www.romfea.gr
"Βρές την ειρήνη μέσα σου και χιλιάδες ανθρωποι θα ειρηνεύσουν διπλα σου" Οσιος Σεραφείμ του Σάρωφ


Η Κωνσταντινούπολις δεν είναι μόνον η Πόλις των αγιασμάτων μα και των θαυμάτων. Δεν αναφέρομαι σε δικές μου περιπτώσεις γιατί πιστεύω στο «οράτε, μηδενί είπητε». Έχω ακούσει πολλές διηγήσεις για θαύματα πού γίνονταν και γίνονται στην Πόλι.
Μεταφέρω εδώ την προσωπική μαρτυρία ενός κατά πάντα σεβαστού και αξιόπιστου, πρεσβυτέρου της Πόλεως. Η διήγησις είναι μαγνητοφωνημένη και βιντεοσκοπημένη. Δεν προσθέτω ουδέ κεραίαν. Απλώς απομαγνητοφωνώ. Προσθέτω μόνον ότι ο ναός είναι των Αγίων Θεοδώρων Βλάγκας. Έχει σημασία αυτό.
«Εδώ ήμασταν, ακριβώς, εμείς που ζήσαμε την νύχτα των γεγονότων πιο έντονα από κάθε άλλον. Εμείς ήμασταν εδώ πέρα, εδώ ήταν το κελλί μου, εδώ μέσα, και μέναμε εδώ πέρα και σε μία στιγμή… Εδώ μέσα, από αύτη την πλευρά, άλλος τόσος κόσμος, μαινόμενος, ρήμαζε, χτύπαγε, έσπαγε, στο τέλος βάλανε και φωτιά, βγάλανε ένα λαμπτήρα, βάλανε μια δέσμη κεριά, δημιούργησαν βραχυκύκλωμα και πήραν αμέσως, οι εγκαταστάσεις ήταν παλιές, είχαν ξεραθεί τα καλώδια, δεν ήταν σαν τα τωρινά τα πλαστικά…
Εμείς ήμασταν μέσα. Ευτυχώς, ο Πέργης εκείνη την βραδιά ήταν στο Πατριαρχείο, διάκονος της σειράς μου φαίνεται ότι ήτανε, και ήταν της υπηρεσίας, είχε μείνει μέσα μαζί με τον Πατριάρχη, τότε εκείνος δεν ήτανε εδώ πέρα, κατά θεϊκή σύμπτωση δύο μέρες προηγουμένως, Πέμπτη έγιναν τα γεγονότα, Τρίτη έφυγε η κόρη μου με την πεθερά μου και δεν ήταν εδώ πέρα, ήταν μικρή τότε η κόρη μου, ήταν τεσσάρων χρονών, πέντε περίπου, έφυγαν εκείνοι και ήμασταν εδώ πέρα ο πεθερός μου, η πρεσβυτέρα και εγώ, η αδελφή του Αγίου Πέργης και εγώ.
Λοιπόν για μια στιγμή παραβίασαν αυτοί την κάτω πόρτα, αυτοί, παραβίασαν την σιδερένια πόρτα, κατάφεραν και μπήκαν μέσα, μετά ανεβήκανε πάνω και η πάνω η πόρτα πραγματικά ήταν -αν και ξύλινη- από τις πόρτες τις απαραβίαστες -παλιό ξύλο χοντρό- τόσο και όμως και αυτή την σπάσανε και μπήκανε μέσα. Αυτός πού έσπασε την πόρτα κράταγε ένα τόσο κομμάτι ξύλο από γαλαζιανό, και η πρεσβυτέρα νόμιζε ότι επρόκειτο περί ανθρώπων πού θα έχουνε ίσως και ένα ίχνος ευσπλαγχνίας κ.λπ. και κοιτούσε να προστατεύσει τον… -γιατί στόχος αυτών ήταν οι κληρικοί και οι εκκλησίες- κυρίως τον πατέρα της, βέβαια έστω και εμένα και της δίνει εκείνος με κείνο το… μία στο κεφάλι…
Εκείνη, ευτυχώς, από Θεού, είχε την ετοιμότητα και έσκυψε και την πήρε λίγο εδώ, την έσκισε μόνο (δείχνει στο πλάι του λαιμού). Εγώ εκείνη την ώρα είπα στον πενθερό μου ότι, πάει η Άννα, εγώ νόμιζα ότι από το χτύπημα έπεσε, με τέτοιο χτύπημα αν έπεφτε εκεί δεν θα σηκωνόταν. Τέλος πάντων, μετά εδώ πέρα εϊχε μία πολύ ωραία… τώρα πώς το λέτε εσείς στην Αθήνα (ξύνει το κεφάλι) το σαλκίνι, ένα πού μυρίζει, πού έχει στην σχολή, εκείνο πού είναι στην είσοδο της σχολής.
Ο πατέρας Δοσίθεος λέει: γλιτσίνια
Η Ελένη λέει: πού είναι σα σταφύλια.
Ένα τέτοιο είχε εδώ πέρα. Οπότε άρχισε από εδώ πέρα η φωτιά (δείχνει μέσα στο ναό και προς τα έξω) μεταδόθηκε σε κείνο (δείχνει το μέρος της αυλής πού ήταν το φυτό) και αυτό άρχισε να καίει τα παράθυρα έκεϊ πέρα, αλλά η πυροσβεστική δεν μπορούσε να κάνει τίποτα διότι αλλού, ο κόσμος ανέτρεψε τις αντλίες για να μην πάνε στον προορισμό τους και άλλου με το ξυράφι έσχισαν την σωλήνα για να μή δώσουν νερό.
Για μια στιγμή, από δώ κάτω στην γωνία υπάρχει ένας φούρνος και είπαν και μεΐς θα πάρουμε φωτιά και έτσι επείσθηκαν να ρίξουν νερό. Η εκκλησία είχε καεί, σε 20 λεπτά ήταν… για μια στιγμή έπεσε και η στέγη· τότε ήταν η κάμινος πραγματικά πού εξεκαύθη επταπλασίως, τότε έπεσε εκείνη όλη η στέγη το βάρος των κεραμιδιών, μία ζέστη, μία λάμψη, τώρα εκεί τι να κάνουμε, πώς να μείνουμε, γιατί θα καιγόμαστε. Τέλος πάντων κάπως κατεβήκαμε από εδώ πέρα, είπαμε να φύγουμε. Πού να πάμε όμως; Παντού γύρω-γύρω είχε κόσμο ακούγαμε και από όσους μένανε τριγύρω τις φωνές για βοήθεια – σε ποιόν να πάς να ζητήσεις και σύ άσυλο. Εμείς κατεβήκαμε εδώ πέρα (και δείχνει την είσοδο του σπιτιού του).
Τώρα εγώ το αποδίδω σε θαύμα των Αγίων Θεοδώρων, εσείς πώς το ερμηνεύετε αυτό είναι άλλο θέμα. Μόλις βγήκαμε εδώ κάτω μαινόμενοι ούτοι με ρόπαλα στα χέρια, με σίδερα, με λοστούς, με κάτι άλλα ξύλα με καρφιά μπηγμένα στις άκρες, ό,τι φαντασθείτε, ό,τι φονικό όπλο «μετά μαχαιρών και ξύλων» αυτό ήταν πραγματικά. Ίσως αυτοί ήταν το χιλιαπλάσιο αυτών πού πήγανε στο Χριστό μετά μαχαιρών και ξύλων. Εμείς τώρα τι να κάνουμε, φτάσαμε εδώ πέρα… εδώ δίπλα μας ήταν ο αστυνομικός σταθμός, να πάμε στον αστυνομικό σταθμό, να ζητήσουμε άσυλο, αν και η αστυνομία δεν μας δεχτεί τότε θα υποστούμε αυτό πού…
Βγήκαμε εδώ πέρα σε αυτό τον κόσμο μέσα πού κυριολεκτικά βελόνι να έρριχνες δεν θα έπεφτε, κάπου θα σκάλωνε, δεν υπήρχε χώρος άδειος. Μόλις βγήκαμε στην πόρτα, εδώ πέρα, έρχονται δύο νεαροί καλοντυμένοι, χωρίς να κρατούν όπλα, ούτε ξύλα, ούτε τίποτα, πολύ καλοντυμένοι, γραβατωμένοι. Μας πλησίασαν:
- Πού θέλετε να σας πάμε; μας είπαν, πού θέλετε να σας πάμε;
- Στην αστυνομία να μας πάτε.
- Εντάξει, ελάτε.
Και αυτός ο κόσμος ο οποίος ήτανε εναντίον μας και εμάς είχε στόχο – αυτοί φώναζαν και έλεγαν:
- Ανοίξτε δρόμο να περάσουν οι Ιερείς.
Και όλοι παραχώρησαν και περάσαμε και πήγαμε στην αστυνομία. Λοιπόν, εγώ λέγω ότι ήταν οι άγιοι Θεόδωροι οπωσδήποτε, δεν μπορούσε να ήταν άλλος κανείς, οι Άγιοι Θεόδωροι ήταν, η επέμβαση, η αποστολή των Αγίων Θεοδώρων για να μπορέσουμε να σωθούμε και σωθήκαμε. Όταν γυρίσαμε πίσω την άλλη μέρα το σπίτι ήταν κατεστραμμένο, λεηλατημένο, τίποτε, τα πάντα είχαν καταστραφεί. Εγώ δεν είχα ούτε παπούτσια να φορέσω, ούτε λεφτά μας είχαν μείνει, τα πάντα τα πήρανε, τα καταστρέψανε όλα.
Ήμασταν και νιόπανδροι τότε και είχαμε εδώ πέρα τα γυαλικά… και πατούσαμε και όσα γυαλικά είχανε μείνει γερά τα σπάγαμε εμείς, γιατί δεν μπορούσαμε, πατούσαμε εκεί πέρα. Και ύστερα από όλα αυτά, αφού καταστράφηκε όλο το σπιτικό μας, με τον άγιο Πέργης μας έδωσαν αποζημίωση 5.000 λίρες τότες και με αυτές κάναμε από ένα παλτό. Μόνο αυτή ήταν η αποζημίωση».
πηγή: αρχιμ. Δοσιθέου, Θέλω να πιω όλο το Βόσπορο, Γ’ Έκδοσις, Νοέμβριος 2000
www.pemptousia.gr
Προσκυνήτρια, Α.Π.
ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟ ΘΑΥΜΑ
Ένα πραγματικό γεγονός που το διηγείται επιβάτης σε αεροπλάνο που επέστρεφε από τους Αγίους Τόπους στις 29 Αυγούστου του 2003.
