Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Πώς προσεύχεσαι;


(Αγ. Κασσιανός ο Ρωμαίος)


Αν παρακαλούσαμε κάποιον άρχοντα – όχι για να μας γλιτώσει τη ζωή μας, αλλά απλά για να μας κάμει κάποια μικρή «καλωσύνη», – δεν θα προσηλώναμε σ’ αυτόν τα μάτια μας και την καρδιά μας; Δεν θα «κρεμόμασταν» κυριολεκτικά οπό την όψη του προσώπου του, με έντονη προσοχή, για να εισπράξουμε τη συγκατάθεσή του έστω με ένα νεύμα του; Δεν θα τρέμαμε, μήπως κάποιος ακατάλληλος ή αδέξιος δικός μας λόγος τον ερεθίσει και του κόψει την καλή για μας διάθεση;


Αν βρισκόμαστε σε κάποιο δικαστήριο και είχαμε απέναντί μας τον αντίδικο, και εμείς την πιο κρίσιμη ώρα αρχίζαμε να βήχουμε, να φτύνουμε, να γελάμε, να χασμουριόμαστε ή να κοιμόμαστε, τότε, δεν θα έσπευδε αμέσως η άγρυπνη κακή διάθεση του αντιπάλου μας να ξεσηκώσει εναντίον μας την αυστηρή κρίση του δικαστή;

* * *

Τώρα λοιπόν, που παρακαλούμε τον Ουράνιο Κριτή, τον αλάθητο μάρτυρα όλων των μυστικών της καρδιάς μας, και Τον ικετεύουμε να μας λυτρώσει οπό τον αιώνιο θάνατο – ενώ παράλληλα έχουμε απέναντι μας τον κακόβουλο και σκληρό κατήγορό μας διάβολο – δεν θα πρέπει να εντείνουμε την προσοχή και να κάνουμε όσο μπορούμε πιο θερμή την προσευχή μας; Δεν θα πρέπει να παρακαλούμε επίμονα τον Κύριο, να μας δώσει έλεος και ευσπλαχνία;

Τί λέτε; Δεν θα είμαστε και εμείς ασφαλώς ένοχοι – και μάλιστα όχι για κάποιο ελαφρό αμάρτημα, αλλά για μια πολύ σοβαρή ασέβεια – αν, την ώρα που στεκόμαστε ενώπιον του Θεού, παύουμε να έχουμε την αίσθηση της παρουσίας Του και νιώθουμε σαν να έχουμε μπροστά μας έναν κάποιον, …τυφλό και κουφό ακροατή;

* * *

Διαφορετικά, γιατί δεν χύνουμε ούτε ένα δάκρυ για την χλιαρότητά μας ή για την οκνηρία, που μας απομακρύνει οπό την προσευχή;

Διαφορετικά, γιατί δεν το θεωρούμε πτώση μας, το ότι κατά τη διάρκεια της προσευχής αφήνουμε το νου μας να αιχμαλωτίζεται – έστω και για λίγο – οπό λογισμούς άσχετους και ξένους για τα λόγια της προσευχής μας;

Γιατί να μη θρηνούμε και να μη ζητάμε γι’ αυτή την πτώση μας το έλεος του Θεού;

Γιατί να μη καταλαβαίνουμε, τί μεγάλη ζημιά παθαίνει η ψυχή μας, όταν ξεφεύγει ο νους μας από τη μνήμη του Θεού, και καταντάει να σκέφτεται πράγματα άλλα; Δεν το καταλαβαίνουμε ότι έτσι μας εμπαίζουν οι δαίμονες;

Αυτά εμείς.

Αντίθετα οι άγιοι, έστω κι αν για μια στιγμή τους νικούσαν λογισμοί και τους αποσπούσαν ακούσια οπό την προσευχή, αυτό το θεωρούσαν σαν ένα είδος ιεροσυλίας. Και παρ’ όλο που με αστραπιαία ταχύτητα επανέφεραν τους «οφθαλμούς» της καρδιάς τους προς τον Θεό, κατηγορούσαν τους εαυτούς τους ότι είναι ασεβείς. Τα σκοτάδια των γήινων λογισμών, έστω κι αν ήσαν φευγαλέα, τους ήσαν κάτι το ανυπόφορο. Και απεχθάνονταν καθετί, που απομάκρυνε το νου τους οπό το Φως το Αληθινό.
















