Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Στο Αγιολόγιο ο Όσιος Νικηφόρος ο Λεπρός

Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατέταξε μεταξύ των Αγίων τον Όσιο Νικηφόρο τον Λεπρό (εκοιμήθη το 1964).
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμο Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι, καστανοχώρι στα δυτικά του Νομού με υγιεινό κλίμα, με όμορφα δάση, πλούσια νερά, φαράγγια και σπήλαια.
Το χωριό αυτό έχει μια ιδιομορφία που δεν την συναντούμε συχνά: είναι χωρισμένο σε ένδεκα γειτονιές, οι οποίες πήραν και το όνομα τους από τις οικογένειες που πρωτοκατοίκησαν εκεί.
Έτσι ο Άγιος μας γεννήθηκε στην γειτονιά των Κωστογιάννηδων.
Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό.
Έτσι, σε ηλικία 13 ετών, έφυγε από το σπίτι του. Ο παππούς του που είχε αναλάβει να τον μεγαλώσει τον πήγε στα Χανιά να εργαστεί εκεί σ’ ένα κουρείο για να μάθει την δουλειά.
Τότε εμφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τους λεπρούς τους απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό.
Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγει τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο.
Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ’ ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο.
Γι’ αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος.
Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 σε ηλικία 24 ετών.
Στο λεπροκομείο της Χίου, που ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Άγιου Λαζάρου, όπου φυλάσσονταν η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής.
Σ’ αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο.
Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο.
Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσονταν και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947).
Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραψε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Άγιου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζόμενων).
Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Άγιου Άνθιμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο οποίος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ’ αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου».
Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού.
Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φως του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τους Αποστόλους από στήθους.
Το 1957 έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου και τους εναπομείναντες ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τους έστειλαν στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών.
Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.
Εκεί, στον αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος, ο οποίος είχε κι αυτός προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν, αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως.
Απεφάσισε όμως να μείνει όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη.
Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο, στον οποίο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα.
Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μοναχού Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Παραθέτομε μερικές μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν:
«Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν γόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία». «Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων.
Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελαχίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα. Παρ’ όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, διηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος.»
«Το πρόσωπο του, που ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο που έλεγε: Ας είναι δοξασμένο το άγιο Όνομα Του».
Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964, κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν.
Ο πατήρ Ευμένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου.
Λαμπρό παράδειγμα και πρότυπο για όλους μας ο βίος του Οσίου Νικηφόρου, ήταν ευάρεστος στο Θεό διότι υπέμεινε πολλά.
Για το λόγο αυτό και έχουμε πολλές μαρτυρίες: ότι ο Άγιος μας είχε δεχθεί από το Πανάγιο Πνεύμα το χάρισμα της διορατικότητας καθώς και πλήθος άλλων χαρισμάτων.
Χρειάζεται επίσης να σημειώσομε ότι πλείστα είναι τα θαύματα που είναι καταγραμμένα καθώς μέχρι και σήμερα ο άγιος δίδει απλόχερα βοήθεια σε όποιον έχει ανάγκη.
Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα πολλά θαυμαστά που δεν θα έχουν έρθει στην επιφάνεια.
* Ο βίος είναι από την ιστοσελίδα της Ι.Μ. Κισάμου και Σελίνου

www.romfea.gr

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Ο αγώνας και η δικαίωση της γερόντισσας Μακαρίας Άγνωστες πτυχές από τη θαυμαστή διαδικασία αγιοκατάταξης του Οσίου Εφραίμ

Τα θαύματα που έχει κάνει τα τελευταία χρόνια τον έκαναν γνωστό όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στα πέρατα της οικουμένης. Η άμεση ανταπόκριση στα αιτήματα των χριστιανών συνέβαλε έτσι ώστε χιλιάδες πιστοί σ' όλο τον κόσμο να τον επικαλούνται και να τον ευλαβούνται καθημερινά. Εξ' αυτού όχι μόνο δικαιωματικά κατέστη ένθερμος φίλος κάθε χριστιανού αλλά επιπλέον η αγάπη του χριστεπώνυμου ποιμνίου μετέτρεψε τον οίκο του, δηλαδή την Ιερά Μονή όπου φυλάσσονται τα λείψανά του σε ένα από τα μεγαλύτερα σύγχρονα προσκυνήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος.
Ποιός άλλωστε επισκέφθηκε το σπίτι του και δεν έφυγε γεμάτος δώρα και ευεργεσίες; Ποιός δεν ακούμπησε τη θλίψη του και δεν πότισε με τα δάκρυα της προσευχής του τα χαριτόβρυτα λείψανα και δεν έγινε μέτοχος ουράνιας χαράς; Ποιός δεν του ψιθύρισε το πρόβλημά του και δεν έλαβε άμεση λύση; Ποιός δεν εναπόθεσε στο νεομάρτυρα Άγιο Εφραίμ της Νέας Μάκρης τον πόνο του και δεν βρήκε γιατρειά;
Δεν υπάρχει πιστός χριστιανός που να μην έχει να διηγηθεί μία θαυμαστή ιστορία της ζωής του που είχε πρωταγωνιστή τον άγιο του τριαδικού και μόνου αληθινού Θεού Εφραίμ. Άλλωστε δεν είναι τυχαίος ο χρόνος που ο Κύριος επέλεξε για να παρουσιάσει στον κόσμο τον οσιομάρτυρά του και μέσω αυτού όχι μόνο να τον τιμήσει έπειτα από έξι σχεδόν αιώνες αλλά επιπλέον να του προσφέρει ως πολύτιμο δώρο τη θαυματουργία. Δια του τρόπου αυτού και μέσω του πιστού τέκνου του Εφραίμ των εξ Τρικάλων ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός στηρίζει σε καιρούς δύσκολους, σε καιρούς χαλεπούς όπου το πλοίο της χριστιανοσύνης δέχεται κλυδωνισμούς και βάλλεται από μεγάλα κύματα αμφισβήτησης τους πιστούς που χτίζουν τη ζωή τους και εργάζονται όπως οι μέλισσες σύμφωνα με τις εντολές και τις διδαχές του ουράνιου Θεού και βασιλιά τους!
Ο Άγιος Εφραίμ, το πολύτιμο αυτό σκεύος εκλογής του Κυρίου μας, ο υψηλόσωμος νεαρός καλόγερος που μαρτύρησε για τον γλυκύτατο Χριστό όχι μόνο αποκαλύφθηκε με θαυμαστό τρόπο στην αείμνηστη γερόντισσα Μακαρία, που διακρινόταν για την ανιδιοτελή αγάπη της και την ζέουσα αγνή πίστη της στο Θεό αλλά συνεχίζει με τον ίδιο ακριβώς θαυμαστό τρόπο να διδάσκει τις καταπονημένες ψυχές.
Η έκδοση της Πατριαρχικής Πράξης αναγνώρισης του Αγίου Εφραίμ μας παρακινεί να παρουσιάσουμε ορισμένες άγνωστες πτυχές μίας θαυμαστής πραγματικά διαδικασίας που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1998 και ολοκληρώθηκε με τον επίσημο εορτασμό του αγίου στις 5 Μαΐου του 2011!
Μια άγνωστη ιστορία
Λίγες ημέρες μετά την πρωτοχρονιά και πριν την δεσποτική εορτή των Φώτων μαζί με τη σύζυγό μου επισκεφθήκαμε την Ιερά Μονή Ευαγγελισμού και Αγίου Εφραίμ στη Νέα Μάκρη. Με τον συγκεκριμένο άγιο είχα -ιδιαίτερα εκείνο το διάστημα- αναπτύξει πολλούς δεσμούς... Κατά την ολιγόωρη λοιπόν παραμονή μας στο μοναστήρι ζητήσαμε να λάβουμε ως αντίδωρο στις αποσκευές μας και την ευχή της αείμνηστης γερόντισσας και ηγουμένης Μακαρίας, η οποία αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα υγείας.
Εκείνη μας δέχθηκε παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Μάλιστα μόλις εισήλθαμε στο ταπεινό και λιτό κελί το πρόσωπο της έλαμψε. Μας καλωσόρισε με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο ενώ μας έδωσε την εντύπωση πως μας περίμενε. Ασπαστήκαμε τεμάχιο ιερού λειψάνου και εκείνη, αφού μας σταύρωσε έγνεψε να καθίσουμε. Μας συνόδευε τότε η δόκιμη μοναχή Ρεβέκκα, νυν μοναχή της Μονής Μακαρία.
Η γερόντισσα άρχισε να μας εξιστορεί τα θαυμαστά βιώματα της και τον αποκαλυπτικό τρόπο εμφάνισης του Αγίου Εφραίμ. Παντελώς άπειρος όμως τότε στην πνευματική ζωή δεν μπορούσα να εξηγήσω τα δάκρυα χαράς που έτρεχαν από τα μάτια της καθώς αναφερόταν στα άγνωσταστούς πολλούς βιώματα που αποκόμισε από τη στενή σχέση και φιλία που είχε αναπτύξει με τον ουράνιο τακτικό επισκέπτη της οσιομάρτυρα Εφραίμ. Κάποια στιγμή στράφηκε προς το μέρος μου και άρχισε με το ιερό λείψανο που κρατούσε να με σταυρώνει συνεχώς. Προς στιγμή ένιωσα εκτός από έκπληκτος και μία μικρή αμηχανία αλλά γρήγορα ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα εσωτερικής αγαλλίασης δημιούργησε μία άγνωστη μέχρι τότε ατμόσφαιρα. Ένιωσα μία έντονη ευωδία να πλημμυρίζει το κελί, γεγονός που όπως έμαθα πολύ αργότερα μαρτυρούσε ουράνια επίσκεψη.
Η γερόντισσα με κοιτούσε με τη διεισδυτική ματιά της. Είχα την εντύπωση πως έβλεπε μέσα στην ψυχή μου και ένιωσα το δέος που αισθάνεται κάποιος κατά τη διάρκεια της θείας εξομολόγησης. Μου έπιασε το χέρι και είπε ψιθυριστά : "Ο άγιος θέλει να αναλάβεις τη διαδικασία αναγνώρισής του από την Ιερά Σύνοδο". "Μα, δε γνωρίζω..." απάντησα μηχανικά.
Η γερόντισσα Μακαρία με διέκοψε και είπε: "Εκείνος θα σε κατευθύνει και θα σε βοηθήσει". Ο λόγος της δεν άφηνε κανένα περιθώριο επιλογής. Έτσι έγνεψα το κεφάλι μου καταφατικά.
Το όλο εγχείρημα ωστόσο έμοιαζε τότε ακατόρθωτο. Με δεδομένη μάλιστα τη σκληρότητα του τότε Ιεράρχη έναντι της Μονής πίστευα πως δεν θα καταφέρουμε τίποτε και πως μάταια θα προβούμε σε οποιαδήποτε ενέργεια τούτη.
Η γερόντισσα έδωσε εντολή να μου δώσουν όλες τις εκδόσεις με την ιστορία και τα θαύματα του αγίου Εφραίμ. Δεν σας κρύβω πως έφυγα από το μοναστήρι βαθιά συλλογισμένος. Αναρωτιόμουν τι έπρεπε να κάνω. Πως είναι δυνατόν η Ιερά Σύνοδος να δεχθεί να συζητήσει το όλο θέμα εν αγνοία της Ιεράς Μητροπόλεως; Πως θα αντιδράσει ο μητροπολίτης; Τέτοιου είδους ερωτήματα στριφογύριζαν στο νου μου αναζητώντας κάποιες λογικές απαντήσεις.
Μετά λίγες ημέρες μία γενική συζήτηση που είχα με τον τότε αρχιγραμματέα νυν Μητροπολίτη Διδυμοτείχου Δαμασκηνό περί της διαδικασίας που ακολουθείται στις περιπτώσεις αγιοποίησης, με απογοήτευσε ακόμη περισσότερο.
-Μόνο μέσω Μητροπόλεων εισάγεται ο φάκελος... μου είπε!
Παρ' όλες τις δυσκολίες μία δύναμη με έσπρωχνε να μελετώ τα βιβλία που μου είχε δώσει η γερόντισσα. Οι μαρτυρίες και τα θαύματα του οσιομάρτυρα με είχαν συγκλονίσει. Τηλεφώνησα στον Μητροπολίτη Φθιώτιδος Νικόλαο, ο οποίος είχε εκδώσει βιβλίο για τον Άγιο Εφραίμ και του μίλησα για το όλο εγχείρημα.
Με παρότρυνε να κάνω την προσπάθεια έστω και αν οι ελπίδες να ασχοληθεί η Ιερά Σύνοδος θα είναι μηδαμινές. Συνέταξα λοιπόν μία εισηγητική έκθεση και έφτιαξα 13 ογκώδεις φακέλους με όλα τα στοιχεία και τις αποδείξεις που είχα συλλέξει. Κατόπιν προς το τέλος Φεβρουαρίου του 1998 επισκέφθηκα τα γραφεία της Ιεράς Συνόδου και αφού πήρα άδεια από τον τότε αρχιγραμματέα τοποθέτησα τους φακέλους στις θυρίδες των τότε μελών της Ιεράς Συνόδου.
Ευλογημένη συνάντηση
Έξω άπό το γραφείο του αρχιγραμματέα συνάντησα τον αείμνηστο Μητροπολίτη Ύδρας Ιερόθεο και του είπα πως είχα κάποιο φάκελο να του δώσω που αφορούσε τον Άγιο Εφραίμ. Έτρεξα και τον πήρα από τη θυρίδα του και τον έδωσα προσωπικά. Του εξήγησα τι ακριβώς εμπεριέχει και εκείνος με ρώτησε αν μπορώ να μεταβώ στο σπίτι του το απόγευμα να συζητήσουμε εκτενέστερα για το θέμα αυτό.
"Θα του ρίξω μία ματιά και το απόγευμα έλα να μιλήσουμέ", μου είπε.
Η όλη στάση με γέμισε με νέες ελπίδες κάτι που μου θύμισε τα λόγια της γερόντισσας. Έτσι το απόγευμα βρέθηκα στο σπίτι του Μητροπολίτη Ύδρας Ιεροθέου. Έμενε κάπου στο Κολωνάκι, αν θυμάμαι καλά. Μου άνοιξε η αδελφή του και μου είπε να περιμένω γιατί είχε μία συνεργασία με κάποιο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής. Αποχώρησε λίγα λεπτά μετά ο καθηγητής και ο μακαριστός Ιεράρχης μου έγνεψε να πλησιάσω. Πήρα την ευχή του και κάθισα δίπλα στο τραπέζι πίνοντας το αναψυκτικό που μου πρόσφερε η αδελφή του.
"Ξεφύλλισα το φάκελο που ετοίμασες. Δεν νομίζω πως απουσιάζει τίποτε. Είναι πλήρης. Αποφάσισα μάλιστα να προχωρήσω την όλη διαδικασία στην επόμενη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου", είπε χαρακτηριστικά.
Δεν πίστευα στην κυριολεξία τα αυτιά μου αυτά που άκουγα. Γι' αυτό και δεν μπόρεσα να αρθρώσω λέξη, ούτε τόλμησα να πω οτιδήποτε. Προτίμησα τη σιωπή. Ψέλλισα μόνο "ευχαριστώ πολύ".
Ήθελα να μοιραστώ την χαρά μου, η οποία με έκανε να χοροπηδώ στο δρόμο. Τι θαύμα Θεέ μου, μονολογούσα ενώ δάκρυα χαράς έτρεχαν στο πρόσωπό μου. Ήταν αργά όμως και δεν τηλεφώνησα στη γερόντισσα. Την επόμενη ωστόσο έκανα ολόκληρη την αδελφότητα κοινωνούς του θαύματος.
Λίγες ημέρες αργότερα το θέμα της αγιοποίησης του Αγίου Εφραίμ αναγράφηκε μετά την πρόταση του μακαριστού Μητροπολίτη στην ημερήσια διάταξη για να συζητηθεί στην τακτική σύγκληση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου στις 2 Απριλίου 1998!
Εν τω μεταξύ τα προβλήματα στις σχέσεις Ιεράς Μονής και Μητροπόλεως είχαν πάρει μεγάλη έκταση και απασχολούσαν τον τύπο... Εξ αυτού φοβόμουν πως το όλο θέμα δεν θα είχε αίσια κατάληξη. Ο φόβος μου ενισχύθηκε όταν ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ εισήλθε στο Λαϊκό νοσοκομείο και η συνεδρίαση της ΔΙΣ αναβλήθηκε. Κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ζήτησε να με δει. Οι μητροπολίτες Μαραθώνος Μελίτων και Ιωαννίνων Θεόκλητος με οδήγησαν κοντά του. Ένιωσα πως κάτι ήθελε να μου πει αλλά η εμφανής κόπωση λόγω της ασθένειας και πιθανόν η παρουσία και άλλων προσώπων στο δωμάτιο τον εμπόδισαν. Πήρα μόνο την ευχή του και αφού μου χαμογέλασε έφυγα.
Νέα δεδομένα
Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ λίγες ημέρες μετά κοιμήθηκε και πίστεψα πως η προσπάθεια αγιοποίησης απέτυχε. Νόμιζα πως έπρεπε πάλι εξ αρχής να γίνουν οι διαδικασίες. Οι εκλογές που ακολούθησαν ανέδειξαν ως Αρχιεπίσκοπο Αθηνών τον από Δημητριάδος Χριστόδουλο. Κατά την πρώτη συνεδρίαση της ΔΙΣ υπό την προεδρία του που έγινε τον Μάϊο συζητήθηκαν θέματα που περιλαμβάνονταν στην ημερήσια διάταξη της αναβληθείσας συνεδρίασης του Απριλίου, μεταξύ αυτών και η αγιοκατάταξη του Οσίου Εφραίμ. Το θέμα ύστερα από την πρόταση του Μητροπολίτη Ύδρας Ιεροθέου εισηγήθηκε ο μακαριστός Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος. Ομοφώνως η ΔΙΣ αποδέχθηκε την εισήγηση και αποφάσισε να στείλει το σχετικό φάκελο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο προκειμένου να εκδοθεί η ανάλογη πατριαρχική πράξη.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο τότε εκπρόσωπος τύπου της ΔΙΣ μακαριστός Μητροπολίτης Σερρών Μάξιμος έκρινε πως το θέμα αυτό δεν ενδιάφερε τους δημοσιογράφους. Και γι' αυτό λόγω της πρωτοβουλίας μου το ανακοίνωσε προσωπικά μόνο σε μένα λέγοντάς μου:
-Πέρασε και ένα δικό σου θέμα σήμερα Διονύση. Νόμιζα πως αστειευόταν και απάντησα χαριτολογώντας.
-Τι θέμα; Μήπως αποφασίσατε να με εκλέξετε δεσπότη;
- Όχι, ομόφωνα αποφασίσαμε την αγιοκατάταξη του Οσίου Εφραίμ βάσει του φακέλου που είχες υποβάλει.
- Και γιατί τότε δεν το ανακοινώσατε επισήμως; ρώτησα.
-Μα αυτό το θέμα σε αφορά προσωπικά. Οι εφημερίδες δεν ασχολούνται μ' αυτά.
Ήθελα μία δεύτερη επιβεβαίωση και έτρεξα στο γραφείο του αρχιγραμματέα. Εκείνος μου είπε και τις λεπτομέρειες περί του εισηγητή Ιεράρχη που ανωτέρω ανέφερα.
Κατέβηκα τότε περιχαρής δύο -δύο τα σκαλιά και βγήκα τρέχοντας στο προαύλιο χώρο της Μονής Πετράκη. Πήρα αμέσως το μοναστήρι χωρίς να σκεφτώ πως ήταν η ώρα 3 το μεσημέρι. Η γερόντισσα πρόταξε μετά τη χαρμόσυνη είδηση να χτυπήσουν οι καμπάνες του μοναστηριού για το μεγάλο αυτό θαύμα.
Η πληροφορία αγιοκατάταξης και μάλιστα εν αγνοία του έκανε τον τότε μητροπολίτη Αττικής ακόμη σκληρότερο στις σχέσεις του με την Ιερά Μονή και την αδελφότητα. Οι δοκιμασίες συνεχίστηκαν αφού το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν προχωρούσε στην έκδοση πατριαρχικής πράξης πριν λυθούν τα προβλήματα που είχαν ανακύψει. Πέρασαν από τότε δώδεκα χρόνια με το ζήτημα να εκκρεμεί. Εν τω μεταξύ οι δύο ανώτατοι ρασοφόροι που επισήμως εναντιώθηκαν στην αγιοκατάταξη του οσίου απομακρύνθηκαν κακήν -κακώς από τις θέσεις τους... Η εκκλησιαστική ηρεμία επανήλθε με την εκλογή νέου Ιεράρχη του Μητροπολίτη Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού Κυρίλλου. Από τα πρώτα του έργα ήταν και αυτό της ολοκλήρωσης της διαδικασίας αγιοκατάταξης του Οσίου με την έκδοση της Πατριαρχικής Πράξης στις 2 Μαρτίου 2011.
Έτσι στις 5 Μαΐου 2011 έγινε με τον πλέον επίσημο τρόπο ο εορτασμός της μνήμης του κλείνοντας έναν ολάκερο κύκλο που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1998 και έληξε στις 2 Μαρτίου 2011. Κύκλος μεστός θαυμαστών γεγονότων που είχαμε υποχρέωση να καταγράψουμε προκειμένου να σας καταστήσουμε κοινωνούς της χαράς μας αλλά και επιπλέον να ικετεύσουμε να μνημονεύετε στις προσευχές σας τους αείμνηστους Ιεράρχες εκείνους όπως Ύδρας Ιερόθεο και Πατρών Νικόδημο που συμμετείχαν ουσιαστικά στην όλη διαδικασία.
Ο έσχατος δούλος Κυρίου
Διονύσης Μακρής



www.orthodoxia.gr

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Η Ιερά Σύνοδος ζητά από το Πατριάρχειο την αγιοποίηση του Οσίου Εφραίμ της Νέας Μάκρης.