Ήταν χαράματα Παρασκευής, 29 Αυγούστου του 2003. Φεύγαμε με βαριά καρδιά από την Ιερουσαλήμ, με κατεύθυνση προς Τελ Αβίβ και από εκεί για Αθήνα.
Είχαμε περάσει υπέροχα. Την προηγούμενη, είχαμε γιορτάσει Πανηγυρικά την Κοίμηση της Παναγίας μας στον Τάφο Της, αφού στα Ιεροσόλυμα η Κοίμηση εορτάζεται 13 ημέρες μετά, στις 28 Αυγούστου.
Ζήσαμε μία πρωτόγνωρη, μοναδική εμπειρία. Το πανηγύρι ήταν μεγαλοπρεπές, πλούσιο, γενναιόδωρο προς πάντας. Αργά το απόγευμα ετοιμάσαμε τις βαλίτσες μας, το βράδυ λάβαμε μέρος στην αγρυπνία στον Πανάγιο Τάφο και αμέσως μετά, γρήγορα στο πούλμαν που μας περίμενε ακριβώς έξω από την παλαιά Πόλη. O καιρός ήταν καλός. O ουρανός έναστρος και μέσα σε μία γλυκιά ησυχία απολαμβάναμε την Πόλη φωτισμένη. Είχαμε στυλώσει τα μάτια μας στα τείχη της, αγκαλιάζοντας νοερά όλα τα Πανάγια Προσκυνήματα, κλείνοντας τα ερμητικά μέσα στην καρδιά μας. Ένα σχεδόν αδιόρατο ελαφρύ χαμόγελο πρόδιδε την κούραση των ημερών, αλλά και την βαθιά ευγνωμοσύνη μας προς τον Θεό για όσα ζήσαμε. Η ευχαρίστηση μας ήταν τόση, που δεν κλονίστηκε καθόλου από την παρατεταμένη αναμονή, ούτε από τον εξαντλητικό έλεγχο των Ισραηλινών στο αεροδρόμιο.
Όταν επιτέλους επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο - εάν θυμάμαι καλά ήταν ένα δικινητήριο Airbus - πρόσεξα ότι τα φώτα του τρεμόπαιζαν συνεχώς και δεν σταθεροποιούνταν σε μία συγκεκριμένη φωτεινότητα. Σκέφθηκα ότι κάποιο καλώδιο δεν κάνει καλή επαφή και βυθίστηκα στο κάθισμα μου. Όταν ξεκίνησε η τροχοδρόμηση, τα πρόβλημα στα ηλεκτρικά έγινε πιο έντονο, ενώ παράλληλα ακούγονταν και ο χαρακτηριστικός ήχος μικρών, πολλαπλών βραχυκυκλωμάτων. Δεν έδωσα σημασία· τα φώτα έσβησαν, απογειωθήκαμε και, όταν ξανάναψαν το πρόβλημα υφίστατο σε μικρότερο βαθμό. Καθόμουν με τη μητέρα μου στην αριστερή πλευρά του αεροσκάφους, μπροστά από το φτερό, ενώ φίλοι και γνωστοί κάθονταν σε κοντινές θέσεις.
Μετά από περίπου 20 λεπτά ακούσαμε έναν δυνατό θόρυβο και το αεροπλάνο άρχιζε να τρέμει και να κινείται δεξιά και αριστερά, σαν να «κοσκινίζει», όπως εύστοχα παρατήρησε κάποιος φίλος. O πιλότος είπε πρώτα στα εβραϊκά και μετά στα αγγλικά να παραμείνουμε με τις ζώνες μας δεμένες, το ίδιο έκαναν αμέσως και οι αεροσυνοδοί Αρχικά δεν δώσαμε σημασία, ώσπου κοίταξα το φτερό και είδα την τουρμπίνα να φλέγεται και να εκσφενδονίζει κομμάτια από πυρωμένο σίδερο! Μετά από ένα καθησυχαστικό πρόλογο, την έδειξα στη μητέρα μου και στους γύρω φίλους. Όλοι μας είχαμε ταξιδέψει πολλές φορές με αεροπλάνο, αλλά ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε φλεγόμενο κινητήρα. Σφιχθήκαμε κάπως αλλά κρύψαμε επιμελώς την ανησυχία μας, σιωπώντας. Κάποιοι από εμάς όπως έμαθα αργότερα, λέγαμε νοερά την Ευχή. Μετά από αρκετά λεπτά έγινε νέα ανακοίνωση που μας πληροφορούσε για την απώλεια του αριστερού κινητήρα και ότι θα προσπαθήσουμε να φθάσουμε στα Ελευθέριος Βενιζέλος με τον άλλον.
Δεν πέρασαν άλλα είκοσι λεπτά όταν ακούστηκε ένας λιγότερος δυνατός θόρυβος από τη δεξιά πλευρά και νοιώσαμε όλοι τις ίδιες έντονες δονήσεις του αεροσκάφους, αναμεμιγμένες με αναταράξεις. Κάποιοι που κάθονταν μπροστά από το δεξί φτερό φώναξαν «πήρε φωτιά η τουρμπίνα»! Το μέχρι τότε ήπιο και, μάλλον ευχάριστο κλίμα, του θαλάμου αντικαταστάθηκε σύντομα από πανικό. Το αεροσκάφος έχανε διαρκώς και απότομα ύψος και ακουγόταν ένας θόρυβος σαν σφύριγμα, που μετά θυμήθηκα ότι τον άκουγα στις ταινίες, όταν έπεφταν οι βόμβες των αεροπλάνων. Οι αεροσυνοδοί, που μόλις είχαν ξεκίνησε να προσφέρουν αναψυκτικά, ασφάλισαν τρέχοντας τα καροτσάκια τους στις κατάλληλες θέσεις· κάθισαν γρήγορα κα προσδέθηκαν κρατώντας το κεφάλι τους κοντά στα γόνατα. Αρκετοί καρδιοπαθείς και ηλικιωμένοι έπαιρναν τα χάπια τους δύο-δύο. Μεταξύ συζύγων, γίνονται δημόσιες εξομολογήσεις για το πότε απάτησε ο ένας τον άλλον και με ποιόν και ζητούσαν συγχώρεση. Γιαγιάδες και παπούδες απεκάλυπταν στα παιδιά τους ότι τους αδίκησαν στη διαθήκη τους και ζητούσαν συγχώρεση και εκείνα την έδιναν, αλλά και τη ζητούσαν με τη σειρά τους για παλιές άπρεπες συμπεριφορές. Φίλοι ομολογούσαν ότι με αφορμή το τάδε περιστατικό είχαν πει ψέματα και συκοφαντήσει αλλήλους....
Όλα τα παραπάνω μαζί με τη συνεχή και απότομη απώλεια ύψους, τις ασυνήθιστες αναταράξεις και τη σιγή του πιλότου έκαναν βαριά την ατμόσφαιρα. Σαν να μην έφθανε αυτό, κάποιος από τήν παρέα φώναξε «είχε δίκιο ο τάδε», ενθυμούμενος τα λόγια ενός μοναχού, που του είχε πει, παρουσία τρίτων, πριν από λίγες ήμερες ότι η Ελλάδα θα θρηνήσει μεγαλύτερο αριθμό νεκρών από ό,τι το Πάσχα - αναφερόμενος στο δυστύχημα λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα στα Τέμπη - μόνο που αυτή τη φορά θα είναι στη θάλασσα. Είχαμε αρχίσει να ανησυχούμε σοβαρά...
Το αεροπλάνο άρχισε να παίρνει κλίση καταλάβαμε ότι προσπαθεί να στρίψει και σκέφθηκα ότι θα επιστρέφαμε στο Τελ Αβίβ η ότι θα πηγαίναμε στην Κύπρο. Σε λίγο σηκώθηκε μία αεροσυνοδός και πήγε βιαστικά να ασφαλίσει κάποια αντικείμενα που έπεφταν. Τη σταμάτησα και τη ρώτησα τι ακριβώς συνέβαινε. Η πρώην χαμογελαστή και γλυκομίλητη κοπέλα είχε γίνει κατάχλωμη και είχε χάσει τη φωνή της. Ο φόβος κυριαρχούσε στην έκφραση του προσώπου της, στα σφιγμένα δόντια και κορυφώνονχαν στα ματιά της.
Τη ρώτησα εάν είχαμε χάσει και τους δυο κινητήρες και απάντησε με νεύμα καταφατικά. «Και τώρα τι θα γίνει; Πώς θα το αντιμετωπίσουμε;», ξαναρώτησα. Έπαψε να με κοιτάζει στα μάτια, το βλέμμα της έγινε μακρινό, σαν να κοιτούσε το κενό, κινούσε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά, ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα, σαν όλα να είχαν τελειώσει και έκανε να φύγει. Τη συγκράτησα έντονα από το χέρι φωνάζοντας «Πέφτουμε;» και εκείνη μου έγνεψε πολλές φορές καταφατικά, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη και έτρεξε να προσδεθεί πάλι στο κάθισμα της, κρατώντας σφιχτά το κεφάλι στα γόνατα. Πήραμε όλοι βαθιά ανάσα και προσπαθούσαμε όσο το δυνατόν ψύχραιμα να συνειδητοποιήσουμε τα συμβαίνοντα.
Το πέπλο της μελαγχολίας έσκισε η δυνατή φωνή ενός ρασοφόρου: «Μην φοβάστε, αδελφοί μου, ας προσευχηθούμε, δεν θα αφήσει ο Θεός!». Οι ιερείς έβαλαν πετραχήλι και άρχισαν να διαβάζουν, κάποιοι λαϊκοί έλεγαν νοερά την Ευχή και οι υπόλοιποι χωρίστηκαν σε δυο ομάδες - τη δεξιά και την αριστερή πτέρυγα του θαλάμου των επιβατών - και άρχισαν δειλά να ψάλουν οι μεν την Παράκληση της Παναγίας, οι δε τους Χαιρετισμούς. Αναθέσαμε την ελπίδα μας στον Θεό και αισθανθήκαμε πολύ καλύτερα ξελαφρώσαμε.
