Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύγχρονοι Γέροντες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύγχρονοι Γέροντες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Ιεροδιάκονος Θεοδόσιος (†2012)




Κατά το έτος 1939 ένα δεκατριάχρονο αγνό, ήσυχο και σεμνό χωριατόπουλο από τα χωριά της Πελοποννήσου ήρθε στο Ίβηρίτικο Κελλί της Αγίας Άννης να γίνει μοναχός. Γέροντας τότε στο Κελλί ήτο ό εκ Πατρών ορμώμενος, αλλά με Στεμνιτσιώτικη καταγωγή, Μοναχός Θεοδόσιος με συνοδεία τους μονάχους Μόδεστο, Λάζαρο, Πολύκαρπο και τον αλησμόνητο Γεώργιο (Ζήτο).
Την εποχή εκείνη ήρχετο κατά καιρούς από την Ίβηρίτικη Σκήτη του Τίμιου Προδρόμου όπου διέμενε, χάριν πνευματικής φιλίας και συμπνευματισμού, ό μετά ταύτα καθηγούμενος της Ί. Μονής Αγίου Παύλου, Ιερομόναχος Ανδρέας, ό ενάρετος και άγιος εκείνος άνθρωπος. Ολίγων προ του Β' Παγκοσμίου πολέμου ό Γέρων Ανδρέας επέστρεψε στη Μονή της μετανοίας του όπου διηγούμενος τα της σκητιώτικης ζωής του, είπε στους παραδελφούς του Άγιοπαυλίτες πώς στο Κελλί της Αγίας Άννης προσήλθε να μονάσει ένας άγγελος.
Με αυτόν τον άγγελο μας αξίωσε ό καλός Θεός να ζήσουμε μαζί 15 ολόκληρα χρόνια και σήμερα που επιτελούμε το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του, όφειλετικά και εύγνωμόνως επιθυμούμε να αναφερθούμε στην όσια και αγγελική βιωτή του, αφού βεβαίως πρωτίστως σας ευχαριστήσουμε ολόψυχα όλους για την παρουσία και συμπροσευχή σας υπέρ μακάριας μνήμης και αιώνιας αναπαύσεως της ψυχής αυτού.
Ό κατά κόσμο Θεόδωρος Κοΰζιος, τέκνο του Φωτίου και της Ελένης Κοΰζιου, γεννήθηκε το έτος 1926 στην Τοπόριστα -το σημερινό Θεόκτιστο- Γορτυνίας, όπου μαζί με τα άλλα δυο αδέλφια του, τον Γεώργιο και τον Παναγιώτη, τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Εκείνα τα χρόνια ένα θαυμαστό γεγονός, που συνέβη στον ίδιο, τον έκανε πιο ευλαβή και θεοφοβούμενο. 
Διερχόμενος έξω από το παρεκκλήσι του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου είδε  ένα μικρό κορίτσι να κόβει αχλάδια από μία αχλαδιά που ητο στην αυλή του παρεκκλησίου. Τότε φώναξε: «Έλα 'Αϊ Γιώργη και σε κλέβουν». Αμέσως άνοιξε ή πόρτα του Ναού και ξεπρόβαλε ένας πανέμορφος και λαμπρός νέος που κοίταξε διερευνητικά, αλλά και συγχρόνως γλυκά τον μικρό Θεόδωρο. Πάντα ένεθυμείτο την ομορφιά αυτού του νέου, που προφανώς δεν ητο άλλος από τον Άγιο Γεώργιο που εξαφανίστηκε πάραυτα.
Στο Άγιον Όρος ήλθε μαζί με άλλα παιδιά από το χωριό του, δυο εκ των όποιων -οι αυτάδελφοι Γεράσιμος και Ιωακείμ του Ίβηριτικού Κελλίου της Μεταμορφώσεως- ήσαν και συγγενείς του. Σε λίγο κηρύχτηκε ό πόλεμος του 1940 και ή εντολή της τότε Ελληνικής Κυβέρνησης ητο όλα τα ανήλικα παιδιά που διέμεναν στο Όρος, να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ό Θεόδωρος επειδή ητο αποφασισμένος όχι μόνο να ζήσει, αλλά και να πεθάνει στο Περιβόλι της Παναγίας, για να μη τον ανακαλύψουν οι αστυνομικοί, επί ένα ολόκληρο χρόνο έκρύπτετο στο υπόγειο του Κελίου.
Ή μοναχική του κουρά έγινε το 1944 (24/2) και έλαβε το όνομα του Γέροντος του, Θεοδόσιος. Το 1952 (19/5) χειροτονήθηκε διάκονος στο ναό του Κελίου από τον «γέρο Δεσπότη», όπως τον αποκαλούσε, Μιλητουπόλεως Ιερόθεο. Παρέμεινε διάκονος σε όλη του τη ζωή και δεν δέχτηκε να χειροτονηθεί ιερεύς «από ευλάβεια προς την Ιεροσύνη» όπως έλεγε γι' αυτόν ό ηγιασμένος Γέροντας Παΐσιος.
Από το 'Άγιον Όρος εξήλθε ελάχιστες φορές και σε μία από αυτές κατόπιν πολλής πιέσεως από τον παραδελφό του, πατέρα Γεώργιο, επισκέφτηκε το χωριό του να δει τους γονείς και τ' αδέλφια του. Μία άλλη φορά, κατόπιν δικής μας πιέσεως δέχτηκε να πάμε στους Αγίους Τόπους και το Όρος Σινά, όπου -αν και γέρων 75ετής-άνέβηκε με πολύ πόθο και ενθουσιασμό στην αγία Κορυφή.
Είπαμε στην αρχή του ταπεινού μας λόγου πώς ό μακάριος Γέρων Ανδρέας ό Άγιοπαυλίτης τον απεκάλεσε «άγγελο». Αν ήτο δυνατόν να ζούσε μέχρι σήμερα και μάλιστα να ζούσε μαζί με τον Γέροντα Θεοδόσιο για 15 ολόκληρα χρόνια όπως εμείς και έβλεπε το μακάριο και όσιακό του τέλος, ασφαλώς δεν θα μετάνιωνε γι' αυτόν τον χαρακτηρισμό του. Και να γιατί:
Ό Γέρων Θεοδόσιος ήτο άνθρωπος βαθειάς πίστεως. Πίστευε ακράδαντα στον Θεό και Τον αγαπούσε πραγματικά. Καρπός αυτής της πίστεως ήτο ό φόβος του Θεού που τον διακατείχε πάντοτε και ή ευλάβεια του στα θεια. Ή αγάπη του για την λατρεία του Θεού μέχρι τέλους αμείωτη. Όταν για έναν χρόνο μετά την τελευτή του Γέροντος Γεωργίου παρέμεινε μόνος, παρόλο που έκουράζετο υπέρμετρα με τις διάφορες δουλειές του Κελίου, έπ' ούδενί δεν άφηνε τις ακολουθίες και διάβαζε όλα τα γράμματα, τα όποια σχεδόν ήξερε απ' έξω.
Αυτός πού αγαπάει τον Θεό αληθινά -όπως όλοι γνωρίζουμε-άγαπάει και τον πλησίον πραγματικά. Γι' αυτό ήτο πάντα φιλόξενος, πάντα καταδεχτικός, πάντα εύπροσήγορος. Πρόθυμος να διακονήσει, να μαγειρεύει με επιμέλεια και ν' αναπαύσει όλους τούς γνωστούς και άγνωστους πού άρχοντα στο Κελλί. Ολίγων προ του θανάτου του βλέποντας ανθρώπους στο Κελλί, ρωτούσε αν έχουμε ετοιμασία, αν έχουμε μαγειρεύσει.
Εκεί όμως πού έδωσε εξετάσεις και πήρε άριστα ήτο ή υπομονή του, ή εργατικότητα του και προπαντός ή ταπείνωση του. Ήτο όντως άνθρωπος πολλής υπομονής και καρτερίας, ή δε εργατικότητα του μέχρι τα βαθειά του γεράματα μάς άφηνε άναυδους. Ότι άρχιζε, είτε  στο εργόχειρο στον τόρνο, είτε στις γεωργικές εργασίες το τελείωνε μόνος του. Ποτέ δεν μας ζήτησε βοήθεια. Με σιωπή προσευχόμενος και με σκυμμένο το κεφάλι ήργάζετο «από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός» και παρόλο που είχε σοβαρό πρόβλημα με την κοίλη του δεν το έβαζε κάτω. Πάλευε υπεράνθρωπα γιατί αγαπούσε και το Κελλί του, στο όποιο έζησε 73 ολόκληρα χρόνια, αλλά αγαπούσε και εμάς, τη συνοδεία του.
Για την ταπείνωση του που ήτο πηγαία και αληθινή θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες πολλές. Μόνο τούτο θ' αναφέρουμε, χαρακτηριστικό του ταπεινού του φρονήματος: όταν έσκυβαν ακόμη και λαϊκοί να του φιλήσουν το χέρι, αυθόρμητα έκανε και εκείνος το ίδιο. Και αν σε κάτι είχε άλλην άποψη, υποχωρούσε αμέσως λέγοντας «ας είναι και έτσι». Αυτή ή ταπείνωση του τον έκανε πράο και ήσύχιο. Τον έκανε να θέλει να ζει πάντα στην αφάνεια. Μου είπε κάποτε: «Εγώ ούτε σε εργάτη δεν έκανα παρατήρηση». Εντύπωση μεγάλη έκανε στον Γέροντα Παΐσιο -ό όποιος και το διηγείτο- ή στάση του Γέροντος Θεοδοσίου μέσα στο Ταχυδρομείο στις Καρυές, όπου έστέκετο σε μία άκρη με το κομποσχοίνι στο χέρι παραχωρώντας τη σειρά του ακόμη και σε νεωτέρους. Τότε είναι που είπε πώς: «Ό Θεοδόσιος είναι κεκρυμμένος θησαυρός». Και σαν «κεκρυμμένος θησαυρός» δεν θα μπορούσε ασφαλώς να μην είχε εξορίσει από μέσα του τον θυμό, την άργολογία και την κατάκριση. Έλεγε ό μοναδικός και ανεπανάληπτος μακαριστός π. Γεώργιος: «Αυτός ό Θεοδόσιος μουγγός πάει στις Καρυές μουγγός και γυρίζει ένα νέο δεν μου φέρνει από εκεί». Ητο ολιγόλογος, και όταν άνοιγε το στόμα του με το γλυκύτατο εκείνο μειδίαμα ό λόγος του ητο πάντοτε «αλάτι ήρτυμένος».