(Πηγή: askitikon.eu)
www.alopsis.gr

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Του αγίου Αμβροσίου Μεδιολάνων




«Ό μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι...»





ΤΟΝ ουρανό της Εκκλησίας ανατέλλει, αγαπητοί μου, ένα αστέρι πρώτου μεγέθους είναι ό άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων, μεγάλος εκκλησιαστικός πατήρ.

Με συγκινεί ό άγιος Αμβρόσιος για δύο λόγους. Πρώτον, διότι αυτός υπήρξε ό πνευματικός πατήρ και διδάσκαλος του Ιερού Αυγουστίνου, του οποίου εγώ ανάξιος φέρω το όνομα. Και δεύτερον, διότι το όνομα του έλαβε Και ένας από τους πρώτους μαθητάς μου στο Μεσολόγγι, Ο Έλευθερουπόλεως Αμβρόσιος, εκλεκτός Ιεράρχης πού βρίσκεται ήδη στην αιωνιότητα. Για τον άγιο Αμβρόσιο Μεδιολάνων, λοιπόν, θα πούμε λίγες λέξεις.

Ό άγιος Αμβρόσιος έζησε τον τέταρτο αιώνα. Ήταν σύγχρονος του Μεγάλου Βασιλεί­ου, ό όποιος του έγραψε και επιστολή. Γεννήθηκε όχι στην Ανατολή αλλά στη Δύσι, στην πρωτεύουσα της Ιταλίας, τη 'Ρώμη.

Κατήγετο από υψηλή οικογένεια. Ως νέος ήταν ευφυής, δεκτικός μαθήσεως. Φοίτησε σε σχολές και πανεπιστήμια του καιρού εκείνου. Αρίστευσε και εισήλθε στο διοικητικό σώμα. Ως χαρακτήρας ήταν ευθύς, δίκαιος, απροσωπόληπτος. Έγινε συγκλητικός, και ανήλθε τις βαθμίδες της διοικήσεως. Αφού έγινε έπαρχος, νομάρχης, υπουργός, οι ευσεβείς υιοί και διάδοχοι του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ό Κωνσταντίνος και ό Κώνστας, τον έκαναν τέλος δι­οικητή όλης της Ιταλίας. Διοικούσε με άκρα δικαιοσύνη. Και ενώ ήταν ακόμη εθνικός Ρωμαίος πολίτης, ζούσε ήδη σαν Χριστιανός.

Συνέβη όμως στην εποχή του το εξής γεγονός. Πέθανε στα Μεδιόλανα (το σημερινό Μιλάνο) ό επίσκοπος, και επρόκειτο να γίνει εκλογή. Οί εκλογές των επισκόπων δεν εγίνοντο τότε όπως σήμερα, πού μαζεύονται οι δεσποτάδες στην Αθήνα και εκλέγουν. Όχι δεν είναι αυτός ό ορθός τρόπος. Στα παλιά τα ευλογημένα χρόνια ή εκλογή γινόταν από το λαό. -Όπως δηλαδή τώρα εκλέγουμε τον πρόεδρο της κοινότητος, το δήμαρχο, το βουλευ­τή, έτσι τότε, όταν πέθαινε ένας επίσκοπος, μαζευόταν ό κλήρος και ό ευσεβής λαός, άντρες - γυναίκες, και έκαναν εκλογή. Και εκλεγόταν εκείνος πού ήθελε ό Θεός και ό λαός· ήταν λαοπρόβλητος και θεοπρόβλητος. Σήμερα, ως επί το πλείστον, εκλέγονται άνθρωποι πού δέ' γνωρίζουν το λαό πού πηγαίνουν να ποιμάνουν. Μένουν στην Αθήνα συνήθως, είναι κοντά στον αρχιεπίσκοπο, τον κολακεύουν και τον θυμιατίζουν αυτοί βγαίνουν. Εγώ αγωνίζομαι να επανέλθει ό ευλογημένος τρόπος πού εξελέγη ό άγιος Αμβρόσιος.