Την αναγνώριση του Οσίου Εφραίμ και την ένταξη του στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας ζητεί με επιστολή της η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απο τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο.

Εξήντα χρόνια μετά την ανεύρεση των λειψάνων του Οσίου, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην επιστολή που απευθύνει - όπως απαιτείται - προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ως μόνο αρμόδιο να προωθήσει το σχετικό αίτημα, σημειώνει:

«Κατόπιν του (...) εγγράφου του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού κ. Κυρίλλου, αιτείται και συνηγορεί όπως διενεργηθώσι τα δέοντα κατά την εκκλησιαστικήν τάξιν δια την αναγραφήν εν ταις Αγιολογικαις Δέλτοις της Μητρός Εκκλησίας του εν Οσιότητι βιώσαντος και εν έτει 1436 εν τω Ορει των Αμώμων "Πεντελικώ" Αττικής μαρτυρήσαντος Εφραίμ του νέου, άτε πανθολογουμένης της αγιότητος και της ορθοδόξου βιοτής αυτού υπό του Χριστεπωνύμου πήρώματος της Ιεράς Μητροπόλεως Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού, απεφάσισεν ίνα υποβάλη τη Υμετέρα Γεραρά Παναγιότητι τον συνημμένον φάκελον και παρακαλέση, όπως, κατά τα θέσμια της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, εκδοθή Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις καταχωρίσεως του προμνημονευθέντος Οσιομάρτυρος Εφραιμ του νέου εν ταις Αγιολογικαίς Δέλτοις της Εκκλησίας, καθορισθή δε εν ταύτω και η ακριβής ημερομηνία της ετησίας μνήμης αυτού τη 5η Μαίου εκάστου έτους, ημέρας αθλήσεως αυτού, τη δε 3η Ιανουαρίου εορτάζηται η εύρεσις των ιερών λειψάνων αυτού(...)».

Αξίζει να σημειωθεί οτι πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια του κ. Ιερωνύμου - απο την ημέρα εκλογής του στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο πριν απο τρία χρόνια - να αναγνωρίσει και να εντάξει ένα πρόσωπο στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Η έκθεση που στάλθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να υποστηρίξει το αίτημα αγιοποίησής του επικαλείται την αποδοχή που βρίσκει μεταξύ των πιστών ο Οσίος Εφραίμ. Οπως σημειώνεται χαρακτηριστικά «η προσέλευσης των προσκυνητών είναι αθρόα, σχεδόν καθημερινώς κατά δε τας Κυριακάς και εορτάς κατακλύζεται η Ι. Μονή υπό προσκυνητών εξ όλης της Ελλάδος (...). Η τιμή προς τον όσιον Εφραίμ τον Νέον είναι σαφώς διαδεδομένη ανά την Ελλάδα και το εξωτερικόν. (...) Υπάρχουν Ναοί προς τιμή του Αγίου», ακόμη και στη Σητεία και την Τήνο.

«Οι εικόνες του οσίου προσκυνώνται σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο», αναφέρεται μεταξύ άλλων στην έκθεση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Προσπάθειες για την ένταξη του Οσίου Εφραίμ είχαν καταβληθεί και κατά της διάρκεια της Αρχιεπισκοπίας του μακαριστού Χριστοδούλου με την προτροπή και του τότε Μητροπολίτη Αττικής κ. Παντελεήμονος Μπεζενίτη, ο οποίος σε επιστολή του το 1997 τόνιζε οτι «κατά την τάξιν και την παράδοσιν, της Ορθοδόξου Εκκλησίας τους Αγίους ανακηρύσσει και καθιερώνει η συνείδησις του εκκλησιαστικού πληρώματος, η δε διοικητική Αρχή της Εκκλησίας επικυρώνει απλώς την πίστιν του ευσεβούς λαού και η απόφασις αυτής έχει διαπιστωτικόν χαρακτήρα».

Μάλιστα ο κ. Παντελεήμων αναφερόταν στα θαύματα του Οσίου αλλά και στους χιλιάδες προσκυνητές που κατακλύζουν κάθε χρόνο το Μοναστήρι.

Ένα χρόνο αργότερα και ενώ η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος είχε ζητήσει και πάλι απο το Οικουμενικό Πατριαρχείο την ένταξη του Οσίου στο Αγιολόγιο το θέμα «πάγωσε» καθώς ξέσπασε μεγάλη σύγκρουση μεταξύ του Μητροπολίτη Αττικής και του Μοναστηριού.

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Επιφυλακτική η Ρωσική Εκκλησία για την αγιοποίηση του Ευγενίου Ροντιόνωφ


Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει αμφιβολίες ως προς το ενδεχόμενο της αγιοποίησης του στρατιώτη Ευγένιου Ροντιόνωφ, ο οποίος θανατώθηκε δια αποκεφαλισμού από τους Τσετσένους αντάρτες, διότι αρνήθηκε να βγάλει τον επιστήθιο σταυρό και να ασπαστεί το Ισλάμ.

«Δεν υπάρχει καμία τεκμηριωμένη πληροφορία μέχρι σήμερα, για τις συνθήκες του θανάτου του Ευγενίου. Όλες οι διηγήσεις και όλες οι αναφορές που έχουμε που κάποιες είναι αναλυτικές, είναι μόνο αντιλήψεις και διηγήσεις κάποιων ανθρώπων πάνω στο εν λόγω θέμα», τόνισε μεταξύ άλλων ο γραμματέας της Συνοδικής Επιτροπής σχετικά με την αγιοποίηση πρωθιερέας Μάξιμος Μαξίμοφ.

Για την αγιοποίηση σύμφωνα με τον π. Μάξιμο "πρέπει να υπάρχουν υπεύθυνοι και έγκυροι μάρτυρες για τον θάνατο του Ευγενίου, όμως όλοι αυτοί σκοτώθηκαν".

Επίσης, ο π. Μάξιμος υπογράμμισε, ότι "ένας μόνο μάρτυρας υπάρχει εν ζωή για να μιλήσει για το θάνατο του στρατιώτη, και αυτός ο μάρτυρας είναι η μητέρα του η οποία μάλιστα δεν ήταν παρούσα στο θάνατο του Ευγενίου, έτσι μπορεί να ονομαστεί μάρτυρας μόνο με συμβατική έννοια και υπό όρους"

«Όπως εσείς σήμερα με ρωτάτε, με τον ίδιο τρόπο ρώτησα και εγώ την μητέρα του στρατιώτη ως εξής: Πως γνωρίζετε ότι ο γιός σας πέθανε με τον τρόπο αυτό;», πρόσθεσε ο π. Μάξιμος.

Εν συνεχεία τόνισε: «Η μητέρα του τότε μου απάντησε, ότι αυτό είναι μια τυπολογική κατάσταση με όλους τους Ρώσους στρατιώτες που συνελήφθηκαν και θανατώθηκαν.»

«Η Εκκλησία όμως δεν μπορεί να στηρίζεται σε τυπολογικές μαρτυρίες, αλλά σε ουσιαστικές», πρόσθεσε ο γραμματέας της συνοδικής επιτροπής.

Σύμφωνα με τον ίδιο, με τον τρόπο αυτό μπορεί να τεθεί το ερώτημα για την ανακήρυξη χιλιάδων στρατιωτών που σκοτώθηκαν στην Τσετσενία.

«Και γιατί όχι, αν πρόκειται για μια ερώτηση τυπολογική, η προσπαθείτε να με πείσετε ότι όλοι οι στρατιώτες είναι χριστιανοί και γνωρίζουν γιατί πεθαίνουν;», ανέφερε ο π. Μάξιμος.

O Ευγένιος Ροντιόνωφ ήταν στρατιώτης στον πρώτο πόλεμο της Τσετσενίας επί Γέλτσιν.

Συνελήφθη από τσετσένους αντάρτες, και αποκεφαλίστηκε όταν αρνήθηκε να γίνει μουσουλμάνος και να πολεμήσει εναντίον της Ρωσίας, όπως είπε ο ίδιος ο δήμιος στη μητέρα του.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην επέτειο από τις εκατό ημέρες από την αιχμαλωσίας του Ευγένιου Ροντιόνωφ, στην γενέτειρα του την Πένζα μια εικόνα μυρόβλησε.

Στην Ρωσία πάντως ήδη έχουν δημοσιευθεί βιβλία για την ζωή και το μαρτύριο του, με την ευλογία τού μακαριστού Πατριάρχου Μόσχας και Πασών των Ρωσιών Αλεξίου Β.



www.romfea.gr

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Νεομάρτυρες, ἀνανέωση χάριτος σέ καιρούς χαλεπούς.



Στρατῆς Δημήτριος (Πρεσβύτερος, Διδάκτωρ Θεολογίας).





(Γ΄Κυριακή Ματθαίου- Ἑορτή ὅλων τῶν Νεομαρτύρων)


Οἱ νεομάρτυρες ἀποτελοῦν, κυρίως, ἕνα φαινόμενο τῶν χρόνων τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας, ἄν καί ἔχει προταθεῖ ὅτι σ’ αὐτούς ἐντάσσονται καί ὅσοι ἐκβιάσθηκαν νά ἐξωμόσουν καί ὑποστηρίξουν τήν πίστη τους μέ ἀποτέλεσμα τό μαρτύριο, ἤδη ἀπό τόν ἕβδομο αἰώνα, ὅταν ἀρχίζει ἡ ἐξάπλωση τοῦ Ἰσλάμ. Σίγουρα τό φαινόμενο δέν σταματᾶ μέ τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἀλλά συνεχίζεται, ἀφοῦ τμήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἔμειναν ὑπό ὀθωμανική κυριαρχία καί μετά τήν ἵδρυση τοῦ πρώτου ἑλληνικοῦ κράτους, ὡς τήν μικρασιατική καταστροφή τοῦ 1922. Ἡ ἐμφάνιση ὅμως τοῦ μεγαλύτερου ἀριθμοῦ νεομαρτύρων ἐντοπίζεται μεταξύ τῶν μέσων του 15ου καί τῶν μέσων του 19ου αἰώνα.

Θά πρέπει νά διακριθοῦν οἱ νεομάρτυρες ἀπό τούς ἐθνομάρτυρες τῆς ἴδιας περιόδου, ἀφοῦ, γιά νά θεμελιωθεῖ τό στοιχεῖο τοῦ μαρτυρίου, χρειάζεται ἡ ρητή ὁμολογία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ἡ θυσία τῆς ζωῆς γι’ αὐτόν καί μόνο τόν λόγο. Τό στοιχεῖο αὐτό διαχωρίζει τούς νεομάρτυρες ἀπ’ ὅσους κατά τόπους ἀγωνίστηκαν γιά τήν ἐπιβίωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀποτρέποντας παράλληλα καί τόν καταδικασμένο ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (1872) «Ἐθνοφυλετισμό», τήν ταύτιση δηλαδή Ἐκκλησίας καί Ἔθνους. Ἄλλωστε, ὑπάρχουν νεομάρτυρες πού ἦταν ὑπήκοοι τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας ἀλλά ὄχι Ἕλληνες, ὅπως ὁ Παῦλος ὁ Ρῶσος, ὁ Κωνστάντιος ὁ Ρῶσος καί ὁ Κωνσταντῖνος ὁ ἐξ Ἀγαρηνῶν, μία ἀπό τίς περιπτώσεις ἐκχριστιανισμένων πρώην μουσουλμάνων νεομαρτύρων.


Ἁγιότητα – Ἁγιοποιήσεις

Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ἁγιότητά τους ἀναγνωριζόταν ἀπό τό δοῦλον Γένος ἀμέσως μετά τό μαρτύριο. Τιμοῦνταν μέ ἄκρα εὐλάβεια τά λείψανά τους.

Λατρεύονταν ὡς Ἅγιοι μέ εἰδική μάλιστα ἐξόδιο ἀκολουθία (ἀκολουθία ἐπικήδειος εἴτε ἐπιτάφιος, ἀνώνυμος καί κοινή εἰς πάντα νέον μάρτυρα), ποίημα τοῦ ἁγίου Νικηφόρου τοῦ Χίου. Ἐπίσημες πράξεις ἁγιοποιήσεως συνήθως δέν ὑφίστανται, μέ ἐξαίρεση ἴσως τόν ἅγιο Γεώργιο τῶν Ἰωαννίνων, καί λόγω τῆς δυσχεροῦς θέσης τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ ἐξωμοσία ἀπό τό Ἰσλάμ τιμωροῦνταν ὡς ἔγκλημα τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἀλλά καί ἐξαιτίας τοῦ ὅτι τό αἷμα πού χυνόταν στό ὄνομα τῆς πίστης τοῦ Χριστοῦ τους θεωροῦνταν, σύμφωνα μέ πάγια χριστιανική πρακτική, ἁγιοποιητικό λουτρό, πού ἐξασφάλιζε αὐτομάτως στόν μάρτυρα τόν στέφανο τῆς ἁγιότητας. Γιά ὁρισμένους ἀπ’ αὐτούς, ὡστόσο, ἐκδόθηκαν σέ νεότερη ἐποχή, κυρίως στό δεύτερο μισό τοῦ 20ου αἰώνα, πράξεις ἁγιοποιήσεως, μᾶλλον ὡς ἀνταπόκριση τῆς Μ. Ἐκκλησίας σέ ἀντίστοιχα τοπικά αἰτήματα, ἀφοῦ ἡ νεοελληνική λατρεία τῶν νεομαρτύρων παρουσιάζει ἔντονο τοπικό χρῶμα.


«Νέφος» Νεομαρτύρων

Ὁ ἀριθμός τῶν νεομαρτύρων δέν ἔχει ἐπακριβῶς ὑπολογισθεῖ, ἀφοῦ συνεχῶς ἔρχονται στό φῶς νέα συναξαριακά κείμενα καί ἀκολουθίες γι’ αὐτούς, σέ κώδικες μονῶν καί κέντρων τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐνδεικτικά πάντως μπορεῖ νά ἀναφερθεῖ ὅτι ὁ Καισάριος Δαπόντες (1714-1784) τούς ὑπολογίζει πάνω ἀπό χίλιους, ὁ Κ. Σάθας παρέχει κατάλογο ἑκατόν ἑνός. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης βιογραφεῖ στό Νέο Μαρτυρολόγιο του ὀγδόντα τέσσερις, ἐνῶ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ἀναφέρει ἑκατόν εἴκοσι ἕξι καί ὁ Ι. Περαντώνης ἑκατόν ἑξήντα δύο. Κάθε τόσο ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα ἐντοπίζει κι ἄλλους, ἐνῶ πολλοί παραμένουν ἀφανεῖς καί ἄγνωστοι, γνωστοί ὅμως ἀπό τόν Θεό, συναποτελοῦντες τό «νέφος» τῶν μαρτύρων «ἐν ἡμέρᾳ Κυρίου».


Αἴτια καί διάγραμμα τῶν μαρτυρίων

Τό φαινόμενο τῶν νεομαρτύρων σχετίζεται μέ τούς ἐκτεταμένους ἐξισλαμισμούς, πού κατά καιρούς ἐπιχειροῦσε ἡ σουλτανική ἐξουσία στούς χριστιανικούς πληθυσμούς τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, καί ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων πολλοί πληθυσμοί εἶχαν μεταπέσει στό γνωστό φαινόμενο τοῦ κρυπτοχριστιανισμοῦ, μαρτυρίες γιά τό ὁποῖο ἔχουμε μέχρι σήμερα ἀπ’ τόν τουρκικό χῶρο. Σέ πολλά κείμενα ἔχουμε ἄμεση μαρτυρία τῶν μεθόδων πού χρησιμοποιοῦνταν γιά νά ἐπιτευχθεῖ ὁ ἐξισλαμισμός, ὅπως γιά παράδειγμα στό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Μιχαήλ τοῦ κηπουροῦ (+1770).

Οἱ περισσότεροι νεομάρτυρες ἐξαναγκάζονταν μέ ἐπινοήσεις καί μεθόδους τῶν Ὀθωμανῶν νά ἐξισλαμιστοῦν. Ἄλλοτε τούς ἐξαπατοῦσαν μέ ψευδεῖς κατηγορίες ὅτι ὕβρισαν τόν προφήτη Μωάμεθ, ὅτι φόρεσαν τουρκικό σαρίκι στό κεφάλι τους ἤ ἔβαλαν τουρκικά ἐνδύματα καί ὑποδήματα, ὅτι ἀνάγνωσαν ἤ ἐκφώνησαν τήν μουσουλμανική ὁμολογία πίστεως, ὅτι παραδέχτηκαν δημοσίως πώς θά ἐξισλαμιστοῦν, συνήθως γιά νά ἀποφύγουν φόρους, ὅτι εἶχαν ἐρωτικές σχέσεις μέ μουσουλμάνους ἤ μουσουλμάνες, ὅτι προσπάθησαν νά ἐκχριστιανίσουν μουσουλμάνο ἤ ὅτι κάποτε ἦταν οἱ ἴδιοι μουσουλμάνοι καί ἐκχριστιανίσθηκαν, ὅτι ἔβλαψαν ἤ πρόσβαλαν κάποιον πιστό μουσουλμάνο καί ὅτι προστάτευαν ἄλλους, κατατρεγμένους ἀπ’ τούς Τούρκους, χριστιανούς.

Ἡ συνέχεια εἶναι μᾶλλον τυπική: Ὁ νεομάρτυρας ὁμολογεῖ τήν πίστη του, βασανίζεται καί θανατώνεται ἤ ὑποχωρεῖ προσωρινά, ἐξισλαμίζεται, κατόπιν ὅμως συναισθάνεται τήν πράξη του, ἀκόμη καί μετά τήν παρέλευση ἀρκετῶν ἐτῶν, προετοιμάζεται καί βαδίζει οἰκειοθελῶς στό μαρτύριο, ἀποκλείοντας τήν λύση τοῦ κρυπτοχριστιανισμοῦ καί ὁμολογώντας περίτρανα τήν χριστιανική του ταυτότητα.