Πολλά είδαμε στον Γέροντα Θεοδόσιο και πολλά ζήσαμε κοντά του. Πολλά ακούσαμε και όντως πολύ ωφεληθήκαμε, όπως και όλοι οι επισκέπτες του Κελίου μας. Απ' όλα, ένα γεγονός μάς εντυπωσίασε περισσότερο, και παρόλο πού μειώνει εμάς τούς νεωτέρους θα το διηγούμαι πάντοτε. Σε έναν παροξυσμό και διαφωνία για κάτι μεταξύ μας ήρθε ανάμεσα μας και έβαλε μετάνοια σαν να έφταιγε εκείνος, λέγοντας πώς: «μήπως πρέπει να φύγω εγώ από το Κελλί για να ησυχάσετε;» Ή στάση του αυτή όχι μόνο μάς συγκίνησε, αλλά και μάς έκανε πιο προσεκτικούς.
Θα μπορούσα να πω πολλά, όμως θα καταπαύσω τον λόγο γιατί δεν επιθυμούμε να σάς κουράσουμε.
 Οι περισσότεροι άλλωστε γνωρίζατε και συναναστραφήκατε τον μακάριο Γέροντα μας, «το παιδί της Παναγίας» όπως τον απεκάλεσε σε ομιλία του ό σεβαστός Καθηγούμενος της Μονής μας, π. Ναθαναήλ. Σας ευχαριστούμε και πάλι ολόψυχα όλους που υποβληθήκατε στον κόπο να έλθετε στο μνημόσυνο του.
Και συ, Γέρων Θεοδόσιε, «μη εάσεις ημάς ορφανούς» τώρα που ή ολοφώτεινη ψυχή σου είναι μέσα στον παράδεισο, ενώπιων του θρόνου του Θεού «μη διαλείπης ημάς εποπτεύων». Εύχου να βαδίσουμε πάνω στα χνάρια που άφησες και συγχώρεσε μας για όσες φορές σε λυπήσαμε. 
Εμείς θα σε ευγνωμονούμε πάντοτε για το καλό παράδειγμα που μας άφησες και θα ευχαριστούμε από καρδίας τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό που μας έφερε μέσα στην στοργική πατρική αγκαλιά σου, όταν βρεθήκαμε απρόσμενα έμπερίστατοι, για λόγους πού Εκείνος μόνο γνωρίζει.
 Εύχου ακόμη να αξιωθούμε και εμείς οι περιλειπόμενοι της επουρανίου Βασιλείας «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος» και όπου «ήχος καθαρός έορταζόντων» και βοώντων άπαύστως αγγέλων και σεσωσμένων ανθρώπων: «Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Άγίω Πνεύματι νύν και άεί και εις τούς αιώνας των αιώνων αμήν.
Ιερομόναχος Άντίπας
Περιοδικό «ΠΡΩΤΑΤΟΝ» τεύχ. 129

 http://agioritikesmnimes.blogspot.gr
 

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Φιλάρετος Κωνσταμονίτης, ο όσιος του Θεού

  (τού Αρχιμ. Πορφυρίου Μπατσαρά )


filaretos-1
Tα δύο συνεχόμενα έτη, 2012 και 2013, είναι για ένα άξιο τέκνο της Ημαθίας επετειακά. Αναφερόμαστε στον Όσιο Γέροντα Φιλάρετο τον Κωνσταμονίτη, που γεννήθηκε στο χωριό που τότε ονομαζόταν Τσιόρνοβο, η σημερινή Φυτειά, το κεφαλοχώρι αυτό του Βερμίου.Το 1912, στις 26 Οκτωβρίου, την ημέρα του Μυροβλύτη πολιούχου της Συμβασι-λεύουσας Θεσσαλονίκης, και ενώ η πόλη πανηγύριζε την απελευθέρωσή της από τον Οθωμανικό ζυγό, από τον αρχιστράτη-γο και ελευθερωτή Κωνσταντίνο, διάδοχο τότε του βασιλικού θρόνου της φιλτάτης πατρίδας μας Ελλάδας, ο εικοσάχρονος περίπου Αντώνιος Μάστορας, που μόλις είχε επιστρέψει από την Αμερική με πλοίο στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, αναχω-ρούσε για το Περιβόλι της Παναγίας. Με  το ίδιο καράβι επέστρεφαν στην πατρίδα Ελλάδα και άλλοι συνομήλικοι. Εκείνοι θα γύριζαν στην οικογενειακή θαλπωρή, αλλά ο Αντώνης από καιρό το σχεδίαζε και τώρα έβαζε σε εφαρμογή να φύγει στο Άγιο Όρος και να γίνει μοναχός.Πού έμαθε ο Αντώνης για τον ιερό Άθωνα και τι τον έκανε να αναχωρήσει για εκεί ποτέ δεν θα το μάθουμε πλέον. Ποτέ ο ίδιος δεν το φανέρωσε. Ήταν κάποιο όραμα, μήπως ήταν εμφάνιση της Θεοτό-κου, γνώρισε κάποιον αγιορείτη γέροντα; Μόνο εκείνος το ήξερε. Ποτέ δεν αναφέρ-θηκε σε αυτό. Μεταφορικό μέσο για το Άγιο Όρος μέχρι την Αρναία της Χαλκιδικής δεν ξε-ρουμε. Από εκεί και πέρα στοίχισε έναν χαλκιδικιώτη αγωγιάτη, φόρτωσαν την βαλίτσα του στο υποζύγιο, και ξεκίνησαν ένα ταξίδι, που για τον Αντώνη δεν θα είχε γυρισμό.Ήταν 26 Οκτωβρίου 1912 όταν ο Αντώνης εγκατέλειπε την επίγεια πατρίδα, για τον επίγειο Παράδεισο, το Περιβόλι της Παναγίας.
Στις 28 Ιανουαρίου / 10 Φεβρουαρίου 1963 ο αρχιμανδρίτης Φιλάρετος αναχώρησε για την αιώνια πατρίδα, τον ουρανό. Στα 51 αυτά έτη επίγειας βιοτής ένας ακόμα άγιος ανδρώθηκε στο Άγιο Όρος. Κατά το έτος 1890, στο χωριό του Βερμίου Τσιόρνοβο, ο Γεώργιος Μάστορας και η Αικατερίνη Στεργίου έφεραν στον κόσμο ένα αρσενικό παιδί, που έλαβε το όνομα Αντώνιος κατά το άγιο βάπτισμα. Στην ηλικία των 22 ετών, ο Αντώνης, με εντολή του μεγαλομάρτυρα στρατηλάτη της Συμβασιλεύουσας, του μυροβλύτη Αγίου Δημητρίου, εγγράφεται ως δόκιμος στο Μοναστήρι του Αγίου Στεφάνου, στο άγιο όρος του Άθωνος.
Το μοναστήρι του Κωνσταμονίτου, τα χρόνια εκείνα δεν μπορούμε να πούμε ότι περνούσε και την καλύτερη πνευματική του περίοδο. Οι αγιορείτες πατέρες, με τον χαρακτηριστικό ευφυή και εκφραστικότατο τρόπο τους, απέδιδαν την κατάστασή του με φράσεις που δανείζονταν από τους κατ’ ήχον αναβαθμούς του κυριακάτικου όρθρου. «Τι γίνεται στού Κωνσταμονίτου;» ρωτούσε ο ένας, για να απαντήσει ο άλλος «επί οίκον Δαβίδ φόβος μέγας» ή, σε άλλη περίπτωση, «επί οίκον Δαβίδ τα φοβερά τελεσιουργείται».
Ήταν οι εποχές δύσκολες. Τα μοναστήρια τα κουμάνταραν οι προιστάμενοι – ισόβιοι ηγουμενοσύμβουλοι – ενώ οι ηγούμενοι περιορίζονταν σε ελάχιστα λειτουργικά καθήκοντα, «για το μπαστούνι», όπως χαρακτηριστικά έλεγαν στο Άγιο Όρος. Ακόμα και για την εξομολόγηση των μοναχών, καλούσαν εξωτερικούς πνευματικούς – εξομολόγους, ασκητές από τις αγιορειτικές σκήτες, εγνωσμένης και γνωστής παναγιορειτικά πνευματικότητος. Όλη η διοίκηση, αλλά και το ταμείο, βρισκόταν στα χέρια του πιο ισχυρού προισταμένου, ο οποίος μπορούσε να αλλάξει τον ηγούμενο, όποτε ήθελε, αν δεν υπήκουε!; Νόμος στο μοναστήρι ήταν το δικό του θέλημα. Παράδοξη, για τα μοναστικά δεδομένα, και τραγική για μοναχό κατάσταση! Ο μοναχός, που οφείλει να υπακούει στον γέροντα και ηγούμενο του, να διατάζει και να έχει αυτός τον πρώτο λόγο. Αυτά γινόταν και στην Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου, όπου «κυβερνούσε» ο μοναχός που το όνομά του υποκρύπτεται μέσα στα λόγια των αντιφώνων.