Πώς έγινε ή εκλογή του. Οι Χριστιανοί εί­χαν διαιρεθεί κι ό καθένας υποστήριζε το δικό του υποψήφιο. Κ' ενώ γινόταν οχλαγωγία, ξα­φνικά ακούστηκε μια φωνή· «Τον Αμβρόσιο επίσκοπο!». Ποιος φώναξε; άγγελος; άνθρωπος; Ένα παιδί! Το φώτισε ό Θεός· γιατί τα μικρά παιδιά είναι σαν άγγελοι. Ή αγνή αυτή φωνή ακούστηκε· κι αμέσως όλοι, γνωρίζοντας το χαρακτήρα του έπαρχου, συμφώνησαν. Είπαν «Αμβρόσιος»· με τη συγκατάθεση δε και του βασιλέως Ουαλεντινιανού βγήκε παμψηφεί.

Ό ίδιος δεν ήθελε. Προσπάθησε να φυγή. Αντιστάθηκε, έφερε επιχειρήματα· αλλά τέλος υποχώρησε και έγινε. Πρώτα βαπτίσθηκε, με­τά έγινε αναγνώστης, μετά διάκονος, μετά πρεσβύτερος, και μετά χειροτονήθηκε επίσκοπος, επίσκοπος Μεδιολάνων.

Τι έκανε ως επίσκοπος; Ένας ιστορικός λέει, ότι υπήρξε καταπληκτικός. Προκάλεσε το θαυμασμό· ή φήμη του έφθασε στα πέρατα της γης. Τρία περιστατικά από τον βίο του θα σας διηγηθώ, για ν' αντιληφθείτε Τι γίγας υπήρξε. Το ένα. ήταν υπέρ του γάμου· αλλά παρα­πάνω από το γάμο ήταν φλογερός κήρυξ της παρθενίας. Από τα κηρύγματα του αρκετές νέες αριστοκρατικών οικογενειών αφιερώθη­καν στο Χριστό Και σχημάτισαν ολόκληρο τάγμα. Τρόμαξαν τότε οι μανάδες και δεν έστελναν πλέον τα κορίτσια τους στα κηρύγμα­τα του, από φόβο μήπως γίνουν και αυτά παρθένες. Οι δε εχθροί του διέδιδαν, ότι αυτός με τη διδασκαλία του υπέρ της παρθενίας θα κάνη το ανθρώπινο γένος να σβήσει...

Τι απήντησε ό Αμβρόσιος; Είπε, ότι δεν κινδυνεύει ό κόσμος εάν μερικά κορίτσια αφοσιωθούν στο Θεό Και στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Ό κόσμος δέ' θα χαθεί από την εγκράτεια και την παρθενία· ό κόσμος—προφήτευσε— θα χαθεί από την ακολασία του, από τη διαφθορά ανδρών και γυναικών.

Προφητικός ό λόγος του. Και σ' εμάς τα ίδια γίνονται. Εμποδίζουν τα παιδιά να πάνε στα κατηχητικά σχολεία, μήπως ακολουθήσουν τον άγαμο βίο. Άλλα πόσα είν' αυτά; Δέ' θα χαθεί ό κόσμος αν, μέσ' στα χίλια παιδιά, ένα αφιερωθεί στο Θεό. Ό κίνδυνος είναι στη διαφθορά. Ή Ελλάς κινδυνεύει να σβήσει από το χάρτη εξ αιτίας των τετρακοσίων χιλιά­δων εκτρώσεων πού γίνονται κάθε χρόνο!

• Το άλλο περιστατικό. Μια μέρα χτύπησε τη μητρόπολη του μια χήρα γυναίκα πού έκλαιγε.
—Γιατί κλαις; —Για το παιδί μου. —είναι άρρωστο; —Όχι είναι ζωηρό, πολύ άτακτο. Δέ'
μ' ακούει. Κάνει κακές παρέες, γυρίζει μέρα -νύχτα. Αχ, θα χάσω το παιδί μου!...