Οι αλλόθρησκοι επιβάτες, υπερβολικά φοβισμένοι σε σύγκριση μ' εμάς, νόμιζαν ότι τραγουδούσαμε και μας κοίταζαν σαν να ήμασταν τρελοί. Η παρήγορη όμως αυτή ψυχική ανάταση διεκόπη λίγο αργότερα, όταν έκανε ανακοίνωση με τρεμάμενη φωνή ο πιλότος: «όπως ήδη καταλάβατε, πριν από λίγη ώρα χάσαμε και το δεύτερο κινητήρα ανεφλέγη. Ρίξαμε τα καύσιμα και θα προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε στο Μπεν Κουριόν (το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ), αλλά...» του ήρθε ένας κόμπος στον λαιμό και σταμάτησε απότομα. Προς στιγμήν πάγωσε το αίμα μας. Όπως και να το κάνουμε, αλλιώς είναι να υποθέτεις βάσιμα πώς οδεύεις σε κάτι δυσάρεστο και αλλιώς είναι να σου το επιβεβαιώνουν επισήμως! Μετά τις πρώτες αμήχανες στιγμές, συνεχίσαμε όλοι μαζί να προσευχόμαστε από το σημείο που είχαμε σταματήσει, άλλοι την Ευχή, άλλοι την Παράκληση, άλλοι τους Χαιρετισμούς. Μού έκανε εντύπωση ότι προσεύχονταν θερμά και όσοι έδειχναν στο παρελθόν να μην πιστεύουν...
Προσπάθησα να φερθώ ψύχραιμα σε σημείο που κατηγορήθηκα για αναισθησία. Εξήγησα ήρεμα, με την ελπίδα να δώσω κουράγιο και σε κάποιους που έκλαιγαν: «Κάποτε όλοι θα πεθάνουμε αυτό δεν αλλάζει. Τι μας μένει τότε; Το πόσα χρόνια θα ζήσουμε και το πώς θα τα ζήσουμε. Όλοι μας θέλουμε να ζήσουμε πολλά χρόνια, εάν όμως ο Θεός αποφάσισε να πεθάνουμε σήμερα, ούτε αυτό αλλάζει· έξαλλου, δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να κάνουμε ανθρωπίνως για να σωθούμε και δεν το κάνουμε. Άρα, εάν πάρουμε ως δεδομένο ότι σήμερα θα κληθούμε σε απολογία, τι πρέπει να μας ενδιαφέρει; Το σε ποιά κατάσταση βρίσκεται η ψυχή μας. Τώρα θα μού πείτε: «είμαι σε άσχημη κατάσταση, αλλά, εάν είχα και άλλα χρόνια, θα μετανοούσα!» Αυτή όμως η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι της παρούσης, είναι μάλλον ένας ευσεβής πόθος, γιατί είπαμε ότι παίρνουμε ως δεδομένο ότι παραδίδουμε σήμερα. Άρα τι μάς μένει να κάνουμε; Να προσευχηθούμε ειλικρινά και να ζητήσουμε με θερμή συγχώρεση των αμαρτιών μας. Όμως πρέπει να έχουμε την ελπίδα μας στο έλεος του Θεού, γιατί:
ο Θεός από την άπειρη αγάπη Του για εμάς, δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει κάτι προς ζημία της ψυχής μας, δηλαδή, εάν μάς πάρει σήμερα, αυτό θα πει ότι θα μας πάρει στην καλύτερη στιγμή μας.
Οι περισσότεροι από εμάς εξομολογηθήκαμε και κοινωνήσαμε μόλις χθες στη εορτή της Παναγίας, άρα είμαστε κατά το δυνατόν έτοιμοι. σκεφθείτε να φεύγαμε εντελώς απροετοίμαστοι; Όσοι ήρθαμε εδώ, δεν ήρθαμε για τουρισμό αλλά για προσκύνημα· λέτε ο Κύριος και η Παναγία, που ήρθαμε στην εορτή Της, να μάς αφήσουν έτσι;
Οι αναταράξεις συνεχίζονταν πάλι έντονες. Ήμασταν χαμηλά, άρχισαν να διακρίνονται τα νησιά με τα χαρακτηριστικά τους και μακριά η στεριά. Ξαφνικά σηκώθηκε όρθιος ο ίδιος ρασοφόρος, που καθόταν μπροστά δεξιά και μάς είχε παροτρύνει να προσευχηθούμε - δεν γνωρίζω εάν ήταν μοναχός η Ιερομόναχος (θυμάμαι μόνο την ψηλόλιγνη μορφή του το ιλαρό του προσώπου και τη μακριά του γενειάδα) και είπε με δυνατή και γεμάτι σιγουριά φωνή και δακρυσμένα μάτια «Παιδιά μου, σάς παρακαλώ, πιστέψτε με βλέπω την Παναγία μας μπροστά μου θεόρατη και κρατάει το αεροπλάνο από την κοιλιά- θα σωθούμε, θα σωθούμε!» και ξεσπώντας σε δάκρυα: «ας προσευχηθούμε να την ευχαριστήσουμε».
Όλοι οι επιβάτες πήραμε κουράγιο και αρχίσαμε να ψέλνουμε, δυνατά αυτή τι φορά, χαρμόσυνα την Παράκληση. Μέχρι και οι αεροσυνοδοί κατάλαβαν από τι γλώσσα του σώματος ότι κάτι ευχάριστο συμβαίνει και αναθάρρεψαν κοιτώντας απορημένες.
Σε λίγη ώρα φάνηκαν καθαρά τα κτήρια του Τελ Αβίβ- ήμασταν ήδη πολύ χαμηλά. Έμεναν λίγες μόλις στιγμές... Άρχισαν να μπαίνουν λογισμοί αμφιβολίας στο μυαλό μου: «Άραγε η πρόσκρουση θα γίνει στη στεριά η θα πέσουμε στη θάλασσα;», μα προσπαθούσα να τους διώξω με την προσευχή: «Πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τη απιστία. Γεννηθήτω το θέλημα Σου. Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ήμας.»
Σε λίγο φάνηκε το αεροδρόμιο. Ο διάδρομος ήταν στρωμένος με αφρό και κατά μήκος του ήταν παρατεταγμένα πολλά νοσοκομειακά. Άλλο αεροπλάνο δεν φαινόταν, προφανώς μάς είχαν δώσει προτεραιότητα. Μας φάνηκε ότι κατεβαίναμε με μεγάλη ταχύτητα σε σχέση με τις άλλες φορές, μάς χώριζαν λίγα μόλις μέτρα από το έδαφος. Όταν έγινε η επαφή, το αεροπλάνο σταμάτησε κατά θαυμαστό τρόπο σε μόλις 50 μέτρα, χωρίς κανένας μας να κινηθεί από τη θέση του, έστω και κατ' ελάχιστον. Τουρμπίνες δεν είχε, για να τις θέσει σε ανάστροφη λειτουργία, ώστε να φρενάρει, και το φρένο στις ρόδες θα έπρεπε να είναι πολύ απότομο - πράγμα πολύ επικίνδυνο - για να σταματήσουμε μόλις σε 50 μέτρα, και ακόμα και τότε θα έπρεπε λόγω αδράνειας να πεταχτούμε όλοι προς τα μπροστά! (Εδώ φρενάρει κανείς λίγο με το αυτοκίνητο και με μικρές ταχύτητες και το σώμα του πηγαίνει μπροστά). Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν έγινε. Το αεροπλάνο δεν σταμάτησε σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής, αλλά σαν να εναποτέθηκε μαλακά στο έδαφος!
Όλοι αρχίσαμε, γεμάτοι ανακούφιση,τα ευχαριστήρια: «Δόξα Σοι Κύριε», «Σε ευχαριστώ Παναγία μου», «Ας είναι ευλογημένο το Όνομα Σου, Κύριε».
Μόνο τις αεροσυνοδούς είχε πιάσει νευρική κρίση. Για τουλάχιστον πέντε λεπτά η μία άνοιγε ένα γιαούρτι, έτρωγε μία κουταλιά, το πέταγε και έπαιρνε άλλο, η άλλη ανοιγόκλεινε συνεχώς κάποια μεταλλικά συρτάρια, η άλλη έτρεμε και χτυπούσαν τα δόντια της.
Μετά από λίγο αποβιβαστήκαμε και συνοδεία αστυνομικών, ιατρών και νοσοκόμων πήγαμε σε ένα σαλόνι, όπου κάποιους προσπαθούσαν να τους συνεφέρουν και στους υπόλοιπους πρόσφεραν ένα αναψυκτικό. Από την ένταση είχε στεγνώσει το στόμα μας, αλλά ποιος νοιαζόταν;
Ήμασταν ζωντανοί μόνο αυτό μετρούσε! Σε λίγο ήρθε άλλο αεροσκάφος να μάς πάει στην Αθήνα, όπου και φθάσαμε ασφαλώς. Βέβαια μάς περίμεναν δημοσιογράφοι και κάμερες. Ένας φίλος μου τηλεφώνησε με αγωνία να δει εάν είμαι καλά, γιατί είδε ένα trailer στις πρωινές ειδήσεις μεγάλου καναλιού για την πτήση μας, αλλά μετά το θέμα αποσιωπήθηκε επιμελώς.
Από εκείνη τη στιγμή, όλοι μας χάσαμε το ενδιαφέρον μας για τις λεπτομέρειες. Δεν φώναζε κανείς, δεν διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση, για τις βαλίτσες, για τις δημοσίως εξομολογηθείσες βαριές αμαρτίες, για τίποτα. Βαδίζαμε στη γη, αλλά το μυαλό και η καρδιά μας ήταν γεμάτα ευγνωμοσύνη, κατά τη δύναμη του καθενός προσκολλημένα σε Εκείνον που μάς επιβεβαίωσε τόσο περίτρανα και πάλι την αγάπη Του. Ξέραμε ότι ζούσαμε μέσα στην πρόνοια του Θεού και αισθανόμασταν απέραντη χαρά και ανεκλάλητη ευγνωμοσύνη γι αυτό.
Και οι επόμενες ήμερες πέρασαν έτσι. Έβλεπα καθετί ως δημιούργημα του Θεού, το αγαπούσα και το θαύμαζα. Είχα πάψει να θυμώνω και να αναλώνομαι σε δευτερεύοντα πράγματα. Προσπαθούσα να ανταποκριθώ στην Αγάπη του Θεού με επιεική συμπεριφορά, μην κρίνοντας και, οπού μπορούσα, βοηθώντας τους άλλους. Δυστυχώς, μετά από μία περίπου εβδομάδα, ξαναμπήκα στή ρουτίνα τής καθημερινότητας. Ντρέπομαι που το αναφέρω, αλλά δεν κατάφερα να συγκρατήσω μέσα μου εκείνη την πρωτόγνωρη ειρήνη, την προσευχή, την ευγνωμοσύνη, την αγάπη.