Όμως εκείνες οι εποχές ανέδειξαν αγίους ηγουμένους, τον Γέροντα Ιερώνυμο στην Σιμωνόπετρα, τον Αρχιμανδρίτη Αθανάσιο στην Μονή Γρηγορίου, τον ηγούμενο Κοδράτο στην Μονή Καρακάλλου. Καί φυσικά, τον αγίας μνήμης γέροντα Φιλάρετο. Ο ηγούμενος, στα αγιορειτικά μοναστήρια, έχει το πρώτο στασίδι στο Καθολικό, δίπλα ακριβώς στον ηγουμενικό θρόνο. Εκεί ήταν και η θέση του πατρός Φιλαρέτου. Και στις επίσημες ημέρες, εορτές και πανηγύρεις, και Κυριακές, ο ηγούμενος ενδύεται τον επίσημο, πορφυρό συνήθως ή μέλανα, μανδύα του και ανεβαίνει στον θρόνο του. Στου  Κωνσταμονίτου όμως, ο παπα-Φι-λάρετος πότε δεν φόρεσε τον ηγουμενικό μανδύα, παρά μόνον την ημέρα που ενθρονίστηκε από την Ιερά Κοινότητα στον θρόνο του Αγίου Στεφάνου. Και για «στασίδι του» είχε επιλέξει μία γωνία μέσα στο ιερό βήμα, πίσω από την τεμπλαία εικόνα της Θεοτόκου. Λειτουργούσε απλά, σαν ιερομόναχος, κάθε ημέρα, όλα τα χρόνια της επίγειας ιερωσύνης του, και όταν δεν είχε εκφωνήσεις, στεκόταν όρθιος στην ίδια πάντα θέση. Ρωτήσαμε στο μοναστήρι του και ζητήσαμε να δούμε τον ηγουμενικό μανδύα του ηγουμένου Φιλαρέτου, αλλά στο Κωσταμονίτου δεν υπήρχε καν μανδύας. Όταν τον χρειαζόταν, δανείζονταν από την Μονή Ξενοφώντος, μέχρι τελευταία. Ο πατήρ Φιλάρετος ήταν μικρού αναστήματος, με στρογγυλό πρόσωπο, πυκνή γενειοφυία, δασέα φρύδια, φωτεινά μάτια. Πράος, γλυκύς, ταπεινός, άκακος, προσηνής, ολιγόλογος.
Πέρασε, σαν δόκιμος, από το διακόνημα του μαγείρου σε μετόχι της Μονής, και ως μοναχός, από το «διακόνημα των αρχαρίων», το βαρύ διακόνημα του εκκλησιαστικού, μέχρι που έλαβε την ιερωσύνη, και τελικά το ισόβιο διακόνημα του ηγουμένου.
Ως ηγούμενο, τον εύρισκαν οι προσκυνητές στην αυλή του μοναστηριού, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι αυτός ο απλούτσικος και ατημέλητος μοναχός ήταν ο ηγούμενος της Μονής. Όμως, κάποια στιγμή, σε φώναζε κοντά του και σε φανέρωνε πράγματα που τα είχες καλά κρυμμένα μέσα στο βάθος της ψυχής σου. Και τα έλεγε με τέτοια αφοπλιστική αθωότητα που δεν μπορούσε κανείς να τον αμφισβητήσει.
Οι εκκλησιαστικές λειτουργικές συνάξεις, οι Ακολουθίες, στον ιερόν Άθωνα, προαναγγέλονται με την κρούση του ταλάντου, τρεις φορές, και της καμπάνας δύο. Καμπάνα, τάλαντο-τάλαντο-τάλαντο, καμπάνα. Ο παπα-Φιλάρετος από την πρώτη καμπάνα κατέβαινε στο Καθολικό, την κεντρική εκκλησία της Μονής, και περίμενε. Όμως αυτό σκανδάλιζε τον εντεταλμένο μοναχό, τον εκκλησιαστικό, ο οποίος ήθελε μόνος του μέσα στην εκκλησία και απερίσπαστος από την παρουσία άλλων προσώπων, να ανάψει τα καντήλια και γενικά να ετοιμάσει τον ναό για την επόμενη ακολουθία. Δεν ήταν σπάνιο, σε μερικές περιπτώσεις, όταν πλέον ήταν ο πατήρ Φιλάρετος μεγάλης ηλικίας, να ξυπνάει νωρίτερα και να ζητάει από τον εκκλησιαστικό να σημάνει και να ανοίξει την εκκλησία, γιατί πέρασε … η ώρα …Οι επίσημοι της εποχής εκφράζονταν με τα πλέον επαινετικά σχόλια για τον όσιο εκείνον άνθρωπο του Θεού.
Ήταν καθιερωμένη η αντίληψη ότι ο γέρο-Φιλάρετος, ο ηγούμενος της Κωνσταμονίτου, ήταν στην εποχή του ο αγιότερος ηγούμενος στο Άγιο Όρος, όπως είχε καταθέσει την μαρτυρία του ο Σωτήριος Σχοινάς, μεγαλο-εκδότης από τον Βόλο, που εξέδιδε εκείνα τα χρόνια το εξαιρετικό περιοδικό «Αγιορειτική Βιβλιοθήκη».Τα χρόνια κύλησαν. Το έτος 1963 θεωρήθηκε από τον τότε οικουμενικό πατριάρχη Αθηναγόρα τον μεγαλοπρεπέστατο ως επετειακό έτος για τον ιερό Άθωνα. Συμπληρώνονταν χίλια έτη από την ίδρυση, από τον Όσιο Αθανάσιο και τον αυτο-κράτορα Νικηφόρο Φωκά, της Μεγίστης Λαύρας. Το έτος αυτό ήταν και το τελευταίο της επίγειας ζωής του οσίου Φιλαρέτου. Στις 28 Ιανουαρίου (Φεβρουαρίου 10) το 1963, ο Κύριος κάλεσε κοντά του και τον πατέρα Φιλάρετο.
Στην αγιορειτική Μονή του Κωνσταμονίτου συχνοί είναι οι προσκυνητές μέχρι σήμερα που βρίσκουν την τιμία κάρα του αγίου Γέροντος στο κοιμητήριο της Μονής και την ασπάζονται με πολλή ευλάβεια.Καί εμείς την προσκυνήσαμε και, με την ευλογία του γέροντος Αγάθωνος, πριν πολλά χρόνια, ελάβαμε λίγο λειψανάκι από τα κροταφικά οστέα.
Από αυτά, ο μα-καρίτης παπα Ευθύμιος, εφημέριος της πατρίδας του γέροντος, της Φυτειάς, έβαλε σε ασημένια λειψανοθήκη το τεμάχιο που, με την ευλογία του σεπτού ποιμενάρχη μας, του δώσαμε. Και το προσκυνούσε σε κάθε ιερή ακολουθία, εκεί στον ενοριακό ναό του χωριού του.Δεν είναι λίγοι και αυτοί που επικαλούνται και ζητούν την βοήθεια του οσίου πατρός, και μάλιστα σε καιρό πειρασμού. Εφέτος λοιπόν έκλεισαν εκατό χρόνια από την αποταγή του Αντωνίου Μάστορα και πενήντα από την κοίμηση του ιδίου, του μακαριστού και οσίου Γέροντος Φιλαρέτου Κωνσταμονίτου.
Μακάρι να μας συντροφεύει η πατρική του ευχή και προσευχή.

ΠΗΓΗ.Περιοδικό ΠΑΥΛΕΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
 http://fdathanasiou.wordpress.com/

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Ὁ μοναχός Σάββας Πέρζιου.



Ὁ μοναχός Σάββας Πέρζιου

Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε

Προερχόταν μέ μετάνοια ἀπό τό μοναστήρι Νεάμτς, ὅπου τόν ἐγνώρισα συνταξιοῦχο. Περίπου 40 χρόνια εἶχε ὑπηρετήσει σάν ἐκκλησιαστικός στόν μητροπολιτικό ναό τοῦ Ἰασίου. Ἀλλά καί τώρα πού ἐπέστρεψε στήν μονή του, πάλι τό ἴδιο διακόνημα ἐπῆρε, διότι ἀγαποῦσε πολύ τήν καθαριότητα καί τόν στολισμό τοῦ Οἴκου τοῦ Κυρίου.
Κοντός στό ἀνάστημα καί λίγο κουτσός ἀπό τό ἕνα πόδι, εἶχε μία μορφή πολύ φωτεινή καί πραεῖα. Ζοῦσε ἀπομονωμένος στό κελλί του, πού ἦτο δίπλα στήν παλαιά βιβλιοθήκη τῆς μονῆς, στόν ὄροφο, ὅπου ἦτο καί τό παρεκκλήσιο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.
Ἐνίοτε τόν ἐπεσκέπτοντο ἱερεῖς, μαθητές, πτωχοί, πού ἦσαν παλαιότερα μαθητές τῆς ἐκκλησ¬ιαστικῆς σχολῆς «Βενιαμίν»τοῦ Ἰασίου, τούς ὁποίους βοηθοῦσε στίς σπουδές τους μέ τά χρήματα πού τοῦ ἔδιναν ἀπό τόν ναό, σάν δικό του οἰκονομικό βοήθημα. Εἶχα ἀκούσει ὅτι ὁ π. Σάββας ἦτο πολύ ἐλεήμων καί εἶχα πεισθῆ γι᾿ αὐτό τό ἔργο του προσωπικά.

Ἤμουν μαθητής στό μοναχικό σεμινάριο τῆς μονῆς Τσερνίκας καί εἶχα πάει γιά διακοπές τό καλοκαίρι στήν μονή Νεάμτς, πού εἶναι στήν βόρειο Ρουμανία. Ἐάν τήν περίοδο τῶν σπουδῶν τους, οἱ μαθητές τῆς σχολῆς τῆς μονῆς Νεάμτς, περίπου 12-13 στόν ἀριθμό, δέν ἦσαν ἐντάξει στήν συμπεριφορά τους, τό μοναστήρι διέκοπτε κάθε βοήθεια πρός αὐτούς γιά τίς σπουδές τους· Οἱ δυσκολίες τους ἦσαν μεγαλύτερες στίς διακοπές τοῦ καλοκαιριοῦ, διότι δέν εἶχαν τόπο νά μένουν, δέν εἶχαν κελλί.