Ό ιερός Αμβρόσιος την παρηγόρησε και της είπε·

—Παιδί, πού ή μάνα του προσεύχεται και κλαίει, δε' θα χαθεί. Ποια ήταν ή μάνα αυτή; Ή Μόνικα. Και το παιδί; Ό ιερός Αυγουστίνος.
Από τα δάκρυα της αγίας εκείνης γυναίκας βγήκε ο Ιερός Αυγουστίνος, τον όποιο έπειτα δίδασκε και κατηχούσε ό άγιος Αμβρόσιος.

• Και το τρίτο περιστατικό. Αυτοκράτωρ ήταν τότε ό Μέγας Θεοδόσιος. Αυτός Τι έκανε; Στη
Θεσσαλονίκη ό λαός, ενοχλημένος από τους φόρους του, επαναστάτησε και σκότωσε μερι­κούς αξιωματικούς και στρατιώτες. Ό Θεοδόσιος διέταξε το στρατό, την ώρα πού ό κόσμος ήταν μαζεμένος στο στάδιο να παρακολουθήση αγώνες, να βγάλουν τα σπαθιά και να κά­νουν σφαγή. Και σφάξανε πόσους; Εφτά χιλιάδες ανθρώπους! Κοκκίνισε ή Θεσσαλονίκη α­πό το αίμα. Ποιος τώρα να διαμαρτυρηθεί; Κανείς. Ένας μόνο τόλμησε· ό Αμβρόσιος.

Ό Θεοδόσιος πήγε στα Μεδιόλανα. Κ' ενώ τα χέρια του στάζανε αίμα, είχε την τόλμη να πάει στο ναό με την ακολουθία του. Μπήκε μέσα; Δέ' μπήκε! Στην πόρτα στάθηκε ό Αμβρόσιος· —Δέ' θα προχώρησης! Δεν είσαι άξιος να μπρος στην εκκλησία. Αμάρτησες, σκό­τωσες χιλιάδες. —Μα, λέει, και ό Δαβίδ σκότωσε. —Ναι, του άπαντα ό Αμβρόσιος, αλλά με­τανόησε. Κ' εσένα τότε θα σε δεχτώ... Του έβαλε κανόνα· εννιά μήνες έκλαιγε κι αναστέναζε· και μετά —όχι πλέον με βασιλικά στέμματα, αλλά ταπεινός και κλαίων— ήρθε στο ναό. Τότε τον δέχθηκε ό Αμβρόσιος.

Ποιος παπάς ή ποιος δεσπότης θα σταθεί σήμερα στην πόρτα του ναού να πει, Αλτ δολοφόνοι! πού σφάξατε όχι εφτά χιλιάδες αλλά πολύ περισσότερους;... Τετρακόσες χιλιάδες παιδάκια σφάζονται κάθε χρόνο. Και οι δολοφόνοι μπαίνουν ελεύθερα στην εκκλησία. είναι τόσο μεγάλο, τόσο τρομερό έγκλημα το να σκοτώνουν τα έμβρυα, ώστε αμφιβάλλω αν θα συχώρεση ό Θεός το αμάρτημα αυτό. Κα! όμως εμείς δεχόμεθα μέσ' στην εκκλησία τους γιατρούς πού κάνουν εκτρώσεις, τις νοσοκόμες πού βοηθούν στις εκτρώσεις, τους πατεράδες και τις μανάδες πού σφάξανε τα παιδιά τους, και επιτρέπουμε τη θεία κοινωνία. Αχ Αμβρόσιε, που είσαι, να σταθείς πάλι στην πόρτα και ν' απαγόρευσης την είσοδο σε τέτοιους ανθρώπους, πού θα τολμήσουν τώρα τα Χριστούγεννα να έρθουν να κοινωνή­σουν τα άχραντα μυστήρια!...

