυμα τῆς μελωδίας.


Ἡ μελωδία ὑπάρχει γιὰ τὸν Λόγο, καὶ ὄχι ὡς αὐθυπόστατο καλλιτεχνικὸ μέσο. Σκοπός της δὲν εἶναι ἡ τέρψη ἢ ἡ συναισθηματικὴ διέγερση - τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα ἰδιαίτερα ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος τοῦ συναισθηματισμοῦ - ἀλλὰ ἡ ὑποβοήθηση τοῦ λόγου νὰ διεισδύσει στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεως, δημιουργώντας διάθεση προσευχητική, κατάνυξη καὶ αὐτομεμψία. Δὲν εἶναι μουσικὴ ἀκροάματος, ἀλλὰ λειτουργική. Διακονεῖ τὸ μυστήριο του ἔνσαρκου Λόγου, ἐπενδύοντας τὸν θεολογικὸ λόγο, γιὰ νὰ μπορεῖ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας νὰ «πλέκει» στὸν Θεὸ Λόγο «ἐκ λόγων μελωδίαν». Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν βρῆκαν στὴν Ὀρθόδοξη Λατρεία ποτὲ θέση τὰ μουσικὰ ὄργανα. Στὴν Ἐκκλησία, «ὄργανο» γλυκύφθογγο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται ὁ πιστός, μὲ τὴν καθαρὴ καρδιά του. «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ψαλτήριον γενόμενος», ὅπως λέει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Ἀλλὰ οὔτε καὶ ἄλλες νεωτερίζουσες μορφὲς ἀποδόσεως τῶν ὕμνων ἔχουν θέση στὴν Ὀρθόδοξη Λατρεία.


Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ἐραστὴς τῆς γνήσιας Βυζαντινῆς μουσικῆς, προβαίνει σὲ διάφορα ἔργα του (ἄρθρα, διηγήματα, «ἀποσπάσματα σκέψεων») στὴν διατύπωση καίριων παρατηρήσεων γιὰ τὰ μέλος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος.


Στὰ 1893 ἔγραψε σὲ ἀθηναϊκὴ ἐφημερίδα γιὰ τὸ περιώνυμο τροπάριο τῆς Κασσιανῆς: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή...»:


«...Ὅσῳ λαμπρὸν καὶ ὑψηλὸν ἀπὸ ἄποψιν ποιήσεως, τοσούτῳ περιπαθές κ᾿ ἐν σεμνότητι εὔστροφον ὑπὸ ἔποψιν μέλους. Μέλος δ᾿ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὸ Βυζαντινόν, διότι ἡ ποίησις καὶ ὁ ρυθμὸς αὐτὸς τοῦ τροπαρίου, ὡς καὶ ὅλων τῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἔχει τονισθεῖ ὑπὸ ἀρχαιοτάτου μουσικοσυνθέτου, συνδυάσαντος τὸν ρυθμὸν τῶν στίχων μὲ τοῦ μέλους τὴν ἀφελῆ χάριν. Δὲν χωρεῖ λοιπὸν εἰς ταῦτα οὐδεὶς νεωτερισμός, οὐδεμία καινοτομία τετραφωνική ἢ πολυφωνία, ὡς τὴν σήμερον ἀποπειρῶνται τοῦτο καινοτόμοι τινές. Δέν εἶνε δυνατόν νά τονίσῃ τις σήμερον αὐτὸ καλλίτερον ἢ ὁ ποιητὴς τοῦ τροπαρίου ὁ καὶ μελοποιὸς τυγχάνων. Ὥστε κατὰ τὰς ἡμέρας τουλάχιστον ταύτας ἄφετε τὴν μονοφωνίαν τῆς Βυζαντινῆς καὶ μὴ μιγνύετε ἐν αὐτῇ ξενισμούς, οἵτινες δὲν εἶνε ἄλλο παρά αὐτόχρημα βεβήλωσις τοῦ ἁγνοῦ θρησκευτικοῦ Βυζαντινοῦ μέλους...»


Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα εἶναι ἴσως ἡ σημαντικότερη περίοδος τοῦ Λειτουργικοῦ ἔτους. Τὰ σωτηριώδη γεγονότα εἶναι φρικτά. Οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας ὁδηγοῦν τοὺς πιστοὺς σὲ κατάνυξη καὶ συντριβή. Γι᾿ αὐτὸ τὸ μέλος πρέπει νὰ εἶναι σεμνοπρεπές, λιτό, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ δυναμικό, ὥστε νὰ δεσπόζει μέσα στὴ λατρεία. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι πολλὰ μέλη τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος φέρουν, στὰ μουσικὰ χειρόγραφα, τὴν ἔνδειξη «μέλος ἀρχαῖον». Κι αὐτὸ τὸ μέλος μᾶς πάει πολὺ πίσω καὶ μᾶς συνδέει μὲ ἤχους κι ἐποχὲς βυζαντινὲς καί, γιατί ὄχι, ἴσως καὶ πρωτοχριστιανικές, καθὼς πολλὰ στοιχεῖα τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας διασώζονται μέχρι σήμερα στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὅπως π.χ. τὰ ἀντίφωνα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.


Στηριζόμενος ὁ Σκιαθίτης στὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ μουσική μας παράδοση ὑποστηρίζει ὅτι σὲ κάθε ἀρχαία καὶ σεμνὴ μουσικὴ «τό μέλος ἀνάσσει, ὁ δὲ ρυθμός ὑπουργεῖ». Ὁ Παπαδιαμάντης περιγράφει μὲ ἔνθεο ζῆλο τὴν μοναδικότητα τῆς Ἀκολουθίας τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς:


«...Ἀλλὰ μετὰ προσοχῆς κατόπιν παρακολουθήσατε τοὺς ἀπαραμίλλους τῶν μελῳδῶν ὕμνους ψαλλομένους ἐξόχως κατανυκτικά, οἵτινες καὶ ὡς ποίησις καὶ ὡς μέλος θὰ παραμείνωσιν ἐσαεὶ ἀθάνατα μνημεῖα τῆς Βυζαντίδος μούσης. Ἡ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἀκολουθία εἶνε ἡ μόνη ἥτις περιλαμβάνει τόσην ποικιλίαν τροπαρίων ἁρμονικῶς καὶ μετὰ σπανίας χάριτος ἐναλλασσομένων τῶν ὀκτὼ ἤχων, οἵτινες ὅλοι ἀπόψε ψάλλουσιν ἐκθάμβως καὶ ἐπηρμένως ὑπὲρ τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς τὸν πειστικώτερον τῶν ρητορικῶν λόγων. Τὰ λεγόμενα Ἀντίφωνα σεμνοπρεπῆ καὶ κατανύττοντα, ἀναφερόμενα δὲ εἰς τὰ Πάθη τοῦ Σωτῆρος καθιστῶσι μελωδικωτάτην καὶ λίαν ἐπαγωγόν τὴν ἀκολουθίαν ταύτην, δεξιώτατα ποικίλλοντα εἰς ρυθμούς καὶ ἤχους καὶ μεταπίπτοντα ἐν μαγευτικῇ ἀντιθέσει ἀπὸ τοῦ χρωματικοῦ εἰς τὸ διατονικόν.


Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἐξοχωτέρου τῶν τροπαρίων «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου» ψάλλονται εἰς φαιδρόν ἦχον δ´ οἱ Μακαρισμοί, διότι ἐν τούτοις μεγάλην χαράν αἰσθανόμενος ὁ μελωδός, χαίρει ὅτι διὰ τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων ἐσώθη ὁ ἄνθρωπος καὶ μετ᾿ εὐφροσύνης ἀνακράζει: «Ἐσταυρώθης δι᾿ ἐμέ, ἵνα ἐμοὶ πηγάσης τὴν ἄφεσιν, ἐλογχεύθης τὴν πλευράν, ἵνα κρουνοὺς ἀφέσεως ἀναβλύσῃς μοι».


Οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας, διακρίνονται γιὰ τὴν ἔξαρση τὴν κατανυκτική, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν σεμνὴ μεγαλοπρέπειά τους. Οἱ ὕμνοι τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι γλυκεῖς, χωρὶς νὰ διέπονται ἀπὸ ὁποιονδήποτε συναισθηματισμό, εἶναι ἀβίαστοι ρυθμοῦ καὶ μέλους, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι δὲν ἀπαιτοῦν τὴν δέουσα προσοχὴ ἀπὸ τοὺς ψάλτες, εἶναι περιπαθεῖς, χωρὶς βέβαια νὰ ἐξάπτουν τὰ γήινα πάθη, ἀλλὰ νὰ διεγείρουν πρὸς πόθον τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ποιητικότατοι, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶναι θεόπνευστοι.


Ὁ Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζει τοὺς ὕμνους τοῦ Ἐπιταφίου ὡς «παθητικά ἄσματα». Ἀκριβῶς διότι βιώνει τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου: «ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται». Καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο πάσχει καὶ ἡ φύσις «ἐν Σταυρῷ καθορῶσα τόν Κύριον». Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη τὴν ὥρα τοῦ Ἐπιταφίου «καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπαναλάμβανε «οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!»


Ἐξαιρετικὰ σημαντικὲς εἶναι καὶ οἱ παρατηρήσεις τοῦ Παπαδιαμάντη γιὰ τὸν τρόπο τῆς ἐμμελοῦς ἀπαγγελίας τῶν ἀναγνωσμάτων ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ψάλτες. Στὸ θέμα αὐτὸ σήμερα παρατηρεῖται μεγάλη ἀκαταστασία καὶ σύγχυση λόγω ἄγνοιας ἢ ἐπιδειξιομανίας. Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι πεπεισμένος ὅτι διὰ τοῦ λογαοιδικοῦ τρόπου τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, «κατέστησαν γνωριμώτερα εἰς τὰς ἀκοάς καὶ τὰ λόγια τῶν θείων Εὐαγγελίων, ὡς καὶ τοῦ Ἀποστόλου. Ὁ λογαοιδικὸς οὗτος τρόπος τῆς ἀπαγγελίας, εἶναι ἀρχαιότατος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ εἶναι γνησίως Ἑλληνικός, ὅπως φαίνεται καὶ εἰς τὰ παλαιὰ δράματα.


Ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἀπαγγελίας, διὰ τῆς παρατάσεως ὅλων μὲν τῶν συλλαβῶν, ἀλλὰ μάλιστα τῆς καταλήξεως ἑκάστης περιόδου ἢ ἑκάστου κώλου, σημαίνει καὶ μιμεῖται τὸ κήρυγμα, ἤτοι τὴν φωνὴν τοῦ κήρυκος, καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, «κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει».


Ἐθίζεται δὲ ν᾿ ἀπαγγέληται ὁ μέν Ἀπόστολος μετά τινος ποικιλίας τόνων καὶ φθόγγων, τὸ δὲ Εὐαγγέλιον ἁπλούστερον καὶ ὅλως ἀπερίττως».


Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παπαδιαμάντη ἐμφανίσθηκαν κάποιοι «καινοτόμοι» ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι «κατήργησαν αὐθαιρέτως τόν λογαοιδικὸν τρόπον καὶ ἀπαγγέλλουσιν τὰς περικοπὰς τῶν θείων ρημάτων δι᾿ ἁπλῆς ἀναγνώσεως. Εἰς τοὺς τοιούτους ἱερεῖς πρέπει ν᾿ ἀπαγορευθῇ ἁρμοδίως ἡ καινοτομία αὕτη».


Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη πρωτοτυπία στὶς τέχνες τῆς Ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, στὶς λειτουργικὲς τέχνες, σημαίνει νὰ μένει κανεὶς πιστὸς στοὺς πρώτους τύπους τῆς τέχνης αὐτῆς. Ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη ἔχει ἕνα παραδεδεγμένο τύπο, τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ παραβεῖ «ἀποινεί», ἀφοῦ, «ρητῶς ἀπαγορεύεται πᾶσα καινοτομία εἴτε εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικὴν καὶ γραφικὴν καὶ τὴν λοιπὴν τῶν ναῶν διακόσμησιν, εἴτε εἰς τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ἄλλην λατρείαν».


Ὁ λόγος τοῦ κύρ-Ἀλέξανδρου, κατὰ τὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, εἶναι πατερικὸς καὶ προτρεπτικός. Καὶ σήμερα ἐπίκαιρος καὶ οὐσιαστικός: «...Ἀς ἀρθῶμεν ἀπὸ τῆς σήμερον ὑπὸ τῶν θείων τοῦ Νυμφίου μολπῶν ὑπὲρ τὸ ὑλιστικὸν πεδίον, ἐφ᾿ οὗ τὸν λοιπὸν βιοῦμεν χρόνον, καὶ κατανυσσόμενοι καὶ ἑνοῦντες τὴν φωνὴν τῆς ψυχῆς μας εἰς τοὺς λυρικοὺς τῆς Ἐκκλησίας ὕμνους τοὺς κατακηλοῦντας ἡμᾶς διὰ τῆς γλυκυτάτης βυζαντινῆς μούσας των, ἂς ἐνωτισθῶμεν τὴν μελαγχολικὴν κ᾿ ἐμπνέουσαν ἀκολουθίαν τοῦ Νυμφίου, ἐπιλαθόμενοι τοῦ γηΐνου κόσμου καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ συναδελφούμενοι.


Εἰσέλθωμεν εἰς τοὺς ναούς καὶ ἴδωμεν ἄλλον κόσμον, κόσμον Οὐράνιον. Ἑνωθῶμεν τοὐλάχιστον πνευματικῶς ἐκεῖ εἰς τὰς Ἐκκλησίας, γινόμενοι ὅλοι ἀδελφοί, ὅλοι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἐκεῖ πρό τοῦ θυσιαστηρίου ἂς σιγήσουν τά πάθη, καὶ ἂς ὁμιλήσῃ ἡ καρδία, καὶ ἂς ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως...».


www.agiazoni.gr

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Ὁ ἀβασκαμὸς τοῦ Ἀγᾶ





Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος



Ὅμοιον μὲ νεκρικὸν κρανίον ἀρτίως ἐκταφέντος σκελετοῦ, μὲ τὰς κόγχας κενὰς ὀφθαλμῶν, μὲ τὴν μύτην φαγωμένην, φοβερὸν θέαμα, σκέλεθρον γυμνὸν καὶ παγωμένον φαντάζει ἀπὸ μακρὰν τὸ μικρὸν τζαμίον τοῦ ἐρημωμένου χωρίου. Ἔχει μόνον μίαν θυρίδα χαμηλήν, καταχωσμένην, χωρὶς θυρόφυλλα, εἰς τὸ μέσον, καὶ δύο χαλασμένα παράθυρα ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Ὑψηλά, ἀπὸ τὸ Μπαρμπεράκι, τὸ περίφαντον ὕψωμα, ὅπου ξυρίζει πανταχόθεν τὸ πρόσωπον ὁ ἄνεμος, ἐξ ἀνατολῶν καὶ βοῤῥᾶ καὶ δυσμῶν, καὶ ὁπόθεν ἁπλοῦται ἀχανὴς ἡ θέα εἰς τὸ κυανοῦν, μαρμαῖρον πέλαγος, καὶ εἰς τὴν ἀπελεύθερον τῆς Θεσσαλίας γῆν, καὶ εἰς τὰ σκλαβωμένα χώματα τῆς Κασσάνδρας, ἐκεῖθεν φαίνεται τὸ ἔρημον χωρίον, τὸ κτισμένον ποτὲ ἐπὶ θαλασσοπλήκτου βράχου ὑψηλοῦ, φαίνεται καὶ τὸ ἄχαρον τζαμίον, μὲ τὰς δύο στρογγυλὰς τρύπας του ἔνθεν καὶ ἔνθεν, καὶ μὲ τὴν μεγάλην μακρουλὴν τρύπαν του, εἰς τὸ μέσον· καὶ δίπλα του προκύπτει ὑψηλὸν τὸ κονάκι, μὲ τρεῖς τοίχους ἀκόμη ὀρθούς, μὲ τὴν στέγην πεσμένην κάτω, λείψανα παρελθόντων αἰώνων. Καὶ σκιαὶ περιφοιτῶσιν ἀκόμη τριγύρω ἐκεῖ, καὶ παλαιαὶ ἀναμνήσεις ζωντανεύουν, καὶ φαντάσματα εἰς τὴν ἐρημίαν θρηνοῦν, καὶ ὁ Βοῤῥᾶς συρίζει ἀνηλεὴς εἰς τὰ ἐρείπια τὰ μαυρισμένα, καὶ εἰς τὰ δένδρα τὰ κυρτωμένα κατὰ τὴν ῥάχιν τοῦ βουνοῦ, ὡς ὁδοιπόροι σκυφτοί, ἀσθμαίνοντες εἰς τὸν ἀνήφορον.