 Ὁ καθένας ἔπρεπε νά παρακαλέση κάποιον συμμαθητή του νά τοῦ ἐπιτρέψη νά μένη στό δικό του κελλί καί συχνά περνοῦσαν ἑβδομάδες μέχρι νά τούς παραλάβη κάποιος.
Σ᾿ αὐτή τήν κατάστασι εὑρέθηκα κι ἐγώ τότε. Γιά τήν ἀναζήτησι κελλίου περνοῦσα δίπλα ἀπό τό κελλί τοῦ π. Σάββα, ὁ ὁποῖος περπατοῦσε συχνά ἐκεῖ ἔξω. Γνωριζόμασταν μόνο ἀπό τήν ὄψι. Ἀφοῦ ἐζήτησα τήν εὐλογία του, τόν ἐρώτησα κἄπως σάν ἀστεῖο:
-Πάτερ Σάββα, δέν ἔχετε ἀνάγκη ἀπο ἐνοικιαστές;
 Ἐκεῖνος κατανοῶντας τήν ὑπόθεσι, μέ κάλεσε μέσα καί χωρίς πολλά λόγια, μοῦ προσέφερε χαρούμενος τό καθαρό κελλί του:
-Ἐγώ ἔχω κι ἄλλο κελλί - ἦτο μία ἀποθηκούλα πίσω ἀπό τό κελλί του - ἐγώ μένω σ᾿ ἄλλο κελλί, ὁπότε αὐτό παραμένει ἀδειανό.
Δέχθηκα μέ ντροπή καί ὀλίγο δισταγμό, διότι ἔβλεπα ὅτι τόν ἐνωχλοῦσα, ἀλλά ὁ π. Σάββας ἐπέμενε. Μάλιστα μοῦ ἔδειξε καί τό μέρος ὅπου ἔβαζε τό κλειδί καί ἔτσι, χωρίς λογισμούς, μ᾿ ἔβαλε στό καθαρό καί ἥσυχο κελλί του, ὅπου δέν ὑπῆρχαν μέσα πολύ σπουδαῖα πράγματα: Μερικές εἰκόνες, μερικά καλά βιβλία καί λίγα πράγματα πού χρησι-μοποιοῦσε σάν ἐργαλεῖα στήν ζωή του. Ἐπέρασα μέ εὐτυχία τίς διακοπές ἐκείνου τοῦ καλοκαιριοῦ...
Πλησιάζοντας τό φθινόπωρο, ἔπρεπε νά πάω στήν σχολή μου. Ὁ π. Σάββας μέ εἶδε πτωχοντυμένον. Κάποια ἡμέρα μ᾿ ἐρώτησε χωρίς περιστροφές, ἐάν ἔχω κι ἄλλα ροῦχα καί ὅτι, ἐάν δέν ἔχω, νά μοῦ δώση ἐκεῖνος μιά στολή πού μόλις τότε τοῦ τήν εἶχαν ράψει οἱ μοναχές.
-Κύτταξε, μοῦ λέγει, ἔχω ἐδῶ μερικά ροῦχα· σοῦ κάνουν αὐτό τό ράσο καί τό ζωστικό πού εἶναι γιά τήν ἐκκλησία; Ἐγώ ἔχω κι ἄλλα ροῦχα ἀπό τό Ἰάσιο, δέν ἔχω καί μεγάλη ἀνάγκη. Γιά δύο ἐπανωφόρια σοῦ χρειάζονται τόσες πῆχες· πήγαινε μέ τήν στόφα αὐτή (ρολό ὑφάσματος), λοιπόν, στόν ράπτη Ἰάνκου ἀπό τήν πόλι Τίργκου, νά σοῦ πάρη τά μέτρα καί πρίν, πᾶς στήν σχολή σου, θά εἶναι τά ροῦχα σου ἕτοιμα.
Χωρίς πολλά λόγια, ἐπῆρε ὁ ράπτης τό ψαλλίδι καί τόν χάρακα, ἐμέτρησε καί ἔκοψε· ἔμεινε λίγο ὕφασμα, γιά τόν τοῖχο τοῦ κρεββατιοῦ. Δέν ἠμποροῦσα νά πιστεύσω στά μάτια μου. Τόν εὐχαρίστησα μέ δάκρυα στά μάτια καί, καθώς μέ εἶδαν μέ τόσο ὡραῖα ροῦχα καί ράσα οἱ ἄλλοι ἱεροσπουδαστές μέ ἐζήλευαν. Τά ροῦχα αὐτά τά εἶχα γιά πολλά χρόνια καί μετά ἀπό τήν ἀποφοίτησί μου ἀπό τήν σχολή τῆς μονῆς Τσερνίκα.
Ἐπέρασαν χρόνια· ἐγκαταστάθηκα στήν μονή τοῦ ἁγίου Ἀνθίμου τοῦ Βουκουρεστίου καί τόν π. Σάββα τόν ἔβλεπα πολύ ἀραιά. Τοῦ ἔγραφα τακτικά καί, ὁσάκις ἔκανα ἕνα ταξίδι μέχρι τό Νεάμτς, περνοῦσα ὁπωσδήποτε καί ἀπ᾿ αὐτόν. Τοῦ ἄρεσε νά μοῦ διηγεῖται κάθε φορά γιά τήν ἀστεῖα φράσι πού τοῦ εἶπα κάποτε: «Ἔχετε ἀνάγκη ἀπό ἐνοι¬κιαστές; Καί κάθε φορά μοῦ ἔδινε καί κάτι. Τά βιβλία: Μοναχικοί Κανόνες καί Λειτουργικός θησαυρός» εἶναι δοσμένα ὡς εὐλογία ἀπό τόν π.Σάββα. Καί ἄλλα ἀντικείμενα πού κάθε φορά μοῦ ἔδινε τά κρατῶ σάν κειμήλια ἀπό τά χέρια τοῦ π. Σάββα.
Στά γεράματά του ὁ π. Σάββας ἐκινεῖτο μέ δυσκολία ἐξ αἰτίας τῶν ρευματισμῶν, πού εἶχαν μπῆ βαθειά μέχρι τά κόκκαλα, διότι ἐπέρασε μιά ὁλόκληρη ζωή μέσα ἤ ἔξω στούς κρύους τοίχους τῶν ἐκκλησιῶν, ὅπου διακονοῦσε μέ αὐτοθυσία.
Τά τελευταῖα του χρόνια  τά ἐπέρασε στήν σκήτη Βοβιντένια, ὅπου τόν εἶδα μερικές φορές καί ἐκεῖ ἐκοιμήθη. Δέν εἶχε σχεδόν τίποτε. Τά εἶχε δώσει στούς πατέρες τῆς μονῆς, καί λίγα πράγματα, τά ὁποῖα τοῦ εἶχαν ἀπομείνει, τά ἔδωσε γιά νά τόν μνημο-νεύουν....
Μοῦ ἔμεινε στόν νοῦ μου ὁ π. Σάββας σάν μία εἰκόνα ὁσιακῆς ζωῆς, κρυφῆς ἐλεημοσύνης, ἐχέμυθος καί ταπεινός καί μέ πολλή ἀγάπη γιά τόν Οἶκο τοῦ Κυρίου. Τόν μνημονεύω καί θά τόν μνημονεύω μέ εὐλάβεια καί μέ πολλή εὐγνωμνοσύνη ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου.

Μετάφρασις – Ἐπιμέλεια
Ὑπό Ἀδελφῶν Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου
Ἁγίου Ὅρους Ἄθω
2002

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Μοναχός Δημήτριος Γρηγοριάτης (1930-1976)




 
 Ἦλθα στήν Μονή μας, μᾶλλον μ᾿ ἔφερε ἡ Κυρία καί Βασίλισσα τοῦ Ὄρους Ἀειπάρθενος Θεοτόκος Μαρία τόν Ἰανουάριο τοῦ 1975. Ἐκτός ἀπό τούς δικαιολογημένους ἐξωτερικούς ἐντυπωσιασμούς μου γιά τά μεγαλοπρεπῆ κτίρια, τό ἀπόκρημνο τῆς τοποθεσίας, γιά τούς κρεμαστούς κήπους τῆς Μονῆς μου, οἱ νοερές ματιές μου ἐστράφησαν ἰδιαίτερα στά εἰρηνικά πρόσωπα μιᾶς περίπου εἰκοσάδος Γρηγοριατῶν μοναχῶν.
Δέν εἶναι καθόλου εὔκολο ἕνας ἄπειρος καί ἀπνευμάτιστος νέος νά εἰσχωρήση βαθειά στά μυστικά παλάτια μιᾶς μοναχικῆς Ψυχῆς γιά νά ἐρευνήση, νά ἀνεύρη καί νά θαυμάση κάτι ἀπό τίς πλούσιες δωρεές, μέ τίς ὁποῖος διηνεκῶς ἀγωνίζονται νά στολίζουν τίς ψυχές τους οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί.
Πάντως ὁμολογῶ ὅτι ὅλα τά σεμνά καί ἀνεπιτήδευτα Γεροντάκια μπῆκαν βαθειά στήν σκέψι μου καί στήν καρδιά μου. Ἀναζητοῦσα τρόπους νά τούς πλησιάσω, ν᾿ ἀνοίξω "κουβέντα" μαζί τους, ν᾿ ἀκούσω καί νά μή χάσω καμμία λέξι ἀπό τό ἁγνισμένο στόμα τους.