Αυτά, αγαπητοί μου, είχα να σας πω για τον άγιο Αμβρόσιο. Πρέπει ν' αναστενάξουμε, γιατί στην εποχή μας δεν υπάρχουν Αμβρόσιοι. Βλέποντας αύτη την κατάσταση, σαν Χριστιανοί, ας παρακαλούμε το Θεό να στείλει πάλι τέτοια αστέρια. είναι ανάγκη. Ό Κύριος μας παρήγγειλε να προσευχώμεθα γι' αυτό. «Ό μεν θερισμός πολύς οι δε έργάται ολίγοι· δεηθείτε ούν του κυρίου του θερισμού όπως εκβάλει εργάτας...» (Ματθ. 9,37-38). Στις προσ­ευχές μας να λέμε· Στείλε μας, Κύριε, εργάτες της Εκκλησίας σου, φλογερούς Ιεροκήρυ­κες, φιλόστοργους πνευματικούς πατέρες... Αυτό εξαρτάται από το Θεό. Εξαρτάται όμως και από το λαό, από τις μανάδες. Δυστυχώς, μόλις αντιληφθούν ότι το παιδί πλησιάζει την Εκκλησία, το κατηχητικό, πνευματικούς πα­τέρες, το εμποδίζουν. —Το παιδάκι μας, λένε, να γίνει γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός... Παπάς; όχι! Κα! σε χίλιες εκκλησιές στην Ελλάδα δέ' θα χτυπήσει καμπάνα τα Χριστούγεννα...

Αυτά, αγαπητοί, εξ αφορμής της εορτής του αγίου Αμβροσίου. Και είθε ό Θεός, δια πρεσβειών της ύπεραγίας Θεοτόκου κα! του αγίου Αμβροσίου, να ελεήσει πάντας ημάς· αμήν.



Επίσκοπος Αυγουστίνος
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία, ή οποία έγινε σε αγρυπνία στον Ιερό ναό Αγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης την
6-12-1985 με άλλο τίτλο. Καταγραφή και σύντμησης 7-12-2004


www.pigizois.gr

παπά Ματθαίος Καρακαλληνός (1905 – 05/12/1985)


του Ι.Π.Κ.

Στο Μοναστήρι μας είχαμε την ιδιαίτερη ευλογία να γνωρίσαμε και να ζήσωμε από κοντά στα τελευταία χρόνια της ζωής του ένα ενάρετο και σεβάσμιο Γέροντα, τον ιερομόναχο Ματθαίο, ο οποίος μας έδίδαξε πολλά με την ενάρετη ζωή του. Στο κείμενο που ακολουθεί αναφερόμεθα σε ορισμένα χαρακτηριστικά της ζωής του, όπως τον εγνωρίσαμε εμείς οι νεώτεροι πατέρες μετά την εγκαταβίωσί μας στην Ιερά Μονή Καρακάλλου από την Ιερά Μονή Φιλόθεου, και σε ο,τι μας εδιηγήθησαν άλλοι παλαιότεροι πατέρες της Μονής.

Ο παπά Ματθαίος, κατά κόσμον Ιωάννης Μητσόπουλος γεννήθηκε σ΄ένα χωριό της επαρχίας Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας της Πελοποννήσου, Καρδαρίτσι ονομαζόμενο, το έτος 1905, από γονείς φτωχούς μέν αλλά ευσεβείς, τον Θεόδωρο και την Αικατερίνη. Ήταν το πρωτότοκο παιδί από τα επτά παιδιά της οικογενείας των. Πολλά βιογραφικά στοιχεία από τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν μας έχουν διασωθή, παρά μόνο ότι στην εφηβική του ηλικία έφυγε από το πατρικό του σπίτι και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα του καιρού εκείνου, όπου έκανε τον πλανόδιο μικροπωλητή, διά να έξοικονομή τα προς το ζην. Φαίνεται όμως ότι από τότε μέσα στη νεανική του ψυχή υπεκαίετο ο πόθος για τη μοναχική ζωή.