Ὑπάρχουν ὅμως ἐξαιρέσεις νεομαρτύρων πού δέν ὑπόκεινται στά τυπικά δεδομένα τοῦ προαναφερόμενου συναξαριακοῦ μοτίβου. Ὅπως γιά παράδειγμα ἡ περίπτωση τοῦ νεομάρτυρα Ἰωάννη ἀπό τήν Θάσο (1652), πού χωρίς νά ἀλλαξοπιστήσει ὁδηγεῖται στόν «καδή» ἀπό συκοφαντία Ἑβραίου ἔμπορα. Τοῦ ζητεῖται νά ἀλλαξοπιστήσει καί ἐκεῖνος μένει ἄκαμπτος στήν ὁμολογία τῆς πίστης του καί καρτερικός στό μαρτύριο, ἄν καί ἦταν παιδί μόλις δώδεκα ἐτῶν. Τέτοιες περιπτώσεις, σάν τοῦ παιδομάρτυρα Ἰωάννη ἀναιροῦν τίς θέσεις ὅσων ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ νεομάρτυρες ὑπῆρξαν διχασμένες προσωπικότητες πού πορεύθηκαν στό μαρτύριο, προκαλώντας τούς Ὀθωμανούς, κάτω ἀπό τήν ψυχολογική πίεση καί παρότρυνση τῶν πνευματικῶν τους, «μάλιστα ἁγιορειτῶν», πού διακατέχονταν ἀπό «μοναχικόν φανατισμόν». (Βλ. Μ. Γεδεών, Ἁγιοποιήσεις, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 33-38,65-70)




Ἡ συμβολή τοῦ Ἁγίου Ὅρους

Ὁ ἁγιώνυμος Ἄθως ὡς κατεξοχήν τόπος μετανοίας ἀναδείχθηκε λίκνο πνευματικῆς ἀναγέννησης γιά πολλούς νεομάρτυρες πού συνειδητοποίησαν τό ἀτόπημα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ τους. Μεταμελημένοι κατέφυγαν σέ ἔμπειρους ἁγιορεῖτες πνευματικούς, οἱ ὁποῖοι τούς ποδηγέτησαν στίς τρίβους τῆς μετανοίας μέ ἄσκηση καί προσευχή καί τούς ἐνίσχυσαν στό μαρτύριο, ἀκολουθώντας τους κατ’ αὐτό καί περισυλλέγοντας μέ εὐλάβεια τά λείψανά τους. Χαρακτηριστικές εἶναι οἱ περιπτώσεις τοῦ ἱερομόναχου Γερμανοῦ, πού ὑπῆρξε ἀλείπτης τοῦ νεομάρτυρα Ἀγαθαγγέλου τοῦ Ἐσφιγμενίτη καί τοῦ γέροντος Χατζηστεφάνου Ἁγιαννανίτη, ἀλείπτη τοῦ Νεκταρίου ἐκ Βρυούλλων.

Πολλά ἁγιορείτικα σκηνώματα ἀναδείχτηκαν πνευματικές παλαῖστρες καθοσίωσης γιά νεομάρτυρες, ὅπου προετοιμάστηκαν καί ἐξοπλίσθηκαν μέ παρρησία πρίν τήν ὁμολογία καί τό μαρτύριο, ὅπως οἱ σκῆτες Ἰβήρων, Καυσοκαλυβίων, Ἁγίας Ἄννης, οἱ μονές Ἐσφιγμένου, Ἰβήρων, Καρακάλου κ.α. Κλασική περίπτωση αὐτή τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, πού πρίν τό διδακτικό καί φωτιστικό του ἔργο καί τό μαρτυρικό τέλος του εἶχε ἤδη καταβάλει ὀβολούς ἀσκητικῶν καμάτων στήν Μονή τῆς μετανοίας του, τήν Φιλοθέου.

Πνευματικούς δεσμούς μέ τούς νεομάρτυρες ἀνέπτυξαν καί οἱ Κολλυβάδες, ἐκπρόσωποι τοῦ κινήματος τῆς φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης, ὅπως ὁ Μακάριος Κορίνθου ὁ Νοταρᾶς, ὁ Ἀθανάσιος Πάριος καί ὁ Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Καί οἱ τρεῖς αὐτοί νεώτεροι ἅγιοι κατά τήν παρουσία τους στό Ἅγιον Ὅρος συνδέθηκαν ἄμεσα μέ νεομάρτυρες, γαλουχώντας κατά τήν μετάνοιά τους καί στηρίζοντάς τους στό μαρτύριο, ἀλλά καί βιογραφόντας καί ὑμνογραφόντας τά μαρτύρια καί τά «ἄθλα» τους. Ἐκτός ἀπό τό Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ ἅγιου Νικοδήμου, πού ἤδη ἀποτελεῖ ἀπό τό 1799 τήν πρώτη ἔντυπη νεομαρτυρολογική συλλογή, πού βασίζεται σέ παλαιότερες ἀνέκδοτες τοῦ Μελετίου Συρίγου καί τοῦ Ἰωάννη Καρυοφύλλη, ἔχουν ἐκδοθεῖ καί τῶν ἄλλων δύο ἁγίων, καθώς καί τοῦ ἁγίου Νικηφόρου τοῦ Χίου, νεομαρτυρολογικᾶ κείμενα (Συναξαριστής Νεομαρτύρων, Θεσσαλονίκη 1984). Ἡ σύγχρονη ἔρευνα ἔχει ἐντοπίσει νεομαρτυρολογικά κείμενα καί ἄλλων τερπνῶν ἁγιορειτῶν συναξαριογράφων καί ὑμνογράφων, ὅπως τῶν Νήφωνος, Ἀγαθαγγέλου καί Ἰωάσαφ τῶν Ἰβηροσκητιωτῶν, Ἰωνᾶ Καυσοκαλυβίτη (1765), Δοσιθέου Κωνσταμονίτη.

Στίς πλούσιες ἁγιορείτικες βιβλιοθῆκες, ὅπως καί σέ ἄλλα ἀρχεῖα, ὑπάρχει πλοῦτος πληροφοριῶν σχετικά μέ τούς νεομάρτυρες σέ ἀνέκδοτες πηγές, οἱ ὁποῖες καθώς ἐντοπίζονται μέ τήν ἔρευνα προσθέτουν πολλά νέα στοιχεῖα στό μεγάλο αὐτό κεφάλαιο τοῦ νεώτερου πνευματικοῦ μας βίου καί καθιστοῦν ἄκρως ἐνδιαφέρουσες τίς νεομαρτυρολογικές σπουδές.


Ἰδεολογικά Ἐρείσματα

Ἀπό ἰδεολογική ἄποψη οἱ νεομάρτυρες προβάλλονται ὡς ἀντίδοτο στούς ἐξισλαμισμένους καί τούς κρυπτοχριστιανούς, ὡς οἱ ἐν Χριστῷ ἀγωνιζόμενοι χριστιανοί, πού κερδίζουν τήν ἐσωτερική ἀγαλλίαση καί τήν ἱκανοποίηση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γι’ αὐτό καί περιγράφονται συνήθως ἐξαιρετικά χαρούμενοι πρίν τό μαρτύριο. Ἡ Ἐκκλησία περιβάλλοντας ἀμέσως τούς νεομάρτυρες μέ τό κύρος τῆς ἁγιοποίησης καί τῆς λειψανολατρείας, τούς προβάλλει ὡς ὑποδείγματα ἀγώνα καί σταθεροῦ φρονήματος στό δοκιμαζόμενο ποίμνιο. Γι’ αὐτούς τούς λόγους οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦν νά ἀποτρέψουν τό μαρτύριο μέ ὑποσχέσεις καί κολακεῖες, μέ βασανιστήρια πού διακόπτονται ἀπό νέες ὑποσχέσεις, γνωρίζοντας ὅτι τό μαρτύριο δημιουργεῖ ἥρωες, πού θά χρησιμοποιηθοῦν ἀπό τούς ὑπόδουλους ὡς ἑστίες νέας ἰδεολογίας καί πνευματικῆς συσπείρωσης, ὡς γέφυρες ἀντίστασης.

Οἱ νεομάρτυρες ἐπιχειροῦν ἤδη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ μαρτυρίου τους ὁλοκληρωτικές ρήξεις μέ τήν μουσουλμανική κοινωνία, ἀποκηρύσσουν τό Ἰσλάμ, προσβάλλουν τά ἱερά του σύμβολα, λοιδοροῦν τόν προφήτη Μωάμεθ καί ὁλόκληρο τό σύστημα τῆς πίστης, ρίχνουν στήν γῆ καί ποδοπατοῦν σαρίκια καί ἐνδύματα, τά ὁποῖα συχνά φοροῦν μόλις πρίν τό μαρτύριο, ἀκριβῶς γιά νά ἔχουν τήν εὐκαιρία νά τά ἀπορρίψουν δημόσια καί τελετουργικά, διακηρύσσοντας καί συμβολικά τήν ἀποστασιοποίησή τους ἀπό τό Ἰσλάμ. Εἶναι συχνό φαινόμενο ὁ νεομάρτυρας, ἐνῶ ἔχει ἐπανέλθει στόν χριστιανισμό καί ζεῖ σέ ἄλλον τόπο ὡς χριστιανός, νά ἐπανέρχεται ἐκεῖ ὅπου ἐξισλαμίσθηκε κάποτε καί νά ἀποζητᾶ μέ κάθε τρόπο τό μαρτύριο. Οἱ πηγές μάλιστα ἀναφέρουν ὅτι κάποτε αὐτό γινόταν μέ τήν προτροπή τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό τήν μορφή συμβουλῶν πού ἔδιναν στόν ὑποψήφιο νεομάρτυρα ὁ πνευματικός του καί ὁ ἐπιχώριος ἐπίσκοπος. Ἄν μάλιστα ὁ νεομάρτυρας εἶναι κληρικός ἤ μοναχός ἤ ἔχει θεολογική κατάρτιση καί παιδεία προκαλεῖ καί ἀναλαμβάνει θεολογικές συζητήσεις μέ ἀντίστοιχους, σέ βαθμό καί γνώσεις μουσουλμάνους, ἀπό τίς ὁποῖες προκύπτει πάντοτε, κατά τίς πηγές, ἡ ὑπεροχή τοῦ χριστιανισμοῦ. Συνεχίζεται ἔτσι, σέ λαϊκότερη ἐκδοχή, ἡ παράδοση τοῦ χριστιανο-ἰσλαμικοῦ διαλόγου, πού εἶναι ζωντανή σέ πολλά ἀντιρρητικά καί ἀπολογητικά κείμενα τῆς λόγιας θεολογικῆς γραμματείας τῶν Βυζαντινῶν.


Νεομαρτυρολογικά κείμενα – πηγές

Τά κείμενα αὐτά ἔχουν μία πρακτική λειτουργικότητα, καθώς ἐπαναλαμβάνουν, μέ ἀποδέκτες τούς πιστούς πού τά διάβαζαν ἤ τά ἄκουγαν στήν διάρκεια ἐκκλησιαστικῶν τελετῶν καί ἀκολουθιῶν, τίς ἀρχές τῆς πίστης, σέ μιὰ ἐποχή πού τό ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας, κάποτε μάλιστα καί οἱ ἀνώτεροι ποιμένες της, δέν εἶχε τήν εὐκαιρία νά κατηχεῖται καί νά γνωρίζει ἐκτενῶς τίς ἀρχές καί τά θεμέλια της πίστης του, πέρα ἀπό τήν πατροπαράδοτη λαϊκή του εὐσέβεια, πού βέβαια συχνά ὑπερβαίνει τήν θεωρία καί ὁδηγεῖ σέ πράξεις πίστης, μακριά ἀπό τήν παραπλανητική ἐγκαρτέρηση τῶν λόγων.

Τά ἁγιολογικά κείμενα τῶν νεομαρτύρων, τόσο ὡς πρός τήν δομή ὅσο καί ὡς πρός τό περιεχόμενο, ἀκολουθοῦν παλαιότερα πρότυπα. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν εἰκονογραφία τους, πού δανείζεται γνωστούς ἤδη εἰκονογραφικούς τύπους, προσθέτοντας ὅμως προσωπογραφικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά μέ ξεχωριστές ἐνδυματολογικές συνήθειες, ὅπως ἡ φουστανέλα τῶν εἰκόνων τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις. Ἀλλά καί ἡ ὑμνολογία τους ἀκολουθεῖ τόν ἴδιο δρόμο, καθώς μάλιστα οἱ περισσότερες ἀπό τίς ἀκολουθίες πού ἔχουν συντεθεῖ γι’ αὐτούς παραμένουν ἀνέκδοτες σέ χειρόγραφους κώδικες. Σέ κάθε περίπτωση, ὁ παλαιός οἶνος ἔχει μπεῖ σέ νέους ἀσκούς, σύμφωνα μέ μιὰ πρακτική γνωστή ἀπό παλιά στόν ἑλληνικό πολιτισμό.


www.agiazoni.gr

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Οι άγιοι είναι ζωντανοί και μετά θάνατον.



Οι άγιοι δεν είναι υπερφυσικά όντα, ξένα προς εμάς και τη φύση μας. Υπήρξαν άνθρωποι, που έζησαν και έδρασαν κάτω από τις ίδιες σχεδόν συνθήκες με εμάς. Το μόνο ιδιάζον στοιχείο της ζωής τους ήταν η αγάπη τους προς τον Χριστό, που τους οδηγούσε στο να τηρήσουν με κάθε δυνατή πιστότητα τις εντολές του Κυρίου τους. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: σάρκωσαν το Χριστό μέσα τους και έγιναν «δοχεία Αγίου Πνεύματος». Γι’ αυτό και όταν ήλθε η στιγμή να φύγουν από τον κόσμο αυτό, είτε με φυσικό είτε με μαρτυρικό θάνατο, βρέθηκαν στα χέρια Εκείνου, που με πάθος αγάπησαν. Η ψυχή τους, μετά την προσωρινή –μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού- απόθεση του σώματός τους, χαίρει και αγάλλεται για την απολαβή των δωρεών του Παραδείσου, αλλά και σκιρτά με την προσμονή των ακόμη μεγαλυτέρων αγαθών, που έχει υποσχεθεί ο Θεός στους αγαπημένους Του μετά τον ερχομό Του και πάλι για δεύτερη φορά.
Βεβαίως, όλοι οι άνθρωποι πιστοί και άπιστοι, θα βρεθούμε μετά τον θάνατό μας στα χέρια του Δημιουργού. Μα, η ζωή εκείνη, η μετά την εδώ στον κόσμο αυτό, δεν είναι η ίδια για όλους. Για τους πιστούς, πολύ περισσότερο για τους αγίους- τους κατεξοχήν πιστούς- είναι πραγματική και αληθινή ζωή, γιατί ζουν την κοινωνία με την πηγή της ζωής, το Θεό. Ενώ για τους απίστους είναι μια ζωή εν θανάτω: ζουν μέσα στο Θεό, χωρίς να νιώθουν την ευεργετική παρουσία Του. Μάλλον, θα έλεγε κανείς, ότι η παρουσία αυτή του Θεού λειτουργεί αρνητικά γι’ αυτούς: τους δημιουργεί ,λόγω της αμετανοησίας τους ,κόλαση.
Αναλογικά, συμβαίνει περίπου το ίδιο που ζουν οι άνθρωποι και εδώ, στη γη. Οι πιστοί ζούμε το Θεό, οι άπιστοι ζουν ως ήδη πεθαμένοι. «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς» (Ματθ. 8,22) είπε ο Κύριος. Κι αυτό θα πει: μπορεί κάποιος να είναι βιολογικά εν ζωή, πνευματικά όμως ήδη νεκρός. Η ψυχή λοιπόν του αμετανοήτου και απίστου ανθρώπου θα βρίσκεται σε αυτή την παράδοξη κατάσταση: να είναι ζωντανή νεκρή. Και η προοπτική της Δευτέρας Παρουσίας θα επιτείνει ακόμη περισσότερο την τραγικότητα.
Οι άγιοι λοιπόν, όχι μόνον στον κόσμο αυτό, αλλά πολύ περισσότερο μετά τον θάνατό τους ,είναι ζωντανοί. Κι η παρουσία τους γεμίζει και τον δικό μας κόσμο, πιο πολύ από ό,τι όταν βρίσκονταν με το σώμα τους. Διότι ακριβώς τώρα δεν εμποδίζονται από το φυσικό τους σκήνωμα. Ας θυμηθούμε τα λόγια εδώ, του άλλου μεγάλου σύγχρονου γέροντα π. Πορφυρίου: «Μετά το θάνατό μου θα είμαι πιο πολύ κοντά σας, γιατί δεν θα έχω τον περιορισμό του σώματος».

2. Μας ακούνε και επεμβαίνουν στη ζωή μας.

Μπορούν λοιπόν και μας ακούνε , κι ακόμη να επεμβαίνουν στη ζωή μας. Βεβαίως τούτο δεν οφείλεται σε κάποια υπερφυσική ικανότητα δική τους ούτε ασφαλώς στη μεταβολή της φύσεώς τους σε κάτι άλλο από αυτό που είναι: άνθρωποι σαν κι εμάς. Οφείλεται στην ενέργεια του παντοδυνάμου Θεού ,που τους δίνει την δυνατότητα να είναι κοντά μας. Οι άγιοι δηλ. ως ψυχές στη φάση που βρίσκονται – άρα και αυτοί ευρισκόμενοι όχι στην τέλεια κατάστασή τους, αφού δεν έχουν το σώμα τους - λόγω της χάρης του Θεού που ζει πλούσια μέσα τους, γίνονται τρόπον τινά και αυτοί πανταχού παρόντες. Όχι ότι η ψυχή τους βρίσκεται παντού∙ απλώς ζώντας μέσα στον πανταχού παρόντα Θεό τους δίνεται η χάρη να ακούνε τους πιστούς και να επεμβαίνουν , αν επιτρέψει ο Θεός ,στη ζωή τους.
Είναι πολύ αποκαλυπτικά εν προκειμένω τα λόγια του γνωστού σε όλους συγχρόνου αγίου , Σιλουανού του Άθω. Σε γραφή του σχετικά με τους αγίους αναφέρει:
«Σε πολλούς φαίνεται πως οι Άγιοι είναι μακριά μας. Αλλά είναι μακριά από εκείνους που οι ίδιοι απομακρύνθηκαν , ενώ είναι πολύ κοντά σ’ εκείνους που τηρούν τις εντολές του Χριστού κι έχουν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος…
Οι Άγιοι ζουν σ’ άλλο κόσμο κι εκεί βλέπουν με το Άγιο Πνεύμα τη θεία δόξα και την ομορφιά του προσώπου του Κυρίου. Αλλά με το ίδιο Άγιο Πνεύμα βλέπουν και τη ζωή και τα έργα μας. Γνωρίζουν τις σκέψεις μας κι ακούνε τις θερμές προσευχές μας…
Οι Άγιοι περιβάλλουν , με το Άγιο πνεύμα ,με την αγάπη τους όλο τον κόσμο. Βλέπουν και ξέρουν πως αποκάνομε από τις θλίψεις, πως ξεράθηκαν οι καρδιές μας, πως παρέλυσε η ακηδία στις ψυχές μας, και γι’ αυτό μεσιτεύουν ακατάπαυστα στο Θεό για μας…
Και μη θαυμάζετε γι’ αυτό . Όλος ο ουρανός των Αγίων ζη με το Άγιο πνεύμα και τίποτε δεν είναι κρυφό σ’ όλον τον κόσμο για το Άγιο Πνεύμα. Εγώ δεν καταλάβαινα πιο πριν, πώς οι ουρανοπολίτες άγιοι μπορούν να βλέπουν τη ζωή μας. Όταν όμως με ήλεγξε η Αγία Θεοτόκος για τις αμαρτίες μου, το έμαθα πως οι Άγιοι μας βλέπουν με το Άγιο Πνεύμα και γνωρίζουν όλη τη ζωή μας.
Οι Άγιοι ακούνε τις προσευχές μας και έχουν από το Θεό τη δύναμη να μας βοηθούν. Αυτό είναι γνωστό σε όλο το γένος των Χριστιανών».

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΓΙΟΥ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗ
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ
ΜΑΘΗΤΕΙΑ
ΣΕ ΣΥΧΡΟΝΟΥΣ
ΑΓΙΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ»
Εκδόσεις: Επέκταση


www.gonia.gr

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Αγιοκατάταξη του Ιουστίνου Πόποβιτς και Ηγουμένου Συμεών


Κατά τη διάρκεια της απογευματινής συνεδρίας της Πέμπτης, 29 Απριλίου 2010 η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, κατέταξε στα Δίπτυχα τον Αρχιμανδρίτη Ιουστίνο Πόποβιτς (1894 – 1979) και τον Ηγούμενο της Μονής Ντάιμπαμπε του Μαυροβουνίου κοντά στην Ποντγκόριτσα, Συμεών Πόποβιτς (1854 – 1941).

Η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Σερβικής Εκκλησία αποφάσισε η μνήμη του Αρχιμανδρίτη Ιουστίνου Πόποβιτς να τιμάτε στις 14 Ιουνίου (νέο ημερολόγιο) και του Ηγουμένου Συμεών στις 1 Απριλίου.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι την Κυριακή 2 Μαΐου 2010, θα τελεστεί στο Βελιγράδι Πατριαρχική Θεία Λειτουργία συλλειτουργούντων όλων των Αρχιερέων της Σερβικής Εκκλησίας.