Ὁ Ἀδελφός π. Δημήτριος, ἡλικίας τότε 45 ἐτῶν, ἦτο ἕνας ἀπό τούς 2-3 νεωτέρους Πατέρας. Δέν ὑπῆρχαν νεώτεροι, πλήν δύο.  Τόν ἐνθυμοῦμαι νά σέρνει ἀργά τό βῆμα του, νά ἔχη στραμμένο τό κεφάλι του πρός τά δεξιά καί νά κυττάζη, ὅποιον τοῦ ὡμιλοῦσε, μέ χαρωπό βλέμμα καί εὐγενικό χαμόγελο. Εἶχε κάτι πολύ διαφορετικό ἐπάνω του. Σέ εἵλκυε μέ τήν ἁπλότητά του, σέ καθήλωνε μέ τό εἰρηνόχυτο χαμόγελο του, σέ ἐδίδασκε μυστικά ὅτι κάτι πολύ ἀνώτερο καί ἀόρατο κρύβεται μέσα στήν παιδική καρδιά του.
Γινόσουν φίλος μαζί του. Ἤθελες νά τόν ἀκολουθῆς καί νά τόν κυττάζης. Ἄν ἦτο δυνατόν νά τοῦ ἁρπάξης αὐτό τό κάτι, τό ἀπροσδιόριστο τό ἀπερίγραπτο, τό ἀνεξίτηλο πού κρατοῦσε μέ τόση σπουδή καί ἀγάπη στήν καρδιά του καί τό ἐπρόδιδε τό σεμνό πρόσωπό του.
Κάποτε ὁ Θεμιστοκλῆς τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος, πού ἤθελε νά δοξασθῆ κι αὐτός ὅπως ὁ Μιλτιάδης γιά  τίς νίκες του κατά τῶν Περσῶν, ἔλεγε: "Δέν μέ ἀφήνει νά κοιμηθῶ τό τρόπαιο τοῦ Μιλτιάδου". Ἀλλ᾿ αὐτός ὁ πόθος εἶχε συνεπάρει καί τίς δικές μας τίς ψυχές. Δέν ἠμποροῦσα νά κοιμηθῶ ἄνετα, διότι κάτι μεγάλο μοῦ ἔλειπε. Κι αὐτό πού ζητοῦσα τό ἔβλεπα τόσο ἐμφαντικά στήν πανέμορφη και πάνσεμνη μορφή τοῦ μοναχοῦ Δημητρίου.
Ὅταν τότε ἐμεῖς οἱ 6-7 νέοι Δόκιμοι τῆς Μονῆς ἐβλέπαμε τόν σεμνοπρεπῆ καί χαριτώνυμον μοναχό Δημήτριο ἀνάμεσά μας, ξυπνοῦσε μέσα μας ἡ ἀγάπη γιά προσευχή, γιά ἀγῶνες πνευματικούς, γιά ἀσκητικά παλαίσματα. Βλέποντες τήν ὁσιακή βιοτή του εἴχαμε τήν ἀπάντησι ὅτι ἀκολουθοῦντες κι ἐμεῖς τό παράδειγμά του, θά ἠμπορέσουμε νά ὁδηγήσουμε στά ἔγκατα τῆς βορβορωμένης καρδιᾶς μας αὐτόν τό ἀσύλητο θησαυρό τοῦ Πνεύματος, τήν θεοποιό Χάρι τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν εἶχε κυριολεκτικά "λεηλατήσει;
Ἔτσι, ἔτρεχα ἀπό Γέροντα σέ Γέροντα, ἀπό διακόνημα σέ διακόνημα, ἀπό κελλί σέ κελλί γιά νά ἀκούσω, νά ἰδῶ νά μάθω καί ἴσως κάποτε νά πάθω τά Θεῖα...
Τόν Ἀδελφό Δημήτριο τόν βρῆκα τό 1975 σάν βοηθό διακονητή στό Δοχειό μέ πρῶτο ὑπεύθυνο τόν Γέροντα Δαμιανό.
Ἐπειδή ἦτο πολύ σιωπηλός καί σύννους, διότι κρατοῦσε μυστικά  τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, ἦτο ἀρκετά δύσκολη ἡ συνομιλία μας γιά τό παρελθόν του καί τήν καταγωγή του. Ἠμπόρεσα ὅμως νά τοῦ ἀποσπάσω ἀρκετές πληροφορίες σχετικά μέ τό βιογραφικό του.
-Πάτερ Δημήτριε, ἀπό ποῦ κατάγεσθε καί γιατί ἐγίνατε μοναχός;
-Γεννήθηκα στό χωριό Καλογερόραχη Μεσσηνίας στίς   Νοεμβρίου 1930. Κατά κόσμον ὠνομαζόμουν Κωνσταντῖνος Καπρᾶλος τοῦ Παναγιώτου καί τῆς Οὐρανίας. Ἀπό μικρός ἀγαποῦσα τήν ἐκκλησία καί τήν προσευχή. Ἤμουν, θυμᾶμαι, πέντε ἐτῶν, ὅταν δέχθηκα τήν πρώτη δαιμονική προσβολή. Στεκόμουν σέ περίοδο χειμῶνος στόν τζάκι τοῦ σπιτιοῦ μας.  Ἔξαφνα ἀκούω μία φωνή: "Γύρισε πίσω...".
Ἔστρεψα τό κεφάλι μου πρός τά ὀπίσω καί ἀπέναντί μου εἶδα νά στέκεται ἕνας τράγος μέ σηκωμένα ψηλά τά δύο μπροστινά του πόδια. Δέν καταλάβαινα ὅτι αὐτό τό ζῶο θά ἦταν ὁ διάβολος. Σηκώθηκα καί μέ πολλή ἀθωότητα πλησίασα νά τόν πιάσω. Τότε ὅμως ὁ...τράγος ἐξαφανίσθηκε.
-Πῶς ἐξηγεῖς, π. Δημήτριε, σέ μιά τόσο μικρή ἡλικία τήν παρουσία τοῦ δαίμονος;
-Νομίζω ὅτι ὁ Κύριος ἐπέτρεψε στόν Πονηρό  νά μέ πειράξη, γιά νά τοῦ δείξη ὅτι αὐτό τό παιδάκι, δηλαδή ἐγώ, θά γίνη ἀργότερα μοναχός. Ἐπίσης ἔχω τώρα τήν αἴσθησι ὅτι αὐτή ἡ φωνή πού ἄκουσα: "Γύρισε πίσω..." ἦταν τοῦ Φύλακος Ἀγγέλου μου, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε κοντά μου καί μέ προειδοποίησε νά κυττάξω. Ἐγώ ἐκύτταξα τόν διάβολο μέ τήν μορφή τοῦ τράγου, χωρίς νά φοβηθῶ, διότι ἡ παρουσία τοῦ προστάτου μου Ἀγγέλου μέ εἶχε γεμίσει ἀπό χαρά.
Ἀπό μικρός εἶχα τόν πόθο νά ἀφιερωθῶ στήν διακονία τοῦ Θεοῦ καί τῆς Παναγίας μας. Γι᾿ αὐτό, μετά ἀπό τήν ἐκπλήρωσι τῶν στρατιωτικῶν μου ὑποχρεώσεων σέ ἡλικία 23 ἐτῶν ἦλθα στό Ἅγιον Ὄρος τόν Νοέμβριο τοῦ 1953.
Ὁ ἀδελφός του, ὅταν εἶχε ἔλθει στήν Μονή νά ἐπισκεφθῆ τόν ἀσθενοῦντα π. Δημήτριο, λίγους μῆνες πρίν τήν κοίμησί του, μᾶς εἶπε τά ἑξῆς: "Ὁ ἀδελφός μου ἐπιθυμοῦσε ἀπό μικρό παιδί νά γίνη Καλόγερος. Στά ἐφηβικά του χρόνια ἔκανε πολλές προσευχές καί περίπου 500 μετάνοιες".
-Ποιός σᾶς ἐβοήθησε, π. Δημήτριε, τότε στήν μοναχική σας ζωή;
-Μέ βοήθησε ὁ Γέροντάς μου παπᾶ Βησσαρίων, ὁ ὁποῖος μοῦ καθώρισε τόν Κανόνα τῶν προσευχῶν καί τῶν μετανοιῶν μου καί μετά ἀπό ἕνα χρόνο τό 1954 μ᾿ ἔκειρε μοναχό, δίνοντάς μου τό ὄνομα Δημήτριος, πρός τιμήν τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Θεσσαλονικέως.
Λόγῳ τῆς ἁπλότητός του καί τοῦ μή ἐξωτερικά ἐλκυστικοῦ παρουσιαστικοῦ του, δέχθηκε ὁ Γέροντάς του πολλές πιέσεις ἀπό ἄλλους Ἀδελφούς νά τόν διώξη ἀπό τό Μοναστήρι. Ἀκόμη καί, ὅταν τόν προσήγαγε γιά νά σταθῆ μπροστά στό Εὐαγγέλιο καί νά γίνη ἡ εἰς Μεγαλόσχημον μοναχόν κουρά του, μερικοί ἀπό τούς Μοναχούς εἶπαν στόν ἡγούμενο π. Βησσαρίωνα: "Ποῦ τόν πᾶς αὐτόν, Γέροντα; 
Ἄφησέ τον νά φύγη...Δέν κάνει αὐτός γιά ἐδῶ..."
Ὁ Γέροντάς του, εἶχε ἀντιληφθῆ ὅτι μεταφέρει νά ἐναποθέση στά πόδια τοῦ Χριστοῦ ἕνα ἱερόν σφάγιον, μία ἐκλεκτή Ψυχή, πού θά ἐδόξαζε τόν Χριστό καί θά τιμοῦσε τήν Μοναχική Πολιτεία. Γι᾿ αὐτό κι ἔκλεισε τ᾿ αὐτιά του στίς προτάσεις μερικῶν ἀνευθύνων γιά τήν ψυχή του προσώπων.