Και σε μία στιγμή, κατά το έτος 1927, εγκαταλείπει τα πάντα, κόσμον και τα του κόσμου τερπνά και ηδέα, και παίρνει τον δρόμο διά το Αγιώνυμον Όρος με τα συγκοινωνιακά μέσα της εποχής εκείνης. Όταν έφθασε στο Άγιον Όρος, οδήγησε τα βήματά του κατ’ αρχάς στην Ιερά Σκήτη Αγίου Παντελεήμονος της Μονής Κουτλουμουσίου. Εκεί υποτάχθηκε σε ένα Γέροντα και έλαβε τη λεγομένη ρασοευχή. Δεν έμεινε όμως για πολύ εκεί, παρά μόνον δύο χρόνια και κατόπιν επήγε και εκοινοβίασε εις την Μονήν Καρακάλλου, όπου και διήνυσε όλη την υπόλοιπη μοναχική του ζωή μέχρι το τέλος του. Ηγούμενος τότε στη Μονή Καρακάλλου ήταν ο φημισμένος σε ολόκληρο το Άγιον Όρος για την αρετή του και την πνευματικότητα του παπά Κοδράτος. Την εποχή εκείνη οι περισσότεροι πατέρες της Μονής είχαν Μικρασιατική καταγωγή. Η υπακοή του στον Ηγούμενο Κοδράτο και η αγωνιστικότης του, όπως μας έλεγαν άλλοι παλαιοί πατέρες της Μονής, ήταν υποδειγματική. Από τον Ηγούμενο παπά Κοδρατο έλαβε το μέγα και Αγγελικό Σχήμα και μετωνομάσθη Ματθαίος.

Μετά την κοίμηση του Ηγουμένου Κοδράτου, επί ηγουμενείας του αρχιμανδρίτου Παύλου, εχειροτονήθη διάκονος και ιερεύς, το έτος 1940, από τον έν Άγίω Όρει έφησυχάζοντα Μητροπολίτη Μηλιτουπόλεως Ιερόθεο. Έκτοτε δεν εσταμάτησε την Θεία Λειτουργία· λειτουργούσε καθημερινώς επί 45 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το τέλος της επιγείου ζωής του.

Είχε τόσο πόθο και επιθυμία να λειτουργή κάθε ήμερα, ώστε ήταν αδιανόητο εις αυτόν να περάση μία ήμερα πού να μην λειτουργήση. Και όταν δεν είχε εφημερία στο Καθολικό, επήγαινε σε κάποιο παρεκκλήσι της Μονής. Μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωσι το γεγονός ότι «έπαιρνε καιρό», όπως λέγεται, για τη Θεία Λειτουργία, μόλις άρχιζε το πρώτο ψαλτήρι στον Όρθρο. Ήθελε να μνημονεύη πολλά ονόματα στην προσκομιδή και εμνημόνευε όσο γινότανε περισσότερα. Είχε μπροστά του παλαιά βιβλία της Μονής τα λεγόμενα «παρρησίαι», όπου περιέχουν ονόματα κτιτόρων, δωρητών, αφιερωτών και άλλων χριστιανών από παλαιά χρόνια και τα έμνημόνευε κάθε ημέρα.

Βέβαια δεν προλάβαινε να τελειώσει όλο το βιβλίο σε μία ήμερα, αλλά από εκείνο το σημείο όπου εσταματούσε τη μνημόνευσι, έσυνέχιζε την άλλη ημέρα. Όποιος χριστιανός πάλι του έδιδε ονόματα για να τα μνημόνευση, τα έκρατούσε, μέχρι πού έλυωνε το χαρτί των ονομάτων από τη χρήσι. Στα παρεκκλήσια όπου πήγαινε να λειτουργήση, έπαιρνε μαζί του και τα χαρτιά με τα ονόματα.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όπου είχε σταματήσει να έφημερεύη στο Καθολικό της Μονής λόγω μεγάλης βαρηκοΐας, και πάλι δεν εσταμάτησε να λειτουργή, παρά πήγαινε σε ένα παρεκκλήσι εντός της Μονής, εις τον άγιο Παντελεήμονα. Λυπήθηκε πολύ τότε πού δεν θα ημπορούσε να συνέχιση άλλο την εφημερία στο Καθολικό. Κάποια ήμερα του λέγει ένας αδελφός: «Γέροντα, τόσα χρόνια έχετε εφημέριος -43 χρόνια είχε τότε ως ιερεύς- τόσα χρόνια λειτουργείτε κάθε ημέρα, τώρα να σταματήσετε για να ξεκουρασθήτε». Και η άπάντησις ήτο: «Μέχρι τελευταίας αναπνοής θα λειτουργώ, μέχρι τελευταίας αναπνοής». Και πράγματι συνέχισε να λειτουργή, και μόνο μία εβδομάδα πριν την κοίμησί του, όπου λόγω της ασθενείας του ήτο κλινήρης, έσταμάτησε τη Θεία Λειτουργία.