Αυτά το πέρα για πέρα πραγματικό γεγονός, με έκανε να βλέπω τα πράγματα λίγο διαφορετικά, να προσπαθώ να βγω από το καβούκι του εγωκεντρισμού μου και της παράλογης λογικής μας, που τα βάζει όλα σε κουτάκια και θέλει να τα εξηγεί με νόμους και κανόνες. Ο φόβος του τέλους επιχαχύνει τη συνειδητοποίηση των λαθών, ωθεί σε συναίσθηση...
Η ευγνωμοσύνη που νοιώθει κανείς την άπειρη αγάπη Του Θεού μαλακώνει την καρδιά του, τόν λιώνει, τόν κάνει να αγαπάει διά του Θεού τους αδελφούς του και τηνν κτίση και παράλληλα φοβάται μήπως με κάποια πράξη του λυπήσει τον Θεό και χάσει αυτό που αρχίζει να γεύεται η καρδιά του και σκιρτά, αυτό που φτιάχτηκε να αναζητά η ψυχή του την διά της αγάπης δωρεάν παρεχόμενης ένωσης της με τόν Θεό.
(Αποφάσισα να γράψω αυτή τη μοναδική για μενα εμπειρία κατά παράκληση ενός αγαπητού αδελφού «προς δόξαν Θεού» και πνευματική τόνωση των αδελφών. Παρακαλώ, συγχωρέστε τον προσωπικό τόνο της διήγησης, αλλά ήθελα να αποδώσω τα γεγονότα και τα συναισθήματα ακριβώς, όπως τα ζήσαμε. Ευχαριστώ για την κατανόηση σας.)
Πηγή: ΕΡΩ
Λείψανα Αγίων τα οποία είναι 1700 ετών, αποδεικνύουν πως η «θρυλική ιστορία» των Χριστιανών μαρτύρων που θάφτηκαν ζωντανοί στην Αρχαία Ρώμη, ήταν αληθινή.
Ειδικοί υποστηρίζουν πως δύο σκελετοί οι οποίοι βρέθηκαν σε κρύπτη ιταλικού καθεδρικού Ναού, είναι Άγιοι ιερομάρτυρες της Αρχαίας Ρώμης.
Οι επιστήμονες υποστηρίζουν πως ανήκουν στον Χρύσανθο και τη Δαρεία, οι οποίοι «κήρυτταν» τον Χριστιανισμό και αυτό τους στοίχησε τη ζωή τους, το 283 μ.Χ.
Ο θρύλος λέει, πως η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, έθαψε ζωντανό το ζευγάρι, επειδή προέτρεπε τους Ρωμαίους να αλλαξοπιστήσουν.
Τα λείψανα διατηρούνται στην κρύπτη του καθεδρικού ναού στο Reggio Emilia, μια πόλη στα βόρεια της Ιταλίας, από τον 10ο αιώνα.
Ο βωμός του ναού ήταν ανέγγιχτος από το 1651, ωστόσο ο ναός το 2008 ανακαινίστηκε. Οι εργαζόμενοι εντόπισαν πάνω από 300 οστά σε σφραγισμένες κρύπτες.
Τα κρανία ήταν συσκευασμένα σε ένα ζευγάρι χρυσών και ασημένιων προτομών, ενώ είχαν μεταφερθεί –σύμφωνα με τις εκτιμήσεις- σε ένα θόλο του καθεδρικού Ναού πριν από 500 χρόνια.
Αμέσως εμπειρογνώμονες, κατέβηκαν στην κρύπτη προκειμένου να χρονολογήσουν τα οστά.
Ο καθηγητής Ezio Fulcheri του Πανεπιστημίου της Γένοβας, οδήγησε την ομάδα του εκεί, προκειμένου να διεξάγουν μια από τις πρώτες έρευνες που έγιναν ποτέ σε Άγια κειμήλια.
Ο καθηγητής είχε τονίσει πως δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος ύπαρξής τους, ωστόσο αποφάνθηκε πως «όλες οι ενδείξεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως πρόκειται για τα οστά του Χρύσανθου και της Δαρείας».
Μάλιστα, πρόσθεσε πως «αυτή ήταν μια σπάνια ευκαιρία να μελετήσουμε τα λείψανα, από ένα μύθο που κρατάει εδώ και 2000 περίπου χρόνια».
Ακόμα, ο Fulcheri εξέφρασε την άποψή του, πως το γεγονός ότι τα λείψανα ήταν καλά προστατευμένα και σχεδόν άθικτα, ήταν σπάνιο φαινόμενο για μάρτυρες εκείνης της εποχής, καταδεικνύει πως οι Ρωμαίοι σεβάστηκαν τους Ιερομάρτυρες.
Από τις έρευνες προέκυψε πως το ζευγάρι είχε ζήσει μια πολύ υγιεινή ζωή, ενώ τα σώματά τους δεν είχαν καταπονηθεί, πριν από το θάνατό τους.
Μάλιστα, η ηλικία του γυναικείου σκελετού, οδήγησε την ομάδα στο συμπέρασμα πως ήταν ακόμα παρθένος, όπως άλλωστε και η Δαρεία.
Ακόμα, οι επιστήμονες διέγνωσαν από τα σημάδια μολύβδου στα οστά, πως το ζευγάρι που βρέθηκε στις κρύπτες, δηλητηριάστηκε.
Επίσης, η πολύ μικρή φθορά στα οστά, καταδεικνύει πως το ζευγάρι δεν είχε κάνει ποτέ μια φυσική εργασία.
Από κάθε φορέα, λήφθηκε ένα ενιαίο πλευρό, όπως και σκόνη από το έδαφος προκειμένου να διαγνωστεί η χρονολογία ύπαρξής τους.
Έτσι, μετά την έρευνα οι ειδικοί αποφάνθηκαν πως αυτό, ζούσε μεταξύ 80 και 340 μ.Χ
Όλα τα χαρακτηριστικά των οστών, ήταν παρόμοια με αυτά των Χριστιανών Αγίων της εποχής.
Οι διατυπώσεις της ομάδας, έχουν γυριστεί σε ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο: «Εξερεύνηση: Τα μυστήρια των δολοφονηθέντων Αγίων».
Το οποίο έχει ήδη αρχίσει να προβάλλεται από το National geographic.
Πηγή: http://www.newsbomb.gr/diethnh/story/46651/brethhkan-ta-osta-twn-agiwn-martyrwn-chrysanthoy-kai-dareias
***
Διαβάστε εδώ το βίο των Αγίων (http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3139&Itemid=29)
(Μία αληθινή ιστορία)
Η ιστορία αυτή περιγράφει τις εμπειρίες δύο μικρών ρωσίδων, της Αλεξάνδρας και της Γκαλίνας, το έτος 1933.
Ήταν η χρονιά του φοβερού τεχνητού λιμού που δημιούργησε ο Στάλιν σ’ όλη τη νότια Ρωσία και ειδικά στην Ουκρανία, με στόχο να σπάση τη σιωπηλή μαζική αντίστασι των πολιτών προς το κομμουνιστικό κόμμα. Σήμερα πια η Γκαλίνα, η νεώτερη από τις δύο, έχει αναχωρήσει για τον καλύτερο κόσμο του Θεού. Η μεγαλύτερη όμως αδελφή της ζει και έχει καταγράψει, με βάσι τις αναμνήσεις της, το εξαιρετικό αυτό δείγμα της Πρόνοιας του Θεού και της θαυματουργού προστασίας της Θεοτόκου.
Σύμφωνα μ’ έναν πρόχειρο υπολογισμό, περίπου 12 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν σ’ αυτόν τον φοβερό λιμό.
****
Φαντασθείτε ένα χωριό με έκτασι επτά τετραγωνικών χιλιομέτρων. Να μην υπάρχη σ’ αυτό ούτε ψυχή. Να μην έχη απομείνει ούτε σκυλί, ούτε γάτα, ούτε πουλί. Μέσα στο 1933 όλα αφανίστηκαν. Τα βόδια ωδηγήθηκαν μακριά και τα σπαρτά καταστράφηκαν. Μερικούς από τους κατοίκους τους κρέμασαν, άλλους τους έκλεισαν στην φυλακή και μερικοί έφυγαν με τη θέλησί τους για να κρυφτούν. Απόμειναν μόνο γέροντες, γυναίκες και παιδιά, των οποίων τα πτώματα ήταν τώρα διασκορπισμένα σ’ όλο το χωριό. Κείτονταν σε καλύβες, σε κήπους, στις εισόδους, στους δρόμους, σε διάφορες γωνίες, σε διαφορετική στάσι ο καθένας, όπου και όπως τον είχε βρει ο θάνατος. Ο λιμός τους θέρισε όλους χωρίς να κάνη διάκρισι. Ανάμεσα στους τελευταίους που εγκατέλειψαν το χωριό ήταν δύο κορίτσια, το ένα έξι και το άλλο εννέα ετών. Το ένα απ’ αυτά γράφει εδώ αυτές τις γραμμές.
Η αδελφή μου κι εγώ φάγαμε τα τελευταία σπυριά σιτάρι που είχε κρύψει η μαμά. Ήταν η τρίτη μέρα που είχα μαγειρέψει τσουκνίδες χωρίς κανένα καρύκευμα ή έστω αλάτι, "φαγητό" που μας προκαλούσε τον εμετό. Τότε ήλθε σε μας ο παππούς ο Πάμφιλος στηριζόμενος στο μπαστούνι του. Όλοι τον ήξεραν. Κάποτε ήταν ο δυνατώτερος άνδρας του χωριού. Τώρα ήταν πρησμένος. Μόλις και μετά βίας κουνούσε τα πόδια του, που είχαν γίνει πια σαν δύο στύλοι και δεν μπορούσαν να λυγίσουν. Έτρεχαν αίμα και πύον. Παρ’ όλα αυτά όμως κατάφερνε να περπατά. Σταμάτησε στο φράκτη και μου έγνεψε. Πήγα κοντά του, κι αυτός λαχανιασμένος μου είπε με πολύ κόπο: «Παιδιά, πρέπει να φύγετε από το χωριό, αλλιώς ή κάποιος θα σας φάη ή θα πεθάνετε σαν τους άλλους. Πρέπει όμως να ζήσετε!». «Να ζήσετε!», επανέλαβε ψιθυριστά.