Ἀλλά καί ὁ διάβολος, ἐκτός ἀπό τίς ἀνωτέρω προτάσεις πού ἔθεσε στά στόματα μερικῶν μοναχῶν γιά τήν ἀπομάκρυνσι τοῦ νεαροῦ Ἀδελφοῦ, ἐπετέθη και ὁ ἴδιος μέ σκοπό νά τόν κατακαύση, ἐάν ἠμπορέση. Καθώς, λοιπόν, τόν μετέφερε ὁ Γέροντάς του στήν ἐκκλησία γιά τήν κουρά του, ὁ διάβολος ἔκαιγε μέ πύρινες φλόγες τό κορμί τοῦ ὑποψηφίου Ἀδελφοῦ καί τόν ἐτάραζε μέ λογισμούς ἀπελπισίας καί ὀλιγοπιστίας.
Ἀπό τά πρῶτα του χρόνια ὁ νεόκουρος μοναχός Δημήτριος ἐπέδειξε σπάνια  αὐταπάρνησι καί ἐκκοπή ὅλων τῶν θελημάτων του. Εἶχε μάθει πολύ καλά καί εἶχε ριζώσει βαθειά μέσα στήν καρδιά του τό λακωνικό σύνθημα τῆς μοναχικῆς πολιτείας: "Εὐλόγησον" καί "Νἆναι εὐλογημένον".
Σύμφωνα μέ αὐθεντική μαρτυρία τοῦ  μακαριστοῦ γέροντος Ἀνδρέα, ὁ μοναχός Δημήτριος  ὑπηρέτησε σ᾿ ὅλα του τά χρόνια ὡς δεύτερος διακονητής στήν ὑπηρεσία τοῦ βουνοῦ, στό νοσοκομεῖο, στό γηροκομεῖο, στόν κῆπο, στήν ἐκκλησία σάν πρῶτος καί δεύτερος ἐκκλησιαστικός. Ἐπίσης ἐργάσθηκε ἐπί πέντε περίπου χρόνια σάν Κοναξῆς στό ἐν Καρυαῖς Ἀντιπροσωπεῖο τῆς Μονῆς μας μέ Ἀντιπρόσωπο τότε τόν ἴδιον τόν Γέροντα Ἀνδρέα.
Στήν συνέχεια ἐργάσθηκε σάν βοηθός τοῦ Δοχειάρη μέ μεγάλη ἀπόδοσι καί ἀφοσίωσι στό διακόνημά του καί τελεία ὑπακοή στόν πρῶτο διακονητή του, τόν Γέροντα Δαμιανό. Ἦτο φιλάδελφος, φιλακόλουθος, ἀφοῦ  ἀπό τήν νεαρά του ἡλικία ξυπνοῦσε καί σηκωνόταν τό μεσονύκτιο τραβοῦσε τά κομβοσχοίνια του κι ἔκανε μετάνοιες στήν Παναγία.
Ὅταν κάποτε ρώτησα τόν Γέρο-Ἀνδρέα τί ἔχει νά μοῦ εἰπῆ γιά τόν μοναχό Δημήτριο, μοῦ ἀπήντησε: "Αὐτός θά μπῆ ἀπό τούς πρώτους μέ τά τσαρούχια στόν Παράδεισο....".
Λόγῳ τῆς ἀγραμματωσύνης του καί τῆς ἁπλότητός του, εὔκολα προκαλοῦσε σέ παρρησία ἄλλους Ἀδελφούς, ἐνίοτε μέ ἀνάρμοστες συμπεριφορές ἀπέναντί του. Ἄλλοτε κάποιος δυναμικός καί ὀξύθυμος Ἀδελφός σέ στιγμές ψυχικῆς του ἐκρήξεως, ἐπειδή ἐκάησαν τά αὐγά πού ἔβραζαν στό Δοχειό, τόν χαστούκισε ἐλαφρά. Προφανῶς τά εἶχε ξεχάσει ὁ π. Δημήτριος...Τό θαυμαστό εἶναι ὅτι δέν ἀγρίεψε καθόλου, οὔτε κἄν τόν ἔπνιξαν λογισμοί φυγῆς ἤ ἐκδικήσεως πρός τόν ὑπεύθυνο διακονητή του. Τοῦ ἔλεγε μόνο συνεχῶς: "Εὐλόγησον, εὐλόγησον ... καί ἔσκυβε συνεχῶς τό κεφάλι του...
Κάποτε τόν ἐρώτησε ἕνας Ἀδελφός:
-Πόσα κομποσχοίνια κάνεις, πάτερ Δημήτριε;
-Καμμιά δωδεκαριά...
Δέν ἀπήντησε εὐθέως κρύβοντας τήν ἀλήθεια γιά νά μή προβάλη τόν ἀγῶνα του καί τήν ἀρετή του. Στόν Γέροντά μας ὅμως, τόν π. Γεώργιο, εἶπε τήν ἀλήθεια ὅτι τίς νύκτες σηκωνόταν τρεῖς ὧρες πρίν ἀπό τήν Ἀκολουθία καί τραβοῦσε περί τά 50 κομποσχοίνια.
Ἀδελφός τῆς Μονῆς  ἀπό τούς παλαιοτέρους, ὁ μακαριστός Γέρο-Συμεών, ἐπειδή γιά 6 χρόνια διακονοῦσε σάν μάγειρος στό μοναστήρι, δέν ἠμποροῦσε νά ἐξοικονομήση χρόνο γιά τό καθιερωμένο Κανόνα τῆς προσευχῆς του γιά κάθε 24ωρο.
Ἀνέθεσε στόν ἁπλούστατο καί κατά θεόσοφο μοναχό Δημήτριο, αὐτή τήν διακονία. Ἔτσι, δίπλα στά ἰδικά του κομποσχοίνια, τραβοῦσε καί τά κομποσχοίνια τοῦ μαγείρου γιά νά τόν ἀπαλλάξη ἀπό τήν φροντίδα τῶν ἰδικῶν του πνευματικῶν καθηκόντων.
Μετά ἀπό μιά τέτοια ἀσκητική διαγωγή, τόν ἐχαρίτωσε ὁ Θεός γιά τήν πρόθυμη καί ἀκούραστη ὑπακοή του καί τοῦ ἔδωσε ἀπό τῆς νεαρᾶς του ἀκόμη ἡλικίας μεγάλα χαρίσματα, γιά τά ὁποῖα ἄλλοι μοναχοί κοπιάζουν δεκαετίες καί δέν τά λαμβάνουν μέ εὐκολία.
Εἶχε ἐσωτερική μυστική ζωή, τήν ὁποία οὔτε ὁ διπλανός του ἠμποροῦσε ν᾿ ἀντιληφθῆ. Σύμφωνα μέ μαρτυρίες ἄλλων Γεροντάδων, δέν εἶχε ποτέ ἀρνηθῆ τήν ὁποιαδήποτε βοήθεια. Εἶχε λυώσει στήν ὑπακοή γιά τήν ἐξυπηρέτησι τοῦ κάθε Ἀδελφοῦ.
Ἔτρεχε στήν ὑπακοή! Ἔτρεχε ὁ ἱδρῶτας ἀπό τήν ὁσία κεφαλή του, ἔτρεχε καί ἡ Θεία Χάρις γιά νά ἐνοικήση ὁριστικά καί ἀνεκφοίτητα στήν καρδιά του. Καί, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, ἔφθασε τόν ποθούμενον Χριστόν, ὁ Ὁποῖος καί τόν  ἁγίασε.
Τό μεγαλύτερο χάρισμά του ἦταν ἡ ὁρμητική καί ἀδιάκοπη ἐρωτική του φορά πρός τόν Νυμφίον Χριστόν, τόν Ὁποῖον ἀγάπησε περισσότερο σάν δωδεκαετῆ Νέον, ὅταν συνωμιλοῦσε μέ τούς νομομαθεῖς διδασκάλους τῶν Ἑβραίων ἐκείνη τήν ἐποχή στόν ναό τοῦ Σολομῶντος.
Γι᾿ αὐτό ἀποκαλοῦσε τόν Χριστό: "Παιδάκι...Ἀγαπῶ αὐτό καί ἐννοοῦσε τό Παιδάκι. Εἶχε καί μία εἰκονίτσα χάρτινη τοῦ Χριστοῦ σάν δωδεκαετοῦς καί μαζί μέ τό ὠρολόγι-ξυπνητήρι του ἦταν τά πιό πολύτιμα φυλακτήριά του. Τό ἕνα νά τόν σκεπάζη (Παιδάκι) καί τό ἄλλο νά τόν ξυπνάη γιά νά συνομιλῆ μέ τό Παιδάκι. 
Ἐπειδή ὁ ἴδιος ζοῦσε σάν παιδάκι, ἔβλεπε τούς πάντες μέ παιδική ἀθωότητα καί καρδία. Ἦτο ἀδύνατον νά χωρέση στό μυαλό του ἀντίθετος λογισμός γιά κάποιον Ἀδελφό, οὔτε καί γι᾿ αὐτούς πού ἐνίοτε τοῦ συμπεριφέροντο σκληρά καί ἐνίοτε ὀξύθυμα. Διατηροῦσε πάντοτε, μία ἀγγελική ἐκτίμησι, ἀγάπη καί σεβασμό πρός ὅλους τούς Γεροντάδες.
Γι᾿ αὐτή τήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη καί εὐγενική του καλωσύνη ἀφώπλιζε τούς πάντες καί τούς ἐδίδασκε, χωρίς οἱ ἴδιοι νά ἐπιζητοῦν τέτοια πρακτική διδασκαλία ἀπό τόν...παλαβό Δημήτρη, ὅπως μερικοί τόν ἔλεγαν περιφρονητικά.