Τέλος, πληροφορίες αναφέρουν, ότι μετά το πέρας της Πατριαρχικής Θείας Λειτουργίας θα εκτεθούν για πρώτη φορά οι εικόνες των δύο νέων αγίων, προς προσκύνηση του Σερβικού λαού.

Ιουστίνος Πόποβιτς

Ό όσιος και θεοφόρος πατήρ Ιουστίνος γεννήθη κε στις 25 Μαρτίου του 1894, ξημερώματα του Ευαγ γελισμού στην πόλη Βράνιε της νοτίου Σερβίας. Ό πατέρας του ονομαζόταν Σπυρίδων και ή μητέρα του Αναστασία.

Κατά την βάπτιση έλαβε το όνομα Ευάγγελος. Ή οικογένεια του πατέρα του ήταν εκ παραδόσεως ιερατική και είχε δώσει στην ορθόδοξη Εκκλησία τουλάχιστον επτά ιερωμένους.

Αυτό εξάλλου φανερώνει και το επώνυμο Πόποβιτς = Παπαδόπουλος. Από μικρό παιδάκι ακόμα, συχνά επισκεπτόταν με τούς γονείς του τον άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό στην κοντινή Μονή Πτσίνσκι όπου και είδε με τα μάτια του την θεραπεία της μητέρας του από βαριά ασθένεια.

Μια δεύτερη πηγή ευλάβειας για τον μικρό Ευάγγελο ήταν ή τακτική ανάγνωση του Ευαγγελίου από τα δεκατέσσερα του χρόνια μα και ή ασκητική βίωση του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Τρίτη πηγή θείας έμπνευσης έγινε για τον μικρό Πόποβιτς η ανάγνωση των Συναξαριών και αργότερα των έργων των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Έλεγε ό ίδιος χαρακτηριστικά: «η Ορθοδοξία δεν είναι βιβλιοθήκη, την οποία μπορείς να μελετήσεις, αλλά βίωμα το όποιο καλείσαι να ζήσεις.

Ή Ορθοδοξία είναι πρώτιστα βιοτή και μάλιστα Όσια Βιοτή και ύστερα διδαχή και μάλιστα διδαχή ζωής, χάριτος, η ο ποία δεν έχει τίποτε από την νέκρα του σχολαστικισμού και τον ορθολογισμό του προτεσταντισμού. Ή Ορθοδοξία έχει την δική της μεθοδολογία και παιδαγωγική, τους Βίους των Αγίων».

Από την φύση του φιλόσοφος και διψασμένος για την θεία μα και την ανθρώπινη γνώση, ό μικρός Ευάγγελος εγγράφεται στα 1905 στην Εκκλησιαστική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι όπου αξιώθηκε να έχει ως δάσκαλο του τον φωτισμένο άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς.

Τελείωσε την Σχολή στα 1914 μα τον πρόλαβε ό Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και στρατεύτηκε ως νοσοκόμος. Ακολουθώντας την τύχη του σέρβικου στρατού, πήρε το δρόμο της εξορίας μέσα από τα βουνά της Αλβανίας προς την Κέρκυρα. Καθ' όδόν ένοιωσε πλέον έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στο Χριστό και με την ευλογία του Μητροπολίτου Βελιγραδίου Δημητρίου έλαβε στην Σκόδρα το μοναχικό σχήμα την 1η Ιανουαρίου του 1916 και πήρε το όνομα του αγίου μάρτυρος και φιλοσόφου Ιουστίνου.

Από την Κέρκυρα, μετά από ενέργειες του Μητροπολίτου Δημητρίου, φεύγει με μια ομάδα φωτισμέ νων θεολόγων για θεολογικές σπουδές στην Αγία Πετρούπολη.

Σύντομα όμως, λόγω των πολιτικών εξελίξεων στην Ρωσία, αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει και να μεταβεί στην Οξφόρδη. Εκεί έμεινε δύο χρόνια ετοιμάζοντας την διδακτορική του εργασία με θέ μα «Ή θρησκεία και ή φιλοσοφία του Ντοστογιέβσκι».

Η εμμονή του στην κριτική του δυτικού Χριστιανισμού και στην υπεράσπιση του Ντοστογιέβσκι του κόστισε την απόρριψη της διατριβής. Έτσι στα 1919, όταν, μετά το τέλος του πολέμου, γύρισε στην πατρίδα του τοποθετήθηκε ως καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι.

Σύντομα μεταβαίνει στην Αθήνα για να λαβή τελικά εκεί το διδακτορικό του δί­πλωμα στην Πατρολογία στα 1926 με θέμα «Το πρόβλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Γνώριζε πολύ καλά την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, την λατινική, την ρωσική, την νεοελληνική, την αγγλική, την γερμανική και την γαλλική.

Στα επόμενα έτη εργάστηκε στις Εκκλησιαστικές Σχολές του Καρλοβικίου, της Πριζρένης και του Μοναστηρίου (Βίτολα). Στα 1930-31 ή Σερβική Εκκλησία τον έστειλε μαζί με τον Μητροπολίτη Ιωσήφ σε ιεραποστολική αποστολή στην Τσεχοσλοβακία.

Εκεί εργάστηκαν επί ένα χρόνο στην διαφώτιση και οργάνωση των ενοριών και του μοναχικού βίου των ορθοδόξων Σλοβάκων στα Καρπάθια οι όποιοι επέστρεφαν και πάλι στην Ορθοδοξία από την Ουνία. Ενώ ακόμη βρισκόταν εκεί, εξελέγη το 1931 επίσκοπος της νεοσυσταθείσης Επισκοπής Καρπαθίας αλλά από ταπείνωση δεν δέχτηκε την θέση εκείνη.

Στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε σε διάφορες μονές και σταδιακά στο Βελιγράδι, μοιραζόμενος την τύχη του λαού του.

Με την εγκαθίδρυση της νέας κομμουνιστικής εξουσίας στην Γιου γκοσλαβία το 1945, ό πατήρ Ιουστίνος εξεδιώχθη από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μαζί με άλλους 200 καθηγητές. Σύντομα συνελήφθη στην μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία (1946) και φυλακίστηκε.

Λίγο έλειψε να εκτελεστεί από το καθεστώς ως «εχθρός του λαού», αλλά σώθηκε την τελευταία στιγμή όταν ό Πατριάρχης Γαβριήλ κατά την επιστροφή του από το Άουσβιτς απήτησε την αποφυλάκιση του.

Διωγμένος από το Πανεπιστήμιο και δίχως κάποια σύνταξη, στερημένος από τα ανθρώπινα, θρησκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, ό πατήρ Ιουστίνος έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στην μικρή γυναικεία μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλιε του Βάλιεβο.

Ακόμη και εκεί όμως οι πολιτικές αρχές δεν τον άφηναν ήσυχο. Πέρα από την συνεχή και ασφυκτική παρακολούθηση, συχνές ήταν και οι ανακρίσεις στην πολιτική διοίκηση του Βάλιεβο.

Σε περιόδους δε κρισίμων συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου στο Βελιγρά δι, του απαγορευόταν οποιαδήποτε έξοδος από την μονή επί μήνες από τον φόβο τυχόν επιρροής του στους επισκόπους. Παρά τις δύσκολες αυτές και οδυνηρές συνθήκες ό πατήρ Ιουστίνος προσευχόταν αδιάλειπτα, επικοινωνούσε με όσους είχαν το θάρρος να τον επισκέπτονται, συνέχιζε το ιεραποστολικό του έργο και έγραφε συνεχώς δίχως να σταματήσει την παράλληλη μελέτη των προσφιλών του Αγίων Πατέρων και των Συναξαριών.

Λειτουργούσε καθημερινά, νήστευε πλήρως όλες τις Παρασκευές του έτους καθώς και την Α' Εβδομάδα των Νηστειών και την εβδομάδα των Παθών ενώ έκανε και άλλες νηστείες εκτός από τις διατεταγμένες της Εκκλησίας.

Ακολουθώντας πιστά το μακραίωνο μοναστικό τυπικό, τελούσε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Εκατοντάδες ήταν τα ονόματα πού μνημόνευε στην Θεία Λειτουργία, ονόματα πού του έδιναν είτε προφορικά είτε μέσω επιστολών.

Παρά τον αυστηρό περιορισμό του από τις πολιτικές αρχές, ή φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα και πέρασε τα σύνορα της Σερβίας. Έτσι, τον επισκέπτονταν όχι μονάχα Σέρβοι από διάφορες περιοχές της χώρας αλλά και πολλοί Έλληνες.

Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 25 Μαρτίου 1979, ανήμερα του Ευαγγελισμού μα και ήμερα της γεννήσεως του.

Ό πατήρ Ιουστίνος, αφού εντρύφησε εμπειρικά στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, καρποφόρησε αυτή του την μελέτη και στα δικά του συγγράμματα ό που εύκολα διαφαίνεται το θεολογικό βάθος μα και το συγγραφικό του τάλαντο.

Δύο είναι τα κεντρικά χαρακτηριστικά τού όλου συγγραφικού του μόχθου, τα ό ποια συναντώνται σε όλα του τα έργα, από το πιο σύντομο μέχρι και το πιο εκτενές, και από το πιο βαθύ μέχρι και το πιο εκλαϊκευμένο.

Το πρώτο είναι ή αγά πη του για το πρόσωπο του «Θεανθρώπου Χριστού». Ίσως αυτή να είναι ή πιο συχνή έκφραση μέσα στο έργο του. Γύρω από τον Θεάνθρωπο στρέφονται τα πάντα, από Αυτόν πηγάζουν όλα και σε Αυτόν απολήγουν, ενδοχρονικά μα και εσχατολογικά.

Το δεύτερο εξίσου σπουδαίο είναι ή μέριμνα του στο να μην αποκλίνει από την αλάνθαστη γραμμή των θεοφόρων Πατέρων της Ορθοδόξου Ανατολής. Ό υπερπλήρης αγάπης πατήρ Ιουστίνος είναι συνάμα και διαχρονικά ό ανυποχώρητος εις τα της πίστεως και ζηλωτής της εκκλησιαστικής τάξεως θεολόγος.

Ήδη την περίοδο 1932-35 συνέγραψε το δίτομο έργο «Ορθόδοξος φιλοσοφία της Αληθείας», την γνωστή Δογματική του, το όποιο τού χάρισε την έδρα της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή τού Πανεπιστημίου τού Βελιγραδίου.

Τον τρίτο τόμο εξέδωσε λίγο πριν από την κοίμηση του, το 1978. Από πολλούς συγχρόνους ερευνητές θεωρείται ως ή πληρέστερη ορθόδοξη Δογματική και έχει ήδη μεταφραστεί στην γαλλική ενώ μεταφράζεται στην αγγλική και στην ελληνική.

Άλλο μνημειώδες έργο του είναι οι Βίοι των Αγίων σε 12 τόμους και ή Ερμηνεία της Καινής Διαθήκης σε 7 τόμους.



www.romfea.gr

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Η ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ




ύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι τό μυστικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κύτταρα - μέλη τοῦ σώματος αὐτοῦ εἶναι οἱ πιστοί, κεκοιμημένοι καί ζῶντες, καθώς καί οἱ πρό Χριστοῦ ζήσαντες καί πιστεύσαντες κατά τήν κάθοδο τοῦ Κυρίου στόν ῞Αδη. ῞Οπως τό ἀνθρώπινο σῶμα ἀποτελεῖ ὁλότητα καί ἑνότητα μελῶν, ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ ὑπάρχει ὡς τέλεια ἑνότητα. ῞Ολοι οἱ πιστοί, ὡς ἐπί μέρους μέλη τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ὀργανική ἕνωση, τόσο μέ τό σῶμα, ὅσο καί μεταξύ τους. ῾Η ὀργανική ἕνωσή τους μέ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἐξασφαλίζει αὐτή τήν ἴδια τήν ὕπαρξή τους (βλ. 1 Κορ. 12·12).

Τυπικά διακρίνουμε στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δύο μέρη, τό στρατευόμενο μέρος καί τό θριαμβεῦον μέρος. Τό στρατευόμενο μέρος ἀποτελοῦμε ἐμεῖς οἱ ἐπί γῆς ζῶντες πιστοί. ᾿Ονομάζεται ἔτσι διότι βρισκόμαστε στό στάδιο τοῦ ἀγώνα γιά τήν ἐν Χριστῷ τελείωσή μας. Τό θριαμβεῦον μέρος ἀποτελοῦν οἱ ἅγιοι ῎Αγγελοι καί οἱ ψυχές τῶν κεκοιμημένων πιστῶν, οἱ ὁποῖες ἀξιώθηκαν χάρις στόν νικηφόρο ἐπί γῆς ἀγώνα τους, νά εἰσέλθουν στήν μακάρια χορεία τῶν σεσωσμένων πιστῶν στόν οὐρανό.

Τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, οἱ χριστιανοί, ἀποκαλούμαστε ἅγιοι, δηλαδή ξεχωρισμένοι ἀπό τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καί τῆς φθορᾶς. Ὁ Θεός, ὁ ἀπόλυτα ἅγιος, καλεῖ τούς πιστούς νά γίνουν καί αὐτοί «ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ» (Α´ Πέτρ. 1·15). Νά Τοῦ μοιάσουν στήν ἁγιότητα, νά γίνουν «θυσία ζῶσα, ἁγία, εὐάρεστος τῷ Θεῷ» (Ρωμ. 12·16). ῾Η ἁγιότητα συνίσταται στόν συνεχή ἀγώνα τους γιά τήν ἀποβολή τοῦ κακοῦ ἀπό μέσα τους καί γύρω τους καί στήν ἑδραίωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, στήν ἀνθρώπινη κοινωνία καί σέ ὁλόκληρη τήν κτίση.

Σέ ὅλους ἐκείνους πού ἀποδεδειγμένα ἐνστερνίστηκαν τό Χριστό καί ἀγωνίστηκαν νικηφόρα κατά τοῦ διαβόλου, τοῦ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας, ἡ Ἐκκλησία μας τούς ἔδωσε κυριολεκτικά τήν προσηγορία ἅγιοι καί τούς τιμᾶ ὅσο βρίσκονται στή γῆ, ἀλλά κυρίως ὅταν φύγουν ἀπό τόν κόσμο αὐτό καί ἐνταχθοῦν στήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία. Θεωροῦνται ὡς τά ἐπίλεκτα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, οἱ γνήσιοι φίλοι τοῦ Θεοῦ.

Τό ἐπί γῆς μέρος τῆς Ἐκκλησίας ἀποδίδει σέ αὐτούς τιμές. ῾Εορτάζει τήν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς τους, τήν ὁποία ὀνομάζει «γενέθλια ἡμέρα τῶν ἁγίων» (Μαρτ. Πολυκάρπου 18), διότι ὁ θάνατος τοῦ χριστιανοῦ καί ἰδιαίτερα τοῦ ἁγίου, ὄχι μόνο δέ θεωρεῖται ἐκμηδένιση, ἀλλά ἀναγέννηση στήν αἰωνιότητα καί στήν ἐν Χριστῷ ἀτελεύτητη μακαριότητα. Κύρια ἐκδήλωση τιμῆς εἶναι ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας, διότι μέσῳ τῆς κοινωνίας τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἑνωνόμαστε πραγματικά τόσο μέ τό Χριστό, ὅσο καί μέ τόν τιμώμενο ῞Αγιο. ῾Η Ἐκκλησία μας ἐπίσης συνθέτει ὕμνους καί ἀσματικές ἀκολουθίες σέ αὐτούς, ἀφιερώνει ναούς στή χάρη τους, ἱστορεῖ εἰκόνες μέ τίς σεπτές μορφές τους, τιμᾶ τά ἱερά τους λείψανα καί ἐπικαλεῖται τή βοήθειά τους στίς δυσκολίες τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν.

Πολλοί αἱρετικοί ὅμως ἀπό τά παλιά χρόνια ὥς σήμερα ἀμφισβήτησαν τήν ὀρθότητα τῆς τιμῆς πού ἀποδίδει ἡ Ἐκκλησία μας στούς ἁγίους. Παρερμηνεύοντας κάποια χωρία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ἰσχυρίζονται πώς ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση ἀνήκει μόνο στό Θεό. ῞Ομως ἡ Ἐκκλησία μας δέν σφάλει, διότι ὑπάρχει σέ αὐτή τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τό Ὁποῖο τήν ὁδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. 16·13). Ἐν προκειμένῳ ὀρθῶς τιμᾶ τούς ἁγίους Της, διότι κάνει τήν ἀπαραίτητη διευκρίνιση μεταξύ λατρευτικῆς προσκύνησης τοῦ Θεοῦ καί τιμητικῆς προσκύνησης τῶν ἁγίων. Στό λεγόμενο «Συνοδικό» τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τό ὁποῖο διαβάζεται στούς ναούς τήν Κυριακή τῆς ᾿Ορθοδοξίας, εἶναι διατυπωμένη μέ σαφήνεια αὐτή ἡ διάκριση. «Κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν καί τούς Αὐτοῦ ῾Αγίους ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν Ναοῖς, ἐν Εἰκονίσμασι, τόν μέν ὡς Θεόν καί Δεσπότην προσκυνοῦντες καί σέβοντες, τούς δέ διά τόν κοινόν Δεσπότην ὡς Αὐτοῦ γνησίους θεράποντας τιμῶντες καί τήν κατά σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμον-τες». Δηλαδή, λατρεύουμε καί προσκυνοῦμε, μέ τήν ἀπόλυτη ἔννοια τῆς λατρείας, τόν Τριαδικό Θεό. Ἀντίθετα τιμᾶμε καί προσκυνᾶμε τούς ἁγίους μέ τή σχετική ἔννοια τῆς προσκύνησης καί πάντα σέ σχέση μέ τό Θεό. Ἀποδίδουμε σέ αὐτούς τιμή ὡς ἐκλεκτά μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς φίλους τοῦ Θεοῦ, ὡς θεράποντες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.

Λόγω τῆς ὀργανικῆς ἑνότητάς τους μέ τό Χριστό οἱ ἅγιοι ἔχουν ἀξιωθεῖ νά μετέχουν τῆς χάριτος Αὐτοῦ καί τῶν ἐνεργειῶν Του. Αὐτό ἔχει ὡς συνέπεια νά βοηθοῦν τούς ἀνθρώπους κάνον-τας θαύματα. ῞Ολοι μας λίγο ἤ πολύ ἔχουμε γίνει ἀποδέκτες θαυμάτων τῶν ἁγίων μας καί δοξάσαμε τόν ῞Αγιο Θεό, ὁ Ὁποῖος ἐνεργεῖ μέσω αὐτῶν. Τέλος, λόγω τῆς παρρησίας τους κοντά στό Θεό, προσεύχονται ἀδιάκοπα γιά μᾶς. Τό ἴδιο κάνουμε καί ἐμεῖς. Μαζί μέ τήν προσευχή μας στόν Τριαδικό Θεό, προσευχόμαστε καί στούς ἀδελφούς μας ἁγίους νά γίνουν πρεσβευτές μας στό θρόνο τοῦ Θεοῦ. ῎Οχι ὅτι ὁ Θεός θέλει ἐνδιάμεσους γιά νά ἀκούσει τίς προσευχές μας. Ὁ μέγας Μεσίτης μας, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ αἰώνιος καί ἀποτελεσματικός ἱκέτης μας στό Θεό (Α´ Τιμ. 2·5, ῾Εβρ. 9·12). Οἱ προσευχές μας στούς ἁγίους μας εἶναι μέρος τῆς ἀέναης κοινωνίας μεταξύ ἡμῶν τῶν μελῶν τοῦ στρατευομένου μέρους τῆς Ἐκκλησίας μέ τά μέλη τοῦ θριαμβεύοντος μέρους.

Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι ὀφείλουμε λοιπόν νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στίς ἐνέργειες τῆς Ἐκκλησίας μας καί νά κλείνουμε τήν ἀκοή μας στούς ποικιλώνυμους αἱρετικούς, τῶν ὁποίων τά κηρύγματα, ἄν υἱοθετήσουμε, μποροῦν νά μᾶς στερήσουν τή σωτηρία μας. Ἐν προκειμένῳ ἔχουμε ὑποχρέωση νά λατρεύουμε καί νά προσκυνᾶμε τόν Τριαδικό Θεό καί παράλληλα νά ἀποδίδουμε τιμή στούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔχοντας τή βεβαιότητα ὅτι ὄχι μόνο δέν ἐρχόμαστε σέ ἀντίθεση μέ τίς βιβλικές ἐπιταγές, ἀλλά συμφωνοῦμε ἀπόλυτα μέ αὐτές. ῞Ολοι μας ζῶντες καί κεκοιμημένοι πιστοί τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελοῦντες ὀργανική ἑνότητα, μετέχουμε τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καί ἀπολαμβάνουμε μέσα στήν Ἐκκλησία πλουσιοπάροχα τῶν θείων δωρεῶν.


www.imkdy.gr

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΣΑΚΟΥΕΙ ΤΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ



Ο ΘΕΟΣ ΕΙΣΑΚΟΥΕΙ ΤΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

π.Αντωνίου Αλεβιζόπουλου

Από το βιβλίο Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ

Από όσα αναφέραμε προκύπτει πως ο Θεός δέχεται τις προσευχές των αγίων ανθρώπων και ανταποκρίνεται θετικά σ' αυτές. Η οικειότητα του Θεού με τους αγίους ανθρώπους και η ευαισθησία, θα έλεγε κανείς, του Θεού για τη γνώ­μη των αφοσιωμένων παιδιών Του προξενεί μεγάλη εν­τύπωση.

Ο Αβραάμ διαπραγματεύεται με τον Θεό τη σωτηρία των Σοδόμων και Γομόρων σε τέτοιο σημείο, ώστε να κάνει συνεχώς νέες προτάσεις στον Θεό και Εκείνος να τις αποδέχεται (Γέν. ιη' 23-33).

Και τώρα άφησέ με να καταστρέψω αυτούς επάνω στη δικαία μου οργή και να κάνω τους απογόνους σου έ­θνος μέγα, λέγει ο Θεός στον Μωϋσή. Και ο άγιος αυτός άνθρωπος του απαντά με τους χαριτωμένους εκείνους λό­γους, που φανερώνουν όλη την οικειότητα και την απλότητα στις σχέσεις του με το Θεό:

Διατί, Κύριε, θυμώνεις και οργίζεσαι με το λαό Σου τον οποίο εξήγαγες από την Αίγυπτο με μεγάλη ισχύ και με την παντοδύναμο δεξιά Σου; (Έξοδ. λθ' 9-11). Η α­γία Γραφή μας πληροφορεί πως ο Θεός άκουσε τη δέηση αυτή του Μωυσή και δεν ετιμώρησε το λαό (Εξοδ. λθ 14, πρθλ. Ταλμ. ρε' 23. Γέν. κ' 7. Αριθ. ια' 2, κα' 7. Δευ-τερ. λδ' 10).

Στον Ιερεμία αναφέρεται πως ο Θεός ήταν πρόθυμος να συγχωρήσει ολόκληρη την πόλη Ιερουσαλήμ αν υ­πήρχε σ' αυτήν έστω και ένας δίκαιος· περιέλθετε εις τους δρόμους της Ιερουσαλήμ και ίδετε, βεβαιωθήτε, ζη­τήσατε εις τας πλατείας αυτής. Εάν θα εύρετε άνθρωπον, ο οποίος να πράττη δικαιοσύνη, να είναι αξιόπιστος, τότε εγώ θα τους ελεήσω, λέγει Κύριος (Ιερεμ. ε' 1, πρθλ. Ιεζ. κθ' 30).

Από όλα αυτά βγαίνει το συμπέρασμα που διατυπώ­νεται στην ίδια την αγία Γραφή: Το θέλημα των φοβού­μενων αυτόν θα το εκπληρώσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται (Ταλμ. ρμδ' 19, πρθλ. Ιώβ μθ' 7-8. Γέν. κ' 17).

Μήπως όμως ο Θεός εισακούει μόνο τις προσευχές των αγίων ανθρώπων έφ' όσον ζουν σ' αυτή τη ζωή;

Από όσα αναφέραμε γίνεται φανερό πως και οι άγιοι που βρίσκονται στους ουρανούς προσεύχονται στον Θεό για τους αδελφούς τους, δηλαδή για όλους εμάς και με τη μεσιτεία τους επενεργούνται θαύματα από τον Θεό.

Ο Ελισαίος, παρ' όλον ότι έλαβε διπλή χάρη (Δ' Βασιλ. θ' 9), δεν κατόρθωσε να διαιρέσει τα νερά του Ιορ­δανού, χτυπώντας τα με τη μηλωτή του Ηλία. Όμως τα νερά διαιρέθηκαν όταν ξανακτύπησε και επικαλέσθηκε το όνομα του Ηλία (Δ' Βασιλ. β' 14).

Ο Ιούδας ο Μακκαβαίος βλέπει σε οπτασία τον αρ­χιερέα Ονία να έχει υψωμένα τα χέρια προς τον ουρανό και να προσεύχεται θερμά για ολόκληρο το γένος των Ιουδαίων. Ύστερα με τον ίδιο τρόπο του εμφανίσθηκε και ένας άλλος, πολύ αξιοσέβαστος γέροντας, για τον οποίο ο Ονίας βεβαιώνει: Ο φιλάδελφος ούτος έστιν ο πολλή προσευχόμενος περί του λαού και της άγιας πόλεως. Ιε­ρεμίας ο του Θεού προφήτης (Β' Μακκ. ιε' 12-14).

Ο απόστολος Ιωάννης βλέπει, όπως αναφέραμε, τις προσευχές των αγίων σαν χρυσές φιάλες γεμάτες θυμιά­ματα, σαν κάτι δηλαδή που είναι πολύτιμο στα μάτια του Θεού (Αποκ. ε' 8). Βλέπει ακόμη το Θεό να τηρεί την υ­πόσχεσή Του προς τους αγίους και να εκπληρώνει το αί­τημα για την εκδίκηση των αδελφών τους. Όμως προη­γουμένως εξασφαλίζεται με ειδική σφράγιση η προστα­σία των δικαίων δηλαδή των αδελφών τους που αγωνίζον­ται πάνω στη γη, για να λάβουν και αυτοί το στεφάνι της νίκης:

Τότε ήλθε άλλος άγγελος και εστάθη εις το θυσια­στήριο με ένα χρυσό θυμιατήριο˙ και του έδωκαν πολύ θυμίαμα, δια να το προσφέρη με τας προσευχάς όλων των αγίων επάνω εις το χρυσούν θυσιαστήριον, το οποίον ήτο εμπρός εις τον θρόνον. Και ανέθη ο καπνός του θυμιάμα­τος με τας προσευχάς των αγίων από το χέρι του αγγέλου εμπρός εις τον Θεόν. Τότε έλαβε ο άγγελος το θυσιαστή­ριο και το έρριψε εις την γη. Και έγιναν βρονταί, φωναί, αστραπαί και σεισμός (Αποκ. η' 3-5).

Με τις προσευχές των αγίων η απάντηση έρχεται άπ' ευθείας από το θυσιαστήριο και από τον θρόνο του Θεού. Το κακό και τα όργανα του κακού τιμωρούνται και η τάξη αποκαθίσταται στον κόσμο. Θα μπορούσε κανείς να πει πως η τύχη ολόκληρου του κόσμου βρίσκεται στα χέρια των αγίων, όπως και η σωτηρία της αγωνιζομένης Εκ­κλησίας πάνω στη γη (πρβλ. Ματθ. ιθ' 28. Α' Κορ. στ' 2). Τις προσευχές των αγίων τις μεταφέρουν άγγελοι μέ­χρι το θρόνο του Θεού και τις προσφέρουν θυσία πνευμα­τική στο επουράνιο θυσιαστήριο (πρβλ. Τωβίτ ιθ' 12-15. Ζαχ. α' 12).

www.egolpio.gr

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Τιμάται ως Αγία η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία;


Πότε Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ θεωρεί κάποιον Άγιο;


Επιμέλεια: Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης

Η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία δεν τιμάται, ούτε τιμήθηκε ποτέ, ως αγία από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Μια από τις εσφαλμένες κατηγορίες, που προσάπτουν στο χριστιανισμού διάφοροι ιδεολογικά προκατειλημμένοι εναντίον του, είναι ότι η Εκκλησία «τιμά ως αγία μια κακούργα»: την Ειρήνη την Αθηναία, που η φιλοδοξία της ήταν τόση, ώστε τύφλωσε το γιο της, μετά από πολλές περιπέτειες και συγκρούσεις μεταξύ τους, για να μην αναγκαστεί να μοιραστεί μαζί του την αυτοκρατορική εξουσία.

Η τιμή των αγίων στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Η Εκκλησία λοιπόν ΔΕΝ τιμά ως αγία την Ειρήνη την Αθηναία, γιατί η τιμή των αγίων αποδίδεται στην Ορθοδοξία με συγκεκριμένο τρόπο: με τη μνημόνευσή τους, ως αγίων, στη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας, δηλαδή κατά τη διάρκεια των εκκλησιαστικών ακολουθιών (και μάλιστα σε συγκεκριμένα σημεία τους, ιδιαίτερα στην ακολουθία του όρθρου).

Η μνημόνευση αυτών των τιμώμενων αγίων περιλαμβάνεται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και συγκεκριμένα στα 12 Μηναία (ένα για κάθε μήνα), στο Τριώδιο, το Πεντηκοστάριο και τα λειτουργικά βιβλία τοπικών Εκκλησιών, που είναι αντίστοιχα με τα Μηναία και περιλαμβάνουν αγίους μιας μόνο περιοχής, όπως π.χ. για την Εκκλησία της Κρήτης το Κρητικόν Πανάγιον.

Υπάρχουν επίσης τα βιβλία της «τυπικής διάταξης», τα λεγόμενα «τυπικά», που εκδίδονται ανά έτος και δίνουν οδηγίες για τον τρόπο τέλεσης των εκκλησιαστικών ακολουθιών (που διαφοροποιείται ελαφρώς κάθε χρόνο, ανάλογα με την ημέρα της εβδομάδας και την ημερομηνία που πέφτει κάθε γιορτή). Τέτοια βιβλία είναι π.χ. το Τυπικόν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος κ.τ.λ. Αυτά τα βιβλία δεν είναι λειτουργικά βιβλία (δε διαβάζονται κατά τις ακολουθίες, απλώς τα συμβουλεύονται ιερείς και ψάλτες), αλλά σ’ αυτά μπορεί να αναφέρονται ονομαστικά κάποιοι άγιοι που έχουν αναγνωριστεί πρόσφατα και τα ονόματά τους δεν έχουν προλάβει να περιληφθούν στα λειτουργικά βιβλία.

Η Ειρήνη δεν μνημονεύεται σε κανένα τέτοιο βιβλίο, ούτε λειτουργικό, ούτε τυπικό. Αλλά και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι μνημονευόταν κάποτε. Επομένως είναι ανόητο να επιμένει κάποιος ότι τιμάται ως αγία. Πώς τιμάται, αφού δεν τιμάται με τον τρόπο που τιμάται ένας άγιος στην Ορθοδοξία;

Εδώ και αρκετούς αιώνες υπάρχει η συνήθεια να διακηρύσσει η Εκκλησία την αγιότητα ενός ανθρώπου με επίσημη εγκύκλιο, που εκδίδεται από κάποια εκκλησιαστική σύνοδο, πατριαρχική ή άλλη. Η εγκύκλιος αυτή δεν «αποδίδει τον τίτλο του αγίου» σε ένα πρόσωπο (δεν «αγιοποιεί» δηλαδή έναν άνθρωπο), απλώς αποδέχεται, αναγνωρίζει και διακηρύσσει ότι είναι άγιος και εγκρίνει ως σωστό να τον τιμούν οι χριστιανοί με εικόνες, ναούς και ύμνους προς τιμήν του. Ένας άγιος είναι άγιος ακόμη και χωρίς τέτοια εγκύκλιο, άλλωστε ασφαλώς υπάρχουν αναρίθμητοι άγνωστοι άγιοι, που τους ξέρει μόνον ο Θεός. Η αγιότητα δεν είναι θέμα «τιμής» ούτε «τίτλων», αλλά πραγματική κατάσταση, που, όταν υπάρχει, υπάρχει ανεξάρτητα αν την αναγνωρίζουν ή όχι οι άνθρωποι.

Πάντως, ούτε τέτοια «επίσημη απόφανση» της Εκκλησίας για αγιότητα της Ειρήνης της Αθηναίας υπάρχει, ούτε μαρτυρείται κάπου ότι υπήρξε ποτέ.

Μετά από αυτό, αν ένας άνθρωπος, ακόμη και επίσκοπος, γράψει από λάθος κάπου ότι είναι αγία, δεν ανατρέπει το γεγονός ότι η Εκκλησία δεν την έχει αναγνωρίσει ως αγία και δεν την τιμά ως αγία. Ακόμη και αν κάποιος συγγραφέας κάποτε τη μνημόνευσε σε συναξαριστή, από λάθος ή επειδή ο ίδιος πίστευε ή νόμιζε ότι είναι αγία, επίσης δεν δεσμεύει την Εκκλησία. Ένας συναξαριστής είναι προσωπικό έργο κάποιου εκδότη ή επιμελητή και δεν αποτελεί επίσημο κείμενο της Εκκλησίας, αλλά επίσης δεν αποτελεί και απόδοση τιμής, γιατί οι άγιοι τιμώνται με τη μνημόνευσή τους στη λειτουργική πράξη, όπως είπαμε παραπάνω. Η ένταξη της μνημόνευσής του στη λειτουργική πράξη είναι η αναμφισβήτητη αποδοχή της «θεσμικής Εκκλησίας» για την αγιότητα ενός προσώπου. Χωρίς αυτή την ένταξη, ο καθένας ό,τι θέλει μπορεί να κάνει – αν δηλαδή εγώ οικοδομήσω ένα ναό και τον αφιερώσω σε κάποιον που θεωρώ πως είναι άγιος, αυτό είναι προσωπική μου επιλογή και δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία τον έχει όντως αναγνωρίσει ως άγιο.

Όμως ούτε κι αυτό ξέρουμε να υπάρχει για την Ειρήνη την Αθηναία. Στους συναξαριστές που είναι σε χρήση από την Ορθόδοξη Εκκλησία (δηλαδή από εμάς τους ίδιους) κατά τους τελευταίους αιώνες –οι οποίοι απηχούν ακόμη παλαιότερους συναξαριστές– δε βρίσκουμε να μνημονεύεται. Πιο συγκεκριμένα:

  • Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης († 1809) στον πολύτομο Συναξαριστή των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, (πρώτη έκδ. 1817, σύγχρονη επανέκδοση Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1982), δεν την αναφέρει.
  • Ο Βασίλειος Ζώτος, στο Λεξικόν των αγίων πάντων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εν Αθήναις 1904-1909, δεν την αναφέρει.
  • Ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης (1872-1947), μητροπ. Λεοντοπόλεως, στο Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος 1995, δεν την αναφέρει.
  • Ο αρχιμανδρίτης Ματθαίος Λάγγης, στο Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, 1977, δεν την αναφέρει.
  • Ο Χρήστος Δ. Τσολακίδης, στο Αγιολόγιον της Ορθοδοξίας, έκδ. του ιδίου, Αθήνα, Μάρτιος 2001, δεν την αναφέρει.
  • Η ιστοσελίδα του Οικ. Πατριαρχείου δεν την αναφέρει, ούτε στον Αύγουστο (http://www.ec-patr.org/gr/typikon/2007/2007-08-09.htm) ούτε στο γράμμα Ε (http://www.ec-patr.org/gr/names/e.htm).

Όταν λοιπόν εμείς οι ίδιοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δε μνημονεύουμε την Ειρήνη την Αθηναία ως αγία, πώς κάποιοι που δεν είναι Ορθόδοξοι επιμένουν για το αντίθετο;

Δύο αναφορές σε συναξαριστές

Εμφανίζονται όμως από τα βυζαντινά χρόνια δύο αναφορές της Ειρήνης σε συναξαριστές. Η μία είναι από το Βασιλειανό Μηνολόγιο ή Βασιλειανό Συναξάρι, που συντάχθηκε το 10ο αιώνα με εντολή του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου (PG 117, 6-613) και η άλλη από τον κώδικα Δ39 του 12ου αιώνα (Λαυριωτικός Συναξαριστής, δηλ. συναξαριστής της μονής της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους)

Τι συμβαίνει λοιπόν; Μήπως τελικά η Ειρήνη τιμάται ως αγία από την Ορθόδοξη Εκκλησία;

Όχι, δεν τιμάται. Κατ’ αρχάς, όπως είπαμε, η αναφορά ενός συναξαριστή δεν αποτελεί απόδοση τιμής αγίου από την Εκκλησία σε κάποιον, γιατί ο συναξαριστής δεν διαβάζεται κατά τις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Συνεπώς, ο καθένας (ακόμη και μια μονή, ακόμη και ένας επίσκοπος) μπορεί να γράψει ό,τι θέλει σε ένα συναξαριστή, να εκφράσει τις απόψεις του, να κάνει ακόμη και λάθος επειδή μπερδεύτηκε κ.τ.λ. Ο συναξαριστής είναι ιδιωτικό κείμενο, δεν είναι λειτουργικό κείμενο της Εκκλησίας, ακόμη κι αν ο συντάκτης του είναι ανώτερος κληρικός (επίσκοπος).

Αλλά η Ειρήνη η Αθηναία ούτε στους δύο αυτούς συναξαριστές μνημονεύεται ως αγία! Για την ακρίβεια:

Το Βασιλειανό Συναξάρι, στις 7 Αυγούστου, αφού μνημονεύει «του αγίου μάρτυρος Δομετίου» (παραθέτει μάλιστα και βιογραφικό) και «η ανάμνησις της καταλύσεως των Περσών και των Αβάρων» (παραθέτει και ιστορικό), γράφει: «Και μνήμη των ευσεβών βασιλισσών Πουλχερίας και Ειρήνης» (χωρίς βιογραφικά ή άλλα στοιχεία). Ενώ δηλαδή οι άγιοι κάθε μέρας μνημονεύονται ρητά ως άγιοι (π.χ. 8 Αυγούστου: «Άθλησις του αγίου μάρτυρος Μαρίνου»), οι δύο βασίλισσες μνημονεύονται μόνον ως «ευσεβείς», όχι αγίες.

Φυσικά κάθε άγιος είναι και ευσεβής, όμως κάθε ευσεβής δεν είναι οπωσδήποτε και άγιος. Και τούτο, γιατί στους ευσεβείς τελείται μνημόσυνο, ενώ στους αγίους όχι, όπως εξηγούμε παρακάτω. Στο Βασιλειανό Συναξάρι λοιπόν (που συν τοις άλλοις είναι κείμενο της πολιτείας, όχι της Εκκλησίας, γιατί συντάχθηκε με εντολή του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου) δε βλέπουμε να αποδίδεται τιμή αγίας στην Ειρήνη.

Ο Λαυριωτικός Συναξαριστής ομοίως γράφει στις 7 Αυγούστου: «Των εν ευσεβεί τη μνήμη γενομένων βασιλισσών Πουλχερίας και Ειρήνης. Η σύναξις εν τοις Αγίοις Αποστόλοις». Και εδώ η Ειρήνη μνημονεύεται μόνον ως «ευσεβής τη μνήμη» (= «έχει μείνει στη μνήμη ως ευσεβής») και όχι ως αγία.

Τι ήταν αυτή η «σύναξις εν τοις Αγίοις Αποστόλοις»; Προφανώς γινόταν συγκέντρωση εις μνήμην τους στο ναό των αγίων Αποστόλων, στην ΚΠολη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τότε τιμώνταν ως αγίες. Συνάξεις υπάρχουν και προς τιμήν αγίων προσώπων (π.χ. Σύναξις της Θεοτόκου, 26 Δεκεμβρίου, Σύναξις του Προδρόμου, 7 Ιανουαρίου, Σύναξις των Ασωμάτων [δηλ. των αγίων αγγέλων], 8 Νοεμβρίου, Σύναξις των 12 Αποστόλων, 29 Ιουνίου, κ.ά.), όμως αυτές: α) έχουν πανορθόδοξο χαρακτήρα, β) αναγράφονται στα λειτουργικά βιβλία, γ) εορτάζονται με ειδικά υμνογραφικά έργα, δ) τα τιμώμενα πρόσωπα μνημονεύονται ρητά ως άγιοι, ε) οι άγιοι που τιμώνται με «συνάξεις» εορτάζονται και την ημέρα της μνήμης τους (την ημερομηνία θανάτου τους), εκτός φυσικά από τους αγγέλους, που δεν έχουν ημερομηνία θανάτου. Κανένα από τα παραπάνω στοιχεία δεν αναφέρεται για τη σύναξη προς τιμήν των δύο αυτοκρατειρών. Σημειωτέον ότι η αγία Πουλχερία τιμάται στην ίδια «σύναξη», ενώ η μνήμη της ως αγίας είναι άλλη ημερομηνία, στις 10 Σεπτεμβρίου, όπως αναφέρεται στο Μηναίο. Αντίθετα, δεν υπάρχει εορταζόμενη ημέρα μνήμης για την Ειρήνη την Αθηναία, ούτε στις 9 Αυγούστου (ημερομηνία θανάτου της), ούτε άλλη ημερομηνία.