Ένιωσα ένα δυνατό σφίξιμο στο στήθος και ρώτησα με τρεμάμενη από τα δάκρυα φωνή: «Πού να πάμε παππού; Μήπως αφήσουν ελεύθερη τη μαμά;»
Ο παππούς κούνησε αρνητικά το κεφάλι του: «Όχι, μη περιμένετε τη μαμά. Μη την περιμένετε». Και σώπασε. Τα μάτια του έτρεξαν όχι δάκρυα, αλλά αίμα! Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του άλλη μια φορά κι έβγαλε έναν βαθύ και βαρύ αναστεναγμό, σαν να συγκέντρωνε τις τελευταίες του δυνάμεις για να πη: «Μη περιμένετε. Τραβήξτε προς τα 'κει που ανατέλλει ο ήλιος. Να τρώτε ρίζες, να τρώτε σπόρους από χόρτα, αλλά πρέπει να ζήσετε! Να ζήσετε!»
Είδα τα πόδια του να υποχωρούν και αυτόν να σωριάζεται στο έδαφος μαζί με όλες του τις δυνάμεις. Τα χείλη του εξακολουθούσαν να ψιθυρίζουν κάτι που δεν μπορούσα να ξεδιαλύνω.
Έγινε ησυχία. Ο θάνατος ήταν παρών. Ήταν τρομερό να αφήσουμε τους γνώριμους τόπους. Πού μπορούσαμε να πάμε; Σε ποιον; Όμως ήταν εξίσου τρομερό το να μείνουμε και να πεθάνουμε από την πείνα. Πάντως φαινόταν ευκολώτερο το να πεθάνης με την ελπίδα ότι ίσως η μαμά... Ωστόσο η απειλή ότι θα μπορούσαν κάποιοι να μας φάνε με ανάγκασε να υπακούσω στον παππού.
Πήγα μέσα στην καλύβα. Η Γκαλίνα καθόταν στο πάτωμα στριφογυρνώντας ένα κουτάλι στο χέρι της, σαν να προσπαθούσε να θυμηθή πώς έτρωγε κάποτε μπόρστς (είδος δημοφιλούς ρωσικής σούπας από τεύτλα και λάχανα). Ναι, υπήρχε μπόρστς κάποτε! Ή μήπως όχι; Τώρα πια η καλύβα μας ήταν νεκρή και άδεια. Όλα ήταν σπασμένα και σκορπισμένα. Οι τοίχοι ήταν γυμνοί. ούτε μία εικόνα. όλες τις είχαν κάψει. Κάθε τόσο ο άνεμος περνούσε μέσα από το σπίτι, κάνοντας πότε μια πόρτα και πότε ένα παράθυρο να κλείνουν με βρόντο, σαν να ήθελε να πη ότι ακόμη δεν πέθαναν όλα.
Γονατίσαμε, η αδελφή μου κι εγώ, και προσευχηθήκαμε εμπρός στους γυμνούς τοίχους. Φιλήσαμε το κατώφλι και βγήκαμε έξω από την πόρτα του φράκτη. Προσπεράσαμε τον παππού και βαδίσαμε προς την κατεύθυνσι του ήλιου, όταν ανατέλλη. Αφήσαμε το χωριό με την πίστι και την ελπίδα ότι θα ξαναγυρίζαμε, θα ξαναγυρίσουμε! Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να πάμε εκεί που ανατέλλει ο ήλιος και ίσως η μαμά έλθη εκεί. Μόλις εξετάσουν την υπόθεσι, θα δουν ότι η μαμά είναι αθώα και θα την αφήσουν ελεύθερη... και τότε θα πάμε όλοι μαζί σπίτι.
Καθώς διασχίζαμε το χωριό, δεν συναντήσαμε ούτε ένα ζωντανό άνθρωπο, όμως έμενα μου φαινόταν ότι μας παρακολουθούσαν, και όχι μόνο μας παρακολουθούσαν, αλλά μας κατεδίωκε η σκιά κάποιου φοβερού τέρατος. Ένοιωθα την αναπνοή του στην πλάτη μου. Αισθανόμουν την ανάσα του που έκανε ρίγη να διαπερνούν την ραχοκοκκαλιά μου και φοβόμουνα να κοιτάξω προς τα πίσω. Μου φαινόταν ότι κάποια πελώρια μαύρα νύχια ήταν κρεμασμένα πάνω από το κεφάλι μου, αλλά δεν μπορούσαν να μπηχτούν επάνω μου, μόνο και μόνο επειδή επαναλάμβανα συνεχώς το «Πάτερ ημών». Άκουγα πίσω μου ένα τραχύ υπόκωφο γέλιο, που σε λίγο μετατράπηκε σε τρίξιμο δοντιών, ακριβώς μέσα στ’ αυτί μου. Δεν το άντεχα. Σκέφθηκα ότι σίγουρα και η αδελφή μου θα το άκουγε και την ρώτησα: «Γκαλίνα, δεν φοβάσαι;» Η Γκαλίνα σταμάτησε, με κοίταξε με έκπληξι και είπε: «Από τί; Δεν θυμάσαι πώς έλεγε η μαμά, όταν μας έβαζε στο κρεββάτι: "Να σας φυλάνε οι άγιοι Άγγελοι, ο Κύριος να είναι μαζί σας"; Τί να φοβηθώ όταν ο Θεός είναι πάντοτε μαζί μας;»
Πράγματι, αυτό ήταν σωστό. Θυμάμαι πώς η μαμά μου έλεγε: «Να προσεύχεσαι, μικρό μου κοριτσάκι, να λες το "Πάτερ ημών" και τίποτε κακό δεν θα σου συμβή». Έτσι άρχισα να προσεύχομαι. Με την προσευχή ξέχασα τη λύπη μου. Η προσευχή έδιωξε τον φόβο. Η προσευχή καταπράυνε την πείνα μου.
Είχαμε ήδη αφήσει αρκετά πίσω μας το χωριό, ενώ ο δρόμος ξετυλιγόταν μακρύς μπροστά μας. Πεινασμένες και αδύναμες αρχίσαμε να κουραζόμαστε. Κάθε βήμα μας γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Τότε ξαφνικά είδαμε κάποιον σε απόστασι. Φαινόταν να είναι μισοξαπλωμένος, μισοκαθιστός. Όμως δεν φοβηθήκαμε, γιατί ήταν μαζί μας ο Θεός, και προχωρήσαμε. Όταν πλησιάσαμε στην ανθρώπινη μορφή, είδαμε μια νεκρή γυναίκα πρησμένη ίσα με το μέγεθος ενός βαρελιού. Την προσπεράσαμε βιαστικά και σε απόστασι περίπου πέντε βημάτων βρήκαμε ένα σακούλι και ένα παγούρι με νερό. Με την ελπίδα ότι θα έβρισκα κάτι να φάμε άνοιξα το σακούλι. Μέσα υπήρχε ένα κανάτι και μέσα στο κανάτι ένα κουτί σπίρτα και — τί σπουδαία τύχη! — μερικά κρεμμύδια κι ένα κομμάτι μακούχα (είδος σκληρού ρωσικού χαλβά από αλεσμένο και συμπιεσμένο ηλιόσπορο) τυλιγμένο μέσα σ’ ένα κομμάτι πανί. Επίσης υπήρχε μέσα ένα σακουλάκι δεμένο και τυλιγμένο ρολό. Ήταν φτιαγμένο από μαύρο βελούδο και κεντημένο τόσο όμορφα που αιχμαλώτιζε το βλέμμα. Ήταν ακριβώς σαν εκείνο που κρατούσε πάνω της η γιαγιά μου και που πάντα είχε μέσα καραμέλες για μένα. Είχα σχεδόν την αίσθησι ότι κι αυτό μύριζε καραμέλες, όμως δεν υπήρχαν καραμέλες εδώ παρά μόνο μια αρκετά μεγάλη ποσότητα χοντρού αλατιού. Βάλαμε από ένα σπυρί στο στόμα μας. Το αλάτι έλιωσε και μας κέντρισε την όρεξι. Η αδελφή μου κι’ εγώ αρχίσαμε να τρώμε τα κρεμμύδια χωρίς καν να τα καθαρίσουμε, αρκεί νάχουμε κάτι να γεμίσουμε τα στομάχια μας. Έπειτα αρχίσαμε να ροκανίζουμε το μακούχα. Όλα ήταν απίστευτα γευστικά: το μακούχα, τα κρεμμύδια, ακόμη και το αλάτι. Έτσι ακόμη και το ψωμί δεν φαινόταν απαραίτητο. Αφού στυλωθήκαμε, έδεσα το σακουλάκι, βάζοντας μέσα τα σπίρτα μη τυχόν χρειαστούν, το έρριξα στον ώμο μου, σήκωσα το παγούρι και συνεχίσαμε το δρόμο μας.
Το χωριό μας είχε χαθή από ώρα. Μπροστά μας, και όσο έβλεπε το μάτι, απλωνόταν επίπεδη η στέππα και δεν είχαμε κουράγιο να προχωρήσουμε περισσότερο. Ήπιαμε μια γεμάτη γουλιά νερό η καθεμία και ξαπλώσαμε να κοιμηθούμε.
Πόσες φορές μας σκέπασε η νύχτα και μας ξύπνησε η αυγή μέσα στην στέππα δεν ξέρω. Αλλά μία φορά, λίγο πριν από την αυγή, ξύπνησα και είδα το περίγραμμα ενός πελώριου βουνού να διαγράφεται απ’ τις ακτίνες του ήλιου, που ανέτελλε θεόρατος πίσω του. Φαινόταν ότι έπρεπε απλώς να περάσουμε το βουνό και αμέσως θα βρισκόμασταν εκεί που ανέτελλε ο ήλιος. Ξύπνησα την αδελφή μου και αποφάσισα ν’ αφήσουμε τον δημόσιο και να κόψουμε κατ’ ευθείαν απέναντι, συντομεύοντας έτσι τον δρόμο μας. Αλλά όσο πιο γρήγορα προσπαθούσαμε να φτάσουμε στο βουνό, τόσο γρηγορώτερα χάναμε και τις δυνάμεις μας. Μόλις κατά το βραδάκι καταφέραμε να φτάσουμε στους πρόποδές του. Τώρα το μόνο που απέμενε ήταν να περάσουμε το βουνό και 'κει, απ' την άλλη μεριά, θα βρίσκαμε τα πάντα. Εκεί θα υπήρχαν ζωντανοί και υγιείς άνθρωποι, εκεί υπήρχε χαρά και αγαλλίασις, και εκεί είναι που... ανατέλλει ο ήλιος. Όμως — το πιο σημαντικό απ’ όλα! — εκεί θα βρισκόταν η μαμά. Η μαμά πιθανώτατα είχε κατορθώσει να αποδράση και ο παππούς δεν ήθελε να μας το πη, για να μην την προδώση. Είμαστε μικρές και δεν πρέπει να τα ξέρουμε όλα. Μπορεί να μας ξεφύγη κάτι και τότε όλα πάνε χαμένα. Ναι, ναι, η μαμά είναι εκεί! Η ελπίδα μας έδινε φτερά. Στους πρόποδες του βουνού βρήκαμε κάτι γλυκειές άσπρες ρίζες, που στη γεύσι έμοιαζαν με γογγύλια. Φάγαμε τις ρίζες, ήπιαμε και το νερό που μας απέμεινε στο παγούρι και από την μεγάλη εξάντλησι μας πήρε ο ύπνος.