Προσευχόταν καί γιά τούς συγγενεῖς του, τούς ἄλλους μοναχούς τοῦ Ἄθωνος, γιά τόν κόσμο ὁλόκληρο. Ἀκόμη τραβοῦσε ἐπί πλέον κι ἄλλα κομποσχοίνια γιά τά γεράματά του, ὅταν δέν θά ἠμπορῆ, λόγῳ τῆς ἀσθενείας του νά προσεύχεται.
Ἰδιαίτερο πνευματικό δεσμό εἶχε ἀναπτύξει καί μέ τήν Ἁγία Ἀναστασία τήν Ρωμαία, τῆς ὁποίας ὅλα σχεδόν τ᾿ Ἅγια Λείψανα εἶναι στό Μοναστήρι μας.
Εἶχε πάντα δίπλα του τήν χάρτινη εἰκονίτσα της καί ἐπειδή κι αὐτή μόλις 18 ἐτῶν μαρτύρησε σάν Μοναχή γιά τήν πίστι στόν Χριστό, τήν θεωροῦσε κραταιά του προστασία καί πάντα τήν ἐπεκαλεῖτο ὀνομάζοντάς την: "Ἀδελφούλα καί Νυμφούλα".
Στό πατρικό του σπίτι, ἔμαθε ὅτι ἀρώστησε ὁ ἀνεψιός του. Ἕνα πρωϊνό ἐζήτησε καί ἔγινε θεία Λειτουργία στήν Ἁγία Ἀναστασία γιά τήν ὑγεία τοῦ ἀνεψιοῦ του. Ἐκεῖνο τό βράδυ ὁ π. Δημήτριος ξενύχτισε στό κομποσχοίνι γιά τήν θεραπεία τοῦ ἀνεψιοῦ του. Καί ἡ Ἁγία Ἀναστασία τό ἴδιο βράδυ δέν ἄντεξε στίς πιέσεις τοῦ π. Δημητρίου. Ἐπῆγε στόν ὕπνο τοῦ ἀνεψιοῦ του καί τοῦ εἶπε: "Εἶμαι ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἀπό τό Μοναστήρι τοῦ θείου σου. Αὐτός μ᾿ ἔστειλε νά σέ κάνω καλά". Εὐλόγησε τόν μικρόν καί τό πρωΐ σηκώθηκε τελείως ὑγιής.
Μία ἄλλη φορά προσευχόταν τήν νύκτα μέ τό χονδρό του κομποσχοίνι. Ξαφνικά ἐμφανίσθηκε μπροστά του ἡ ἀγαπημένη του Ἀδελφούλα, μικρή στήν ἡλικία καί ντυμένη στά λευκά. Ὁ π. Δημήτριος, φοβούμενος μήπως εἶναι πειρασμός, τήν ἐρώτησε:
-Εἶσαι πειρασμός; Ἄν εἶσαι πειρασμός, φῦγε...
Ἡ Ἁγία τοῦ χαμογέλασε μέ σοβαρότητα. Μᾶλλον τόν καμάρωσε γιά τήν σπουδή του στήν προσευχή καί τήν ἀπέραντη ἁπλότητά του  καί ἀμέσως ἐξαφανίσθηκε, χωρίς νά τοῦ μιλήση.
-Τήν ἄλλη ἡμέρα, μέ ρωτοῦσε: "Τί θέλει αὐτό τό μικρό κορίτσι, ἐδῶ στό Μοναστήρι μας;
Φοβόταν μήν εἶναι ἡ παρουσία τῆς Ἁγία πειρασμός, διότι πολλές φορές οἱ δαίμονες τοῦ ἐπετίθοντο καί ζητοῦσαν τρόπο νά τόν ὑποσκελίσουν. Γι᾿ αὐτό μᾶς ἔλεγε, ὅταν τόν ρωτούσαμε, ὅτι "ἄλλοι ἀπό τούς δαίμονες εἶναι γίγαντες καί ἄλλοι εἶναι νᾶννοι, σάν μυῖγες".
Μεγάλη εὐλάβεια εἶχε καί γιά τόν πρῶτο καί ἀνύστακτο Προστάτη μας, τόν ἅγιο Νικόλαο, τῶν πενομένων τροφέα καί τῶν πτωχῶν προστάτην. Τοῦ τραβοῦσε τρία κομποσχοίνια στό ὄνομά του, μαζί μέ τούς ἄλλους δύο Προστάτες μας, τόν Ὅσιο Γρηγόριο τόν  Κτίτορα καί τήν Ἁγία Ἀναστασία.
Στήν ἐκκλησία στεκόταν σχεδόν πάντοτε ὄρθιος στά πίσω καθίσματα καί συχνά κυττοῦσε τήν παλαιά φορητή Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου πού εὑρίσκεται στό δεξιό Προσκυνητάρι τοῦ Καθολικοῦ. Ἔλεγε στούς Ἀδελφούς, πού τόν ρωτοῦσαν γιατί εἶχε τό βλέμμα του στόν Ἅγιο: "Μέ κυττάζει ὁ Παππούλης, γι᾿ αὐτό τόν κυττάζω κι ἐγώ...Κάτι θέλει νά μοῦ εἰπῆ. Κάτι θέλει ἀπό μένα καί με κυττάζει χωρίς νά στρέφη ἀλλοῦ τά μάτια του...".
Ἰδιαίτερη εὐγνωμοσύνη ἔτρεφε καί στόν ἅγιο Χαράλαμπο. Σάν ἐπισκέπτης εἶχε πάει, πρίν κοινοβιάση στήν Μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, στά Καυσοκαλύβια, ὅπου δέχθηκε τήν θεραπευτική ἀρωγή τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ὁ ὁποῖος τόν ἀπήλλαξε ἀπό ἰσχυρούς πόνους πού εἶχε στό ἕνα πόδι του.
Μιά ἄλλη φορά ἑτοιμάσθηκε γιά τήν Θεσσαλονίκη. Εἶχε προγραμματίσει ὅτι θά πάη νά προσκυνήση καί τόν Ἅγιο Δημήτριο, τοῦ ὁποίου φέρει ἐπαξίως καί τό ὄνομα.
Ἤθελε νά πάρη ἕνα μεγάλο κερί ἀπό τόν Ἐκκλησιαστικό, τόν μακαριστό παπᾶ Χρυσόστομο, ἀλλά ντρεπόταν. Σκέφθηκε καί εἶπε: "Ἄν θέλη ὁ Θεός καί ὁ Ἅγιος, θά μοῦ φέρη τό κερί ὁ Ἀδελφός!  Δέν πρόλαβε νά ἀποτελειώση ἕνα κομποσχοίνι καί ὁ π. Χρυσόστομος τοῦ κτύπησε τήν πόρτα καί τοὔδωσε τό κερί, χωρίς νά ἔχουν ἀλλάξει "κουβέντα" γιά τό κερί!
Ἐκεῖ στήν Θεσσαλονίκη, συνέπεσε νά εἶναι ἡ γιορτή καί ἡ λιτάνευσις τῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πρώην ἁγιορείτου ἀσκητοῦ καί μετέπειτα Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλανίκης. Μετά τήν θ. Λειτουργία, ἤθελε κι αὐτός ν᾿ ἀκολουθήση τό πλῆθος τῶν Πιστῶν, παρότι  τό σχεδόν παράλυτο πόδι του, διαμαρτυρόταν ἀπειλητικά. Τόν συνεκράτησε ὁ π. Ἀθανάσιος καί τόν ἔφερε συρόμενον στό σπίτι-Ἐπιτροπικό τῆς Μονῆς.
Εἶχε ἐπίσης μεγάλη εὐλάβεια στήν Κυρία Θεοτόκο, στήν Χάρι τῆς ὁποίας εἶχε ἐναποθέσει τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας του. Μερικές φορές θεολογοῦσε μέ τό δικό του χαριτωμένο λεξιλόγιο: "Τό Παιδάκι ἦταν πιό μπροστά ἀπό τήν Γιαγιά καί τήν Μανούλα". Ἐπεξήγησις: Ὁ Χριστός εἶναι παλαιότερος τῆς Ἁγίας Ἄννης καί τῆς Παναγίας".
Μία φορά τόν ρώτησε ὁ νοσοκόμος Ἀδελφός:
-Τί σοῦ ἀρέσει περισσότερο στό μοναστήρι, πάτερ Δημήτριε;
-Τό μοναχικό Σχῆμα καί τό κομβοσχοίνι, τοῦ ἀπήντησε.
-Πῶς αἰσθάνεσαι, μετά τήν Θεία Κοινωνία, πάτερ Δημήτριε;
-Ὅταν κοινωνῶ, τό Παιδάκι πού ἔχω στό τραπεζάκι μου, μπαίνει μέσα μου, τόσο δυνατά καί γρήγορα πού δέν προλαβαίνω νά τό καταλάβω. Γι᾿ αὐτό κι ἐγώ ἀπό τήν χαρά μου, κρατῶ τήν εἰκόνα Του στήν ἀγκαλιά μου.
Ἀγαποῦσε τό Παιδάκι του μέ τόση στοργή, ὅση ἔχει ἡ μάννα στό μονάκριβο παιδί της...Τό κυττοῦσε μέ πόθο, τό ἔσφιγγε στήν ἀγκαλιά του, τό ἐλάτρευε. καί μοῦ ἔλεγε: "Σήμερα τό Παιδάκι τό φίλησα καί μέ τήν Θεία Κοινωνία μέσα στήν καρδιά μου...".
Κάποτε τόν ἐρώτησε ἕνας ἀδελφός:
-Τί νά κάνουμε ἐμεῖς οἱ νεώτεροι, πάτερ Δημήτριε, γιά να σωθοῦμε;
-Ὑπακοή.
-Καί τί ἄλλο;
-Προσευχή.