Ὅταν δύο ἢ τρεῖς φορὰς τὸν χρόνον, ἀπὸ τὴν ἄλλην ἄκρην τοῦ νησιοῦ, τὴν μεσημβρινήν, ἔλθωσιν ἄνθρωποι νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸ ἔρημον χωρίον, καὶ αἱ γυναῖκες διασπαρῶσιν ἀνὰ τὰ ἐρείπια, βαίνουσαι ἀπὸ ἀγριοσυκῆς εἰς ἀγριοσυκῆν, ψάχνουσαι νὰ εὕρουν ἐρινὸν ὥριμον, διὰ νὰ βάλουν εἰς τὰ ἥμερα σῦκα τοῦ κάμπου, καὶ τὰ παιδία ὅσα ἔτρεξαν κατόπιν των εἰς τὴν ἐκδρομήν, οἱ μοσχομάγκες τοῦ τωρινοῦ καιροῦ, ἀρχίσουν νὰ τρέχουν γύρω-γύρω εἰς τὰ ἐρείπια, καὶ νὰ ἀναῤῥιχῶνται ἐπάνω εἰς ἀγρίας μορέας, ἀφοῦ βάψωσι τὰς χεῖρας καὶ τὰ χείλη μὲ τὰ κόκκινα μοῦρα, καὶ χορτάσωσι τὴν κοιλίαν των, καὶ βάλωσι καὶ εἰς τὸν κόρφον των, τότε σκορπίζονται τρέχοντα ἐδῶ κι ἐκεῖ, κι εὑρίσκουν διασκέδασιν εἰς τὰ πηδήματα, εἰς τὰς κυλίστρας καὶ εἰς τὰς ἠχοῦς, ὅπου ἐμπαίζουν μὲ τὰς φωνάς των τὴν ἐρημίαν καὶ τὰ φαντάσματα. Καὶ πλεῖστα ἐκ τῶν παιδίων, ἀπόκοτα, ἀναῤῥιχῶνται εἰς τὴν ὀροφήν, ἀπ᾿ ἐπάνω ἀπὸ τὸν θόλον τοῦ πενιχροῦ τζαμίου, καὶ παρωδοῦν μὲ ἀτάκτους φωνὰς τὸ κήρυγμα τοῦ Χότζα, τὸ ὁποῖον ποτέ των δὲν ἤκουσαν. Εἶχον τύχην.

Τότε τὰ φαντάσματα φεύγουσι, καὶ αἱ σκιαὶ ἀποπλανῶνται, καὶ τὸ παράπονον τῆς ἐρημίας χάνεται μακράν, εἰς τελευταῖον πνιγμένον στεναγμόν, βυθιζόμενον εἰς τὸ κῦμα. Καὶ τὰ θαλασσοπούλια καὶ τὰ ὄρνεα τοῦ βράχου ψηλώνουν τὸ πέταγμά των, καὶ βουτοῦν κάτω εἰς τὴν σπηλιάν, ἢ χάνονται εἰς τὸ ἀχανὲς τοῦ αἰθέρος.

Καὶ ὅμως τὸ κονάκι αὐτὸ ἐκατοικεῖτο μίαν φοράν, καὶ εἰς τὸ τζαμίον ἐκεῖνο ἀντήχει ποτὲ προσευχὴ εἰς τὸν Ἀλλάχ, καὶ προσκύνημα ἐγίνετο συχνὰ καθ᾿ ὅλους τοὺς τύπους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἷς μόνος Ἀγὰς ὑπῆρχε, διὰ τὸν τύπον, εἰς ὅλον τὸ χωρίον, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνεν ἐτησίως κατ᾿ ἀποκοπὴν 2 ἢ 3 ἑκατοντάδας γροσίων εἰς τὴν Πύλην. Ὁ τελευταῖος Ἀγάς, ὅστις ἦλθεν ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως, εἶχε μαζί του τὸ χαρέμι του, συγκείμενον ἀπὸ μίαν σύζυγον καὶ ἀπὸ μίαν σκλάβαν. Μετ᾿ αὐτόν, περὶ τοὺς χρόνους τῆς ἐθνικῆς ἐγέρσεως, ἦλθε μόνον εἷς Τσαούσης, καὶ πλέον οὔ.

Οὗτος λοιπόν, ὁ προτελευταῖος ἐλθὼν Ὀθωμανός, ὡρμᾶτο ἐκ Θεσσαλίας. Ἦτο ἥμερος, πρᾶος ἄνθρωπος. Ὡμίλει ἑλληνικά. Ἔπαιρνε δῶρα, ὅσα τοῦ ἔδιδον, καὶ συχνὰ ἐζήτει καὶ περισσότερα ἀπὸ τοὺς κατοίκους. Εἶχεν ἦθος σοβαρόν, προστατευτικόν, καὶ ψυχρῶς φιλόφρον. Ἐφαίνετο ὅμοιος μὲ γοητευμένον ἑρπετόν, τοῦ ὁποίου εἶχαν βγάλει τοὺς ὀδόντας. Ἐζοῦσεν εἰρηνικῶς μὲ τοὺς ἀνθρώπους, αὐτὸς καὶ τὸ χαρέμι του.

Κάθε πρωὶ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ κονάκι, φορῶν τὸν τζουμπέν του καὶ τὰς τσοχίνας ἐμβάδας του, ἤνοιγε τὴν θύραν τοῦ τζαμίου, εἰσήρχετο, ἀνέβαινεν ἐπί τινος τραπέζης, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρον, προέβαλλε τὴν κεφαλὴν ἔξω τοῦ παραθύρου, καὶ ἔψαλλε πολὺ σιγὰ τὸ πρωϊνὸν κήρυγμα, τὸ «Λὰ, Ἀλλὰ ἲλ Ἀλλά», στρεφόμενος πρὸς τὸ πέλαγος, ὡς διὰ νὰ τὸ ἐμπιστευθῇ εἰς τοὺς ἀνέμους, καὶ ἂς τὸ φέρουν αὐτοὶ εἰς τὴν Σταμποὺλ ἢ εἰς τὴν Μέκκαν, ἢ ἀλλοῦ ὅπου ἤθελον.

Διότι χόντζας ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν ἄλλος, ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ κατὰ καιρὸν Ἀγὰς ἔκαμνε τὸν χόντζαν εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν του. Οὐδὲ ὑπῆρξε ποτὲ μιναρές, ἀλλὰ τὸ ὑψηλὸν παράθυρον ἀνεπλήρου τὴν ἔλλειψιν ταύτην.

Εἶτα, ἔκαμνεν ἢ ὄχι τὴν γονυκλισίαν του, ἔκρουεν ἢ ὄχι δύο ἢ περισσοτέρας φορὰς τὸ μάρμαρον τοῦ ἐδάφους μὲ τὸ μέτωπόν του, σχεδὸν εὐθὺς μετὰ τὸ Λὰ Ἀλλά, ἐξήρχετο, ἐκλείδωνε τὴν θύραν, ἀνέβαινεν ὀπίσω εἰς τὸ κονάκι, ἤναπτε τὴν μεγάλην τσιμπούκαν του, ἐκάπνιζεν, ἐκάπνιζε, καὶ ἀφοῦ τοῦ ἐπερνοῦσε τὸ μαχμουρλίκι, ἐφόρει τὴν λευκὴν σαρίκαν του, τὴν γούναν καὶ τὰς σκυτίνας ἐμβάδας του, κατέβαινε, καὶ κρατῶν τὴν μακρὰν τσιμπούκαν συνήθως διευθύνετο εἰς τὸ Κιόσκι, ὅπου ἤξευρεν ὅτι θὰ ἐντάμωνε δύο ἢ τρεῖς χασομέρηδες, ὡσὰν αὐτόν, προεστοὺς τοῦ χωρίου, μὲ τὰς πλατείας ἀνοικτὰς χειρίδας τῶν λευκῶν ὑποκαμίσων, μὲ τὰς μακρὰς κεντητὰς ζώνας, διὰ νὰ κάμῃ κουβένταν. Λακριντὶ [λακιρντί] σοϊλέ.

Τὸν ἔβλεπαν ὁποὺ περνοῦσε οἱ παπᾶδες τῆς γειτονιᾶς, οἱ ἐφημέριοι τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν δύο ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐναλλὰξ λειτουργοὶ τῶν σαράντα παρεκκλησίων τῆς πολίχνης, ὁποὺ ἐκάθηντο ἀπολείτουργα ἔξωθεν τοῦ μικροῦ μαγαζείου τοῦ μπάρμπ᾿-Ἀναγνώστη τοῦ Τσιπωτοῦ καὶ ἔπιναν τὸ πρωϊνὸν ῥακί των. Ὁ Ἀγὰς τοὺς ἐχαιρέτιζε μὲ τρόπον εὐσεβάστου οἴκτου καὶ παρήρχετο. Τὸν ἔβλεπαν καὶ αἱ καλαὶ οἰκοκυράδες, ὅσαι ἐκουβαλοῦσαν πρωῒ τὰς ἀλειψὰς πίττας των εἰς τὸν φοῦρνον, τὸν ὁποῖον ἐκολλοῦσεν ἡ Γαρουφαλιὰ ἡ Ξινοῦ, ὀλίγον παραπέρα ἀπὸ τὸ τζαμίον. Τὸν ἔβλεπε καὶ ἡ θειὰ-Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα, μία καλὴ χριστιανή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ ἄλλαι δύο πράγματα ἐφοβοῦντο, τὴν γλῶσσαν της καὶ τὸ μάτι της. Μίαν φοράν, ἔλεγαν, εἶχε κατορθώσει νὰ χωρίσῃ ἓν ἀνδρόγυνον, ἐπάνω εἰς τὸν γάμον, ἐνῶ τὰ στέφανα ἦσαν ἕτοιμα καὶ ἡ νύμφη στολισμένη, καὶ οἱ καλεσμένοι εἶχαν μαζευθῆ εἰς τὸ σπίτι, καὶ οἱ παπάδες ἦσαν εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ φορέσουν τὰ πετραχήλια τους. Μὲ ἕνα λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν ἡ Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα εἰς τὸ αὐτὶ τῆς πενθερᾶς, (τῆς μητρὸς τοῦ γαμβροῦ) -καὶ ὁ λόγος ἐκεῖνος θὰ ἦτο βέβαια διαβολὴ κατὰ τῆς νύμφης- κατώρθωσε νὰ ματαιωθῇ ὁ γάμος.

Ἄλλην φοράν, ἐνῶ μικρὰ βρατσέρα ἔπλεεν ἀντικρύ, εἰς τὸ πέλαγος, πλοῖον καινουργὲς καλὰ ἀρματωμένον, ὡραῖα χρωματισμένον, ἡ θεία-Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα, ἥτις ἀγνάντευε μὲ ἄλλας γυναῖκας ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου, δὲν ἠμπόρεσε νὰ χωνεύσῃ τὸν θαυμασμόν της, καὶ ἀνέκραξε:

- Μπά! αὐτὸ τὸ καΐκι. Χαρὰ στὴ μορφιά!

Μόλις εἶπε τὸν λόγον, καὶ ἐν τῷ ἅμα, ἀπίστευτον εἰπεῖν -ἀλλ᾿ ὅμως τὸ διηγοῦνται ὅσοι τὸ εἶδον ἰδίοις ὀφθαλμοῖς- ὅλη ἡ ἀρματωσιὰ τοῦ πλοίου ἔπεσε μετὰ τριγμοῦ, καὶ τὸ καΐκι ἔμεινε ξυλάρμενον, κούτσουρον, φερόμενον ἐδῶ κι ἐκεῖ ὑπὸ τῶν κυμάτων. Πλὴν ἡ ὑπόθεσις ὡμοίαζε μᾶλλον μὲ ἐπίγραμμα, παρὰ μὲ διήγησιν πιστευτήν.
* * *

Ἐνῶ ὁ Ἀγὰς μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὴν μακρὰν τσιμπούκαν του ἐπερνοῦσεν ἔξω ἀπὸ τὸν φοῦρνον, αἱ γυναῖκες, ὅσαι ἐχασομεροῦσαν μίαν ὥραν εἰς τὴν μικρὰν αὐλήν, ἑωσοῦ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ φουρνίσουν τὰ ψωμιά των, τὸν ἔβλεπαν κι ἐμορμύριζαν βραχείας φλυαρίας πρὸς ἀλλήλας·

- Ὄμορφος ἀγάς.

- Τὸν σήκωσε τὸ χωριό μας.

- Καλὸ ἀέρι.

- Γερὸς βοριάς.

- Εἴδατε τὸ χαρέμι του;

- Ὄχι.

- Εἶναι μπουλωμένη ὡς τὰ μάτια.

- Ἡ χανούμισσα.

- Ἡ καντίνα του, πώ, πώ!

- Κι ἡ σκλάβα του.

- Δὲν βγαίνει ποτὲ ὄξ᾿ ἀπ᾿ τὸ σπίτι.

- Ἡ Φατμέ, ἡ σκλάβα του, κατεβαίνει κάποτε.

- Εἶδες τί μοῦτρο! Ἀράπισσα, νὰ χαθῇ!

- Μαύρη, κατάμαυρη.

- Καὶ τὰ δόντια της φαγκρίζουν.

- Καλὸς φαίνεται, ὡς τόσο.

- Κακὸς καὶ ψυχρός.

- Ὅσο χαμόγελο, τόση κακία.

- Ὅσο καὶ νὰ πῇς, Τοῦρκος εἶναι.

- Σκυλί.

- Μὰ καλοκαμωμένος, καημένη.

- Ὄμορφος ἄνθρωπος.

- Τὸν σήκωσε τὸ χωριό μας.

- Καλὸ ἀέρι.

- Θέλετε, ἔκραξεν ἔξαφνα ἡ θεία-Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα, θέλετε νὰ σᾶς τὸν κάμω ἐγὼ νὰ τὰ ξεπλύνῃ σ᾿ ἕνα μήνα;

Αἱ γυναῖκες ἐστάθησαν σιωπῶσαι πρὸς στιγμήν.

Ἡ Γαρουφαλιὰ ἡ φουρνάρισσα, ἥτις ἐκράτει τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν πάναν, ἀκούσασα ἄφησε τὸν φοῦρνον μισοπανισμένον, ἐστράφη καὶ εἶπε:

-Τί μάγια θὰ τοῦ κάμῃς, μαθές;

- Χαρά στο, λέει! εἶπεν ἄλλη.

- Σὲ καλό σου, θειὰ-Σειραΐνα!

- Τί σᾶς μέλει ἐσᾶς; Μάγια, ναί… ὄχι. Ξέρω ἐγὼ τί σᾶς λέω.

Αἱ γυναῖκες δὲν ἤξευραν τί νὰ εἴπουν.

- Δὲν τὸ πιστεύω αὐτό, εἶπε μία.

- Καλλίτερα νὰ λείπῃ.

- Τί μᾶς μέλει;

- Κι ἀνίσως λείψῃ ἕνας Τοῦρκος καὶ δυό, ἡ Τουρκιὰ δὲν ξεπαστρεύεται εὔκολα, εἶπε μετὰ στεναγμοῦ μία γραῖα.

- Θὰ ἰδῆτε, εἶπε μόνον ἡ θειὰ-Σειραϊνώ.
* * *

Τὴν ἑσπέραν τῆς ἰδίας ἡμέρας, περὶ βασίλευμα ἡλίου, ἡ θεία-Σειραϊνὼ παρεμόνευεν εἰς τὸν δρομίσκον ἐκεῖνον μεταξὺ τοῦ φούρνου καὶ τοῦ μικροῦ ἐργαστηρίου τοῦ μπάρμπ᾿-Ἀναγνώστη τοῦ Τσιπωτοῦ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ Ἀγάς, κρατῶν ὑπὸ μάλης σβεστὸν τὸ τσιμπούκι του, ἐπέστρεφεν ἀπὸ μικρὸν περίπατον, τὸν ὁποῖον εἶχε κάμει εἰς τὸν ἀκρινὸν δρομίσκον, σιμὰ εἰς τὰ χαμηλὰ τείχη τοῦ χωρίου, καὶ διευθύνετο εἰς τὸ κονάκι διὰ νὰ δειπνήσῃ.

- Ἀξὰμ χαΐρολσουν, Ἀγα μ᾿, τοῦ λέγει θαῤῥαλέα ἡ θεία-Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα, ἥτις εἶχεν ἀκούσει ποτὲ ὀλίγας τουρκικὰς λέξεις ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ μακαρίτου ἀνδρός της, ταξιδεύσαντος πολλάκις εἰς τουρκοπληθῆ μέρη, καὶ τὰς ἐνθυμεῖτο.

- Καλησπέρα, ἀπήντησεν ἑλληνιστὶ ὁ Ἀγάς, κοιτάζων αὐτὴν ἔκπληκτος. Τί θέλεις; Ἔχει κανένα παράπονο νὰ μοῦ πῇς;

- Ἐγώ, παράπονο; Οὔτε παράπονο, οὔτε πεσκέσι (τὴν τελευταίαν λέξιν ἐμάσησε καλά, ὥστε νὰ μὴ τὴν ἀκούσῃ ὁ πρὸς ὃν ὡμίλει), Ἀγά μου. Ἔτσι ἤθελα νὰ σὲ καλησπερίσω. Εἶχα καιρὸ νὰ σὲ ἰδῶ.