Με το πρώτο φως της ημέρας αρχίσαμε ν’ ανεβαίνουμε στο βουνό. Όσο πιο ψηλά ανεβαίναμε, τόσο πιο μακρυά έδειχνε να είναι ο ήλιος. Σκαρφαλώσαμε στο βουνό με απίστευτο κόπο. Είχαμε αναρριχηθή περίπου τα τρία τέταρτα, αλλά είχε πολύ δρόμο ακόμη. Εξαντλημένες από την πείνα και τη δίψα σταματήσαμε, ανίκανες να σύρουμε τα πόδια μας. Ο ήλιος είχε ανεβεί ψηλά στον ουρανό και μας έκαιγε. Θέλαμε να πιούμε. Ο ιδρώτας έσταζε πάνω μας, τα χείλη μας είχαν ξεραθή και υπήρχε μια πικρή γεύσι στο στόμα μας. Έπεσα στο έδαφος και άρχισα να προσεύχωμαι. Από κάπου σηκώθηκε ένας αέρας και εμφανίστηκαν μαύρα σύννεφα. Η βροχή έπεφτε πάνω μας. Κοντά μας υπήρχε ένας βράχος που σχημάτιζε κάτι σαν στόμιο, από όπου έτρεχε το νερό τον κατήφορο. Έβαλα γρήγορα το παγούρι στην κατάλληλη θέσι και σε λίγο γέμισε. Ήπιαμε και αμέσως τονωθήκαμε και αναπνεύσαμε πιο ελεύθερα. Η βροχή αναζωογόνησε τη γη, μας έδωσε να πιούμε, ανανέωσε τις δυνάμεις μας και μετά απομακρύνθηκε, καθώς εμείς αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε και πάλι.
Επί τέλους φτάσαμε στην κορυφή του βουνού και είδαμε με φρίκη ότι αντί για σπίτια και ζωντανούς ανθρώπους, μέσα στη βαθειά, χρυσαφιά κοιλάδα, όπου είχε κοιμηθή ο ήλιος και από όπου είχε ανατείλει, δεν υπήρχε τίποτα παρά νεκρή, ατέλειωτη στέππα. Αποσβολωμένες στεκόμασταν στην κορυφή του βουνού μόνες και έρημες. Άρχισα να απελπίζωμαι. Για ένα λεπτό μόνο, το παραδέχομαι, μου ήρθε η σκέψι ότι ο διάβολος μας εξαπατούσε, γι’ αυτό και βλέπαμε μόνο στέππα. Γονάτισα πάλι και άρχισα να προσεύχωμαι. Προσευχήθηκα πολύ. Προσευχήθηκα για τον παππού τον Πάμφιλο, προσευχήθηκα και για όλους όσους μας είχαν βλάψει. ακόμη και για εκείνους που πήραν μακρυά τον πατέρα και την μητέρα μας. Προσευχήθηκα για όλους και παρεκάλεσα τον Θεό να μας ανοίξη τα μάτια και να μας δείξη πού να πάμε.
Μα όταν σηκώθηκα όρθια η εξάχρονη αδελφή μου είχε χαθή. Μια τρομαγμένη φωνή ξεχύθηκε από το παιδικό μου στήθος μέσα στη στέππα και ο αντίλαλος χάθηκε στο βάθος. Θεέ μου, πού βρίσκεται; «Γκα-λί-νααα! Γκα-λί-νααα!» φώναξα. Όμως καμμία απάντησι πουθενά. Κοίταξα κατά μήκος της βουνοπλαγιάς, εντείνοντας το βλέμμα μου και κοιτώντας προς τα κάτω, όμως πουθενά δεν είδα κάποιο σημάδι να κινήται. Είχα μείνει εντελώς μόνη. Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά μου και η καρδιά μου με πονούσε τόσο πολύ, που μετά δυσκολίας ανέπνεα. Συνέχισα να περπατώ σφίγγοντας το παγούρι στο στήθος μου και, σηκώνοντας το κεφάλι μου στον ουρανό, προσευχήθηκα: «Κύριε, συγχώρεσέ με την μικρούλα. Μη με αφήνης σ’ αυτόν τον φοβερό τόπο. Πάρε με, Κύριε, πάρε με! Ξέρω ότι Εσύ βοηθάς όλους τους ανθρώπους. Πιστεύω ότι δεν θα μ’ εγκαταλείψης. Μόνο, άκουσέ με, Κύριε, και πάρε με», φώναξα. Θυμάμαι μόνο ότι η γη κουνήθηκε κάτω από τα πόδια μου και μετά δεν θυμάμαι τίποτε.
Όταν συνήλθα και άνοιξα τα μάτια μου, είδα ένα βουνό μπροστά μου, τόσο απίστευτα ψηλό, που έμοιαζε να φτάνη στον ουρανό. Ήμουνα ξαπλωμένη πάνω σε κάτι μαλακό και πολύ αναπαυτικό. «Πού βρίσκομαι;» αναρωτήθηκα, καθώς έρριχνα τη ματιά μου προς τη μεριά του βουνού. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι πρωτύτερα ήμουνα πάνω σ’ αυτή τη κορυφή, γιατί φαινόταν αδύνατο να φθάση κανείς εκεί. Από την άλλη πλευρά το βουνό ήταν ομαλό, από εδώ όμως ήταν απόκρημνο και γι’ αυτό φαινόταν ακόμη πιο ψηλό. Το βουνό χωριζόταν από μια φαρδιά άσπρη λωρίδα, σαν φαλακρό σημάδι. Όταν ήμουν πολύ μικρή, συνήθιζαν να λένε στο χωριό: «Η μάγισσα ζει κάτω από το φαλακρό βουνό». Θα μπορούσε άραγε να είναι εδώ; Σκέφτηκα ότι η Γκαλίνα θα έλεγε: «Και ποιο το φοβερό; Ο Θεός είναι μαζί μας». Και έκανα το σημείο του σταυρού.
«Ξύπνια είσαι;» είπε η Γκαλίνα. Πετάχθηκα όρθια και φώναξα: «Γκαλίνα! Γκαλινούλα! Πού ήσουν;» Η Γκαλίνα έμεινε σιωπηλή.
«Φώναξα και ξαναφώναξα. Γιατί δεν απάντησες;» Η Γκαλίνα μασουλούσε ήσυχα μία μαύρη ρίζα και το ίδιο ήσυχα απάντησε: «Εγώ; Να.. εδώ ήμουν ».
«Πώς εδώ;»
«Να, εδώ: εκεί πάνω», είπε γνέφοντας με το κεφάλι της προς το βουνό. «Ναι», ξαναέγνεψε η Γκαλίνα καταφατικά και συνέχισε να μασουλάη τη ρίζα της.
«Ωραία! Τότε πώς κατέβηκες εδώ;» «Δεν κατέβηκα, μ’ έφερε ένας άγγελος».
«Τί εννοείς, "σ’ έφερε ένας άγγελος";»
«Πολύ απλά, με πήρε και μ’ έφερε», απάντησε η Γκαλίνα απρόθυμα.
«Για όνομα του Θεού, σε παρακαλώ, πες μου ξεκάθαρα πώς έγινε!»
«Τί εννοείς, "πώς έγινε";» επανέλαβε η Γκαλίνα. «Απλούστατα ο Θεός είδε ότι τα πόδια μου πονούσαν και δεν μπορούσα να προχωρήσω άλλο. Έτσι έστειλε έναν άγγελο να με κατεβάση. Αυτό είν’ όλο».
Δεν μπορούσα ούτε να το καταλάβω ούτε και να το φανταστώ και κοίταζα σαστισμένη την αδελφή μου. Η Γκαλίνα κούνησε το κεφάλι και η έκφρασί της έμοιαζε να λέη: «Πώς γίνεται να είσαι μεγάλη και να μη μπορής να καταλάβης;» Αναστέναξε και είπε: «Πώς να στο πω; Όταν γονάτισες στο βουνό και άρχισες να προσεύχεσαι, σήκωσα κι εγώ τα μάτια μου στον ουρανό και θέλησα να κάνω τον σταυρό μου. Ξαφνικά είδα έναν άγγελο στον ουρανό. Έλαμπε ολόκληρος. Αχ, καλέ, πώς να στο εξηγήσω; Σαν νάταν ένας άλλος ήλιος κρυμμένος από πίσω του και τον έκανε να λάμπη. Δεν έκανα καν τον σταυρό μου. Ήθελα μόνο να τον βλέπω να κατεβαίνη. Ερχόταν κατ’ ευθείαν σε μένα. όλο και πιο κοντά και πολύ ήσυχα. Όταν πια βρισκόταν πολύ κοντά, θέλησα να σου πω: "Σάσα, κοίταξε!" Όμως δεν πρόλαβα. Ο άγγελος χτύπησε δυνατά τις φτερούγες του, με άρπαξε και μ’ έφερε κατ’ ευθείαν εδώ κάτω. Πέταξα. Αυτό είν’ όλο. Σε φώναξα από κάτω, αλλά φαίνεται πως δεν μ’ άκουσες. Σκέφτηκα ότι ο άγγελος θα σ’ έφερνε και σένα εδώ και γι’ αυτό πήγα να μαζέψω μερικές ρίζες. Ορίστε!» Πήρα τις ρίζες και η Γκαλίνα συνέχισε: «Ξέρεις πως όλη την ώρα πεινάω. Ψάχνω για ρίζες, χόρτα και σπόρους και πάλι δεν χορταίνω. Γι’ αυτό, όταν ο άγγελος κολύμπησε μακρυά, αποφάσισα να μην περιμένω μέχρι να σε φέρη και σένα και πήγα να βρω μόνη μου κάτι για να φάμε».
«Είπες ότι ο άγγελος "κολύμπησε" μακρυά;»
«Ναι, κολύμπησε μακρυά».