Ούτε όμως και έχει διασωθεί (αυτούσιο ή ως ανάμνηση) κάποιο υμνογραφικό έργο που να αναφέρεται στην Ειρήνη, ούτε καν έργο των υμνογράφων που αγωνίστηκαν κατά της Εικονομαχίας, όπως των αγίων Θεοδώρου του Στουδίτη και των αδελφών Θεοδώρου και Θεοφάνους των Γραπτών (δηλ. σημαδεμένων με πυρακτωμένο σίδερο στο πρόσωπο από τον εικονομάχο αυτοκράτορα Θεόφιλο).

Περί συνάξεων: Η κοινωνία της Ρωμανίας είναι μια «κοινωνία εκκλησιαζόμενη», δηλαδή τιμά τα ιστορικά γεγονότα και τις σημαντικές προσωπικότητες με «εκκλησιασμό» = συγκέντρωση στην εκκλησία, την εν Χριστώ σύναξη. Όπως εμείς τιμάμε τις εθνικές μας επετείους με εκκλησιαστικές τελετές (δοξολογία) και μνημόσυνο των ηρώων, χωρίς καθόλου αυτό να σημαίνει ότι τους αποδίδουμε τιμή αγίου (άλλωστε στους αγίους δεν κάνουμε μνημόσυνο, επειδή είμαστε βέβαιοι ότι έχουν σωθεί). Επίσης γίνεται εκκλησιαστική «σύναξις» από διάφορους συλλόγους προς τιμήν των πεσόντων της Μικρασιατικής Καταστροφής και μνημόσυνο γι’ αυτούς, όπως επίσης και για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τους πεσόντες της Άλωσης.

Σύναξη ετελείτο στο ναό της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων ΚΠόλεως στις 29 Δεκεμβρίου, για την οποία στο Μηναίο αναφέρεται: «Μνήμη πάντων των χριστιανών και αδελφών ημών των εν λιμώ και δίψη και μαχαίρα και κρύει τελειωθέντων». Η αναφορά δεν γίνεται σε μάρτυρες, που θανατώθηκαν για την πίστη, αλλά γενικά στους ανθρώπους που πέθαναν κάτω από αυτές τις δυσμενείς συνθήκες. Προφανώς όλοι αυτοί δεν τιμώνταν ως άγιοι. Η σύναξη ήταν τιμητική (λόγω της οδύνης τους, που τους έκανε ούτως ή άλλως άξιους σεβασμού) και προσευχής υπέρ αυτών.

Ας επισημάνουμε εδώ ότι η τιμητική σύναξη για τη μνήμη κάποιου που δεν είναι άγιος, δεν αποκλείει το να ήταν και να παρέμεινε άνθρωπος με πολλά ελαττώματα και αυτουργός πολλών αμαρτιών. Πολλοί από τους ήρωες της αρχαιότητας αλλά και του 1821 δεν ήταν αρνάκια – κι όμως τους τιμάμε, τους σεβόμαστε, τους αγαπάμε (γι’ αυτά που πρόσφεραν σε μας, όχι για τα λάθη και τις αμαρτίες τους), απλά δεν τους ανακηρύσσουμε αγίους.

Τέτοια σύναξη (όχι τιμητική, αλλά προσευχής υπέρ αυτών) για όλους τους ανθρώπους του κόσμου, καλούς και κακούς, ενάρετους και αμαρτωλούς, πιστούς και άπιστους, αποτελούν τα ψυχοσάββατα, ενώ ειδική ευχή για τους κεκοιμημένους (όλου του κόσμου) απευθύνεται στο Θεό κατά τον περίφημο Εσπερινό της Γονυκλισίας, στην εορτή της Πεντηκοστής.

Η ανεπίσημη τιμή ενός αγίου από το λαό

Υπάρχει μια ακόμη πτυχή στην απόδοση τιμής αγίου από την Εκκλησία σε ένα πρόσωπο: να τιμάται από το λαό (τους χριστιανούς), χωρίς να υπάρχει επίσημη εκκλησιαστική απόφανση που αναγνωρίζει την αγιότητά του. Εκτός από τους αναρίθμητους μάρτυρες και μοναχούς όλων των εποχών, χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις βασιλέων είναι ο βασιλιάς της Αγγλίας και μάρτυρας άγιος Έντμουντ (που παραδόθηκε στους Βίκινγκς το 869 μ.Χ. για να σώσει το λαό του), οι άγιοι πρίγκιπες του Κιέβου Μπόρις και Γκλεμπ (που παραδόθηκαν στον αδερφό τους Σβατοπόλκο το 1015 μ.Χ., ξέροντας ότι θα τους θανατώσει, για να μη θυσιάσουν τη ζωή των στρατιωτών τους), ο άγιος Ιωάννης Βατάτζης, το 13ο αι., ο οποίος «λίγο μετά τον θάνατό του, έγινε ένας Άγιος της λαϊκής παραδόσεως» (A.A Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας), κ.π.ά. Όλοι αυτοί τιμήθηκαν από το λαό τους πολύ πριν καταταχθούν επίσημα στα αγιολόγια της Ορθοδοξίας. Στις μέρες μας ανάλογες είναι οι περιπτώσεις των σύγχρονων αγίων γερόντων Πορφυρίου, Παϊσίου κ.π.ά., που τιμώνται κανονικά από το λαό, άσχετα πότε η «θεσμική Εκκλησία» θα διακηρύξει την αγιότητά τους.

Η πτυχή αυτή της τιμής των αγίων είναι εξαιρετικά σοβαρή. Ο λαός μπορεί να τιμά τη μνήμη ενός ανθρώπου ως αγίου, να φιλοτεχνεί γι’ αυτόν εικόνες και να του αφιερώνει ναούς και ύμνους, ο ίδιος ο λαός να τον θεωρεί άγιο, ακόμη και αν η «θεσμική Εκκλησία» (δηλ. κάποια εκκλησιαστική σύνοδος) δεν έχει αναγνωρίσει την αγιότητά του με κάποια εγκύκλιο, ούτε τον έχει συμπεριλάβει στα λειτουργικά βιβλία.

Από εκκλησιολογική άποψη, αυτό είναι και το πιο σωστό, γιατί η Εκκλησία είναι ο λαός. Η «θεσμική Εκκλησία» (οι επίσκοποι) είναι μόνο ένα μέρος της Εκκλησίας, δηλαδή ένα μέρος του λαού του Θεού. Δεν είναι ούτε «εκπρόσωποι» ούτε «αντιπρόσωποι» του Θεού, όπως πολύς κόσμος νομίζει, συγχέοντας την Ορθοδοξία με τις εσφαλμένες αντιλήψεις των παπικών, που τιτλοφόρησαν τον πάπα «αντιπρόσωπο του Χριστού στη γη» για να εδραιώσουν την εξουσία του.

Όταν λοιπόν ο λαός τιμά ένα πρόσωπο ως άγιο, αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία τον τιμά. Τότε η «θεσμική Εκκλησία» αναγνωρίζει την αγιότητά του, «θεσμοποιώντας» και «επισημοποιώντας» αυτό που της είπε ο λαός.

Ο λαός (ή μια μερίδα του) μπορεί να πλανηθεί για λίγο καιρό, όμως όχι «για πάντα». Έτσι, αν συνεχίσει να τιμά κάποιον ως άγιο και μετά το θάνατό του, αυτό σημαίνει ότι είδε σ’ αυτόν εκείνα τα γνωρίσματα που τον διατήρησαν στη μνήμη του ως άγιο.

Ακόμη και ένας άθεος οφείλει να αναγνωρίσει ότι ο λαός δε μπορεί να τιμά ως άγιο κάποιον που έζησε ως κάθαρμα ή που έβλαψε το λαό – εκτός, πάλι, κι αν στο τέλος μετανόησε τόσο, που ο ίδιος ο λαός αναγνώρισε ότι έφτασε από την κακία στην αγιότητα. Κι αν ακόμη υποθέταμε ότι η αγιότητα είναι μόνο ένας τίτλος τιμής (που δεν είναι έτσι, αλλά μια πραγματική κατάσταση, όπως είπαμε), πάλι θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε ότι η απόδοση αυτού του τίτλου από το λαό σε κάποιον σημαίνει την αποδοχή από το λαό της ηθική του ποιότητας – και μάλιστα την αποδοχή του ως αγίου (ανθρώπου που έφτασε σε ένωση με το Θεό), όχι απλώς ως ήρωα ή μεγάλου ευεργέτη κ.τ.λ.

Είναι φανερό ότι ένας άθεος ηθικιστής δεν ανέχεται την αποδοχή της μετάνοιας μεγάλων αμαρτωλών, συνεπώς σκανδαλίζεται τρομερά όταν βλέπει ανθρώπους που διέπραξαν φρικτά εγκλήματα να γίνονται άγιοι επειδή μετανόησαν. Κάτι τέτοιο μόνο ένας χριστιανός μπορεί να το καταλάβει και –πολύ περισσότερο– να το ανεχτεί. Ίσως μπορεί να βοηθήσει ένα καλοπροαίρετο άνθρωπο να καταλάβει πώς γίνεται αυτό, αν του εξηγήσουμε ότι η αγιότητα δεν είναι ένα θέμα ηθικό με την ανθρώπινη έννοια της ηθικής (είναι οντολογικό θέμα, δηλ. έχει σχέση με τον τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου). Η ανθρώπινη ηθική έχει ως άξονα την απόδοση αμοιβής για την καλοσύνη ή την αρετή και τιμωρίας για την κακία. Αντίθετα, η αγιότητα (όπως και κόλαση) δεν είναι «ηθικά ζητήματα» (δεν είναι δηλαδή νομικά ζητήματα) αλλά οντολογικά: ο άγιος είναι αυτός που μεταμορφώνεται από τη θεία χάρη που έρχεται σ’ αυτόν, κι όχι κάποιος που «ο Θεός του απέδωσε την αγιότητα ως αμοιβή για την καλή διαγωγή του ή τις καλές του πράξεις ή τις υπηρεσίες του». Έτσι, ένας μεγάλος αμαρτωλός που μετανοεί τόσο, ώστε να «συντριβεί η καρδιά του» και να γίνει δεκτική στην είσοδο της θείας χάριτος, την οποία «συσσωρεύει εντός του» και γι’ αυτό μπορεί να γίνει άγιος.

Αν κάποιος δεν έχει την ταπείνωση και την αγάπη που χρειάζεται για να το ανεχτεί αυτό, ας συνεχίσει να ξεγελά τη συνείδησή του λέγοντας στον εαυτό του και στους άλλους ότι τους αγίους «τους κάνει η Εκκλησία» κι ότι «οι παπάδες τιτλοφορούν άγιο όποιο θέλουν, μεταξύ αυτών και καθάρματα». Εμείς εδώ του λέμε απλώς ότι ο λαός των χριστιανών (η Εκκλησία) αναγνωρίζει τους αγίους και η «θεσμική Εκκλησία» απλώς επικυρώνει την αναγνώριση αυτή.

Στην περίπτωση της Ειρήνης της Αθηναίας έχουμε τέτοια λαϊκή αναγνώριση; Αν ναι, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε σοβαρά μήπως η Ειρήνη είναι όντως αγία, παρόλο που και τότε ακόμη δεν ανατρέπεται το γεγονός ότι η Εκκλησία επίσημα δεν της αποδίδει τέτοια τιμή.

Εκ πρώτης όψεως, δε φαίνεται κάτι τέτοιο. Όμως, χάρη σε ένα μπλογκ αντιχριστιανικό σε σημείο παροξυσμού, που έψαξε πάρα πολύ για να βρει λόγο να λασπολογήσει τους χριστιανούς, είδαμε μερικές αξιοσημείωτες αναφορές για την Ειρήνη σε κείμενα που προέρχονται από το χώρο της τοπικής Εκκλησίας της Μυτιλήνης.

Έτσι, στην ιστοσελίδα της ιεράς μητρόπολης Μυτιλήνης, στην ενότητα «Ιστορία» (http://www.aegean.gr/culturaltec/mhtropoli/diocese/history.htm) δημοσιεύεται το κείμενο «Η εκκλησιαστική ιστορία του νησιού» (με βιβλιογραφία: Απόστολος Σπανός, Χριστιανικά Μνημεία της Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Αθήνα 2003), όπου διαβάζουμε:

«Ακόμη όμως και οι προφορικές παραδόσεις ή και οι θρύλοι που συνοδεύουν τα μνημεία κρύβουν μέσα τους ψήγματα ιστορικής αλήθειας και είναι υλικό προς (προσεκτική και κάποτε επιφυλακτική) αξιοποίηση. Ας αναφέρουμε το παράδειγμα της αγίας Αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας, η οποία εξορίστηκε στη Λέσβο, όπου και πέθανε το 803. Η παραμονή της στο νησί έχει συνδεθεί με διάφορούς τόπους και μνημεία, καθώς θρύλοι και προφορικές παραδόσεις τη συνδέουν π.χ. με την ίδρυση της Μονής Υψηλού, της Παναγίας της Τρουλωτής και της Παναγίας της Αγιάσου. Πίσω όμως από όλους αυτούς τους θρύλους κρύβεται η ιστορική αλήθεια ότι η διαμονή στη Λέσβο της Αυτοκράτειρας, η οποία πρωτοστάτησε στην αναστήλωση των εικόνων κατά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο του 787, συνέβαλε σίγουρα στο να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο το εικονόφιλο πνεύμα…» (η επισήμανση δική μας).

Η αναφορά αυτή («της αγίας Αυτοκράτειρας…») είναι φανερό ότι δηλώνει την άποψη του συγγραφέα ότι η Ειρήνη ήταν όντως αγία και καθόλου δε δηλώνει ότι τιμήθηκε ως τέτοια από την Εκκλησία, όπως θα δηλωνόταν αν έγραφε «της Αυτοκράτειρας αγίας Ειρήνης της Αθηναίας». Παρά την αναφορά αυτή, λοιπόν, γεγονός είναι ότι η Ειρήνη η Αθηναία δεν τιμάται ως αγία στη Μυτιλήνη. Στην ίδια ιστοσελίδα, εκεί όπου αναφέρονται οι τοπικοί άγιοι του νησιού, δε γίνεται καμία αναφορά σ’ αυτήν: http://www.aegean.gr/culturaltec/mhtropoli/saints/saints1.htm. Και μάλιστα είναι φανερό ότι δεν έχουν βρεθεί ίχνη ούτε παλαιότερης τιμής της ως αγίας στο νησί, αλλιώς θα αναφέρονταν, όπως γίνεται π.χ. με την αγία Ευπρέπεια, που, «αν και δεν συγκαταλέγεται επισήμως στο αγιολόγιο της ιεράς μητροπόλεως Μυτιλήνης», μνημονεύεται στην ιστοσελίδα απλώς και μόνο επειδή το 1931 ανακαλύφθηκε ναΰδριο προς τιμήν της πάνω στα ερείπια βασιλικής του 6ου αιώνα.

Ποιοι είναι αυτοί οι «θρύλοι» κ.τ.λ., που αναφέρονται στην Ειρήνη;

Στο ιστολόγιο http://pirgithermis.blogspot.com/2009/05/blog-post_19.html βρίσκουμε μια διήγηση για τη ζωή της Ειρήνης γραμμένη με ύφος λαϊκής αφήγησης, τέτοιας που θα μπορούσε να προέρχεται από συναξάρι, χωρίς όμως να δίδεται κάποιο εκκλησιαστικό βιβλίο ως πηγή (συντάκτης του άρθρου: Στρατής Ανδριώτης. Πηγές: α) Άγραφον – Φωτίου Λίτσα, β) Βυζαντινοί αυτοκράτορες – Ηλία Λάσκαρη). Το ιστολόγιο αναφέρεται στη Λέσβο και η αφήγηση για την Ειρήνη αντιπροσωπεύει προφανώς (ή τουλάχιστον αυτό επιδιώκει ο συντάκτης) το πώς είδε ο λαός της Λέσβου την προσωπικότητά της.

Η αφήγηση αναφέρει τη σύγκρουσή της με γιο της και την τύφλωση του τελευταίου, χωρίς να δίνει κανένα ελαφρυντικό στην Ειρήνη. Προσθέτει όμως τα εξής (οι επισημάνσεις δικές μας):

«Την άλλη χρονιά η Ειρήνη βρέθηκε σε μεγάλη αδυναμία. Οι παλατιανοί οργάνωσαν συνωμοσία εναντίον της και κατάφεραν να την απομακρύνουν από το θρόνο. Στις 31 Οκτωβρίου του 802 πολιόρκησαν με στρατιωτική δύναμη την Ειρήνη στα ανάκτορα όπου βρισκόταν άρρωστη και αναγόρευσαν αυτοκράτορα τον Νικηφόρο. Ο νέος αυτοκράτορας αφού κούρεψε την Ειρήνη, την έντυσε καλογερικά, την φόρτωσε στο βασιλικό καράβι και την εξόρισε στη νήσο της Προποντίδας την Πρίγκιπο. Τέσσερις ημέρες αργότερα το καράβι έφτασε στη Μυτιλήνη. Εξόριστη στη Λέσβο η βασίλισσα κατάλαβε την αμαρτωλότητά της. Εδώ πρωτόκλαψε και συνειδητοποίησε τον εγωϊσμό της. Έκλαψε και ταπεινώθηκε. Φορώντας το ράσο προσπάθησε να θαφτεί μέσα του. Τον βασιλικό θησαυρό τον έχτισε Εκκλησίες. Έφτασε στην Θερμή. Καθώς καθότανε είδε όραμα την Παναγία. Την διέταξε να χτίσει μοναστήρι. Το μοναστήρι της Καρυάς. Έχτισε το μοναστήρι που τιμόταν στο Γενέθλιο της Θεοτόκου και το οποίο καταστράφηκε το 1235 από τους πειρατές (στην θέση του ξανακτίστηκε μοναστήρι το 1433 και καταστράφηκε από τους Τούρκους το 1462 για να ξανακτιστεί το 1964 ως Ι.Μ. του Αγ. Ραφαήλ).

Τότε η Ειρήνη φύτεψε ένα κλώνο καρυδιάς για τον αδικοχαμένο γιο της και τον πότιζε με τα δάκρυά της. Τα επόμενα χρόνια η καρυδιά έγινε δέντρο θεόρατο και από μια πηγή βγαίνει αγίασμα μέχρι σήμερα. Όλα αυτά τα χρόνια πολλοί άνθρωποι βρήκαν την υγεία τους. Η αμαρτωλή βασίλισσα με την μετάνοια στο τέλος της ζωής στην Θερμή φέρεται να αγίασε. Εκείνον που πραγματικά μετανοεί και ταπεινώνεται, τον σκεπάζει η Χάρη του Θεού.
Η μετανοηθείσα Ειρήνη λογίζεται να έχει χτίσει και τον Ναό της Παναγίας Τρουλωτής στους Πύργους Θερμής με χρήματα που μάζεψε ζητιανεύοντας μετά από επιτίμιο που της επέβαλε ο πνευματικός της. Με το κτίσιμο του ναού θέλησε να ξεπλύνει με τα δάκρυα της μετανοίας της το βαρύ αμάρτημα της συνομωσίας για τον σφετερισμό του θρόνου της Βασιλεύουσας, που κατέληξε στην φυλάκιση και τύφλωση του γιου της Κωνσταντίνου ΣΤ΄, αν και κάποιοι βυζαντινοί συγγραφείς διαφωνούν στο θέμα συμμετοχής της Ειρήνης στην τύφλωση του γιου της».