- Καλωσύνη σου, εἶπε χαμογελῶν ὁ Ἀγάς.

- Βλέπω ὅτι ἀχάμνηνες.

- Πῶς;

- Ἀδυνάτισες πολύ, νὰ μὴν ἀβασκαθῇς, Ἀγά μου. Δὲν σ᾿ ἐσήκωσε τὸ χωριό μας.

- Ἀλήθεια;

- Ἀδύνατος, ἐχλώμιανες πολύ. Ποὺ νὰ μὴ σ᾿ ἀβασκάνω. Κερὶ μονάχο εἶσαι. Ἐσώθηκες στὸν ἀπάν᾿ κόσμο.

- Στάϊ-φουρλά! ἐπρόφερεν ὁ Ἀγάς.

- Κίτρινος σὰν τὸ φλωρί, Ἀγά μου, ἔφεξε τὸ προσωπάκι σου.

- Ἀλλάχ! Ἀλλάχ!

- Νὰ κοιταχθῇς, Ἀγά μου. Δὲν σὲ σηκώνει τ᾿ ἀέρι ἐδῶ. Κοίταξε μὴν τὰ ξεπλύνῃς, κακότυχε, στὰ ξένα.

Αὐθορμήτως ὁ Τοῦρκος ἐσήκωσε τὸ τσιμπούκι του, αἰσθανθεὶς ἐπιθυμίαν νὰ μετρήσῃ τὴν ῥάχιν τῆς ἀπαισίας μάντιδος. Ἀλλ᾿ ἡ θειὰ-Σειραϊνὼ εἶχεν ἀπομακρυνθῆ δέκα βήματα καὶ ἐξεγλίστρησε κρυβεῖσα ὄπισθεν τῆς πρώτης γωνίας τοῦ δρομίσκου.
* * *

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὁ Ἀγὰς ἐκοιτάχθη πολλὰς φορὰς εἰς τὸν καθρέπτην. Εἶχεν νυκτώσει ἤδη, καὶ τὸ φῶς τῶν κηρίων εἰς τὸν ὀντάν, καὶ ἡ συγκίνησις ἀπὸ τὰς μαντείας τῆς χρησμῳδοῦ, ἔκαμνε νὰ φαίνεται χλωμὸς ὁ ἴδιος εἰς τὸν ἑαυτόν του.

Ἥπλωσε τὴν χεῖρα εἰς τὴν τράπεζαν, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὄρεξιν νὰ φάγῃ. Ἐγέμισε τὸ τσιμπούκι του, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὄρεξιν νὰ καπνίσῃ.

Ἐστράφη πρὸς τὴν Χανούμ τὴν γυναῖκα του.

- Εἶναι ἀλήθεια, Χανούμ, ὅτι ἐχλώμιανα, ἀδυνάτισα, τώρα τελευταῖον;…

Ἡ Χανούμισσα τὸν ἐκοίταξεν ἐπὶ μακρόν.

- Φαίνεται νὰ χλώμιανες;… Εἶσαι πολὺ καλά. Νὰ πιῇς δύο γλυκὰ σερμπέτια. Θὰ σοῦ κάμω αὔριο τὸ πρωῒ χαλβὰ καὶ μπογάτσα νὰ φᾶς. Νὰ σοῦ κρεμάσω κι ἕνα χαϊμαλὶ φυλαχτικὸ γιὰ νὰ μὴ σὲ πιάνῃ τὸ μάτι.

Ἡ Φατμέ, ἡ σκλάβα, ὁποὺ ἐμβαινοέβγαινεν ἐκτελοῦσα διαφόρους ὑπηρεσίας, πότε διὰ νὰ βάλῃ φωτιὰ εἰς τὸ τσιμπούκι τοῦ αὐθέντου της, πότε διὰ νὰ βάλῃ ἓν προσκέφαλον ὀρθὸν εἰς τὸ ἄνω τοῦ σοφᾶ διὰ νὰ ἀκουμβήσῃ ἐκεῖνος, πότε διὰ νὰ τοῦ βγάλῃ τὰ τερλίκια ἀπὸ τοὺς πόδας, ἤκουσε τὸν διάλογον καὶ ἀκουσίως ἐστράφη.

- Καὶ σὺ τὶ λές, Φατμέ, δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴν ἐρωτήσῃ ὁ Ἀγάς, εἶναι ἀλήθεια πὼς ἐχλώμιανα; Ἄλλαξε ἡ ὄψι μου;

Ἡ Φατμέ, εὑροῦσα τὴν εὐκαιρίαν, ἴσως διὰ νὰ ἐκδικηθῇ διὰ τὶς ξυλιές ποὺ εἶχε φάγει συχνά, ἀπήντησε·

- Ἀφέντης δικός μου χλώμιανε… μελάνιασε… ἔγινε μαῦρος σὰν τὸ τομάρι τὸ δικό μου.

Ἡ Χανούμα ἥρπασε τὴν ἐμβάδα της καὶ τὴν ἐσφενδόνισε κατὰ πρόσωπον τῆς σκλάβας, ἥτις ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε στραφῆ καὶ ἐξέλθει ἀπὸ τὸν ὀντάν.
* * *

Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ Ἀγὰς ἐγίνετο χλωμός, καὶ ἡ ὄρεξίς του ἐκόπτετο.

Ἔγινε μελαγχολικὸς καὶ στυγνὸς καὶ ἀπαίσιος. Εἶχε τὸ τσιμπούκι σβεστὸν πάντοτε ὑπὸ μάλης, ἕτοιμος νὰ τὸ σηκώσῃ εἰς πᾶσαν ἀντιλογίαν, εἰς πᾶσαν περιττὴν ἐρώτησιν, κατὰ τῆς πλάτης τῶν μετ᾿ αὐτοῦ λαλούντων.

Ἡ Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα εἶχε γίνει ἄφαντος ἀπὸ τὸ χωρίον. Ἡ ἰδία ἐφοβήθη ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησίν της. Ἐφοβήθη τὴν ἰδίαν γλῶσσαν της, τὸ ἴδιον ὄμμα της.

Φαίνεται ὅτι καὶ ἄλλοι τὴν ἐφόβισαν. Ἡ γερόντισσα, ἥτις εἶχε δογματίσει πρὸ ἡμερῶν ὅτι «ἡ Τουρκιὰ δὲν ξεπαστρεύεται», τῆς εἶπε·

- Θὰ σὲ κρεμάσουν, παιδί μου. Ποῖος θὰ σὲ ὑπερασπισθῇ; Θαῤῥεῖς πὼς θὰ σοῦ τὸ χαρίσουν, ποὺ εἶσαι γυναῖκα; Μιὰ σφυρίχτρα αὐτὸς νὰ παίξῃ, θὰ ἰδῇς νὰ κολλήσουν χιλιάδες Τοῦρκοι, ἀπὸ πέρα κι ἀπὸ πάνω (ἐδείκνυε τὴν δυτικὴν καὶ τὴν βορεινὴν στερεὰν) νὰ κοκκινοβολήσῃ τὸ καημένο τὸ νησί μας.

Ἡ θεία-Σειραϊνὼ ἐσηκώθη διὰ νυκτὸς κι ἔφυγεν ἀπὸ τὸ χωρίον. Ἔλεγον ὅτι ἐκρύβη εἰς μέρος πολὺ ἀσφαλές. Εἰς μίαν σπηλιὰν ὁποὺ εἶχε δευτέραν κρυφὴν διέξοδον ἐπάνω ἀπὸ τὸ βουνόν, καὶ ὅπου ψυχὴ δὲν τὴν ἤξευρε, μόνον εἷς βοσκὸς ἀνεψιός της, ὁποὺ τῆς ἔφερνε ψωμὶ κάθε τρεῖς ἡμέρας.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἔπαθε τίποτε καὶ ἐπέζησε μέχρι τοῦ 1865. Ἐνενηκοντοῦτις, διηγεῖτο ἡ ἰδία τὸ συμβάν.
* * *

Ἐπὶ δύο ἑβδομάδας ἀκόμη ὁ Ἀγὰς ἐξήρχετο κάθε πρωῒ ἀπὸ τὸ κονάκι, κατέβαινεν εἰς τὸ τζαμίον καὶ ἔψαλλεν ἀκόμη τὸ Λὰ Ἀλλά, εἶτα ἐπήγαινεν εἰς τὸ Κιόσκι.

Ἠρώτα ἕνα ἕκαστον τῶν προεστῶν, μὲ τοὺς ὁποίους ἔκαμνεν ὁμιλίαν·

- Εἶναι ἀλήθεια πὼς ἐχλώμιασα; Πὼς ἀδυνάτισα;

- Δὲν ἔχεις τίποτε, Ἀγά μου, τοῦ ἔλεγαν. Εἶσαι ὀλίγον ἀδύνατος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃς μεγάλη συλλογή. Ῥίξε το ἔξω. Γρήγορα θὰ δυναμώσῃς πάλι. Ἐδῶ τὸ ἀέρι σὲ σηκώνει, εἶναι γερό.

Τοιαύτας ἀπαντήσεις τοῦ ἔδιδαν. Οὐδὲ ἠμποροῦσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἄλλως, διότι ἦτον ἕτοιμος νὰ σηκώσῃ τὸ τσιμπούκι.

Τὴν τρίτην ἑβδομάδα ὁ Ἀγὰς ἤρχισε πλέον νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ κονάκι.

Δὲν εἶχε πλέον δύναμιν. Εἶχαν κοπεῖ τὰ ἥπατά του. Δὲν ἠδύνατο οὐδὲ νὰ θίξῃ τὰ πινάκια τὰ παρατιθέμενα εἰς τὴν τράπεζαν.

Μάτην ἡ Χανούμισσα ἐδιπλασίαζε τὰς περιποιήσεις της. Καὶ ἡ Φατμὲ ἡ Ἀράπισσα δὲν ἐτόλμα πλέον νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ αὐθέντης της ἦτον μαῦρος, ὅπως τὸ δέρμα τὸ ἰδικόν της. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἦτο χλωμὸς ὡς κηρίον καὶ λευκὸς ὡς σινδών.
* * *

Ἀπὸ δύο ἑβδομάδων ὁ ἀσθενὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ καταβῇ εἰς τὸ τζαμίον.

Τὴν πέμπτην ἑβδομάδα, ἀπὸ τῆς χρησμολογίας τῆς γυναικὸς ἐκείνης, μίαν πρωΐαν, κατέβαλε γενναῖον ἀγῶνα καὶ κατῆλθε.

Ἐσύρθη μέσα εἰς τὸ τζαμίον. Ἡ Φατμέ, ἥτις τὸν ἠκολούθει, τὸν ἐβοήθησε ν᾿ ἀναβῇ εἰς τὸ τραπέζιον.

Προέβαλε τὴν κεφαλὴν ἀπὸ τὸ παράθυρον καὶ ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ «Λὰ Ἀλλὰ ἴλ᾿ Ἀλλά, Ἀλλὰ Ἀχβὰρ Μωχαμὲτ ῥεσοὺλ᾿ Ἀλλά». Τὸ ἔψαλλε μὲ ὅλην τὴν δύναμίν του καὶ τὸ κήρυγμα ἀντήχησε κάτω εἰς τὰ κύματα τοῦ πελάγους. Καὶ πέραν ὁ ἔρημος, ἀπόκρημνος, καὶ κοῖλος βράχος τοῦ ἀκρωτηρίου, τὸ ἐπανέλαβε μὲ πένθιμον τόνον.

Ὅταν κατέβη ἀπὸ τὴν τράπεζαν, ἠσθάνθη μεγάλην κούρασιν. Ἐκάθισε τρέμων παρὰ τὴν ἰδίαν τράπεζαν καὶ ἀκουσίως ἤνοιξε τὸ Κοράνιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐκεῖ.

Κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν, εἰς τὴν σελίδα ὁποὺ τὸ ἤνοιξε, τὸ βλέμμα του ἔπεσεν εἰς τὰ ἐδάφια ταῦτα τοῦ Γ´ κεφαλαίου, ἢ τῆς Γ´ Σουράτης:

«Ὁ ἄνθρωπος ἀποθνήσκει τῇ βουλήσει τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ βιβλίον, ἐν ᾧ γέγραπται ὁ χρόνος τῆς διαρκείας τῆς ζωῆς αὐτοῦ».

Ἐζαλίσθη, ἔφερε τὴν χεῖρα εἰς τὸ μέτωπον, ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμούς. Τοὺς ἤνοιξε πάλιν καὶ ἀνέγνωσεν·

«Ὁ Θεὸς ἔτρεψεν ὑμᾶς εἰς φυγήν, ἀπὸ προσώπου τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν…

»Καὶ ἂν μείνητε οἴκοι, ἐὰν ὁ θάνατός σας εἶναι γεγραμμένος εἰς τὸ βιβλίον, θ᾿ ἀποθάνετε. Τὸ βέλος, τὸ ὁποῖον φεύγετε εἰς τὸν πόλεμον, θὰ ἔλθῃ νὰ σᾶς εὕρῃ».

Ἔτριξε τοὺς ὀδόντας, ἔσφιγξε τὴν πυγμὴν καὶ ἐλύσσα, διατὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πολεμήσῃ ὑπὲρ τοῦ Ἰσλάμ, νὰ σφάξῃ ἀπίστους.

Ἐφυλλολόγησε τὸ βιβλίον, καὶ εὗρε τὸ ἑξῆς ἐδάφιον εἰς τὴν Β´ Σουράτην:

«Ὤ, σεῖς, οἱ πιστοί! Πολεμήσατε τοὺς ἀπίστους, τοὺς κατοικοῦντας εἰς τὰ σύνορά σας, κτυπᾶτε τοὺς ἀπίστους ὅπου τοὺς εὕρητε· πολεμήσατέ τους μέχρις ἐξαφανίσεως παντὸς πειρασμοῦ καὶ μέχρις ἑνότητος τῆς θρησκείας τοῦ μόνου Θεοῦ».

Μετὰ τοῦτο, ὁ Ἀγάς, ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῆς Φατμέ, ἀνέβη ὀπίσω εἰς τὸ κονάκι, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ὀντάν του, ἐξηπλώθη εἰς τὸ μαλακὸν διβάνι του, καὶ δὲν ἐσηκώθη πλέον.

Ἡ Σειραϊνὼ ἡ Μάντισσα εἶχε προείπει ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ σαραντίσῃ.

Πράγματι ὁ Ἀγὰς ἀπέθανε τὴν τριακοστὴν ἐνάτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς μαντείας, καὶ ἀπέθανεν ἀπὸ τὴν μαντείαν, ἀπὸ τὴν ὑποβολήν, ἀπὸ τὸν ἀβασκαμὸν ἐκείνης τῆς γυναικός. Ἀπέθανε, διότι ἦτον ἄῤῥωστος.

Καὶ τὸν Ἄῤῥωστον, τὸν χρόνιον, τῶν 444 ἐτῶν ἀσθενῆ, ποῖος θὰ τὸν ἀβασκάνῃ;

(1896)


www.agiazoni.gr

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Τα Φώτα στ' Αϊβαλί


(Φώτης Κόντογλου)


Στά θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ' από τη Λειτουργία των Θεοφανίων. Έτσι τον ρίχνανε καί στην πατρίδα μου, κ' ήτανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο.


Ξεκινούσε η συνοδεία από τη μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ' ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουρ­γία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορ­τή πιο επίσημη. Οι ψαλτάδες ήτανε και κείνοι κάμποσοι κ' οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελ­ληνικά, κι όχι σαν σήμερα πού τρελλαθήκαμε και κάναμε την ψαλ­μωδία μας σαν ανάλατα και ξενικά θεατρικά τραγούδια. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς.

Σαν φτάνανε στ' Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή σάγια εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό. Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου εύρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια πού ήτανε ένα γύρο γεμίζανε κόσμο. Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια. Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε εκατό καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος που στεκότανε ο δεσπότης. Έτσι που ήτανε παραταγμένα τα καΐ­κια, μοιάζανε σαν αρμάδα που θα κάνει πόλεμο. Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο και κείνα. Αλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες που βρισκόντανε γιαλό, κ' ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προ πάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.