-Ἐγώ τοῦ εἶπε ὁ Ἀδελφός, ἔχω καί κενοδοξία, πῶς ν᾿ ἀπαλλαγῶ ἀπ᾿ αὐτό τό πάθος;
-Δέν ξέρω, τί εἶναι αὐτό. Ρώτησε τόν Γέροντα.
Ἐκτός ἀπό τό διάστημα τῆς ὀκταμήνου ἀσθενείας του, δέν παρέλειψε ποτέ τόν τακτικόν ἐκκλησιασμό. Εἶχε τήν αἴσθησι ὅτι μέσα στήν ἐκκλησία ἐπικοινωνοῦσε πλούσια μέ τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν μπῆκε ἄθελά του στό νοσοκομεῖο, τότε καταλάβαμε, πόσο βαρειά τοῦ κόστισε ἡ ἀπουσία του ἀπό τίς ἐκκλησιαστικές Ἀκολουθίες.
Πῶς ὅμως τίς κατανοοῦσε ἀφοῦ ἦτο ὀλιγογράμματος;  Ναί, δέν κατανοοῦσε ὅλα τά νοήματα, οὔτε ποτέ κατώρθωσε νά μάθη νά ψάλλη ἔστω ἕνα τροπάριο, ὅμως ἀκούοντάς τα, εἶχε συχνή κατάνυξι. Ἐπέμενε νά τοῦ διαβάζει ὁ Ἀδελφός τήν Θεία Μετάληψι, πρίν ἀπό τήν Θεία Κοινωνία. Στήν ἐρώτησί του, ἐάν τήν καταλαβαίνη, ἀπαντοῦσε μέ νεύματα "ὄχι". Ὅμως τότε ἔχυνε πολλά δάκρυα...
Ὁ Κύριος τόν ἀξίωσε νά ἰδῆ καί ἀπόρρητα μυστήρια μέσα στήν ἐκκλησία, κατά τήν τέλεσιν τῆς θείας Λειτουργίας. Τήν μία ἡμέρα, ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, μᾶς διηγήθηκε, ὅτι εἶδε ἐπάνω στήν Ἁγία Τράπεζα φῶς νοερόν καί ἄϋλον, ὅταν ὁ ἱερεύς ὕψωνε τά Τίμια Δῶρα καί ἐπιβοοῦσε: "Τά σά ἐκ τῶν σῶν...". Ἐνῶ τήν Κυριακή τῶν Βαΐων ἀντίκρυσε μία λευκή περιστερά νά ἱπερίπταται ἐπάνω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα.
Δέν ἔζησε πολλά χρόνια στό Ἅγιον Ὄρος καί γρήγορα τόν ἐπισκέφθηκε ὁ Θεός μέ τήν ράβδο τῆς σωματικῆς δοκιμασίας. Ὄχι βέβαια γιά νά τόν τιμωρήση, ἀλλά μέ τήν ὑπομονή του νά στολίση τόν στέφανο τῆς δόξης του μέ περισσότερα πνευματικά ἄνθη. Τοῦ ἔστειλε ὁ Θεός τήν ὀδυνηρή καί ἀγιάτρευτη ἀρρώστεια, πού λέγεται "σκλήρυνσι κατά πλάκας".
Ἐνῶ μέχρι τά 45 χρόνια του ἔτρεχε παντοῦ, περπατοῦσε ὅπου ἤθελε, ὡμιλοῦσε εὐκρινῶς, ἔφερνε "βόλτα" ὅλες τίς μικροδουλειές πού τοῦ ἀνέθεταν οἱ ἄλλοι Πατέρες, ξαφνικά εὑρέθηκε νά στηρίζεται σ᾿ ἕνα μπαστοῦνι. Ἀψηφοῦσε τούς πόνους, πού τοῦ προκαλοῦσε ἡ ἀρρώστεια, ἡ ὁποία, ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, χειροτέρευε. Στενοχωριόταν τώρα καί ἐνίοτε ἔκλαιγε, διότι τά πόδια του δέν τοῦ ἔκαναν ὑπακοή.
Στηριζόμενος στό μπαστοῦνι του  προσπαθοῦσε νά ἀνταποκριθῆ σ᾿ ὅλες τίς ὑπακοές του, ἀλλά ἔπεφτε κάτω συχνά καί τραυματιζόταν. Εἶχε πέσει πάνω ἀπό 40 φορές.  Ἔτσι, χωρίς τήν θέλησί του, γονάτισε. Κατέβηκε στό νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς. Τόν ὑπηρέτησε μέ αὐτοθυσία ἕνας ἀδελφός καί μετ᾿ αὐτόν ἕτερος.
Στό διάστημα τῆς ἐπωδύνου ἀσθενείας του, ἡ ὁποία τόν καθήλωσε στό κρεβάτι περί τούς 8 μῆνες, δέν ἔπαυε νά συνομιλῆ μέ τά πλέον ἀξιολάτρευτα φιλικά του Πρόσωπα: Μέ τό Παιδάκι Χριστό, τήν Ἀδελφούλα Ἀναστασία, τόν Παπποῦ Νικόλαο, τόν μεγάλαθλον τῆς Θεσσαλονίκης πρόμαχον Δημήτριον, τόν ἀκλόνητον στῦλον τῆς ἀληθείας Χριστοῦ Χαράλαμπον καί τόσους ἄλλους Ἁγίους, πού θερμά τούς ἀγκάλιαζε καί εὐσεβῶς τούς προσκυνοῦσε.
Προεγνώρισε τόν θάνατό του. Γι᾿ αὐτό καί ἄρχισε νά μοιράζη στούς ἄλλους Ἀδελφούς τά πράγματά του. Τήν τελευταία ἡμέρα ἔδωσε καί ὅσα μικρά ἤ μεγάλα κομποσχοίνια κρατοῦσε κοντά του. Τόν ἐρωτοῦσαν οἱ Πατέρες:
-Ποῦ θά πᾶς, πάτερ Δημήτριε;
-Θά φύγω, θά φύγω.
-Γιά ποῦ;
-Ἔδειχνε τόν οὐρανό μέ τό χέρι του κι ἔλεγε: ἐκεῖ, ἐκεῖ.
-Θά πᾶμε στόν παράδεσιο, πάτερ Δημήτριε;
-Μόνον αὐτά φοβοῦμαι. Κι ἔδειχνε μέ τό χέρι του μία εἰκόνα στόν τοῖχο, πού παρίστανε τά τελωνικά δαιμόνια νά ἐλέγχουν τίς Ψυχές κατά τήν ἄνοδό τους στήν Πύλη τ᾿ οὐρανοῦ.
Τό τελευταῖο πρωϊνό κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἔφαγε κανονικά καί τό βραδάκι ξάπλωσε κρατῶντας μέ τό δεξί του χέρι καί τό κομποσχοίνι του, τό ὁποῖο κρεμόταν ψηλά ἀπό ἕνα καρέλι γιά νά λέγη εὐχερῶς τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ.
Πρίν ἀρχίση ἡ πρωϊνή ἀκολουθία ἡ ψυχή τοῦ πατρός Δημητρίου εἶχε κιόλας πετάξει στούς οὐρανούς.
Ἡ μορφή του ἦτο γαλήνια καί φωτεινή. Τά μέλη τοῦ σώματός του εὔκαμπτα καί ζεστά, ὅπως συμβαίνει σ᾿ ὅλους τούς Ἁγιορεῖτες μοναχούς. Τίποτε δέν ἐπρόδιδε τό μυστήριο τοῦ θανάτου, διότι ὁ θάνατος σάν γεγονός εἶχε ἐξουδετερωθῆ ἀπό τήν ἀναστάσιμη ζωή τοῦ μακαριστοῦ μον. Δημητρίου, ἀξίου λάτρη τῆς Παναγίας Τριάδος καί τώρα θριαμβευτοῦ τῆς αἰωνίου μακαριότητος.
Κτύπησε ἡ καμπάνα γιά ν᾿ ἀναγγείλη τήν ἀποβίωσι ἑνός ἀθλητοῦ τῆς εὐσεβείας καί ὄχι γιά νά προκαλέση μοιρολόγια καί πανικό στήν ζωή τῶν Πατέρων. Ἐψάλη ἡ νεκρώσιμος Ἀκολουθία, δόθηκε ὁ τελευταῖος ἀσπασμός τῆς ἐν Χριστῶ ἀγάπης καί φιλαδελφίας, ἀκούσθηκε ὁ ἐπικήδειος λόγος τοῦ Γέροντός μας, χωρίς λύπες, δάκρυα καί στεναγμούς...Ὅλα τελέσθηκαν μέσα σέ ἀτμόσφαιρα χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως, διότι ἕνας Ἄδελφός, νικητής πλέον τοῦ θανάτου γίνεται σήμερα μέτοχος τῆς οὐρανίου δόξης καί πρέσβυς ἡμῶν πρός Κύριον.
Εὐχαριστοῦμεν τόν Κύριό μας, διότι μᾶς ἐχάρισε τόν π. Δημήτριο, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε τότε, τό 1976,  γιά ἐμᾶς τούς 6-7 δοκίμους  Ἀδελφούς ἐγερτήριον σάλπισμα μετανοίας καί ὑπόδειγμα ἐναρέτου, ταπεινοῦ καί ὑπάκουου μοναχοῦ. Μᾶς οἰκοδόμησε πνευματικά καί μᾶς ἐστερέωσε στήν Μονή μας μέ τήν ἐλπίδα νά φέρουμε κι ἐμεῖς καρπούς εἰς τριάκοντα, ἑξήκοντα καί ἑκατόν.
Εἴθε νἄχουμε τήν εὐχή του ὅλοι μας καί ζητοῦμε πάντοτε τίς ἅγιες εὐχές του νά πρεσβεύη πρός Κύριον γιά τήν πνευματική μας πρόοδο καί τήν σωτηρία μας.