«Πώς κολύμπησε μακρυά;»
«Να εσύ πάλι με το "πώς" σου», είπε η Γκαλίνα στενοχωρημένη. Βάλθηκε να σκέφτεται, προσπαθώντας να βρη τρόπο να μου δώση να το καταλάβω. «Θυμάσαι», μου είπε, «τότε που ήμουνα μικρή — πάει πάρα πολύς καιρός από τότε — θυμάσαι που πήγαμε με την μητέρα στο ποτάμι να ποτίσουμε τα λάχανα; Θυμάσαι;»
«Ναι, θυμάμαι».
«Ωραία! Θυμάσαι πώς όλες οι αγελάδες πήγαιναν στο σπίτι και καθώς πήγαιναν μούγκριζαν κι εμείς περιμέναμε να δούμε την αγελάδα μας τη Μάνια; Θυμάσαι; Και μακρυά, πολύ μακρυά, απ’ την άλλη μεριά του ποταμού, ο ήλιος βασίλευε κιόλας κόκκινος και το ποτάμι έλαμπε όλο και περισσότερο και μέσα σ’ αυτό κολυμπούσε μοναχή της μια χήνα; Θυμάσαι;»
«Θυμάμαι».
«Ε, έτσι κολύμπησε κι ο άγγελος μακρυά!»
Έκανα τον σταυρό μου. «Γκαλινούλα, τί μου λες; Δεν υπάρχει κανένα ποτάμι εδώ. Σε παρακαλώ, μη λες τέτοια πράγματα. Είναι αμαρτία. Δεν μπορείς να παρομοιάζης έναν άγγελο με μία χήνα. Είναι αμαρτία!»
Η Γκαλίνα σταμάτησε να τρώη τη ρίζα της και με ατένισε έκπληκτη, χωρίς να πη λέξι. Τελικά ξέσπασε μέσα σε δάκρυα: «Σάσα, δεν είπα εγώ ότι είσαι χαζή, χαζή, χαζή! Όχι, ποτέ δεν θα το πω, ότι είσαι χαζή! Θέλω μόνο να καταλάβης ότι ο Θεός δεν χρειάζεται ποτάμι. Ο Θεός κολυμπάει στον αέρα, κολυμπάει στον ουρανό, κολυμπάει παντού! Τον είδα πώς κολύμπησε ως πάνω στο βουνό για να σε φέρη, και πήγα να βρω κάτι για να φάμε, και μετά δεν είδα πώς σε κατέβασε. Όταν σε είδα, κοιμόσουν και γι’ αυτό κάθησα κάτω κοντά σου και περίμενα να ξυπνήσης».
Βρισκόμασταν καθισμένες σε ένα μικρό κοίλωμα. Φαίνεται ότι οι άνεμοι με τα χρόνια είχαν σωριάσει εδώ φύλλα και ξερά χόρτα. Ήταν μαλακά και άνετα. Υπήρχαν μάλιστα και μερικά χορτάρια και χαμόκλαδα, που φύτρωναν εδωπέρα. Με φόντο τον ουρανό και μέσα στη μέση της στέππας αυτή η πράσινη νησίδα έμοιαζε ζεστή και άνετη. Υπήρχε μάλιστα κι ένας κορυδαλλός, που πετούσε από πάνω και κελαηδούσε εύθυμα, χαρούμενος που βρήκαμε η μία την άλλη. «Δόξα σοι, Κύριε! Δόξα σοι, Κύριε!» σκεπτόμουν καθώς μασούσα μία ρίζα. Η Γκαλίνα είχε πει ότι ξύπνησα, εγώ όμως δεν θυμάμαι να είχα κοιμηθή. Τί μού συνέβη; Πώς βρέθηκα κάτω; Θυμάμαι μόνο που η γη άρχισε να κουνιέται κάτω από τα πόδια μου. Αλλά μετά; Αν είχα πέσει από τέτοιο ύψος σίγουρα θα είχα σκοτωθή. Ίσως και να μ’ έφερε ένας άγγελος, όπως την Γκαλίνα. Όμως εγώ δεν τον είχα δει. Από τί θαύμα βρέθηκα εδώ κάτω, δεν ξέρω. Ένα πράγμα μόνο ήταν σίγουρο, το ότι βρήκα την αδελφή μου. Δόξα σοι, Κύριε! Άλλη μία φορά που βρίσκομαι σώα και ακέραια . Έστω κι αν είμαστε χωρίς σπίτι και τροφή, όμως μας μένει η ελπίδα πως ίσως βρούμε και τους συγγενείς μας — ίσως έτσι, το ίδιο αναπάντεχα.
Οι ψυχές μας ήταν ανάλαφρες και χαρούμενες. Αλλά, όπως πάντοτε συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η χαρά να μη μένη ασυννέφιαστη ως το τέλος, ένα ίχνος λύπης εσκίασε κάπως τη χαρά μου. Ανακάλυψα ότι είχα χάσει το παγούρι μου και δεν είχαμε ούτε μια σταγόνα νερό. Αυτές οι γλυκόριζες μας προκαλούσαν δίψα και γι’ αυτό ήθελα να προχωρήσουμε, αλλά η Γκαλίνα με ικέτευσε: «Σάσα, σε παρακαλώ, ας μείνουμε εδώ γι’ απόψε. Είναι τόσο ωραία! Τα σκιουράκια φωνάζουν το ένα στο άλλο. Ακούς τα πουλιά που είναι ζωντανά και κελαηδούνε; Τα σπουργίτια ούτε που μας φοβούνται. Κοίταξε, δεν υπάρχει τίποτε μπροστά μας, μόνο στέππες και στέππες. Ενώ εδώ είναι τόσο μαλακά για να κοιμηθούμε και...»
Η Γκαλίνα δεν τελείωσε την κουβέντα της. Έριξε το βλέμμα της προς το μέρος της βουνοπλαγιάς. Κι εγώ λυπόμουν να αφήσω τη μικρή αυτή πράσινη νησίδα και γι’ αυτό συμφώνησα.
«Μόνο να μαζέψουμε μερικές ρίζες για το δρόμο, ώστε μόλις σηκωθούμε το πρωί, να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε αμέσως χωρίς καθυστέρησι».
«Κοίτα!» είπε χαρούμενη η Γκαλίνα. «Κοίτα, ένα πουλί πέταξε μέσα στους βράχους!».
«Και τί μ’ αυτό; Ακόμη και να το πιάσουμε, δεν μπορούμε να το φάμε».
«Ουφ!» κούνησε το χέρι της κι έτρεξε γρήγορα, κι εγώ ξοπίσω της. Δεν βρήκαμε πουλιά, αλλά αυγά — και με τί ευκολία. «Κοίτα», είπε η Γκαλίνα και μούβαλε στο χέρι ένα γκρίζο διάστικτο αυγό. Το κοίταξα στον ήλιο: Ήταν φρέσκο.
«Φάτο».
«Όχι», είπε η Γκαλίνα, «αργότερα. Ας τα μαζέψουμε. Έχει πάρα πολλά εδώ, και εκεί έχει κι άλλη φωλιά».
Κοίταξα πάλι το αυγό στον ήλιο: Ήταν γόνιμο και γι’ αυτό το έβαλα πίσω στη θέσι του. Ποτέ κανείς δεν είχε πειράξει τα πουλιά και σίγουρα δεν είχαν καταλάβει ότι κάποιος τα λήστευε. Γρήγορα και εύκολα μαζέψαμε κάμποσα αυγά. Η Γκαλίνα κρατούσε την άκρη του φορέματός της κι εγώ τα έβαζα μέσα.
«Τί καλά να μπορούσαμε να τα τηγανίσουμε!»
«Να δούμε τί άλλο θα σκεφτής!» είπε η Γκαλίνα σαν να την είχα προσβάλει. «Μήπως θάθελες νά τρωγες σε τραπέζι και να έχης και την μαμά να σου δίνη ένα κομμάτι ψωμί να φας με τ’ αυγά;»
Ένοιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος και δεν κατάλαβα γιατί πειράχτηκε. Η Γκαλίνα κάθησε στο έδαφος και άνοιξε προσεκτικά το φουστάνι της.
«Φοβάμαι ότι θα τα σπάσω», είπε. «Ας φάμε».
Κάθησα δίπλα της και αρχίσαμε να σπάζουμε τα αυγά, να τα αλατίζουμε και να τα τρώμε. Αφού τα φάγαμε και αφήσαμε ένα σωρό από τσόφλια, πήγαμε στους θάμνους να ψάξουμε για βατόμουρα. Αφού χορτάσαμε και με τους μαύρους γλυκόξυνους καρπούς, φάγαμε τις ρίζες που είχαν απομείνει. Είχαμε καιρό να φάμε τόσο ωραία και χορταστικά. Ο ήλιος ήταν ήδη κάπου πίσω από το βουνό. Τα σκιουράκια είχαν σωπάσει και τα πουλιά επίσης. Καθήσαμε κάτω κουρασμένες και χορτάτες, χωρίς να έχουμε καμμιά διάθεση να ψάξουμε για ρίζες για την επομένη.
Μολονότι οι νύχτες ήταν ζεστές, προς το ξημέρωμα έκανε πάντα ψύχρα και έτσι ξαπλώσαμε η μία κοντά στην άλλη και κοιμηθήκαμε. Είχαμε έναν μακρύ και γαλήνιο ύπνο και, όταν ξυπνήσαμε, ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά και έκαιγε. Τί να κάναμε; Να μέναμε εκεί μέχρι την επομένη ή να συνεχίζαμε; Η πικρή πείρα μας είχε διδάξει πόσο φοβερό είναι το να μην έχης νερό. Βέβαια υπήρχαν βατόμουρα εδώ, αλλά με τη ζέστη θέλεις και να πιης. Επίσης η πορεία στο άγνωστο μας προκαλούσε φόβο, αλλά ίσως τότε να βρίσκαμε κάτι στον δρόμο. Δεν υπήρχε πολύ περιθώριο για να σκεφτώμαστε. Ο ήλιος ανέβαινε ψηλότερα και έκαιγε και γι’ αυτό έπρεπε να αποφασίσουμε.