Σ' αυτά τα μέρη κάνει πολύ κρύο, και τις πιο πολλές φορές οι αντένες των καραβιών ήτανε χιονισμένες, ένα θέαμα πολύ έμορφο. Απάνου στα ξάρτια και στις σκαλιέρες, στις γάμπιες και στα μπαστούνια των καραβιών ήτανε σκαλωμένοι πλήθος θαλασσινοί, μεγάλοι και μικροί. Η θάλασσα ήτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε από τα ξάρτια σε πολλά καΐκια. Κρύο τάρταρος. Στην κάθε βάρκα από κείνες που είχανε κοντοζυγώσει στη στε­ριά και περιμένανε να πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα, στεκόντανε από ένα - δυο νοματέοι απάνω στην πλώρη, ενώ άλλοι δυο ήτανε στα κουπιά. Αυτοί που στεκόντανε ορθοί στην πλώρη, ήτανε ολόγυμνοι, εξόν ένα άσπρο βρακί που φορούσανε σαν πεστιμάλι. Οι πιο πολλοί ήτανε σαν θεριά, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τα κορμιά τους ήτανε κόκκινα από το κρύο. Τα ποδάρια τους ήτανε γερά και φουσκωμένα σαν αδράχτια, θαλασσάνθρωποι, γεμιτζήδες, κοντραμπατζήδες, ψημένοι με τ' αλάτι. Οι πιο πολλοί είχανε ριχμένες στις πλάτες τις γούνες τους, για να μην παγώσουνε. Ένα - δυο όμως στεκόντανε γυμνοί και κάνανε κάπου - κάπου τον σταυρό τους. Μα το μάτι τους ήτανε καρφωμένο στο μέρος που θα 'ριχνε τον Σταυρό ο δεσπότης.

Ανάμεσα στους γυμνούς ήτανε ο Κωστής ο Γιωργάρας, ο Στρατης ο Μπεκός, ο Γιωργής ο Σόνιος, ο Δημητρός ο Μπούμπας, Πέτρος ο Κλόκας, ο Βασίλης ο Αρναούτης, ο παλαβό - Παρασκευάς κι άλλοι. Σαν να τους βλέπω μπροστά μου. Ο Γιωργάρας ήτανε μιαν ανθρωπάρα θηρίο, σαν Κουταλιανός, με μουστάκια μαύρα, μ' έναν λαιμό σαν βαρέλι. Είχε δεμένο στο κεφάλι του ένα μαντίλι κ' ήτα­νε ίδιος κουρσάρος. Ακουμπούσε απάνω σ' ένα κοντάρι, λες κ' ήτανε ο Ποσειδώνας ζωντανός. Ο Δημητρός ο Μπούμπας ήτανε ένα άλλο θεριόψαρο, χοντρός και κοντόφαρδος, μαυριδερός σαν Σαρακηνός, και καθότανε ανεκούρκουδος, σκεπασμένος με τη γούνα του, με το μάτι του καρφωμένο στον δεσπότη. Ο Πατσός ο Αράπης, ο λεγόμενος παλαβό - Παρασκευάς, είχε γένεια κατσαρά και κόκκινα και το πετσί του ήτανε από φυσικό του κόκκινο. Στο κορμί ήτανε αντρειωμένος και σβέλτος σαν τζαμπάζης και δεν χαμπάριζε ολότελα από κρύο. Στο σουλούπι ήτανε ίδιος Ρούσος. Αυτός ήτανε ανεβασμένος απάνω στα ξάρτια σε μια μπρατσέρα φουνταρισμένη, και στεκότανε δίχως να σαλέψει, σαν τ' άγαλμα. Μυστήριο πως δεν πάγωνε! O Πέτρος ο Κλόκας ήτανε ο μονάχος που δε φορούσε βρακιά. Αυτός ήτανε ευρωπαϊσμένος, φορούσε στενό πανταλόνι και ναυτικό σκουφί. Στο κορμί ήτανε λιγνός και μάγκας στο σχέδιο. Τα χέρια του τα 'χε μπλεγμένα μπροστά στο στήθος του και σουλατσάριζε απάνω στη βάρκα, ολοένα μιλούσε κ' έκανε και κάμποσα θεατρικά.

Σαν σίμωνε λοιπόν η συνοδεία στη θάλασσα, κι ακουγότανε από μακριά η ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος αλαλαγμός απάνω στις βάρκες. Οι βουτηχτάδες πετούσανε τις γούνες τους κ' οι άλλοι τραβούσανε τα κουπιά, για να 'ναι οι βάρκες τους κοντά στο μέρος πού θα 'πεφτε ο Σταυρός. Άλλοι φωνάζανε από τα ξάρτια, άλλοι μαλώνανε, άλλοι ανεβαίνανε στις κουπαστές για να δούνε. Τέλος φτάνανε οι στρατιώτες και ταχτοποιούσανε τον κόσμο. Μπροστά πήγαινε ο αξιωματικός ο Τούρκος κι άνοιγε τον δρόμο να περάσει ο δεσπότης, κ' έλεγε: «Γιόλ βέριν εφεντιά!» - δηλαδή: «Κάνετε δρόμο στον αφέντη!» Ο στρατός αραδιαζότανε σε παράταξη κ' οι ψαλτάδες ψέλνανε πολλές φορές «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε». Στο τέλος το 'ψελνε κι ο δεσπότης κ' έριχνε τον Σταυρό στη θάλασσα. Αλαλαγμός σηκωνότανε μέσα στη θάλασσα. Οι βάρκες και τα καΐκια καργάρανε τα κουπιά και τρακάρανε το 'να τ' άλλο. Οι πλώ­ρες χτυπούσαμε η μια την άλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, απόχες μπερδευόντανε μεταξύ τους. Οι βουτηχτάδες πέφτανε στο νερό κ' η θάλασσα άφριζε σαν να παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοί απ' αυτούς κάνανε ώρα πολλή ν' ανεβούνε απάνω, παίρνανε μακροβούτι και ψάχνανε στον πάτο να βρούνε τον Σταυρό. Για μια στιγμή φανερωνότανε κανένα κεφάλι και βούλιαζε γλήγορα πριν να το δεις.

Αξαφνα βγήκε ένα κεφάλι με κόκκινα γένεια κ' ένα χέρι ξενέρισε και βαστούσε τον Σταυρό. Ήτανε ο παλαβό - Παρασκευάς. Με δυο - τρεις χεροβολιές κολύμπησε κατά το μέρος του δεσπότη και σκάλωσε στην αραξιά. Έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του κ' έδωσε τον Σταυρό. Ο δεσπότης τον πήρε, τον ασπάστηκε και τον έβαλε στον ασημένιο δίσκο κ' υστέρα έδωσε τον δίσκο στον Παρασκευά. Οι ψαλτάδες πιάσανε πάλι και ψέλνανε κι ο κόσμος αλάλαζε. Ύστερα η συνοδεία τράβηξε πάλι για την εκκλησιά. Ο Παρασκευάς θεόγυμνος, με τον δίσκο στα χέρια, γύριζε στους μεγάλους καφενέδες και στις ταβέρνες κ' έρριχνε ο κάθε ένας ό,τι ρεγάλο ήθελε. Τόσες ώρες ολόγυμνος και βρεμένος, με παγωμένο βρακί, μήτε κρύωνε, μήτε κάνε τους ώμους του δεν ανεσήκωνε. Όπως ήτανε κοκκινογένης αστακόχρωμος, έλεγε κανένας πως ήτανε ο Σκύθης Ανάχαρσις, που γύριζε τον χειμώνα γυμνός μέσα στην Αθήνα τα παλιά τα χρόνια, κ' οι Αθηναίοι τον ρωτούσανε γιατί δεν κρυώνει, κι αυτός αποκρινότανε πως όλο το κορμί του είναι σαν το κούτελο, που δεν κρυώνει ποτές.

Την ώρα που έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια, που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο.


(από το βιβλίο «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου»)











(Πηγή: stratisandriotis.blogspot.com)
www.alopsis.gr

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Τα Φώτα στ' Αϊβαλί


Φώτης Κόντογλου



Στά θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ' από τη Λειτουργία των Θεοφανίων. Έτσι τον ρίχνανε καί στην πατρίδα μου, κ' ήτανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο.


Ξεκινούσε η συνοδεία από τη μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ' ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουρ­γία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορ­τή πιο επίσημη. Οι ψαλτάδες ήτανε και κείνοι κάμποσοι κ' οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελ­ληνικά, κι όχι σαν σήμερα πού τρελλαθήκαμε και κάναμε την ψαλ­μωδία μας σαν ανάλατα και ξενικά θεατρικά τραγούδια. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς.

Σαν φτάνανε στ' Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή σάγια εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό. Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου εύρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια πού ήτανε ένα γύρο γεμίζανε κόσμο. Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια. Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε εκατό καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος που στεκότανε ο δεσπότης. Έτσι που ήτανε παραταγμένα τα καΐ­κια, μοιάζανε σαν αρμάδα που θα κάνει πόλεμο. Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο και κείνα. Αλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες που βρισκόντανε γιαλό, κ' ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προ πάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.

Σ' αυτά τα μέρη κάνει πολύ κρύο, και τις πιο πολλές φορές οι αντένες των καραβιών ήτανε χιονισμένες, ένα θέαμα πολύ έμορφο. Απάνου στα ξάρτια και στις σκαλιέρες, στις γάμπιες και στα μπαστούνια των καραβιών ήτανε σκαλωμένοι πλήθος θαλασσινοί, μεγάλοι και μικροί. Η θάλασσα ήτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε από τα ξάρτια σε πολλά καΐκια. Κρύο τάρταρος. Στην κάθε βάρκα από κείνες που είχανε κοντοζυγώσει στη στε­ριά και περιμένανε να πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα, στεκόντανε από ένα - δυο νοματέοι απάνω στην πλώρη, ενώ άλλοι δυο ήτανε στα κουπιά. Αυτοί που στεκόντανε ορθοί στην πλώρη, ήτανε ολόγυμνοι, εξόν ένα άσπρο βρακί που φορούσανε σαν πεστιμάλι. Οι πιο πολλοί ήτανε σαν θεριά, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τα κορμιά τους ήτανε κόκκινα από το κρύο. Τα ποδάρια τους ήτανε γερά και φουσκωμένα σαν αδράχτια, θαλασσάνθρωποι, γεμιτζήδες, κοντραμπατζήδες, ψημένοι με τ' αλάτι. Οι πιο πολλοί είχανε ριχμένες στις πλάτες τις γούνες τους, για να μην παγώσουνε. Ένα - δυο όμως στεκόντανε γυμνοί και κάνανε κάπου - κάπου τον σταυρό τους. Μα το μάτι τους ήτανε καρφωμένο στο μέρος που θα 'ριχνε τον Σταυρό ο δεσπότης.

Ανάμεσα στους γυμνούς ήτανε ο Κωστής ο Γιωργάρας, ο Στρατης ο Μπεκός, ο Γιωργής ο Σόνιος, ο Δημητρός ο Μπούμπας, Πέτρος ο Κλόκας, ο Βασίλης ο Αρναούτης, ο παλαβό - Παρασκευάς κι άλλοι. Σαν να τους βλέπω μπροστά μου. Ο Γιωργάρας ήτανε μιαν ανθρωπάρα θηρίο, σαν Κουταλιανός, με μουστάκια μαύρα, μ' έναν λαιμό σαν βαρέλι. Είχε δεμένο στο κεφάλι του ένα μαντίλι κ' ήτα­νε ίδιος κουρσάρος. Ακουμπούσε απάνω σ' ένα κοντάρι, λες κ' ήτανε ο Ποσειδώνας ζωντανός. Ο Δημητρός ο Μπούμπας ήτανε ένα άλλο θεριόψαρο, χοντρός και κοντόφαρδος, μαυριδερός σαν Σαρακηνός, και καθότανε ανεκούρκουδος, σκεπασμένος με τη γούνα του, με το μάτι του καρφωμένο στον δεσπότη. Ο Πατσός ο Αράπης, ο λεγόμενος παλαβό - Παρασκευάς, είχε γένεια κατσαρά και κόκκινα και το πετσί του ήτανε από φυσικό του κόκκινο. Στο κορμί ήτανε αντρειωμένος και σβέλτος σαν τζαμπάζης και δεν χαμπάριζε ολότελα από κρύο. Στο σουλούπι ήτανε ίδιος Ρούσος. Αυτός ήτανε ανεβασμένος απάνω στα ξάρτια σε μια μπρατσέρα φουνταρισμένη, και στεκότανε δίχως να σαλέψει, σαν τ' άγαλμα. Μυστήριο πως δεν πάγωνε! O Πέτρος ο Κλόκας ήτανε ο μονάχος που δε φορούσε βρακιά. Αυτός ήτανε ευρωπαϊσμένος, φορούσε στενό πανταλόνι και ναυτικό σκουφί. Στο κορμί ήτανε λιγνός και μάγκας στο σχέδιο. Τα χέρια του τα 'χε μπλεγμένα μπροστά στο στήθος του και σουλατσάριζε απάνω στη βάρκα, ολοένα μιλούσε κ' έκανε και κάμποσα θεατρικά.

Σαν σίμωνε λοιπόν η συνοδεία στη θάλασσα, κι ακουγότανε από μακριά η ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος αλαλαγμός απάνω στις βάρκες. Οι βουτηχτάδες πετούσανε τις γούνες τους κ' οι άλλοι τραβούσανε τα κουπιά, για να 'ναι οι βάρκες τους κοντά στο μέρος πού θα 'πεφτε ο Σταυρός. Άλλοι φωνάζανε από τα ξάρτια, άλλοι μαλώνανε, άλλοι ανεβαίνανε στις κουπαστές για να δούνε. Τέλος φτάνανε οι στρατιώτες και ταχτοποιούσανε τον κόσμο. Μπροστά πήγαινε ο αξιωματικός ο Τούρκος κι άνοιγε τον δρόμο να περάσει ο δεσπότης, κ' έλεγε: «Γιόλ βέριν εφεντιά!» - δηλαδή: «Κάνετε δρόμο στον αφέντη!» Ο στρατός αραδιαζότανε σε παράταξη κ' οι ψαλτάδες ψέλνανε πολλές φορές «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε». Στο τέλος το 'ψελνε κι ο δεσπότης κ' έριχνε τον Σταυρό στη θάλασσα. Αλαλαγμός σηκωνότανε μέσα στη θάλασσα. Οι βάρκες και τα καΐκια καργάρανε τα κουπιά και τρακάρανε το 'να τ' άλλο. Οι πλώ­ρες χτυπούσαμε η μια την άλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, απόχες μπερδευόντανε μεταξύ τους. Οι βουτηχτάδες πέφτανε στο νερό κ' η θάλασσα άφριζε σαν να παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοί απ' αυτούς κάνανε ώρα πολλή ν' ανεβούνε απάνω, παίρνανε μακροβούτι και ψάχνανε στον πάτο να βρούνε τον Σταυρό. Για μια στιγμή φανερωνότανε κανένα κεφάλι και βούλιαζε γλήγορα πριν να το δεις.

Αξαφνα βγήκε ένα κεφάλι με κόκκινα γένεια κ' ένα χέρι ξενέρισε και βαστούσε τον Σταυρό. Ήτανε ο παλαβό - Παρασκευάς. Με δυο - τρεις χεροβολιές κολύμπησε κατά το μέρος του δεσπότη και σκάλωσε στην αραξιά. Έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του κ' έδωσε τον Σταυρό. Ο δεσπότης τον πήρε, τον ασπάστηκε και τον έβαλε στον ασημένιο δίσκο κ' υστέρα έδωσε τον δίσκο στον Παρασκευά. Οι ψαλτάδες πιάσανε πάλι και ψέλνανε κι ο κόσμος αλάλαζε. Ύστερα η συνοδεία τράβηξε πάλι για την εκκλησιά. Ο Παρασκευάς θεόγυμνος, με τον δίσκο στα χέρια, γύριζε στους μεγάλους καφενέδες και στις ταβέρνες κ' έρριχνε ο κάθε ένας ό,τι ρεγάλο ήθελε. Τόσες ώρες ολόγυμνος και βρεμένος, με παγωμένο βρακί, μήτε κρύωνε, μήτε κάνε τους ώμους του δεν ανεσήκωνε. Όπως ήτανε κοκκινογένης αστακόχρωμος, έλεγε κανένας πως ήτανε ο Σκύθης Ανάχαρσις, που γύριζε τον χειμώνα γυμνός μέσα στην Αθήνα τα παλιά τα χρόνια, κ' οι Αθηναίοι τον ρωτούσανε γιατί δεν κρυώνει, κι αυτός αποκρινότανε πως όλο το κορμί του είναι σαν το κούτελο, που δεν κρυώνει ποτές.

Την ώρα που έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια, που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο.