Παρ’ όλο πού ελειτουργούσε καθημερινώς, δεν είχε εξοικειοθή με το Μυστήριο. Μέχρι την τελευταία Λειτουργία του διατηρούσε εκείνον τον πρώτο ζήλο και την πρώτη ευλάβεια πού είχε ως νέος ιερεύς. Φαίνεται ότι την Θεία Λειτουργία την ζούσε, γιατί χαρακτηριστικό του ήταν ότι δεν βιαζότανε ποτέ να τελείωση γρήγορα. Δεν είχε γίνει γι’ αυτόν ή Θεία Λειτουργία μία τυπολατρεία. Κάποτε τον ερωτήσαμε γιατί θέλει να μνημονεύη τόσα πολλά ονόματα στην προσκομιδή και μας απήντησε με την συνήθη απλότητα του· «γιά να ωφελούνται ψυχές».

Σε ολόκληρη τη μοναχική του ζωή στο κελλί του τον χειμώνα δεν άναβε σόμπα, όσα κρύα, χιόνια και παγωνιές κι αν έκανε. Μόνο στα τελευταία χρόνια της ζωής του δέχθηκε να του ανάβουν φωτιά στο κελλί του οι πατέρες. Ακόμη και στο παρεκκλήσι πού πήγαινε και λειτουργούσε, ποτέ μέχρι την τελευταία λειτουργία του δεν υπήρχε σόμπα.

Μάλιστα σε εκείνο το κελλί πού έμενε δεν ήτο δυνατόν να τοποθετηθή σόμπα. Δι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς οι πατέρες τον είχαν παρακαλέσει να άλλάξη κελλί και να μεταφερθή στο διπλανό, όπου υπήρχε σόμπα έτοιμη από τις κτιστές. Αυτός δεν ήθελε με κανένα τρόπο να αλλάξη, διότι, καθώς έλεγε, σ’ εκείνο το κελλί τον είχε βάλει ο Γέροντάς του από τότε πού είχε κοινοβιάσει στο Μοναστήρι. Με τις πολλές παρακλήσεις των πατέρων και του Ηγουμένου εδέχθηκε και άλλαξε κελλί.

Γενικώς επρόκειτο περί βιαστού και εγκρατούς μοναχού. Απέφευγε επίσης συστηματικά την άργολογία, τα σχόλια για πρόσωπα και καταστάσεις και την κατάκρισι. Δεν αργολογούσε με κανέναν. Και εάν κανείς ήθελε να συζήτηση μαζί του, ήταν ολιγόλογος, αρκούμενος στα απαραίτητα. Ποτέ δεν τον ακούσαμε να κατηγορήση ή να κατακρίνη κανένα. Για όλους τους ανθρώπους είχε καλούς λογισμούς. Όλοι οι άνθρωποι για τον παπά Ματθαίο ήταν καλοί και άγιοι, γιατί ήταν ο ίδιος καλός. Εχαίρετο δε υπερβολικά, όταν έβλεπε τους νέους πατέρες της Μονής και γενικώς κάθε νέο μοναχό. Πολλές φορές μάλιστα από την χαρά του άφηνε τον εαυτό του ελεύθερο να ξεσπάση σε διάφορες φράσεις εγκωμιαστικές γι’ αυτούς.