Συμπεράσματα από την αφήγηση:

Η Ειρήνη λοιπόν, κατά την παράδοση της Λέσβου, μετανόησε, έκλαψε και μάλιστα, υπακούοντας στον πνευματικό της, έγινε ζητιάνα και μάζεψε χρήματα, με τα οποία έχτισε το ναό της Παναγίας Τρουλωτής μέσα στα πλαίσια του αγώνα της για εξιλέωση και σωτηρία της ψυχής της (το επιτίμιο αυτό είναι γνωστό και σε άλλες περιπτώσεις βαρέως αμαρτησάντων – για τη σημασία των επιτιμίων βλ. σχετικό άρθρο). Έτσι, αγίασε. Ο λαός της Λέσβου λοιπόν έχει στη μνήμη του παράδοση που λέει ότι η Ειρήνη αγίασε μετά από φοβερή συνειδησιακή συντριβή. Παρά ταύτα, το άρθρο δεν αναφέρει πουθενά ότι η Ειρήνη τιμήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ως αγία! Παρότι το άρθρο συνοδεύεται από ψηφιδωτό με τη μορφή της, που φέρει φωτοστέφανο, πρόκειται προδήλως για τυπική αυτοκρατορική απεικόνιση, που φέρει το φωτοστέφανο ως «πιστός βασιλεύς» (βασίλισσα, εν προκειμένω – αν και η Ειρήνη υπέγραφε «Ειρήνη πιστός βασιλεύς») και καθόλου δε σημαίνει ότι απεικονίστηκε ως αγία. Η συνήθεια αυτή υπήρχε στη Ρωμανία, δήλωνε ότι ο βασιλιάς επιτελεί ένα λειτούργημα δοσμένο από το Θεό και δεν έχει σχέση με «αγιοποίηση».

Το εν λόγω άρθρο λοιπόν μας παρέχει μία ακόμη απόδειξη ότι η Ειρήνη δεν τιμήθηκε ποτέ ως αγία (άσχετα αν έμεινε στη μνήμη του λαού ως τέτοια) ούτε και στη Λέσβο.

Αξίζει όμως να δούμε τη συνέχεια της αφήγησης:

«Μετέπειτα, όταν το 1235 καταστράφηκε από τους πειρατές το γυναικείο μοναστήρι των Καρυών, οι μόνοι που έζησαν τους επόμενους αιώνες στα αγιασμένα βουνά της Θερμής ήταν οι ασκητές οι οποίοι ομολογούσαν ότι: «Τούτος ο τόπος… είναι τόπος αγιασμένος, γεμάτος αίματα και πόνους, βάσανα μαρτύρων και αθώων τον έχουν αγιάσει… έζησαν και πέθαναν εδώ πρόσωπα που λογίζονται για σπουδαίοι. Έχουν αγιάσει. Γίνονται εδώ θαύματα και θεραπείες θαυμαστές… Σημεία πολλά. Σημεία και ονείρατα μου ξεκαθάριζαν τη σημασία του τόπου που πατάμε…» (Γέρων Ρουβήμ +1455). Ο Ρουβήμ έβλεπε επανειλημμένα σε οράματα την βασίλισσα Ειρήνη που του υποδείκνυε σημεία τα οποία οδήγησαν στην εύρεση του παλαιού μοναστηριού που η ίδια είχε χτίσει. Σ’ ένα από τα οράματα του Γέροντα φέρεται η Ειρήνη να τον προστάζει: «Αύριο Κυριακή της Ορθοδοξίας, η γιορτή μου. Ειρήνη η Βασίλισσα είμαι… Κίνα να πας στη Θερμή, στην Εκκλησία μου, της Παναγίας Τρουλωτής που λένε με τ’ όνομα. Να δώσεις στον παπά τ’ όνομά μου να μνημονέψει: Ειρήνης της πιστής Βασίλισσας και τελειωθείσης ως μοναχής». Η Ειρήνη εκοιμήθη στις 9 Αυγούστου του 803».

Ας σημειωθεί εδώ ότι οι άγιοι, εμφανιζόμενοι μετά την κοίμησή τους, δε ζητούν μνημόνευση από τους ιερείς, γιατί βρίσκονται ήδη στην κατάσταση πρόγευσης του παραδείσου και οι ίδιοι πρεσβεύουν για μας στο Θεό. Η Ειρήνη λοιπόν εδώ δεν συμπεριφέρεται ως αγία. Η παράκληση αυτή της Ειρήνης φανερώνει τη μεγάλη συντριβή της για τις αμαρτίες της που την ακολουθεί, κατά την παράδοση, ακόμη και μετά θάνατον.

Η παράδοση του λεσβιακού λαού ότι η Ειρήνη αγίασε, ζώντας ως μοναχή στις Καρυές, και αργότερα εμφανίστηκε στο μοναχό Ρουβήμ κ.τ.λ., καθώς και η ύπαρξη του ιαματικού αγιάσματος, καταγράφεται και στον ιστοχώρο http://www.agios-rafael.org/xronologiko%20istoriko.html.

Οι λόγιες πηγές

Τι λένε όμως οι λόγιες πηγές της σύγχρονης προς την Ειρήνη εποχής;

Οι ιστορικοί της Ρωμανίας («Βυζαντίου») κατέκριναν την Ειρήνη για τη σκληρότητα και τη φιλοδοξία της. Τέτοιοι είναι π.χ. ο Θεοφάνης, οι Συνεχιστές του Θεοφάνη, ο λαϊκός στιχοπλόκος Μανασσής κ.ά., οι οποίοι καταγγέλλουν την εγκληματική τύφλωση του γιου της Ειρήνης Κωνσταντίνου Στ΄ χαρακτηρίζοντάς την Παρδώ (λεοπάρδαλη) και Θυάδα, ενώ κατά το Θεοφάνη, PG, 108, 952, «εσκοτίσθη ο ήλιος ημέρας ιζ΄ και ουκ έδωκε τας ακτίνας αυτού… και πάντας λέγειν και ομολογείν ότι διά την του βασιλέως τύφλωσιν ο ήλιος τας ακτίνας απέθετο» (βλ. σχετικά Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Β1, 610-867, 2η έκδ., Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 149).

Ο χρονικογράφος Θεοφάνης αναφέρει την απολογία της Ειρήνης ενώπιον του σφετεριστή του θρόνου Νικηφόρου του από Γενικών (Θεοφάνους, Χρονογραφία, PG 108, 961). Εκεί η Ειρήνη ομολογεί ευθέως ότι ο Θεός την έφερε στην εξουσία ενώ ήταν ανάξια και ότι έχασε το θρόνο εξαιτίας των αμαρτιών της και δοξάζει το Θεό για όλα όσα της συνέβησαν: «Εγώ μεν, ω άνθρωπε, Θεόν ηγούμαι τον πριν ορφανευθείσαν υψώσαντά με, και επί τον θρόνον της βασιλείας αναξίαν ούσαν αναβιβάσαντά με, και την αιτίαν της καθαιρέσεως εμαυτή προσπάπτω και τοις εμοίς αμαρτήμασιν. Εν πάσι δε και κατά πάντα τρόπον είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον…».

Αναφέρει επίσης ότι ο Νικηφόρος την εξόρισε στην Πρίγκιπο, αλλά στη συνέχεια ανησύχησε μήπως ανακληθεί στην εξουσία, γιατί είδε «πάντας λυπουμένους κατ’ αυτού»: «Ιδών δε πάντας λυπουμένους κατ’ αυτού, και δεδιώς, μήπως μεμνημένοι της ευσεβούς Ειρήνης ευεργεσίας προσκαλέσωνται παλιν του κρατήσαι αυτήν…» (PG, 108, 964). Έτσι, την εξόρισε στη Λέσβο. Εκεί «ετελεύτησεν τη θ΄ του Αυγούστου μηνός της ια΄ ινδικτιώνος» (PG, 108, 964) και ετάφη στη μονή της Πριγκίπου που είχε ιδρύσει.

Δυστυχώς οι πηγές δεν αναφέρουν λεπτομέρειες για την παραμονή της στη Λέσβο, που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν την τοπική παράδοση που προαναφέραμε.

Εκτός αν σημαίνει κάτι η φράση που παρακάτω (PG, 108, 988) φέρεται να γράφει ο Θεοφάνης, «κατά μίμησιν της αγίας Ειρήνης».

Η φράση αυτή όμως παραδίδεται και με διαφορετική γραφή: «κατά μίμησιν της μακαρίας Ειρήνης» (βλ. κριτικό υπόμνημα στην ίδια σελ. της PG). Ο Σπυρίδων Λάμπρος επισημαίνει ότι οι λέξεις αυτές «απλούν έπαινον της αναστηλωσάσης τας εικόνας μαρτυρούσι και ουχί δήλωσιν, ότι Ειρήνη η Αθηναία υπό της καθ’ ημάς Εκκλησίας ενεγράφη εις τας αγίας» (βλ. παραπομπή αμέσως παρακάτω).

Ωστόσο, αν η ορθή γραφή είναι το «αγίας», είναι απίθανο να οφείλεται μόνο στην αναστήλωση των εικόνων, διότι: α) ο ίδιος ο Θεοφάνης, όπως είδαμε, διεκτραγωδεί έντονα τη σκληρότητα και τη φιλοδοξία της Ειρήνης, και β) δεν αναφέρεται έτσι σ’ αυτήν παρά μόνο μετά το θάνατό της. Πιθανόν λοιπόν να υπαινίσσεται ειλικρινή μετάνοια της Ειρήνης λίγο πριν το τέλος, που και πάλι –περιττό να το επαναλάβουμε– η αναφορά απλώς σε ένα Χρονικό (και μάλιστα με διφορούμενη γραφή) χωρίς κανένα άλλο στοιχείο στην Παράδοση της Εκκλησίας δε σημαίνει καθόλου «αγιοποίηση» από την Εκκλησία ούτε και απόδοση σ’ αυτήν τιμής ως αγίας. Εξάλλου, πιθανότατα η ορθή γραφή είναι το «μακαρίας», οπότε δεν έχει καν σχέση με το ζήτημα που εξετάζουμε εδώ.

Εσφαλμένες δυτικές αναφορές

Α) Γίββων και Γρηγορόβιος

Ο γνωστός ιστορικός Εδουάρδος Γίββων, στο κλασικό έργο του The history of the decline and fαll of the Roman empire, 1828, τ. VI, σ. 120, αναφέρει για την Ειρήνη: «Ο ζήλος αυτής περί την ανόρθωσιν των αγίων εικόνων ηξίωσεν αυτήν της προσηγορίας και των τιμών αγίας, ας και μέχρι σήμερον κατέχει εν τη ορθοδόξω Εκκλησία» (η επισήμανση δική μας).

Ο σπουδαίος Έλληνας ιστορικός Σπυρίδων Λάμπρος αναφέρεται αναλυτικά στο σφάλμα αυτό του Γίββωνα. Βλ. Σπυρ. Π. Λάμπρου, «Επανόρθωσις ιστορικού λάθους. Ειρήνη η Αθηναία – Ειρήνη η αγία», εν Ανθοστεφεί ημερολογίω, 1893, σ. 13 κ.ε., το οποίο περιλαμβάνεται και στο Λάμπρος Σπυρίδων, Μικταί σελίδες. Α΄ Λόγοι (1902-1905), Β΄ Επιστολαί (1899-1903), Γ΄ Μελέται (1874-1905), τυπ. Σακελλαρίου, Αθήναι 1905, σελ. 398-400.

Εξετάζοντας τις πηγές, υποστηρίζοντας και αυτός ότι η Ειρήνη η Αθηναία δεν τιμάται ως αγία στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η μόνη αγία Ειρήνη που βρήκε και που δεν ήταν μάρτυρας, «ούσα η σύζυγος του Ιωάννου Κομνηνού, είνε η θυγάτηρ του βασιλέως των Ούγγρων Λαδισλάου (1077-1095), ής το ουγγρικόν όνομα Πυρίσκα» και η οποία εορτάζεται τη 13η Αυγούστου, «καθ’ ην η ημετέρα Εκκλησία εορτάζει την μνήμην της αγίας Ειρήνης».

Και συνεχίζει: «Αλλά πού άραγε εστηρίζετο ταύτα γράφων ο Γίββων; Πιθανότατα εις σύγχυσιν εκ των εξής λέξεων του Θεοφάνους “κατά μίμησιν της αγίας Ειρήνης” και εις μη εξερεύνησιν των καθ’ έκαστον όσα εξετέθησαν ανωτέρω [σ.σ. τα περί της αγίας Ειρήνης συζύγου του Ιω. Κομνηνού]. Ότι δ’ αι λέξεις του εξόχως εικονοφίλου χρονογράφου Θεοφάνους απλούν έπαινον της αναστηλωσάσης τας εικόνας μαρτυρούσι και ουχί δήλωσιν, ότι Ειρήνη η Αθηναία υπό της καθ’ ημάς Εκκλησίας ενεγράφη εις τας αγίας, τρανότατ’ αποδεικνύει η διάφορος γραφή του κώδικος Α (Coislinianus) του χρονογράφου, όπου το αγίας έχει αντικατασταθή διά του μακαρίας. Αλλ’ εν τούτοις όμως το κύρος του Γίββωνος ήρκεσεν, όπως ανεξέλεγκτον παραλάβωσι μετ’ αυτόν την είδησιν οι πλείστοι των έκτοτε βυζαντινολογούντων και μη Εσπερίων συγγραφέων, και αυτοί οι νεώτατοι, ο Gregorovius και ο Prutz» (Σπ. Λάμπρος, ό.π., επισημ. δικές μας).

Συν τοις άλλοις η παραπάνω κρίση του συγγραφέα φανερώνει και την προχειρότητα, με την οποία μελετήθηκαν στη δύση τα δικά μας ιστορικά ζητήματα (ας μου επιτραπεί να το πω έτσι, κατά το «καθ’ ημάς» του αείμνηστου Λάμπρου), προχειρότητα που δυστυχώς ακόμη και σήμερα, παρά την πρόοδο της φιλολογίας, συνεχίζουν μερικοί εγχώριοι μελετητές.

Όπως ειπώθηκε ήδη, ένας από εκείνους που αναπαράγουν το λάθος είναι ο Γρηγορόβιος. Ο Σπ. Λάμπρος μεταφράζει στα ελληνικά το Gregorovius F., Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, Αθήναι 1904. Εκεί ο Gregorovius ισχυρίζεται (τόμ. 1, σ. 199) ότι η Ειρήνη η Αθηναία αγιοποιήθηκε επειδή αναστήλωσε τις εικόνες. Ο Λάμπρος, σε δική του υποσημείωση στην ίδια σελίδα και τόμο, αναφέρει:

«Επαναλαμβάνει ο Gregorovius ενταύθα λάθος, εις ό και άλλοι δυτικοί συγγραφείς επόμενοι εις τον Γίββωνα υπέπεσον. Η αγία Ειρήνη δεν είνε η Αθηναία, αλλ’ η θυγάτηρ του βασιλέως των Ούγγρων Λαδισλάου, ής το ουγγρικόν όνομα ήτο Πυρίσκα, η γενομένη σύζυγος του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Ιωάννη Κομνηνού. Ίδε Σπυρ. Π. Λάμπρου «Επανόρθωσις ιστορικού λάθους. Ειρήνη η Αθηναία – Ειρήνη η αγία», εν Ανθοστεφεί ημερολογίω, 1893, σ. 13 κ.ε., και του αυτού άρθρον «Irene, die Heilige» εν τω του Brockhaus Konversations – Lexicon εκδ. 14, τόμ. Θ΄, σ. 676».

Δυστυχώς, οι εκδόσεις «Κριτική», οι οποίες επανεξέδωσαν και μετέφρασαν στη δημοτική το 1990 το έργο του Γερμανού ιστορικού από το γερμανικό πρωτότυπο, δεν παρέθεσαν την επεξήγηση του Έλληνα ιστορικού, κι έτσι ο αναγνώστης διαβάζει μόνο την λανθασμένη άποψη του Γρηγορόβιου για τη δήθεν «αγιοποίηση» της Ειρήνης της Αθηναίας.

Β) ΘΗΕ και Βολλανδιστές

Ευθεία αναφορά γίνεται και στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, στο λήμμα «Ειρήνη η Αθηναία», ότι «η Εκκλησία τιμά την μνήμην της την 9ην Αυγούστου».

Κατ’ αρχάς, όπως αναφέραμε νωρίτερα, στις 9 Αυγούστου, ημερομηνία θανάτου της Ειρήνης, δεν υπάρχει εορτή προς τιμήν της, ούτε και μαρτυρείται ότι υπήρξε ποτέ. Αυτό και μόνο αρκεί για να κλείσει η συζήτηση: η ΘΗΕ κάνει λάθος. Όμως, για χάρη των αναγνωστών μας, ας το εξετάσουμε αναλυτικότερα.

Η Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία δεν είναι έκδοση της Εκκλησίας, ούτε κάποιο… «στρατευμένο» έργο, που αποσκοπεί να προπαγανδίσει στο κοινό τις «απόψεις της Εκκλησίας». Είναι μια ιδιωτική επιστημονική έκδοση και φυσικά ό,τι γράφει κάθε ένας από τους δεκάδες Έλληνες και ξένους επιστήμονες συνεργάτες της εκφράζει τον ίδιο και σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει όχι μόνο την Εκκλησία αλλά ούτε τον άλλο συνεργάτη, που γειτονεύει με το παραπάνω ή το παρακάτω λήμμα. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε εγκυκλοπαίδεια.

Η αναφορά λοιπόν στη ΘΗΕ είναι εσφαλμένη και (καθώς φαίνεται από την παραπομπή που τη συνοδεύει) έχει ληφθεί από τους δυτικούς Βολλανδιστές μοναχούς, που επίσης υπέπεσαν σε σύγχυση ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Βολλανδιστές ονομάζονται, από τον Ζαν Μπολάν ή Βολλάνδο (1596-1665), οι συνεχιστές του έργου του, Ρωμαιοκαθολικοί μοναχοί του βελγικού ιησουιτικού τάγματος, με επιστημονικό, αγιολογικό έργο.

Για την αναφορά αυτή διαβάζουμε στην ελληνική OrthodoxWiki (http://el.orthodoxwiki.org/%CE%93%CE%B5%CE%B4%CE%B5%CF%8E%CE%BD_%CE%9C%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AE%CE%BB), λήμμα «Γεδεών Μανουήλ», παραπομπή 7 (οι επισημάνσεις δικές μας):

«Στο άρθρο “Ειρήνη η Αθηναία” του Ν. Τωμαδάκη στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (τόμ. 5, στ. 446), βλέπουμε ότι μετά την υπογραφή του καθηγητή ξεκινά ένας πολύ σύντομος σπόνδυλος του άρθρου με τίτλο “Αγιολογία”. Εκεί αναφέρεται λιτά: “η Εκκλησία τιμά την μνήμην της την 9ην Αυγούστου”. Και προστίθεται σε παρένθεση: (BHG, Νο 2205), δηλ. παραπέμπει στο ευρετήριο αγιολογικών κειμένων Bibliotheca Hagiographica Graeca. Το περιεχόμενο όμως του ευρετηρίου αυτού παραπέμπει σε ποικίλα αγιολογικά έργα και χειρόγραφα (όπως το πολύτομο έργο των Βολλανδιστών, Acta Sanctorum), και δεν συμβαδίζει πάντα με το περιεχόμενο των λειτουργικών βιβλίων και συναξαρίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως τα Μηναία, στα οποία δεν περιέχεται μνημόνευσή της. Βεβαίως και πάλι, στην παραπάνω αναφορά της ΘΗΕ, δεν αναφέρεται πουθενά η λέξη «αγία». Μάλιστα, στο άρθρο της ΘΗΕ, το οποίο αφορά στο γιο της Ειρήνης, τον Κων/νο ΣΤ΄ (τόμ. 8, στ. 24) και έχει γράψει ο Τ. Γριτσόπουλος, καταλήγει: “εν τούτοις διά την αναστήλωσιν των εικόνων [η Ειρήνη] ωνομάσθη ευσεβής”, δεν αναφέρει όμως ότι “μνημονεύεται ως ευσεβής”».

Η τελευταία φράση σημαίνει ότι η Ειρήνη χαρακτηρίστηκε «ευσεβής» σε διάφορα κείμενα της εποχής της, όμως δε «μνημονεύεται» ως ευσεβής, ενν. στα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας.