(από το βιβλίο «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου»)











(Πηγή: stratisandriotis.blogspot.com)
www.alopsis.gr

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

''Φώτα'' - Ένα άγνωστο θρησκευτικό άρθρο του Παπαδιαμάντη

(Γιώργος Βαλέτας, Από το Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 1941)





Θεοφάνεια




Σήμερον η Εκκλησία ημών εορτάζει την μεγάλην εορτήν των Θεοφανείων, και ποιείται μνείαν της βαπτίσεως του Χριστού εν τω Ιορδάνη. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής, όστις έμβρυον εν τη μήτρα είχεν αναγνωρίσει τον Λυτρωτήν και εσκίρτησεν, ανήρ γενόμενος υπήρξε και ο πρώτος πιστεύσας, υποδείξας και κηρύξας τον Χριστόν. «Ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», είπεν ότε είδε τον Ιησούν περιπατούντα. «Έρχεται άλλος οπίσω μου, ου ουκ ειμί ικανός λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού», έλεγε προς τους μαθητάς του. Τινές δε των μαθητών τούτων, εγκαταλιπόντες αυτόν, ηκολούθησαν τον Ιησούν, όθεν ο Ιωάννης εγκαρτερών και υποτασσόμενος έλεγεν, «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι». Εκ των μαθητών τούτων του Ιωάννου λέγεται ότι ήσαν ο Ανδρέας ο πρωτόκλητος και ο αδελφός αυτού Σίμων Πέτρος, όστις και πρώτος εκ των άλλων αποστόλων ωμολόγησε τον Χριστόν, «Ραββί, συ ει ο Χριστός, ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ». Προς τούτον λοιπόν τον Ιωάννην, τον κηρύττοντα και βαπτίζοντα βάπτισμα μετανοίας, προσήλθεν ο Χριστός ως άνθρωπος και εβαπτίσθη θέλων να δώση το παράδειγμα.


Επειδή περί βαπτίσματος ο λόγος, καλόν νομίζω ενταύθα να υποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περί του τρόπου καθ’ ον τελείται παρ’ ημίν το Βάπτισμα.

Οι παλαιοί πρακτικώτατοι και μεμορφωμένοι ιερείς, καίτοι αγράμματοι λεγόμενοι, είξευρον να εκτελώσι κανονικώτατα τας τρεις καταδύσεις και αναδύσεις, κρατούντες τον βαπτιζόμενον όρθιον προς ανατολάς βλέποντα, εφαρμόζοντες την δεξιάν επί της μασχάλης του βρέφους αβρώς άμα και ασφαλώς, φράττοντες δε δια της αριστεράς το στόμα αυτού. Εφρόντιζον περί της θερμοκρασίας του ύδατος και εκάστη κατάδυσις εγίνετο ακαριαία, το δε διάλειμμα μεταξύ των καταδύσεων εγίνετο αρκετόν, ώστε ν' αναπνεύση το βρέφος. (*)

Τοιούτω τρόπω ουδείς βαπτιζόμενος έπαθε ποτέ τι εν τη κολυμβήθρα. Το σημερινόν όμως σμήνος των ιερέων, τους οποίους η διεφθαρμένη πολιτική επιβάλλει πολλάκις αξέστους και ακαλλιεργήτους εις τους Σ. Σ. ιεράρχας να τους χειροτονώσιν, αφού κακώς εκτελεί, ή μάλλον κακώς παραλείπει τοσούτους άλλους τύπους, οφείλει τουλάχιστον να σεβασθή αυτό το θεμέλιον της πίστεως ημών, το άγιον βάπτισμα.

Γράφομεν ταύτα, διότι έχομεν λόγους να πιστεύωμεν ότι πολλοί των ιερέων, χαριζόμενοι εις την τυφλήν και μωράν πολλάκις φιλοστοργίαν αμαθών και προληπτικών γονέων, οίτινες νομίζουν, ότι κάτι θα πάθη το χαΐδευμένον νεογνόν των εν τη ιερά κολυμβήθρα, εκτελούσι σχεδόν ράντισμα, και όχι βάπτισμα.
Οι της Δυτικής Εκκλησίας είναι συγγνωστοί, διότι ηγνόησαν την έννοιαν του ελληνικού ρήματος βαπτίζω, baptizo, ότι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτώ, οι Έλληνες όμως δεν πρέπει ποτέ να την αγνοήσωσιν.
Είναι καιρός να φυλαχθή ο ιερός ούτος τύπος, διότι αν εξακολουθήση η αμάθεια του κλήρου, και πληθυνθή η αθεΐα και η ασέβεια, μετά μίαν γενεάν, ότε θα είμεθα μισοβαφτισμένοι όλοι, θα δεήση να διαταχθή γενικός αναβαπτισμός όλων των κατοίκων του Ελληνικού Βασιλείου, αρρένων και θηλέων. Διότι πρέπει να είμεθα συνεπείς. Η ημετέρα Εκκλησία εις μεν τους προσερχόμενους εκ των Δυτικών εις τους κόλπους της επιβάλλει τον αναβαπτισμόν, τους δε Αρμενίους τους μυρώνει μόνον, και τούτο διότι ούτοι μεν είναι κανονικώς βεβαπτισμένοι δια τριών αναδύσεων και κα-ταδύσεων, εκείνοι δε ατελώς μόνον δια ραντισμού. «Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, και σφραγίδι, ως γαρ όλεθρον εφυγον, Εβραίοι, φλιας πάλαι αιμαχθείσης, ούτω και ημίν εξόδιον το θείον τούτο, της παλιγγενεσίας λουτήριον έσται, ένεκεν και της Τριάδος, οψόμεθα φως το άδυτον».

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ
(«Εφημερίς», 6 του Γεν. 1888, 3α.)


Σημειώσεις

(*) Όλες αυτές οι λεπτομέρειες, που και οι παπάδες ακόμα δεν καλοξέρουν, μας φαίνονται περίεργες απ’ την πρώτη ματιά. Μα όσοι εδιάβασαν τη βιογραφία του Παπαδιαμάντη και τον παρακολούθησαν στα παιδικά του χρόνια, θα θυμούνται πως το παπαδοπαίδι εκείνο παρακολουθούσε βήμα προς βήμα τον πατέρα του σ' όλες τις λειτουργίες και τελετές, και τον βοηθούσε «και συνέψαλλε μετ' αυτού» και τον ρωτούσε για θρησκευτικές λεπτομέρειες και τύπους, γιατί ο πατέρας του ήταν αρχαιοπρεπής παπάς, απόγονος και μαθητής των κολλυβάδων της Σκιάθου, και γνώριζε κατά βάθος την παλαιά εκκλησιαστική τάξη, και την τηρούσε με φανατισμό. Ο Παπαδιαμάντης έχει γράψει και άλλα παρόμοια ειδικά λειτουργικά άρθρα, όπου κατήγγελλε ή καυτηρίαζε διάφορες παρατυπίες και παραλείψεις, π.χ. Τα «Μνημόσυνα και το Καθαρτήριον», «Ιερείς των πόλεων και ιερείς των χωρίων» κλπ. Το δε διήγημά του «Τα τραγούδια του Θεού» έχει την αρχή και την έμπνευσή του απ' το απλούστατο γεγονός μιας εκκλησιαστικής παρατυπίας, που ήθελε να την καυτηριάσει ο Παπαδιαμάντης. Και η παρατυπία αυτή ήταν ότι στην κηδεία ενός νηπίου εψάλη όχι η ειδική, μα η κοινή νεκρώσιμη ακολουθία. Για εκκλησιαστικές παρατυπίες παράβαλε και το διήγημα «Ο Καλόγερος», υπάρχουν όμως κι άλλα σκόρπια χωρία στα διηγήματα του.

Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής, ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός και ήκουε τα δύο τέκνα να ψελλίζωσιν είς άγνωστον γλώσσαν.

***

Φρονώ ότι η καλή μνήμη οφείλει να είναι καλόν χωνευτήριον, ως ο στόμαχος, όστις δέχεται παντοία εδέσματα, χωρίς να ενθυμήται τα είδη αυτών.

***

Και το τρίτον παιδίον, ο Μήτσος, εκείνο το οποίον έβλεπα, ήρχετο εις το παντοπωλείον και εζήτει από τον μικρόν μπακάλην, όστις ήτο ακριβής εις τα σταθμά, αλλά δεν ενόει από ελεημοσύνην, ήρχετο και εζήτει να του στάξη «μια σταξιά λάδι στο γυαλί», αυτό το οποίον θα ήτο άξιον να στάξη μιαν σταγόνα νερού εις πολλών πλουσίων χείλη εις τον άλλον κόσμον!...

Και ητιολόγει την αίτησίν του, λέγων:

— Δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι!





(Πηγή: "Μυριόβιβλος")
www.alopsis.gr

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Εκατό χρόνια συμπληρώνονται από το θάνατό του



Εκατό χρόνια συμπληρώνονται από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και η «εκκλησία» της νεώτερης ελληνικής γραμματείας μας εορτάζει τη μνήμη του «Αγίου των Γραμμάτων» που γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1911.

Ο «κοσμοκαλόγερος» της πεζογραφίας μας εξακολουθεί ακόμη και σήμερα -στους ψηφιακούς καιρούς μας- να φωτίζει με το κεράκι του το ελληνικό διήγημα, προσφέροντας το Χριστόψωμο του ύφους και του ήθους του.

Το θεωρούμενο από όλους κορυφαίο έργο του «Η φόνισσα» μοιάζει σύγχρονο ,εμπνέοντας κινηματογραφιστές και σκηνοθέτες. Η υπόθεση-αν εξαιρέσεις τα γραφικά ονόματα της εποχής- μοιάζει τωρινή, παρ' όλο που γράφτηκε το 1902: «Η θεία Χαδούλα της Φραγκογιαννούς, απεγνωσμένη από τον οικογενειακό αυταρχισμό, παραλογίζεται και σκοτώνει μικρά κορίτσια προκειμένου να γλυτώσει αυτά και τους γονείς τους από τα βάσανα που ήταν συνταυτισμένα με τις γυναίκες εκείνου του κόσμου. Περιγράφοντας τους φόνους και την καταδίωξή της από τα όργανα της τάξεως, ο Παπαδιαμάντης οδηγεί την ηρωίδα του σε απόκρημνο παραθαλάσσιο γκρεμό, για να πνιγεί "εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης Δικαιοσύνης».

Γεννημένος από πατέρα ιερέα και θεοσεβούμενη μητέρα ,μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά αδέλφια (τα δύο πέθαναν σε μικρή ηλικία) και γνώρισε τα ξωκκλήσια της Σκιάθου ,που ύμνησε μέχρι το τέλος της βασανισμένης ζωής του. Γράφει ο ίδιος σε ένα σύντομο βιογραφικό του:

«Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4 Μαρτίου 1851. Εβγήκα απο το ελληνικόν Σχολείον εις τώ 1863, αλλά μόνον τώ 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα είς Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα είς την πατρίδα. Κατά τον Ιούλιον του 1872 υπήγα είς το Αγιον Ορος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τώ 1873 ήλθα εις Αθήνας καί εφοίτησα εiς την Δ΄ του Βαρβακείου. Τώ 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, όπου ήκουα κατ' εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ' ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας.

Μικρός εζωγράφιζα αγίους, είτα έγραφα στίχους, καί εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τώ 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τώ 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» έργον μου εις το περιοδικόν «Σωτήρα». Τώ 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των εθνών» εις τώ «Μη χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά καί εφημερίδας


Η φτώχεια ήταν αυτή που δεν του επέτρεψε να τελειώσει τις σπουδές του. Ζούσε σε δωμάτια ταπεινά. Άρχισε να κερδίζει αρκετά, για την εποχή, χρήματα όταν ο Βλάσης Γαβριηλίδης, της πρωτοποριακής «Ακρόπολης», τον προσέλαβε στην εφημερίδα με το ποσό των 250 δραχμών το μήνα. Επί πλέον κέρδιζε και άλλα χρήματα από τις συνεργασίες με άλλες εφημερίδες και περιοδικά. Αλλά δεν αποταμίευε. Τα ξόδευε … «εν ριπή οφθαλμού».

Ήταν γνωστό τότε πως μόλις έπαιρνε το μισθό του ξεπλήρωνε τα χρέη του στην ταβέρνα του Κεχριμάνη, όπου σύχναζε επί 27 συναπτά έτη, πλήρωνε το ενοίκιο , έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς και την επόμενη ήταν και ο ίδιος φτωχός! Είχε αποστροφή στα βιοτικά. Τον περιγράφουν σχεδόν κουρελή… Σιγά-σιγά το κρασί και το τσιγάρο του έγινε από ευχαρίστηση εξάρτηση. Τον γοήτευε η μοναξιά του. Ελάχιστοι ήταν οι φίλοι του. Η χαρά της ζωής του ήταν να ψάλλει στον Άγιο Ελισαίο στην Πλάκα.

Οπότε, τον Μάρτιο του 1908 εγκατέλειψε την Αθήνα της «δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών», όπως έγραψε και κατέφυγε στο αγαπημένο του νησί, εξακολουθώντας να δουλεύει ως μεταφραστής έργων για λογαριασμό του Γιάννη Βλαχογιάννη. Πρήστηκαν τα χέρια του. Υστερα από επιδείνωση της υγείας του πέθανε, αφήνοντας 180 διηγήματα, ποιήματα, μελέτες και άρθρα. Η είδηση του θανάτου του γέμισε πένθος όχι μόνο τους συντοπίτες του, αλλά όλη την Ελλάδα. Πολλοί λογοτέχνες, που όσο ήταν εν ζωή δεν είχαν γράψει κουβέντα για το έργο του, συνέθεσαν εγκωμιαστικά κείμενα. Ο εκδοτικός Οίκος Φέξη ξεκίνησε το 1912-1913 την έκδοση 11 τόμων με τα έργα του. Διότι ουδείς οίκος δεν είχε εκδώσει σε βιβλίο τα πεζογραφήματά του όσο ζούσε. Οι αναγνώστες τα απολάμβαναν από τις εφημερίδες και τα περιοδικά…

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ένας ψαλμωδός των φτωχών και καταφρονεμένων του χθες. Αντίδωρο και αντίδοτο στον κόσμο του σήμερα.



Ακολουθεί αναλυτικά η εργογραφία του:

Μυθιστορήματα και νουβέλες:

Η Μετανάστις

Οι έμποροι των εθνών

Η γυφτοπούλα

Χρήστος Μηλιόνης

Η φόνισσα

*Διηγήματα:

Αγάπη στον γκρεμό

Άγια και πεθαμένα

Αλιβάνιστος

Άνθος του γιαλού

Απόλαυσις στη γειτονιά

Αψαλτος

Γουτού γουπατού

Δαιμόνια στο ρέμα

Εξοχική Λαμπρή

Ερως - Ήρως

Ζάνος Χαρίσης

Η αποσώστρα (γραμμένο στη δημοτική)

Η βλαχοπούλα

Η στρίγγλα μάννα

Η μαυρομαντηλού

Η νοσταλγός

Η παιδική πασχαλιά

Η σταχτομαζώχτρα

Η τύχη απ' την Αμέρικα

Η Φαρμακολύτρια

Η χολεριασμένη

Θαλασσινά ειδύλλια

Μια ψυχή

Ναυαγίων ναυάγια

Ο Αμερικάνος

Ο βαρδιάνος στα Σπόρκα

Ο Γαγάτος καί τ' άλογο

Ο γείτονας με το λαγούτο

Ο έρωτας στα χιόνια

Ο καλούμπας

Ο σημαδιακός

Ο νεκρός ταξιδιώτης

Ο ξεπεσμένος δερβίσης

Ο πανδρολόγος

Ο Πανταρώτας

Ο φτωχός άγιος

Ο Χριστός Ανέστη του Γιάννη

Ολόγυρα στη λίμνη

Όνειρο στο κύμα

Οι μάγισσες

Οι Χαλασοχώρηδες

Στο Χριστό, στο Κάστρο

Το μοιρολόγι της φώκιας

Τ' αγνάντεμα

Τ' αστεράκι

Τ' μπούφ' του πλι

Τα δυο κούτσουρα

Τα δυό τέρατα

Τα κρούσματα

Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη

Της Κοκκώνας το σπίτι

Το ενιαύσιον θύμα

Το Πάσχα ρωμέϊκο

Το πνίξιμο του παιδιού

Το χριστόψωμο

Τρελλή βραδυά

Φτωχός άγιος

Υπηρέτρα

Υπό την βασιλικήν δρύν

Ω! τα βασανάκια

*Ποιήματα:

Στην Παναγίτσα στο Πυργί

Προς την μητέρα μου

Δέησις

Έκπτωτος ψυχή

Η κοιμισμένη βασιλοπούλα

Το ωραίον φάσμα

Εις τους αδελφούς Γιαννάκην και Κώστα Γ. Ραφτάκη

Νύχτα βασάνου

Επωδή παπά στη χολέρα

Επωδή γιατρού στη χολέρα

Το τραγούδι της Κατίνας

Εις ιππεύουσαν Παναγυριώτισσαν

Έρωτες στα κοπριά

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=375082&dt=28/12/2010

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Λέων Τολστόυ - Τὰ τρία ἐρωτήματα



Μία φορὰ καὶ ἕναν καιρό, ἕνας βασιλιὰς σκέφτηκε ὅτι ἂν ἤξερε πάντοτε τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ ν᾿ ἀρχίζει κάτι, ἂν ἤξερε ποιοὶ εἶναι οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι γιὰ ν᾿ ἀκούει καὶ ποιοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θάπρεπε ν᾿ ἀποφεύγει καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἂν ἤξερε πάντοτε ποιὸ εἶναι τὸ σημαντικότερο πράγμα νὰ κάνει, δὲ θὰ ἀποτύχαινε σὲ ὅ,τι ἐπιχειροῦσε.