«Έλα Γκαλίνα να μαζέψουμε μερικά ακόμη βατόμουρα και μετά να συνεχίσουμε το δρόμο μας». Η Γκαλίνα έπεσε σε σιωπή και άρχισε να μαζεύη. Εγώ έκοψα ένα μεγάλο φύλλο από γαϊδουράγκαθο, έχυσα μέσα σ’ αυτό το αλάτι από την τσέπη μου, το δίπλωσα προσεκτικά και το έδεσα με χόρτο. Μετά άρχισα να μαζεύω βατόμουρα που τα έβαζα στην τσέπη μου. Ήθελα να μαζέψω όσο πιο πολλά μπορούσα, αλλά ο ήλιος έκαιγε και είπα: «Αρκετά Γκαλίνα! Να πηγαίνουμε!» Έβαλε τα βατόμουρά της στην τσέπη μου. Έβαλα το αλάτι πάνω σ’ αυτά, κάναμε τον σταυρό μας και ξεκινήσαμε ήσυχα με γενική κατεύθυνσι την ανατολή του ηλίου.
Στο δρόμο βρήκαμε κι άλλες γλυκόριζες και χαρήκαμε. Η Γκαλίνα τις μάζεψε για να τις πάρουμε μαζί μας. Περπατήσαμε πολύ. Η μικρή μας νησίδα είχε ήδη χαθή και μπροστά μας απλωνόταν ατέλειωτη η στέππα.
«Ας ξεκουραστούμε λίγο», είπε η Γκαλίνα.
Κοιτάξαμε τριγύρω: Δεν υπήρχε τρόπος να κρυφτούμε από τον ήλιο. Καθήσαμε εκεί ακριβώς που στεκόμασταν και αρχίσαμε να τρώμε τα βατόμουρα, που με το αλάτι είχαν μετατραπή σε μια μαύρη ζεστή μάζα. Θέλαμε να φάμε, θέλαμε να πιούμε, θέλαμε να δροσίση ο καιρός. Όμως ο ήλιος έκαιγε πολύ. Σηκωθήκαμε πάλι και συνεχίσαμε την πορεία. Πέταξα τα βατόμουρα απ’ την τσέπη μου, γιατί είχαν ανακατευτή με το αλάτι και δεν μπορούσαμε να τα φάμε. Η Γκαλίνα είχε αφήσει τις ρίζες εκεί που είχαμε καθήσει. Στο χέρι της είχε μείνει μόνο το κουτί με τα σπίρτα και τώρα ήθελε να το πετάξη κι αυτό, αλλά για κάποιο λόγο το πήρα και το έβαλα πάλι στη τσέπη μου.
«Και τί τα θέλεις τα σπίρτα;» είπε η Γκαλίνα. «Θα χαλάσουν έτσι κι αλλιώς μέσα στη μουσκεμένη τσέπη».
«Αλήθεια, τί τα θέλω;» σκέφθηκα. Όμως το να απλώσω το χέρι μου και να πετάξω το κουτί, μου ερχότανε δύσκολο. Συνεχίσαμε να περπατούμε ήσυχα και με πολύ έντονη την επιθυμία να ξεδιψάσουμε. Ο αέρας ήταν τόσο ζεστός, που μας δυσκόλευε την αναπνοή. Η ζεστή γη έκαιγε τα πόδια μας. Περπατούσα και προσευχόμουν: «Κύριε, ελέησέ μας! Σκέπασε τον ήλιο Σου με ένα μόνο σύννεφο και επίτρεψέ μας να ξεκουραστούμε! Μη μας αφήνης, Κύριε, μη μας αφήνης!» Δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε, αλλά από την πολλή κούρασι και αδυναμία σερνόμασταν μέσα στη στέππα. Χορτάρια και ξεροί βλαστοί ορθώνονταν μπροστά μας, σαν από σκοπού, πιάνοντάς μας απ’ τα πόδια και σκαλώνοντας στα φουστάνια μας, για να μας συγκρατήσουν ή να μας εμποδίσουν. Πέφταμε και σηκωνόμασταν πάλι και συνεχίζαμε να περπατούμε. Ούτε σπίτι, ούτε δένδρο, ούτε σκιά, ούτε κανένα ζωντανό πλάσμα φαινόταν πουθενά. Παντού τριγύρω ο καυτός ουρανός, ο ήλιος και η ατέλειωτη στέππα. Σκέφτηκα ότι θα αφανιζόμασταν, όχι από την πείνα, αλλά από την δίψα. Και ξαφνικά, μπροστά στα μάτια μας — σαν να είχε ξεφυτρώσει μέσα από το έδαφος — είδαμε μια θημωνιά. Και εκεί πιο πίσω κυλούσε ένα αστραφτερό ποτάμι, θυμάμαι ότι σκέφθηκα γεμάτη αγαλλίασι: «Τώρα πια θα έχουμε κάμποσο νερό για καιρό». Στον δρόμο για το ποτάμι βρήκαμε ένα τηγάνι. Αυτό σήμαινε ότι κάποιος είχε περάσει από εδώ και το έχασε, ακριβώς όπως είχαμε χάσει κι εμείς το παγούρι. Το τηγάνι δεν ήταν και τόσο κατάλληλο γι’ αυτή τη δουλειά, πάντως όμως ήταν καλύτερο απ’ τα χέρια μας, στο να αντλήσουμε νερό. Ένιωθα λύπη για το παγούρι που είχαμε χάσει.
Μολονότι ήπιαμε νερό και δροσιστήκαμε, νιώθαμε ωστόσο και να πεινάμε. Πλησιάζοντας μια θημωνιά, βρήκαμε ολόγυρα ποντικοφωλιές και κάτω από τον σωρό, τα άχυρα ήταν παραμερισμένα και ξεχωρισμένα, σαν να είχε κοιμηθή εκεί κάποιος. Πλησιάζοντας είδαμε ότι πράγματι κάποιος είχε κοιμηθή εκεί και τα είχε αφήσει τακτοποιημένα. Αρχίσαμε να λεηλατούμε τις ποντικοφωλιές μαζεύοντας τους σπόρους που είχαν αποθηκεύσει τα ποντίκια για τον χειμώνα. Μ’ αυτούς κάναμε ένα κάσα (μπληγούρι από βρώμη ή κριθάρι), που ήταν το πιο νόστιμο κάσα που έχω φάει ποτέ.
Μετά το φαγητό ξαπλώσαμε κάτω από την θημωνιά. Τώρα ούτε ο ήλιος, ούτε η βροχή μπορούσαν να μας πειράξουν. Κάναμε μέρος για να ξαπλώσουμε και μας πήρε ο ύπνος. Όμως ένα ελαφρό αεράκι έφερε μια σπίθα από την υπαίθρια φωτιά μας στη θημωνιά κι ο αχυροσωρός πήρε φωτιά στο λεπτό. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή άκουσα μια γυναικεία φωνή: «Παιδιά, ξυπνήστε!» Ξύπνησα και είδα ότι στην είσοδο του καταφυγίου μας στεκόταν μια γυναίκα. Είχε κάτι το ασυνήθιστο και μας χαιρετούσε με τα χέρια ανοικτά. Από τα δυο της χέρια το ένδυμά της έπεφτε μέχρι το έδαφος. Γύρισα ανάσκελα, έβαλα το χέρι μου πίσω από το κεφάλι μου και την κοίταζα. Η φωτιά κτυπούσε πάνω της όπως πάνω σ’ έναν τοίχο. Δεν χόρταινα να την κοιτάζω. Οι φλόγες ξεπηδούσαν από πίσω της και οι κόκκινες γλώσσες της φωτιάς έγλειφαν τις άκρες του φορέματός της, όμως αυτό δεν έπιανε φωτιά. Έβλεπα πώς συγκρατούσε τις φλόγες κι έκανε ένα πέρασμα για μας μέσα από τον αχυροσωρό που καιγόταν. Έβλεπα πως αν έκανε έστω και μισό βήμα πίσω, η φωτιά θα εισέβαλε μέσα και θα καιγόμασταν. «Δόξα τω Θεώ! Όνειρο είναι»! σκέφθηκα και σταυροκοπήθηκα. Τότε η γυναίκα ήλθε πιο κοντά μου και είπε: «Παιδιά, να φοβάστε τη φωτιά και το νερό!» Μ’ έπιασε από το χέρι και πετάχτηκα έξω.
Ο καπνός μ’ έτσουζε στα μάτια. Έβηχα. Ήταν δύσκολο ν’ αναπνεύσω. Άκουγα τα μαλλιά μου να τσουρουφλίζονται και αισθανόμουν τη φωτιά να γλύφη το πρόσωπό μου.
«Γκαλίνα!» φώναξα και, συνειδητοποιώντας επιτέλους ότι δεν πρόκειται για όνειρο, τράβηξα την αδελφή μου. Αισθανόμουν ότι η γυναίκα δεν μου κρατούσε μόνο το χέρι, αλλά και στεκόταν πίσω μου κρατώντας μακριά τη φωτιά! «Γρήγορα, γρήγορα!» φώναξα της αδελφής μου και καθώς την τράβηξα έξω, ένιωσα το χέρι της γυναίκας να ξεγλιστράη απ’ το δικό μου... Έφευγε.
«Περίμενε!» φώναξα, χωρίς να κοιτάξω πίσω. «Περίμενε θείτσα!».
Έσφιξα το χέρι της μέσα στο δικό μου και κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να το κρατήσω. Έσφιξα πιο δυνατά. Ήθελα να την κρατήσω, όμως αισθανόμουν το χέρι της να γλιστράη μέσα από το δικό μου. Όταν πια είχα τραβήξει την αδελφή μου έξω από τις φλόγες, ένιωσα ότι ακριβώς εκείνη την στιγμή τα χέρια της άφησαν εντελώς το δικό μου. Έσφιγγα τον αέρα. Γύρισα και κοίταξα. Τα χέρια μου απόμειναν μετέωρα στο κενό και δεν υπήρχε κανένας. Δεν μπορούσα να το πιστέψω.
«Θείτσα! θείτσα!» φώναξα, αλλά κανείς δεν μου απάντησε. Μόνο ο αέρας σφύριξε και σκόρπισε τη φωτιά και τον καπνό μέσα στη στέππα.
Για πόσο καιρό περπάτησα με τσουρουφλισμένο το κεφάλι, δεν θυμάμαι. Είναι τώρα σαράντα χρόνια από τότε που έγιναν όλα αυτά και ζω ακόμη. Ζω και πιστεύω ότι ο Θεός "κολυμπάει στον αέρα". ότι η Βασίλισσα των Ουρανών περπατάει πάνω στη γη. Πιστεύω ότι υπάρχει ένας άλλος ήλιος, τον οποίο δεν βλέπουμε, αλλά είναι αιώνιος!
Αυτός μας φωτίζει!
Αλεξάνδρα Κόρνιεβα
ΠΗΓΗ: “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ” 1989
www.impantokratoros.gr