Πώς όμως προέκυψε η αναφορά των Βολλανδιστών;

Την απάντηση σ’ αυτό το φιλολογικό πρόβλημα (γνωστή στους ερευνητές) τη διαβάζουμε στο http://orthodoxwiki.org/Irene_of_Athens. Εκεί, μεταξύ άλλων, γράφει:

Irene's place in the Orthodox Christian church is that of a strong defender of the veneration of images. This came at a critical point in history, when the eastern empire was controlled by iconoclasts. With the election of Tarasius as the Patriarch of Constantinople on December 25, 784, she was able to convene the Seventh Ecumenical Council. Initially convened in Constantinople on August 1, 786, the council was moved to Nicea in May 787 because of the instigated opposition in Constantinople of soldiers loyal to the iconoclasts who forced the dissolution of the 786 sessions. Learning from the experience in Constantinople, Irene arranged that the council in 787 would be away from the capital, in Nicea, which incidentally was the site of Constantine the Great's council of 325. This council, in contrast with the robbe council of 754 in Hieria, was attended by the patriarchs or their representatives. The council affirmed the principle of veneration of icons and declared iconoclasm a heresy. Theodore the Studite wrote a praising letter to Irene because of her work in supporting icons. This letter became the beginning of the misconception that Irene is considered a saint in the Eastern Orthodox Church. Though this claim is not supported by the Menaion, the "Lives of Saints" by Nikodemos the Hagiorite, or any other related book of the Orthodox Church, some Western sources still cite Irene as a saint of the Orthodox Church, based on the writings of the Bollandists.

Μετάφραση του αποσπάσματος [οι επισημάνσεις δικές μας]:

«Η θέση της Ειρήνης Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία είναι αυτή της σθεναρής υπερασπίστριας της τιμής προς τις εικόνες.» [Στη συνέχεια εξιστορεί σύντομα τα γεγονότα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου]. «Ο Θεόδωρος ο Στουδίτης, εξαίροντας [τη σημασία της Συνόδου], έγραψε μια επιστολή προς την Ειρήνη, λόγω της προσφοράς της στην υποστήριξη των εικόνων.This letter became the beginning of the misconception that Irene is considered a saint in the Eastern Orthodox Church. Η επιστολή αυτή έγινε η αφορμή της λανθασμένης αντίληψης ότι η Ειρήνη θεωρείται αγία στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία.Though this claim is not supported by the Menaion , the "Lives of Saints" by Nikodemos the Hagiorite , or any other related book of the Orthodox Church, some Western sources [2] still cite Irene as a saint of the Orthodox Church, based on the writings of the Bollandists. Αν και ο ισχυρισμός αυτός δεν υποστηρίζεται από το Μηναίο, τους βίους αγίων του Νικόδημου Αγιορείτη ή κάθε άλλο σχετικό βιβλίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ορισμένες δυτικές πηγές εξακολουθούν να αναφέρουν την Ειρήνη ως αγία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με βάση τα συγγράμματα των Βολλανδιστών».

Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης

Η επιστολή αυτή του αγίου Θεοδώρου είναι η Επιστολή ζ΄, «Ειρήνη βασιλίσση», την οποία βλ. στο Patrologia Graeca 99, 929-933.

Οι δυτικοί ερευνητές –όπως και πολλοί εγχώριοι μαθητές τους– δε γνωρίζουν τη διαφορά ανάμεσα στην αγιότητα, ως κατάσταση και τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου, και στην τιμητική ή άλλη μνημόνευση ενός προσώπου. Θεωρούν ότι «άγιος» είναι ένας τιμητικός τίτλος που αποδίδεται από την Εκκλησία στο ένα ή το άλλο πρόσωπο. Το ίδιο νομίζουν, ακολουθώντας τους με θρησκευτική ευλάβεια, οι αγαπητοί επικριτές μας.

Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, τώρα, είναι ένα κόκκινο πανί για τους συστηματικούς επικριτές του χριστιανισμού, που τον συκοφαντούν ως φανατισμένο καλόγερο, όπως συκοφαντούν εμάς τους εικονόφιλους (και όχι «εικονολάτρες») ως θρησκόληπτους και περίπου ειδωλολάτρες. Έχουμε διαβάσει και τον ευγενέστατο χαρακτηρισμό… ξυλολάτρες! Για το θέμα της εικονομαχίας οφείλουμε να παραπέμψουμε κάθε ενδιαφερόμενο στο: http://www.oodegr.com/oode/orthod/praktikes/eikonoklastes_karkagiannis_1.htm.

Για τον άγιο Θεόδωρο πρέπει να σημειώσουμε ότι, παρά την ανυποχώρητη στάση του σε ζητήματα ορθής πίστης, στην πραγματικότητα κινούνταν μέσα στα όρια της χριστιανικής αγάπης. Γι’ αυτό και αντέδρασε έντονα στο διωγμό κατά των παυλικιανών από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Ραγκαβέ και στο θέμα της πιθανής απέλασης των Βουλγάρων προσφύγων στον Κρούμο, πράγμα που γι’ αυτούς θα σήμαινε βέβαιο θάνατο (βλ. Steven Runciman, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, μτφρ. Ιωσήφ Ροηλίδης, Δόμος 2005, σελ. 87).

Αξιοσημείωτη είναι η άποψη του σπουδαίου ερευνητή της ιστορίας και του πολιτισμού της Ρωμανίας Μανουήλ Γεδεών (δηλαδή μία ακόμη ορθόδοξη πηγή του 19ου αιώνα, εξαιρετικά υψηλού επιστημονικού επιπέδου) επισημαίνει το λάθος στο κλασικό έργο του Βυζαντινόν Εορτολόγιον. Μνήμαι των από του Δ΄ μέχρι του ΙΕ΄ αιώνος εορταζομένων αγίων, εν Κωνσταντινουπόλει 1899, σελ. 24. Εκεί γράφει:

«Αν δε ποθ’ ευρεθή εν χειρογράφοις Συναξαρίοις ή Μηναίοις η μνήμη και της αλαζόνος βασιλίδος Ειρήνης της Αθηναίας, οφείλομεν και τούτο εις τον ηγούμενον του Στουδίου Θεόδωρον• αυτός εν επιστολή προς αυτήν λαμπρώς εγκώμιον αυτή πλέκων επαινεί…» (βλ. λήμμα «Γεδεών Μανουήλ», στο http://el.orthodoxwiki.org/%CE%93%CE%B5%CE%B4%CE%B5%CF%8E%CE%BD_%CE%9C%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AE%CE%BB).

Ο Γεδεών δεν εννοεί ότι ο άγιος Θεόδωρος… «ενέταξε την Ειρήνη στα αγιολόγια» (πράγμα που και εκ των πραγμάτων δε θα μπορούσε να κάνει), αλλά ότι, «αν βρεθεί πουθενά τέτοια αναφορά» (ο ίδιος ο Γεδεών παραθέτει την αναφορά του Λαυριωτικού Συναξαριστή, που, όπως είπαμε, την αναφέρει απλώς ως «ευσεβή»), θα οφείλεται στην επιστολή του αγίου Θεοδώρου, για την οποία ισχύει ότι έγραψε ο Λάμπρου για το Θεοφάνη: εκφράζει ένα απλό έπαινο προς τη βασίλισσα, λόγω της κοσμοϊστορικής σημασίας κίνησής της για την αναστήλωση των εικόνων, και καθόλου δε σημαίνει αναγραφή της στο αγιολόγιο – άλλωστε η επιστολή εστάλη, φυσικά, στην Ειρήνη ενώ …ζούσε, ενώ στο αγιολόγιο γράφεται κάποιος μόνο μετά την κοίμησή του και μάλιστα αρκετά χρόνια μετά.

Παράρτημα: Για την Ειρήνη και το έργο της

Η Ειρήνη η Αθηναία άξιζε να μνημονεύεται και να γίνεται σύναξη προς τιμήν της; Άξιζε έστω να γίνεται μνημόσυνο για την ανάπαυσή της; Βεβαίως. Εκτός από το ότι για κάθε άνθρωπο αξίζει να γίνονται μνημόσυνα και να επιθυμούμε την ανάπαυσή του, η Ειρήνη σε δεδομένη στιγμή έπαιξε πολύ θετικό ρόλο στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Η προσπάθειά της για κατάπαυση της Εικονομαχίας (ενός μάταιου εμφύλιου πολέμου, που ταλαιπωρούσε ήδη τότε τη χώρα για δεκαετίες) είναι αδιαμφισβήτητα μια μεγάλη προσφορά της όχι μόνο στη χώρα που κυβερνούσε, αλλά συνολικά στο δυτικό και τον παγκόσμιο πολιτισμό. Άσχετα από τις αβάσιμες κατηγορίες των ιδεολογικών αντιπάλων του χριστιανισμού, ότι δήθεν οι χριστιανοί συντηρούμε ένα είδος ειδωλολατρίας χρησιμοποιώντας εικόνες, η ορθόδοξη εικονογραφία συνιστά ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στην ιστορία της τέχνης.

Μια τελική επικράτηση των εικονομαχικών ιδεών θα σήμαινε όχι μόνο καταστροφή ήδη φιλοτεχνημένων υπέροχων έργων τέχνης, αλλά και αναστολή των μεγάλων εικονογραφικών ρευμάτων που αναπτύχθηκαν στη συνέχεια στο ρωμαϊκό, «μετα-ρωμαϊκό» (τουρκοκρατούμενο) και σλαβικό ορθόδοξο χώρο, που έδωσε αθάνατα αριστουργήματα. Δεν θα υπήρχε λοιπόν ούτε Θεοφάνης, ούτε Μιχαήλ Δαμασκηνός, ούτε Κλώντζας, ούτε Τζάνες, ούτε Πανσέληνος (τους ξέρουν αυτούς οι όψιμοι υποστηρικτές της Εικονομαχίας;), ούτε Ρουμπλιώφ, ούτε Κόντογλου, ούτε φυσικά Θεοτοκόπουλος, ούτε και Θεόφιλος. Ακόμη, ας μου επιτραπεί να το πω, ούτε και Τσαρούχης. Κι αν λοιπόν η Εικονομαχία δεν ήταν μια ακραία χριστολογική αίρεση, που έθετε σε κίνδυνο την αιώνια σωτηρία των ανθρώπων (πράγμα, για το οποίο αδιαφορούν οι φανατικοί πολέμιοι του χριστιανισμού, που εσπευσμένα και πρόχειρα αυτοανακηρύσσονται «άπιστοι»), ακόμη κι αν οι υποστηρικτές της δεν ήταν μια οργανωμένη συμμορία δολοφόνων και βασανιστών που κομμάτιαζαν τους αντιφρονούντες, και μόνο για καθαρά πολιτισμικούς λόγους η «εικονοφοβία» τους θα έπρεπε να σταματήσει.

Για να προλάβω το ενδεχόμενο να απαντήσει κάποιος ότι οι εικονομάχοι δεν ήταν φανατικοί και δολοφόνοι, αλλά φωτισμένοι μεταρρυθμιστές, παραθέτω απόσπασμα από το έργο της Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου Βυζαντινή Ιστορία, Β1, 610-867, 2η έκδ., Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 105-106, ενώ βλ. και σελ. 118-119:

«Η ιστοριογραφία του ΙΘ΄ αιώνος ιδία, αφορμωμένη εκ των κρατουσών την εποχήν εκείνην αντιλήψεων και θεωρούσα αδιανόητον την ύπαρξιν μεταρρυθμιστικής κινήσεως, ξένης προς κοινωνικάς μεταρρυθμίσει, ανεζήτει εις την εικονομαχίαν κοινωνικάς προεκτάσεις. Απηλλαγμένη παλαιοτέρων προκαταλήψεων η σύγχρονος ιστοριογραφία εντάσσει την κατανόησιν γεγονότων και κοινωνικών φαινομένων εις το ιστορικόν πλαίσιον της εποχής.

»Κατά την άρχουσαν σήμερον γνώμην, τόσον η αντιμοναχική πολιτική, όσον και τα εις βάρος της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας υπό της Πολιτείας ληφθέντα μέτρα, υπήρξαν φαινόμενα δευτερογενή, όλως ξένα προς τον πρωτογενή χαρακτήρα του διωγμού των εικόνων και επεβλήθησαν εκ των υστέρων ένεκα της μοναχικής αντιδράσεως εις την αυτοκρατορικήν πρωτοβουλίαν [ΟΟΔΕ: δηλ. την «πρωτοβουλία» κατά των εικόνων]. Αξιόλογος θεσμική μεταβολή, εμφαίνουσα νεωτερικάς αντιλήψεις, δεν διεπιστώθη κατά την περίοδον της εικονομαχίας. […]

»Η σημερινή έρευνα αποκλείει κίνητρα οικονομικά και κοινωνικά και θεωρεί πρωτογενή παράγοντα τον θρησκευτικόν και πνευματικόν» (οι επισημάνσεις δικές μας).

Η δε κατηγορία ότι δήθεν είμαστε… «ξυλολάτρες» αποδεικνύει μόνο το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία των αδελφών μας κατηγόρων, που αγνοούν και στοιχειωδώς την αλήθεια για τη θεολογία των εικόνων και την τιμητική (όχι λατρευτική) αντιμετώπισή τους από τους ορθόδοξους. Ακόμη κι αν κατά την Εικονομαχία υπήρξαν κάποιες ομάδες ακραίων εικονολατρών, οι ορθόδοξοι (και η τάση που επικράτησε τελικά και επικρατεί ώς σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία) δεν είμαστε εικονολάτρες αλλά εικονόφιλοι –φίλοι των εικόνων, όχι λάτρεις τους. Αυτό επιθυμούν διακαώς να το αγνοούν οι αδελφοί μας, που μας πειράζουν συνεχώς με τις συκοφαντίες τους, ας είναι καλά. Το παράξενο είναι ότι ποτέ δεν κατακρίνουν τους παγανιστικούς πολιτισμούς για τις δεισιδαιμονίες τους, ούτε υποτιμούν τα παγανιστικά θρησκευτικά έργα τέχνης, τα μόνα που σέβονται ως αξιόλογα, ακόμη κι αν πρόκειται για ξόανα.

Οι δύο φάσεις της Ειρήνης

Ο Στήβεν Ράνσιμαν επισημαίνει: «Αν η Ειρήνη είχε πεθάνει αμέσως μετά τη Σύνοδο της Νικαίας [Ζ΄ Οικουμενική], η ιστορία θα την θεωρούσε ως σοφή και συνετή κυβερνήτη, που είχε ξαναεισαγάγει τη λατρεία των εικόνων με τη μικρότερη συγκριτικά επιθετικότητα και ταραχή. Το υπόλοιπο όμως της σταδιοδρομίας της είναι λιγότερο θαυμαστό, εξαιτίας της αγάπης της προς την εξουσία» (Η Βυζαντινή Θεοκρατία, σελ. 85).

Ας προσθέσουμε δύο σημαντικές λεπτομέρειες: α) Η Ειρήνη δεν επέβαλε ως αυτοκρατορική διαταγή την αναστήλωση των εικόνων, αλλά συγκάλεσε Οικουμενική Σύνοδο, δηλαδή ενεργοποίησε τον ανώτερο και δημοκρατικότερο θεσμό που υπήρχε και υπάρχει στην Ορθοδοξία. β) Η Ειρήνη δεν επέβαλε ποινές στους εικονομάχους, αλλά τους αμνήστευσε, παρά το γεγονός ότι είχαν διαπράξει σκληρότατα εγκλήματα. Τέτοιος ήταν π.χ. ο στρατηγός Μιχαήλ Λαχανοδράκων, ένας από τους επαρχιακούς κυβερνήτες που, κατά την Εικονομαχία, «κέρδισαν την επιδοκιμασία του αυτοκράτορα [Κων/νου Ε΄] με την πρωτοφανή τους αγριότητα» (Στ. Ράνσιμαν, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, ό.π., σελ. 78 – για την αιματηρή δράση του Λαχανοδράκοντος κατά των εικονοφίλων βλ. π.χ. Θεοφάνους Χρονογραφία, PG, 108, 900). Η αυτοκράτειρα περιορίστηκε στον εκκλησιαστικό αφορισμό (αποχαρακτηρισμό ως χριστιανών) που τους επιβλήθηκε από τη Σύνοδο (ο χαρακτηρισμός αυτός επιβλήθηκε προσωπικά στους πρωτεργάτες αυτοκράτορες και κατόπιν γενικά σε εκείνους που ασπάζονται τις εικονομαχικές ιδέες, όχι προσωπικά).

Επίσης, μαζί με τον πατριάρχη Ταράσιο, συναίνεσε να παραμείνουν στις θέσεις τους οι επίσκοποι που υπήρξαν εικονομάχοι, επειδή είχαν γεννηθεί μέσα σ’ αυτή την κατάσταση («ημείς ούτε βίαν υπεμείναμεν ούτε παρεσύρημεν, αλλ’ εν ταύτη τη αιρέσει ημών γεννηθέντες ανετράφημεν και ηυξήνθημεν», όπως παραδέχτηκε ο επίσκοπος Νικαίας Υπάτιος), αρκεί βέβαια να εγκατέλειπαν τις εικονομαχικές τους αντιλήψεις (όπως ήταν φυσικό άλλωστε).

Αυτά σημαίνουν ότι διέθετε ακόμη κάποια χριστιανική και ανθρωπιστική συνείδηση όταν συνέβαιναν τα παραπάνω.

Ο εικονομάχος σύζυγος της Ειρήνης

Άραγε «πρόδωσε τον εικονομάχο σύζυγό της» η Ειρήνη αναστηλώνοντας τις εικόνες, όπως την κατηγορεί αντιχριστιανικό μπλογκ;

Ακόμη κι αν είχε συμβεί αυτό, δε θα ήταν προδοσία – αλλιώς, κάθε σύζυγος θα πρέπει να αφήνει αδιόρθωτα τα σφάλματα του συζύγου της και να επιτρέπει να διαιωνίζονται οι συνέπειές τους, για… για ποιο λόγο άραγε; Μήπως επειδή είναι γυναίκα; Αυτή την ιδέα έχουν άραγε οι επικριτές μας για τις πρωτοβουλίες των γυναικών (ότι πρέπει ισόβια να ακολουθούν τη γραμμή του αποθανόντος συζύγου τους ακόμη κι αν διαφωνούν), αυτοί που, κατά τα άλλα, τολμούν να κατηγορούν το χριστιανισμό για… υποβάθμιση της γυναίκας; (επ’ αυτό βλ. http://www.oodegr.com/oode/orthod/praktikes/orthod_gynaikes_1.htm).

Ωστόσο, η Ειρήνη είχε δηλώσει την άποψή της ήδη ενώ ζούσε ο σύζυγός της, ο αυτοκράτορας Λέων Δ΄, γιος του σκληρού εικονομάχου Κωνσταντίνου Ε΄ του «Κοπρώνυμου» και της επίσης εικονόφιλης συζύγου του Κωνσταντίνου Ειρήνης της «Χαζάρας» (έτσι την αποκαλούσαν ειρωνικά οι εικονομάχοι). Άραγε δεν καταπιεζόταν η Ειρήνη η Χαζάρα (πεθερά της Ειρήνης της Αθηναίας) βλέποντας το σύζυγό της να διατάζει την κατακρεούργηση των ορθοδόξων; Αν αντιδρούσε, θα είχε «προδώσει» το σύζυγό της ή θα είχε υπερασπιστεί τα αθώα θύματα ενός παράλογου διωγμού;

Ο Λέων Δ΄ ήταν μετριοπαθής εικονομάχος και τιμώρησε ως εικονόφιλους μόνο μερικούς ανώτερους αυλικούς το Μάρτιο του 780, λίγους μήνες πριν πεθάνει (κατά το Ράνσιμαν, Βυζαντινή Θεοκρατία, σελ. 79, τους τιμώρησε λόγω της επιρροής του σκληρού εικονομάχου πατριάρχη Παύλου Δ΄).

«Το πλέον αξιομνημόνευτον γεγονός της βραχείας αυτού βασιλείας (14 Σεπτεμβρίου 775 – 8 Σεπτεμβρίου 780) υπήρξεν η κατάπαυσις του διωγμού των εικονολατρών. Εις τούτο δεν φαίνεται να ήτο αμέτοχος και η δυναμική βασιλική σύζυγος» (Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, ό.π., σελ. 130 – ομοίως και Ράνσιμαν, ό.π.). Με δυο λόγια, η Ειρήνη φαίνεται πως είχε παρέμβει για να πάψει ο διωγμός των εικονόφιλων ενώ ακόμη ζούσε ο σύζυγός της Λέων Δ΄. Δεν έπραξε λοιπόν, μετά το θάνατό του, κάτι μη αναμενόμενο.


www.oodegr.com