Καὶ ὅταν τοῦ ἦρθε αὐτὴ ἡ σκέψη, φρόντισε νὰ διακηρυχθεῖ σὲ ὁλόκληρο τὸ βασίλειό του ὅτι θὰ ἔδινε σπουδαία ἀμοιβὴ σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοῦ μάθαινε ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ποιοὶ εἶναι οἱ πιὸ ἀναγκαῖοι ἄνθρωποι καὶ πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ξέρει ποιὸ εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα νὰ κάνει.

Καὶ ἦλθαν σοφοὶ ἄνθρωποι στὸ βασιλιά, ἀλλὰ ὅλοι ἔδωσαν διαφορετικὲς ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα.

Σ᾿ ἀπάντηση τοῦ πρώτου ἐρωτήματος, μερικοὶ εἶπαν ὅτι γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, πρέπει νὰ φτιάξει προκαταβολικὰ ἕνα πρόγραμμα ἡμερῶν, μηνῶν καὶ ἐτῶν καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσει πιστά. Μόνον ἔτσι, εἶπαν αὐτοί, θὰ μποροῦσε νὰ γίνει τὸ κάθε τί στὴν κατάλληλη στιγμή. Ἄλλοι δήλωσαν ὅτι θὰ ἦταν ἀδύνατο ν᾿ ἀποφασίσει κανεὶς ἐκ τῶν προτέρω τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ἀλλὰ ἂν δὲν ἀφήσει τὸν ἑαυτό του νὰ ἀπορροφηθεῖ σὲ μάταιες ἐνασχολήσεις, θὰ μποροῦσε πάντοτε νὰ προσέχει τί συμβαίνει καὶ τότε νὰ κάνει ὅ,τι θὰ ἦταν ἀναγκαῖο. Ἄλλοι πάλι εἶπαν, ὅτι ὅσο κι ἂν πρόσεχε ὁ βασιλιὰς ὅ,τι συνέβαινε, θὰ ἦταν ἀδύνατο σὲ ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἀποφασίζει σωστὰ ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, γὶ΄ αὐτὸ θάπρεπε νὰ ἔχει ἕνα συμβούλιο ἀπὸ σοφοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσαν νὰ καθορίσει τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε τί.

Ἀλλὰ πάλι, ἄλλοι τοῦ εἶπαν ὅτι ὑπάρχουν ὁρισμένα πράγματα ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν νὰ περιμένουν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ ἕνα συμβούλιο καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα πρέπει κανεὶς νὰ ἀποφασίσει ἀμέσως ἂν θὰ τὰ ἐπιχειρίσει ἢ ὄχι. Γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ὅμως κανεὶς νὰ τὸ ἀποφασίσει αὐτό, πρέπει νὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζει τί πρόκειται νὰ συμβεῖ. Μόνο μάγοι μποροῦν νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ καὶ γι᾿ αὐτό, γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, πρέπει νὰ συμβουλεύεται μάγους.

Ἐξ ἴσου ποικίλες ἦταν οἱ ἀπαντήσεις καὶ στὸ δεύτερο ἐρώτημα. Μερικοὶ εἶπαν ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζεται περισσότερο ὁ βασιλιὰς εἶναι οἱ σύμβουλοί του, ἄλλοι οἱ ἱερεῖς, ἄλλοι οἱ γιατροί, ἐνῶ ἄλλοι εἶπαν ὅτι πιὸ ἀναγκαῖοι εἶναι οἱ πολεμιστές.

Στὸ τρίτο ἐρώτημα γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι πιὸ σπουδαία ἐνασχόληση, μερικοὶ ἀπάντησαν ὅτι πιὸ σπουδαῖο πράγμα στὸ κόσμο εἶναι οἱ ἐπιστῆμες. Ἄλλοι εἶπαν ὅτι εἶναι ἡ πολεμικὴ ἐπιδεξιότητα, καὶ ἄλλοι πάλι ὅτι εἶναι ἡ θρησκευτικὴ λατρεία.

Ὅλες οἱ ἀπαντήσεις ἦταν διαφορετικὲς καὶ ὁ βασιλιὰς δὲ συμφώνησε σὲ καμιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ σὲ καμιὰ δὲν ἔδωσε σημασία. Ἀλλὰ θέλοντας ἀκόμη νὰ βρεῖ τὶς σωστὲς ἀπαντήσεις, ἀποφάσισε νὰ συμβουλευτεῖ ἕναν ἐρημίτη πολὺ γνωστὸ γιὰ τὴν σοφία του.



Ὁ ἐρημίτης ζοῦσε σ᾿ ἕνα δάσος ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο δὲν ἀπομακρυνόταν ποτὲ καὶ δὲ δεχόταν παρὰ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς ντύθηκε ἁπλὰ ροῦχα καὶ πρὶν φτάσει στὸ κελὶ τοῦ ἐρημίτη, κατέβηκε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογό του, ἄφησε πίσω τὴ φρουρά του καὶ πῆγε μόνος του.

Ὅταν πλησίασε ὁ βασιλιάς, ὁ ἐρημίτης ἔσκαβε τὴ γῆ μπροστὰ στὴν καλύβα του. Ὅταν εἶδε τὸ βασιλιά, τὸν χαιρέτησε καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Ὁ ἐρημίτης ἦταν ἄνθρωπος ἀσθενικὸς καὶ ἀδύνατος καὶ κάθε φορὰ ποὺ σφήνωνε τὴν ἀξίνα του στὴν γῆ γιὰ νὰ σηκώσει λίγο χῶμα, ἀνάπνεε βαριά.

Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἐρημίτη γιὰ νὰ σὲ ρωτήσω τρία πράγματα: Πῶς θὰ μάθω νὰ κάνω τὸ κατάλληλο πράγμα στὴν κατάλληλη στιγμή, ποιοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζομαι περισσότερο καὶ ἑπομένως ποιοὺς θὰ πρέπει νὰ προσέχω περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ποιὲς ὑποθέσεις εἶναι πιὸ σπουδαῖες καὶ χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;

Ὁ ἐρημίτης ἄκουσε τὸ βασιλιά, ἀλλὰ δὲν ἔδωσε καμιὰ ἀπάντηση. Μόνο ἔφτυσε στὶς παλάμες του καὶ ξανάρχισε τὸ σκάψιμο.

«Εἶσαι κουρασμένος», εἶπε ὁ βασιλιάς, «ἄσε μὲ νὰ πάρω τὴν ἀξίνα καὶ νὰ δουλέψω ἐγὼ λίγο γιὰ σένα».

«Εὐχαριστῶ», εἶπε ὁ ἐρημίτης καὶ δίνοντας τὴν ἀξίνα στὸ βασιλιὰ κάθησε κάτω στὸ χῶμα.

Ὅταν ἔσκαψε ὁ βασιλιὰς δύο αὐλάκια, σταμάτησε καὶ ἐπανέλαβε τὰ ἐρωτήματά του. Ὁ ἐρημίτης καὶ πάλι δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ σηκώθηκε, ἅπλωσε τὸ χέρι του νὰ πάρει τὴν ἀξίνα καὶ εἶπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο καὶ ἄσε μένα νὰ δουλέψω λιγάκι».

Ὁ βασιλιὰς ὅμως δὲν τοῦ ἔδωσε τὴν ἀξίνα καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Πέρασε μία ὥρα καὶ ἄλλη μία. Ὁ ἥλιος ἄρχισε νὰ δύει πίσω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ ὁ βασιλιὰς στὸ τέλος σφήνωσε τὴν ἀξίνα στὸ χῶμα καὶ ἔιπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἄνθρωπε γιὰ μία ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματά μου. Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ μοῦ δώσεις καμιά, πὲς τό μου νὰ γυρίσω στὸ σπίτι μου».

«Νά, κάποιος ἔρχεται τρέχοντας», εἶπε ὁ ἐρημίτης. «Ἂς δοῦμε ποιὸς εἶναι».

Ὁ βασιλιὰς γύρισε καὶ εἶδε ἕνα γενειοφόρο ἄνδρα νὰ ἔρχεται τρέχοντας ἀπὸ τὸ δάσος, σφίγγοντας μὲ τὰ χέρια τοῦ τὸ στομάχι του, ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο ἔτρεχε ποτάμι τὸ αἷμα. Ὅταν πλησίασε τὸ βασιλιά, ἔπεσε λιπόθυμος στὸ χῶμα βγάζοντας ἕναν ἐλαφρὺ ἀναστεναγμό. Ὁ βασιλιὰς καὶ ὁ ἐρημίτης ξεκούμπωσαν τὰ ροῦχα του. Ὑπῆρξε ἕνα μεγάλο τραῦμα στὸ στομάχι του. Ὁ βασιλιὰς τὸ ἔπλυνε ὅσο καλλίτερα μποροῦσε καὶ τὸ ἔδεσε μὲ τὸ μαντήλι του καὶ μὲ μία πετσέτα ποὺ τοὔδωσε ὁ ἐρημίτης. Ἀλλὰ τὸ αἷμα δὲ σταματοῦσε νὰ τρέχει καὶ ὁ βασιλιὰς ξανὰ καὶ ξανὰ ἄλλαζε τὸν ἐπίδεσμο, μουσκεμένο ἀπὸ καυτὸ αἷμα, τὸν ἐπλένε καὶ ξαναδένε τὸ τράυμα. Ὅταν σταμάτησε νὰ τρέχει τὸ αἷμα, ὁ πληγωμένος συνῆλθε καὶ ζήτησε κάτι νὰ πιεῖ. Ὁ βασιλιὰς ἔφερε φρέσκο νερὸ καὶ τοῦ τὸ ἔδωσε. Στὸ μεταξὺ ὁ ἥλιος ἔδυσε καὶ ἄρχισε νὰ κρυώνουν. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἐρημίτη μετέφερε τὸν πληγωμένο στὴν καλύβα καὶ τὸν ξάπλωσε στὸ κρεβάτι. Ὅταν ξάπλωσεστο κρεβάτι ὁ πληγωμένος, ἔκλεισε τὰ μάτια του καὶ ἡσύχασε, ἀλλὰ ὁ βασιλιὰς ἦταν τόσο κουρασμένος ἀπ᾿ τὸ περπάτημα καὶ τὴ δουλειὰ ποὺ εἶχε κάνε, ποὺ κάθησε στὸ κατώφλι καὶ τὸν πῆρε καὶ αὐτὸν ὁ ὕπνος τόσο βαθιά, ὥστε κοιμήθηκε συνέχεια ὅλη τὴν καλοκαιριάτικη νύχτα. Ὅταν ξύπνησε τὸ πρωί, πέρασε πολλὴ ὥρα πρὶν μπορέσει νὰ θυμηθεῖ ποὺ ἦταν, ἢ ποιὸς ἦταν ὁ ἄγνωστος γενειαφόρος ἄνδρας ποὺ ἦταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι καὶ τὸν κοίταζε ἔντονα καὶ μὲ φλογισμένα μάτια.

«Συγχώρεσέ με», εἶπε ὁ γενειαφόρος ἄνδρας μὲ μία ἀσθενικὴ φωνή, ὅταν εἶδε ὅτι ὁ βασιλιὰς εἶχε ξυπνήσει καὶ τὸν κοίταζε.

«Δὲ σὲ ξέρω καὶ δὲν ἔχω τίποτε νὰ σοῦ συγχωρήσω», εἶπε ὁ βασιλιάς.

«Ἐσὺ δὲ μὲ ξέρεις, ἀλλὰ ἐγὼ σὲ ξέρω. Εἶμαι αὐτὸς ὁ ἐχθρός σου ποὺ ὁρκίστηκε νὰ πάρει ἐκδίκηση ἀπὸ σένα, γιατὶ ἐκτέλεσες τὸν ἀδελφό του καὶ κατάσχεσες τὴν περιουσία του. Ἤξερα πὼς εἶχες πάει μόνος σου νὰ δεῖς τὸν ἐρημίτη καὶ ἀποφάσισα νὰ σὲ σκοτώσω στὴν ἐπιστροφή. Ἀλλὰ πέρασε ἡ ἡμέρα καὶ δὲν γύρισες. Ἔτσι βγῆκα ἀπ᾿ τὴν ἐνέδρα μου καὶ ἔπεσα στοὺς φρουρούς σου καὶ αὐτοὶ μὲ ἀναγνώρισαν καὶ μὲ τραυμάτισαν. Τοὺς ξέφυγα, ἀλλὰ θὰ εἶχα πεθάνει ἀπ᾿ τὴν αἱμορραγία, ἂν ἐσὺ δὲν εἶχες φροντίσει τὸ τραῦμα μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ σὲ σκοτώσω κι ἐσὺ μοῦ ἔσωσες τὴν ζωή. Τώρα, ἂν ζήσω, κι ἂν τὸ θέλεις κι ἐσύ, θὰ σὲ ὑπηρετήσω σὰν ὁ πιὸ πιστός σου σκλάβος καὶ θὰ ζητήσω ἀπ᾿ τοὺς γιούς μου νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Συγχώρεσέ με».

Ὁ βασιλιὰς ἦταν πολὺ εὐχαριστημένος ποὺ εἶχε συμφιλιωθεῖ τόσο εὔκολα μὲ τὸν ἐχθρό του καὶ ποὺ εἶχε κάνει ἕνα φίλο καὶ ὄχι μόνο τὸν συγχώρεσε, ἀλλὰ εἶπε ὅτι θὰ ἔστελνε τοὺς ὑπηρέτες του καὶ τὸ προσωπικό του γιατρὸ νὰ τὸν φροντίσουν καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ ξαναδώσει τὴν περιουσία του.

Ἀφοῦ ἔφυγε ἀπ᾿ τὸν πληγωμένο ὁ βασιλιάς, πῆγε ἔξω στὸν ἐξώστη καὶ κοίταξε τριγύρω νὰ βρεῖ τὸν ἐρημίτη. Ἤθελε πρὶν φύγει, νὰ τὸν παρακαλέσει ἀκόμη μία φορὰ νὰ ἀπαντήσει στὰ ἐρωτήματα ποὺ τοῦ εἶχε κάνει. Ὁ ἐρημίτης ἦταν ἔξω γονατισμένος καὶ φύτευε σπόρους στ᾿ αὐλάκια πού ῾χαν σκαφτεῖ τὴν προηγούμενη μέρα.

Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Γιὰ τελευταία φορὰ σὲ παρακαλῶ ἀπάντησε στὰ ἐρωτήματά μου, σοφὲ ἄνθρωπε». «Μὰ ἔχουν ἤδη ἀπαντηθεῖ», εἶπε ὁ ἐρημίτης, σκύβοντας ἀκόμα στ᾿ ἀδύνατα πόδια του καὶ κοιτάζοντας πρὸς τὸ βασιλιὰ ποὺ στεκόταν μπροστά του.

«Πῶς ἀπαντήθηκαν; Τί ἐννοεῖς;», εἶπε ὁ βασιλιάς.

«Δὲ βλέπεις;», ἀπάντησε ὁ ἐρημίτης. «Ἂν δὲν εἶχε λυπηθεῖ χθὲς τὴν ἀδυναμία μου καὶ δὲν εἶχες σκάψει γιὰ μένα τ᾿ αὐλάκια, ἀλλὰ εἶχες φύγει, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ σοῦ εἶχε ἐπιτεθεῖ καὶ θὰ εἶχες μετανοιώσει ποὺ δὲν ἔμεινες μαζί μου. Ἔτσι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν ἔσκαβες τ᾿ αὐλάκια, κι ἐγὼ ἤμουν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ τὸ νὰ μοῦ κάνεις καλὸ ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά. Ὕστερα, ὅταν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦρθε σέ μας, ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν τὸν φρόντιζες, γιατὶ ἂν δὲν εἶχες δέσει τὸ τραῦμα του, θὰ πέθαινε χωρὶς νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί σου. Ἔτσι αὐτὸς ἦταν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκανες γι᾿ αὐτὸν ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά. Νὰ θυμᾶσαι λοιπόν: Ὑπάρχει μόνο μία στιγμὴ ποὺ εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία, τὸ παρόν. Εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμή, γιατὶ εἶναι ἡ μόνη πάνω στὴν ὁποία ἔχεις κάποια δύναμη. Ὁ πιὸ ἀναγκαῖος ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο βρίσκεσαι, γιατὶ κανένας ἄνθρωπος δὲν ξέρει ἂν θὰ ἔχει ποτὲ πάρε-δῶσε μὲ κάποιον ἄλλο. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα εἶναι νὰ τοῦ κάνεις καλό, γιατὶ μόνο γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ ἔχεις ἔλθει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!».

Τώρα λοιπὸν βλέπεις ὅτι πρέπει νὰ τρέχεις συνεχῶς γιὰ νὰ παραμένεις στὴν ἴδια θέση. Ἂν θέλεις νὰ πᾶς κάπου ἀλλοῦ θὰ πρέπει νὰ τρέχεις τουλάχιστον δύο φορὲς περισσότερο...

Ὁ Λέων Τολστόυ (Лев Николаевич Толстой - Λεβ Νικολάιεβιτς Τολστόυ) ήταν Ρώσος συγγραφέας, δοκιμοιογράφος καὶ φιλόσοφος.



www.nektarios.gr

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Ὁ ξεπεσμένος Δερβίσης




Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος
Δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα σταλαγμοί.

Ὅμοιοι μὲ τὸ μονότονον βῆμα τοῦ ἀγρύπνου ναύτου φρουροῦ εἰς τὴν κουβέρταν. Πλέει εἰς μαῦρα πέλαγα καὶ βλέπει οὐρανὸν καὶ θάλασσαν ἀγρίως χορεύουσαν, καὶ τυλιγμένος εἰς τὴν καπόταν του διασχίζει ἀκαριαίως τὸ σκότος μὲ τὴν ἐξανάπτουσαν καὶ ὑποσβήνουσαν λαμπυρίδα τοῦ τσιγάρου του.

Οἱ πετεινοὶ δὲν εἶχαν λαλήσει τὸ τρίτον λάλημα. Ἴσως εἶχαν τρομάξει ἀπὸ τὴν βαθεῖαν, θρηνώδη φωνὴν τοῦ σαλεπτσῆ, ὅστις εἶχεν ἀρχίσει τὸ φθινόπωρον, νύκτα βαθιά, νὰ κράζει. Ἦτο ὡς κρωγμὸς ἀγνώστου ὀρνέου, τὸ ὁποῖον εἶχε χάσει τὸν ἀέρα του, καὶ εἶχεν ἐνσκήψει μέσα εἰς τὴν πόλιν, κι ἐζήτει ἁρπάγματα νὰ σπαράξῃ.

— Ζεστὸ ! Βράζει ! …

Ἔβραζεν, ἔβραζε, ἡ νύκτα βαθιά. Ζεστὸν τὸ σαλέπι, πολὺ ζεστότερον τὸ στρῶμα. Μόνον ἡ φωνὴ τοῦ σαλεπτσῆ ἐτρόμαζε τοὺς πετεινούς.

Εἶχε βρέξει ὀλίγον, εἶτα ἠθρίασε. Σταλαγμοί, σταλαγμοὶ ἔπεφταν ἀργὰ-ἀργά, ἀπὸ τὴν ὑδρορρόην ἐντός τῆς αὐλῆς.


***
— Ἔ! καὶ ποῦ, σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο;

Ἡ ἐπιφώνησις ἠκούσθη εἰς τὸ σκότος ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ σαλεπτσῆ.

Τὸ παραθυρον ἔτριξε, κράκ ! ἀπὸ τὸ χαμηλὸν δωμάτιον τὸ βλέπον πρὸς τὸν δρόμον. Ἄνθρωπος προέκυψε τυλιγμένος μὲ σάλι. Ἔτεινε μέγαν κύαθον πρὸς τὸν σαλεπτσήν, ἀλλ’ οὗτος ἠργοπόρει.

Ὁ ἄνθρωπος ἔκυψε νὰ ἰδῇ.

Ὑψηλὴ μορφή, μὲ λευκὸν σαρίκι, μὲ μαύρην χλαῖναν καὶ χιτῶνα χρωματιστόν, εἶχε σταθῇ ἐνώπιον τοῦ σαλεπτσῆ.

— Ποῦ, σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ;

— Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ.

— Ἄσκ ὀλσούν … ὑπεψιθύρισεν ὁ σαλεπτσής.

Δὲν εἶχε γνωρίσει τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἔνδυμα. Κάθε ἄλλος θὰ τὸν ἐξελάμβανε ὡς φάντασμα. Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἐπτοήθη. Ἦτο ἀπ’ ἐκεῖνα τὰ χώματα.


***

Εἶχεν ἀναφανῇ. Πότε; Πρὸ ἡμερῶν, πρὸ ἑβδομάδων. Πόθεν; Ἀπὸ τὴν Ρούμελην, ἀπὸ τὴν Ἀνατολήν, ἀπὸ τὴν Σταμπούλ. Πῶς; Ἐκ ποίας ἀφορμῆς; Ποῖος;

Ἦτον Δερβίσης; Ἦτον βεκτασής, χόντζας, ἰμάμης; Ἦτον οὐλεμάς, διαβασμένος; Ὑψηλός, μελαψός, συμπαθής, γλυκύς, ἄγριος. Μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὸν τσουμπέν του, μὲ τὸν δουλαμάν του.

Ἦτο εἰς εὔνοιαν, εἰς δυσμένειαν; Εἶχεν ἀκμάσει, εἶχεν ἐκπέσει, εἶχεν ἐξορισθῇ; Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ. Αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι σφαῖρα καὶ γυρίζει.

Ἐκείνην τὴν βραδιὰν τὸν εἶχε προσκαλέσει μία παρέα. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ φίλοι ἀχώριστοι. Ἀγαποῦσαν τὴν ζωήν, τὰ νιᾶτα. Ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἔβαλλε γιουβέτσι κάθε βράδυ. Οἱ ἄλλοι ἔτρωγαν.

Ἦτον λοταρτζὴς κι ἐκέρδιζε δέκα ἢ δεκαπέντε δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Τί νὰ τὰς κάμει; Τοὺς ἔβαλλε γιουβέτσι καὶ τοὺς ἐφίλευε. Ἦσαν λοτοφάγοι, μὲ ὀμικρὸν καὶ μὲ ὠμέγα.

Ἀγαποῦσαν τὰ τραγούδια, τὰ ὄργανα. Ὁ Δερβίσης δὲν ἔπινε κρασί, ἔπινε μαστίχαν. Δερβισάδες ἦσαν κι αὐτοί. Τοῦ εἶπαν νὰ τραγουδήσῃ. Ἐτραγούδησε. Τοῦ εἶπαν νὰ παίξῃ τὸ νάϊ. Ἔπαιξε.

Δὲν τοὺς ἤρεσε. Ὤ, αὐτὸς δὲν ἦτον ἀμανές.

Δὲν ἦτον, ὅπως τὸν ἤξευραν αὐτοί. Ἀλλ’ ὁ Δερβίσης τοὺς ἔλεγε τὸν καθ’ αὑτὸ ἀμανέν.


***

Ἐπανῆλθεν εἰς τὸ καφενεῖον. Τὸ καφενεῖον ἀντικρύ τοῦ Θησείου. Ἡ ταβέρνα δίπλα εἰς τὸ καφενεῖον. Καὶ τὰ δύο ἀντικρύ τοῦ παλαιοῦ σταθμοῦ Α. Π. Παραπέρα ἀπὸ τὸ καφενεῖον, ἡ σῆραγξ ἐσκάπτετο, εἶχε σκαφῇ. Φθινόπωρον τῆς χρονιᾶς ἐκείνης.

Ὁ Δερβίσης ἐκάθητο ἐκεῖ κ’ ἔπινε μαστίχαν, ὅποιος τὸν ἐκερνοῦσε. Μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὰ κατσαρὰ ψαρὰ γένειά του, μὲ τὸ τσιμπούκι του. Ἄνω τῶν 50 ἐτῶν ἡλικίας.


***

Ἐκεῖ διενυκτέρευεν ἀπὸ ἡμερῶν. Ἄστεγος, ἀνέστιος, φερέοικος. Τὸ μικρὸν καφενεῖον εἶχε τὴν ἄδειαν νὰ μένῃ ἀνοικτὸν ὅλην τὴν νύκτα.

Ἤρχοντο ἀπὸ τοὺς τζόγους, ἀπὸ τὰ θέατρα, θαμῶνες. Ἤρχοντο ἀπὸ τὸ λαχανοπάζαρον. Ἔπιναν ρούμι καὶ φασκόμηλον.

Ὁ Δερβίσης ἔπαιζε κάποτε τὸ νάϊ. Ὁ κλήτωρ ὁ ἀστυνομικὸς διεσκέδαζεν. Ἀγαποῦσε ν’ ἀκούῃ.

Καλὸς ἄνθρωπος. Πρὸ ἐτῶν, ὅταν πρωτοδιωρίσθη, ἦτον γεμᾶτος ζῆλον.

Ἅμα εἶδε καυγάν, ἔτρεξεν ἀμέσως νὰ τοὺς χωρίσῃ. Εἷς παλαιὸς συνάδελφός του τὸν ὤκτειρεν.

— Ὅταν βλέπεις καυγά, νὰ τρέχῃς ἀπὸ τὸ πλαγινὸ σοκάκι, ν’ ἀργοπορῇς, ὥς ποὺ νὰ περάσῃ ἡ φούρια, καὶ τότε νὰ παρουσιάζεσαι.

Καὶ ἄλλην συμβουλὴν τοῦ ἔδωκε :

— Στὸν καυγά, πάντοτε νὰ βλέπῃς ποιὸς εἶναι δυνατώτερος καὶ νὰ φυλάγεσαι. Νὰ μαλώνῃς τὸν πιὸ ἀδύνατον, νὰ τοῦ τραβᾷς κι ἕνα χαστούκι, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃς τὴν τάξιν. Ἔτσι θὰ βγαίνῃς λάδι.

Καὶ ἀκόμη :

— Κάθε καινούργιος ἀνώτερος ποὺ διορίζεται τὴν πρώτη μέρα εἶναι γεμάτος αὐστηρότητα. Τὸ κάνει γιὰ νὰ τοὺς πάρῃ τὸν ἀέρα. Τὴν δεύτερη μέρα κρυώνει, καὶ τὴν τρίτη μέρα παραδίνεται. Ἐσὺ νὰ συμμορφώνεσαι σύμφωνα μὲ τὸν προϊστάμενον, καὶ νὰ παραπανίζῃς μάλιστα, αὐτὲς τὲς τρεῖς μέρες.

Πολύτιμοι ὑποθῆκαι.


***

Τὰς ἡμέρας ἐκείνας εἶχε διορισθῆ νέος ἀστυνόμος.

Διὰ νὰ δείξῃ τὸν ζῆλον του, διέταξε νὰ κλείσῃ τὸ καφενεῖον, τὴν νύκτα ἐκείνην.

Αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἐπέτρεπε πάλιν νὰ μένῃ ἀνοικτόν. Ἀλλ’ ἡ νὺξ ἐκείνη εἶχε πέσει εἰς τὸν λαχνόν, ἦτο πεπρωμένη νύξ.

Ὁ καλὸς κλήτωρ, ἐνθυμεῖτο τὰς συμβουλὰς τοῦ συναδέλφου του. Ἀνάγκη νὰ βιάσῃ τὸν καφετζὴν νὰ κλείσῃ. Δὲν ἐπετράπη εἰς τὸν βοηθὸν νὰ μείνῃ ἐντός, διὰ νὰ μὴ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ εἰς ὅσους ἦτο πιθανὸν νὰ ἔλθουν νὰ κρούσωσι τὴν θύραν. Δὲν ἐπετράπη εἰς τὸν Δερβίσην, τὸν ἀνέστιον, τὸν πλάνητα, νὰ μείνῃ, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι ἔπαιζε τὸ νάϊ, κι ἑμάζωνε κόσμον, καὶ δὲν ἄφηνε τοὺς γείτονας νὰ κοιμηθοῦν. Ὁ Δερβίσης μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὸν τσουμπέν του, μὲ τὸν δουλαμάν του, ἐπῆρε τὸ τσιμπούκι του, τὸ νάϊ του, κ’ ἔφυγε.

Ποῦ νὰ ὑπάγῃ;

Ἔκαμεν ὀλίγα βήματα ἀσκόπως, πέριξ τοῦ καφενείου.

Παρέκει ἦτο ἡ σῆραγξ. Ἐσκάπτετο, ἦτο σκαμμένη.

Ἔκαμνε ψύχραν, νυκτερινὸν ἀπόγειον. Μία μετὰ τὰ μεσάνυκτα.

Ὁ κλήτωρ ὁ σκοπὸς περιεφέρετο ὑποκάτω εἰς τὸ κιόσκι, τὸ τσιγκοσκεπές, τῶν ἐκεῖ μαγαζείων.

Ὁ Δερβίσης ὁ πλάνης κατῆλθεν εἰς τὸ βάθος τῆς σήραγγος. Ἴσως ἤλπιζε νὰ εὕρῃ περισσότερον ἀπάγκειο ἐκεῖ.

Ἐκάθισεν, ἀκούμβησεν.

Ἐσκέπτετο τὸ ἄστατον τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Ἄσκ ὀλσοὺν τσιβιρινέκ. Χαρὰ σ’ ἐκεῖνον ποὺ ξέρει νὰ τὸν γυρίζῃ, τὸν κόσμον αὐτόν.


***

Παρῆλθεν ὥρα. Ὁ κλήτωρ, ὅστις ἐπεριπάτει ἐκεῖ τριγύρω, ἐσκέπτετο τί νὰ εἶχε γίνει ὁ Δερβίσης, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἰδεῖ νὰ καταβαίνῃ εἰς τὴν σήραγγα.

Ποῦ νὰ εἶναι;

Εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν τὴν ἄφωνον ἀπήντησε φωνή, ἦχος, μέλος γλυκύ.

Ὁ ξένος μουσουλμάνος εἶχε παγώσει ἐκεῖ ὅπου ἐκάθητο κι ἐνύσταζε. Διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἔβγαλε τὸ νάϊ του καὶ ἤρχισε νὰ παίζῃ τὸν τυχόντα ἦχον, ὅστις τοῦ ἦλθε κατ’ ἐπιφορὰν εἰς τὴν μνήμην.

Ναί, ναί, γλυκύ.

Νάζι — κατὰ ἓν ζῆτα ἐλαττοῦται.

Αὔρα, οὐρανός, ἆσμα γλυκερόν, μελιχρόν, ἁβρόν, μεθυστικόν.

Νάϊ, νάϊ.

Κατὰ δύο κοκκίδας, διαφέρει διὰ νὰ εἶναι τὸ Ναί, ὁπού εἶπεν ὁ Χριστός.

Τὸ Ναὶ τὸ ἥμερον, τὸ ταπεινόν, τὸ πρᾶον, τὸ Ναὶ τὸ φιλάνθρωπον.

Κάτω εἰς τὸ βάθος, εἰς τὸν λάκκον, εἰς τὸ βάραθρον, ὡς κελάρυσμα ρύακος εἰς τὸ ρεῦμα, φωνὴ ἐκ βαθέων ἀναβαίνουσα, ὡς μύρον, ὡς ἄχνη, ὡς ἀτμός, θρῆνος, πάθος, μελωδία, ἀνερχομένη ἐπὶ πτίλων αὔρας νυκτερινῆς, αἰρομένη μετάρσιος, πραεῖα, μειλιχία, ἄδολος, ψίθυρος, λιγεῖα, ἀναρριχωμένη εἰς τὰς ριπάς, χορδίζουσα τοὺς ἀέρας, χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον, παιδική, ἄκακος, ἑλισσομένη, φωνὴ παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου, λαχταροῦντος τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἔαρος.

Τὰ βαρέα τείχη καὶ οἱ ὀγκώδεις κίονες τοῦ Θησείου, ἡ στέγη ἡ μεγαλοβριθής, δὲν ἐξεπλάγησαν πρὸς τὴν φωνήν, πρὸς τὸ μέλος ἐκεῖνο. Τὴν ἐνθυμοῦντο, τὴν ἀνεγνώριζον. Καὶ ἄλλοτε τὴν εἶχον ἀκούσει. Καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας καὶ εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς.

Ἡ μουσικὴ ἐκείνη δὲν ἦτο τόσον βάρβαρος, ὅσον ὑποτίθεται ὅτι εἶναι τὰ ἀστιατικὰ φῦλα. Εἶχε στενὴν συγγένειαν μὲ τὰς ἀρχαίας ἁρμονίας, τὰς φρυγιστὶ καὶ λυδιστί.


***

Ἔφυγαν αἱ βαθεῖαι ὧραι, καὶ νὺξ ἦτο ἀκόμη, πεπρωμένη νύξ.

Ἀκόμη ἥπλωνεν αὕτη τὰ σκότη της, καὶ ὁ σαλεπτσὴς ἔκρωζε διὰ νὰ πωλήσῃ τὸ ἐμπόρευμά του, καὶ οἱ πετεινοὶ ἐζάρωναν εἰς τὸν ὀρνιθῶνα. Τὸ μικρὸν παραθυρον ἔτριζε, καὶ ὁ σαλεπτσὴς ἐξηκολούθει τουρκιστὶ τὸν διάλογόν του μὲ τὸν Δερβίσην, τὸν ἄστεγον, τὸν ὑπερόριον.

Πρὸ ὥρας ἤδη εἶχε σιγήσει τὸ ἆσμα τὸ μυστηριῶδες καὶ μελιχρόν, τὸ νάϊ εἶχε πέσει ἀπὸ τὴν χεῖρα. Ὁ οὐρανός, συννεφώδης, εἶχεν ἀρχίσει νὰ βρέχῃ, ἔβρεξεν ἐπ’ ὀλίγα λεπτά, εἶτα ἔπαυσεν. Ὁ κλήτωρ εἶχε γίνει ἄφαντος. Αἱμωδιασμένος, βρεγμένος, κρυωμένος, ὁ Δερβίσης ἀνέβη εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον.

Ἐπῆρεν ἕνα δρομίσκον, κατέμπροσθέν τοῦ ἱεροῦ βήματος τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων. Δρομίσκον τὸν ὁποῖον ἡ σεβαστὴ ἐπιτροπὴ εἶχεν ὀνοματίσει, δηλαδὴ εἶχε γράψει ἐπὶ πινακίδος ὅτι εἶναι ὁδὸς Λεπενιώτου.

Ὁ ἴδιος ὁ Λεπενιώτης ὁ λεοντόκαρδος, ὅσον καὶ ἂν ἔτρεφε φιλέκδικον πάθος διὰ τὸν φόνον τοῦ μεγάλου ἥρωος, τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀνίσως τὸ πνεῦμά του περιεφοίτα ἐκεῖ, καὶ ἠδύνατο νὰ ἴδῃ τὸν ἄμοιρον Δερβίσην, διωγμένον, ἐξωρισμένον, ἀνέστιον, ριγοῦντα ἀνὰ τὴν στενωπόν, ἕρποντα ἀναμέσον δύο σειρῶν παλαιῶν οἰκίσκων, θὰ τὸν ἐσπλαγχνίζετο.

Καὶ ὁ σαλεπτσὴς τὸν ἐλυπήθη, καὶ ἀντὶ πενταλέπτου τοῦ ἔδωκε νὰ πίῃ σαλέπι διπλοῦν, μισὸ κουλούρι νὰ βουτήξῃ, καὶ ἄφησε τὸν γείτονα μὲ τὸ σάλι, τὸν σηκωθέντα πρὸ μικροῦ ἀπὸ τὴν ζεστὴν κλίνην, νὰ κρυώνῃ περιμένων εἰς τὸ μικρὸν παράθυρον.

— Ἔλα, σαλεπτσή, ποὺ νὰ πάρῃ …

— Μποὺ ντουνιὰ …



***

Τὴν πρωίαν ἐκείνην ἔπιεν ὁ Δερβίσης σαλέπι, ἔφαγε καὶ κουλούρι. Ὅλην τὴν ἡμέραν τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος ὅπου ἐτύχαινε νὰ καθίσῃ.

Τὰς ἄλλας ἡμέρας, ἐξενυχτοῦσεν ἀκόμη εἰς τὸ ὁλονύκτιον καφενεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχε περάσει ἡ πεπρωμένη νύξ. Ἔπινε μαστίχαν κι ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του. Πότε-πότε ἔπαιζεν ἀκόμη τὸ νάϊ.

Ὕστερον, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἔγινεν ἄφαντος καὶ δὲν τὸν εἶδε πλέον κανείς. Ζεῖ, ἀπέθανε, περιπλανᾶται εἰς ἄλλα μέρη, ἀνεκλήθη ἀπὸ τῆς ἐξορίας, ἐπανέκαμψεν εἰς τὸν τόπον του;

Κανεὶς δὲν ἠξεύρει.

Ἴσως τὴν ὥραν ταύτην ν’ ἀνέκτησε τὴν εὔνοιαν τοῦ ἰσχυροῦ Παδισάχ, ἴσως νὰ εἶναι μέγας καὶ πολὺς μεταξὺ τῶν Οὐλεμάδων τῆς Σταμπούλ, ἴσως νὰ διαπρέπῃ ὡς ἰμάμης εἰς κανὲν ἐξακουστὸν τζαμίον.

Ἴσως νὰ εἶναι εὐνοούμενος τοῦ Χαλίφη, ἀρχιουλεμάς, σεϊχουλισλάμης.

Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ.



(1896)




Ἡ τουρκικὴ παροιμία Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ, τὴν ὁποία ὁ Ππδ. ἐξηγεῖ «Αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι σφαῖρα καὶ γυρίζει» σημαίνει ἀκριβέστερα «Αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι τροχὸς τῆς τύχης». Τὸ felek (ἐξ οὗ καὶ τὸ φελέκι) εἶναι ἡ τύχη.

Ὁ δουλεμὰς εἶναι εἶδος ἐπενδύτη, ὁ οὐλεμὰς εἶναι ὁ ἀπόφοιτος τῆς ἱερονομικῆς σχολῆς, σεϊχουλισλάμης ἦταν ὁ ἀνώτερος θρησκευτικὸς λειτουργὸς στὴν Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία (ὅλα αὐτὰ σύμφωνα μὲ τὸ Γλωσσάρι τῆς κριτικῆς ἔκδοσης).


www.agiazoni.gr

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Τό ποτάμι


















Σαμαράκης Ἀντώνης.



Ἡ διαταγή ἤτανε ξεκάθαρη: Ἀπαγορεύεται τό μπάνιο στό ποτάμι, ἀκόμα καί νά πλησιάζει κανένας σέ ἀπόσταση λιγότερο ἀπό διακόσια μέτρα. Δέ χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Ὅποιος τήν παρέβαινε τή διαταγή, θά πέρναγε στρατοδικεῖο. Τούς τή διάβασε τίς προάλλες ὁ ἴδιος ὁ ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, ὅλο τό τάγμα, καί τούς τή διάβασε. Διαταγή τῆς Μεραρχίας ! Δέν ἤτανε παῖξε γέλασε.

Εἴχανε κάπου τρεῖς βδομάδες πού εἶχαν ἀράξει δῶθε ἀπό τό ποτάμι. Κεῖθε ἀπό τό ποτάμι ἦταν ὁ ἐχθρός, οἱ Ἄλλοι ὅπως τούς λέγανε πολλοί. Τρεῖς βδομάδες ἀπραξία. Σίγουρα δέ θά βάσταγε πολύ τούτη ἡ κατάσταση, γιά τήν ὥρα ὅμως ἐπικρατοῦσε ἡσυχία. Καί στίς δυό ὄχθες τοῦ ποταμοῦ, σέ μεγάλο βάθος, ἤτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μές τό δάσος εἴχανε στρατοπεδεύσει καί οἱ μέν καί οἱ δέ. Οἱ πληροφορίες τους ἤτανε πώς οἱ Ἄλλοι εἴχανε δυό τάγματα ἐκεῖ. Ὡστόσο, δέν ἐπιχειροῦσαν ἐπίθεση, ποιός ξέρει τί λογαριάζανε νά κάνουν. Στό μεταξύ, τά φυλάκια, καί ἀπό τίς δυό μεριές, ἦταν ἐδῶ κι ἐκεῖ κρυμένα στό δάσος, ἕτοιμα γιά πᾶν ἐνδεχόμενο.

Τρεῖς βδομάδες ! Πῶς εἴχανε περάσει τρεῖς βδομάδες ! Δέ θυμόντουσαν σ' αὐτόν τόν πόλεμο πού εἶχε ἀρχίσει ἐδῶ καί δυόμισι περίπου χρόνια, ἄλλο τέτοιο διάλειμμα σάν καί τοῦτο.

Ὅταν φτάσανε στό ποτάμι, ἔκανε ἀκόμα κρύο. Ἐδῶ καί μερικές μέρες, ὁ καιρός εἶχε στρώσει. Ἀνοίξη πιά ! Ὁ πρῶτος πού γλίστρησε κατά τό ποτάμι ἤτανε ὁ λοχίας. Γλίστρησε ἕνα πρωινό καί βούτηξε. Λίγο ἀργότερα σύρθηκε ὥς τούς δικούς του, μέ δυό σφαῖρες στό πλευρό. Δέν ἔζησε πολλές ὧρες... Τήν ἄλλη μέρα, δυό φαντάροι τραβήξανε γιά κεῖ. Δέν τούς ξαναεῖδε πιά κανένας. Ἀκούσανε μόνο πυροβολισμούς, καί μετά σιωπή. Τότε βγῆκε ἡ διαταγή τῆς Μεραρχίας. Ἤτανε ὡστόσο μεγάλος πειρασμός τό ποτάμι. Τ' ἀκούγανε πού κυλοῦσε τά νερά του καί τό λαχταρούσανε. Αὐτά τά δυόμισι χρόνια, τούς εἶχε φάει ἡ βρῶμα. Εἴχανε ξεσυνηθίσει ἕνα σωρό χαρές. Καί νά, τώρα, πού εἶχε βρεθεῖ στό δρόμο τους αὐτό τό ποτάμι. Ἀλλά ἡ διαταγή τῆς Μεραρχίας....



Στό διάολο ἡ διαταγή τῆς Μεραρχίας ! εἶπε μεσ' ἀπό τά δόντια του ἐκείνη τή νύχτα. Γύριζε καί ξαναγύριζε καί ἡσυχία δέν εἶχε, Τό ποτάμι ἀκουγότανε πέρα καί δέν τόν ἄφηνε νά ἡσυχάσει. Θά πήγαινε τήν ἄλλη μέρα, θά πήγαινε ὁπωσδήποτε. Στό διάολο ἡ διαταγή τῆς Μεραρχίας ! Οἱ ἄλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τόν πῆρε κι αὐτόν ὁ ὕπνος. Εἶδε ἕνα ὄνειρο, ἕναν ἐφιάλτη. Στήν ἀρχή, τό εἶδε ὅπως ἤτανε: ποτάμι. Ἤτανε μπροστά του αὐτό τό ποτάμι καί τόν περίμενε. Καί αὐτός γυμνός στήν ὄχθη, δέν ἔπεφτε μέσα. Σάν νά τόν βάσταγε ἕνα ἀόρατο χέρι. Ὕστερα τό ποτάμι μεταμορφώθηκε σέ γυναίκα. Μιά νέα γυναίκα, μελαχροινή, μέ σφιχτοδεμένο κορμί. Γυμνή, ξαπλωμένη στό γρασίδι, τόν περίμενε. Καί αὐτός, γυμνός μπροστά της, δέν ἔπεφτε πάνω της. Σάν νά τόν βάσταγε ἕνα ἀόρατο χέρι. Ξύπνησε βαλαντωμένος, δέν εἶχε ἀκόμα φέξει....


Φθάνοντας στήν ὄχθη, στάθηκε καί τό κοίταξε. Τό ποτάμι ! Ὥστε ὑπῆρχε λοιπόν αὐτό τό ποτάμι ; Ὧρες ὧρες, συλλογιζότανε μήπως δέν ὑπῆρχε στ' ἀλήθεια. Μήπως ἤτανε μιὰ φαντασία τους, μιὰ ὁμαδική ψευθαίσθηση. Εἶχε βρεῖ μιὰ εὐκαιρία καί τράβηξε κατά τό ποτάμι. Τό πρωινό ἤτανε θαῦμα! Ἄν ἤτανε τυχερός καί δέν τόν παίρνανε μυρουδιά... Νά πρόφταινε νά βουτήξει στό ποτάμι, νά μπεῖ στά νερά του, τά παρακάτω δέν τόν νοιάζανε. Σ' ἕνα δέντρο, στήν ὄχθη, ἄφησε τά ροῦχα του, καί ὄρθιο πάνω στόν κορμό, τό τουφέκι του. Ἔριξε δυό τελευταῖες ματιές, μία πίσω του, μήν ἤτανε κανένας ἀπό τούς δικούς του, καί μιά στήν ἀντίπερα ὄχθη, μήν ἤτανε κανένας ἀπό τούς Ἄλλους. Καί μπῆκε στό νερό....



Ἀπό τή στιγμή πού τό σῶμα του, ὁλόγυμνο, μπῆκε στό νερό, τοῦτο τό σῶμα πού δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, πού δυό τραύματα τό εἴχανε ὡς τώρα σημαδεύσει, ἀπό τή στιγμή αὐτή ἔνοιωσε ἄλλος ἄνθρωπος. Σάν νά πέρασε ἕνα χέρι μ' ἕνα σφουγγάρι μέσα του καί νά τά ' σβησε αὐτά τά δυόμισι χρόνια. Κολυμποῦσε πότε μπρούμυτα, πότε ἀνάσκελα. Ἀφηνότανε νά τόν πηγαίνει τό ρεῦμα. Ἔκανε καί μακροβούτια... Ἦταν ἕνα παιδί τώρα αὐτός ὁ φαντάρος, πού δέν ἤτανε παρά εἰκοσιτριῶν χρονῶν κι ὅμως τά δυόμισι τελευταῖα χρόνια εἶχαν ἀφήσει βαθειά ἴχνη μέσα του.

Δεξιά κι ἀριστερά, καί στίς δυό ὄχθες, φρτερουγίζανε πουλιά, τόν χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε ἀπό πάνω του. Μπροστά του, πήγαινε τώρα ἕνα κλαδί πού τό ἔσερνε τό ρεῦμα. Βάλθηκε νά τό φτάσει μ' ἕνα μονάχα μακροβούτι. Καί τά κατάφερε, Βγῆκε ἀπό τό νερό ἀκριβῶς δίπλα στό κλαδί. Ἔνοιωσε μιὰ χαρά! Ἀλλά τήν ἴδια στιγμή εἶδε ἕνα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακρυά. Σταμάτησε καί προσπάθησε νά δεῖ καλύτερα. Καί ἐκεῖνος πού κολυμποῦσε ἐκεῖ τόν εἶχε δεῖ, εἶχε σταματήσει κι αὐτός. Κοιτάζονταν. Ξανάγινε ἀμέσως αὐτός πού ἤτανε καί πρωτύτερα: ἕνας φαντάρος πού εἶχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, πού εἶχε ἕναν πολεμικό σταυρό, πού εἶχε ἀφήσει τό τουφέκι του στό δέντρο. Δέν μποροῦσε νά καταλάβει ἄν αὐτός ἀντίκρυ του ἤτανε ἀπό τούς δικούς του ἡ ἀπό τούς Ἄλλους. Πῶς νά τό καταλάβει; Ἕνα κεφάλι ἔβλεπε μονάχα. Μποροῦσε νἄναι ἕνας ἀπό τούς δικούς του. Μποροῦσε νἄναι ἕνας ἀπό τούς Ἄλλους.

Γιά μερικά λεπτά, καί οἱ δυό τους στέκονταν ἀκίνητοι στά νερά. Τή σιωπή διέκοψε ἕνα φτάρνισμα. Ἦταν αὐτός πού φταρνίστηκε, καί κατά τή συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε ἐκεῖνος ἀντίκρυ του ἄρχισε νά κολυμπάει γρήγορα πρός τήν ἀντίπερα ὄχθη. Κι αὐτός ὅμως δέν ἔχασε καιρό. Κολύμπησε πρός τήν ὄχθη του μ' ὅλη του τή δύναμη. Βγῆκε πρῶτος. Ἔτρεξε στό δέντρο πού εἶχε ἀφήσει τό τουφέκι του, τό ἅρπαξε. Ὁ Ἄλλος ὅ,τι ἔβγαινε ἀπό τό νερό. Ἔτρεξε τώρα κι ἐκεῖνος νά πάρει τό τουφέκι του. Σήκωσε τό τουφέκι του αὐτός, σημάδεψε. Τοῦ ἤτανε πάρα πολύ εὔκολο νά τοῦ φυτέψει μία σφαίρα στό κεφάλι. Ὁ Ἄλλος ἤτανε σπουδαῖος στόχος ἔτσι καθώς ἔτρεχε ὁλόγυμνος, κάπου εἴκοσι μονάχα μέτρα μακρυά.

Ὄχι, δέν τράβηξε τή σκανδάλη. Ὁ Ἄλλος ἦταν ἐκεῖ, γυμνός ὅπως εἶχε ἔρθει στόν κόσμο. Κι αὐτός ἦταν ἐδῶ, γυμνός ὅπως εἶχε ἔρθει στόν κόσμο... Δέν μποροῦσε νά τραβήξει. Ἤτανε καί οἱ δυό γυμνοί. Δυό ἄνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί ἀπό ροῦχα. Γυμνοί ἀπό ὀνόματα. Γυμνοί ἀπό ἐθνικότητα. Γυμνοί ἀπό τόν χακί ἑαυτό τους.. Δέν μποροῦσε νά τραβήξει. Τό ποτάμι δέν τούς χώριζε τώρα, ἀντίθετα τούς ἕνωνε. Δέν μποροῦσε νά τραβήξει. Ὁ Ἄλλος εἶχε γίνει ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος τώρα, χωρίς ἄλφα κεφαλαῖο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.



Χαμήλωσε τό τουφέκι του. Χαμήλωσε τό κεφάλι του. Καί δέν εἶδε τίποτα ὥς τό τέλος, πρόφτασε νά δεῖ μονάχα κάτι πουλιά πού φτερουγίσανε τρομαγμένα σάν ἔπεσε ἀπό τήν ἀντικρινή ὄχθη ἡ τουφεκιά,... κι αὐτός, γονάτισε πρῶτα,.... ὕστερα ἔπεσε.... μέ τό πρόσωπο στό χῶμα.....


www.agiazoni.gr