Πιο πάνω από την Μονή Καρακάλλου, στο μέσον περίπου του παλαιού μονοπατιού πού οδηγεί στην Ιερά Μονή Φιλόθεου, υπάρχει ένα παλαιό εξωκκλήσι του αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. Δίπλα από το Ναό υπάρχει και σώζεται μέχρι σήμερον ένα οίκημα ερειπωμένο, όπου φαίνεται -σύμφωνα και με την παράδοσι- πώς παλαιότερα ήτο Κελλίον όπου ενασκούντο πατέρες. Σε αυτό το εξωκκλήσι, επειδή έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια στον άγιο Γεώργιο, εσυνήθιζε να πηγαίνη κάθε ήμερα ο παπά Ματθαίος, για να ανάψη το καντήλι του αγίου, έψαλλε ορισμένους ύμνους, κτυπούσε το τάλαντο, και τις οίδε τί ιδιαίτερες προσευχές έκαμε προς τον Κύριο, την Παναγία και τους αγίους! Ανέβαινε καθημερινώς μέχρι εκεί επί σαράντα χρόνια -όπως μας έλεγε- επερνούσε δύο-τρεις ώρες και πριν τον Εσπερινό κατέβαινε στο Μοναστήρι.

Είχε επίσης σε μεγάλο βαθμό την αρετή της ξενιτείας. Σε όλη την μοναχική του ζωή δεν είχε εξέλθει στον κόσμο ούτε για λόγους ασθενείας, ούτε για να υπάγη στην πατρίδα του. Ούτε στις Καρυές δεν πήγαινε. Ο ίδιος δεν ήθελε να εξέρχεται για κανένα λόγο. Μόνο μία φορά είχε πάει στη Θεσσαλονίκη τα πρώτα έτη της μοναχικής του ζωής, γιατί υπέφερε από κήλη. Όταν κάποτε είχε έπιδεινωθή η κατάστασις της κήλης του, επιέζετο υπό των άλλων πατέρων όπως υπάγη εις τους ιατρούς. Εκείνος όμως έζήτησε την βοήθεια των αγίων, την οποίαν και έλαβε. Την ιδία νύκτα εθεραπεύθη θαυματουργικώς υπό του άγιου μεγαλομάρτυρος Αρτεμίου, και έτσι δεν εχρειάσθη να αφήση έστω και δι΄ ολίγον την ηγαπημένη του Μονή. Έκτοτε δεν εξήλθε έκτος Άγιου Όρους.

Ήτο πολύ ταπεινός και ανεξίκακος. Εάν κάποτε ήρχετο σε διένεξη ή διαφωνία με κάποιον αδελφό, αμέσως έσπευδε να του βάλη μετάνοια, έστω και εάν ήτο κατά πολύ νεώτερος ο άλλος αδελφός, μή προσπαθώντας να δικαίωση τον εαυτό του.

Τις Κυριακές και τις ολονύκτιες αγρυπνίες εις την Μονή μας γίνεται συλλείτουργο. Μία Κυριακή, όταν επρόκειτο να φορέση τα άμφια ο παπά Ματθαίος, ο βηματάρης του έδωσε ως συνήθως ένα στιχάριο, το όποιο ο παπά Ματθαίος δεν το ήθελε και ήθελε να φορέση ένα άλλο. Στην επιμονή του παπά Ματθαίου ο βηματάρης υπεχώρησε και του έδωσε το στιχάριο πού ήθελε. Ο παπά Ματθαίος το εφόρεσε και έν συνεχεία τα υπόλοιπα άμφια και κατευθύνθηκε προς την προσκομιδή για να μνημόνευση ονόματα. Όταν έτελείωσε τη μνημόνευσι των ονομάτων, είδαν οι συλλειτουργοί ιερείς ότι έξεδύθη πάλι όλη την ιερατική στολή, για να φορέση το στιχάριο εκείνο πού του έδιδε στην άρχή ο βηματάρης. Από αυτό το γεγονός μπορεί να καταλάβη κανείς πόσο λεπτή συνείδησι είχε.

Με τα διοικητικά ζητήματα της Μονής ποτέ δεν είχε αναμιχθή. Ποτέ δεν θέλησε να εκλεγή Προϊστάμενος, ώστε να είναι απερίσπαστος στις πνευματικές του εντρυφήσεις και γιατί δεν αγαπούσε τα αξιώματα. Παλαιότερα, όταν το Μοναστήρι δεν είχε Ηγούμενο, η Πατριαρχική Εξαρχία πού ευρίσκετο τότε στο Άγιον Όρος είχε κατέλθει στη Μονή Καρακάλλου να συζήτηση με τους πατέρας για το θέμα της Ηγουμενείας. Εκάλεσε τότε η Εξαρχία και τον παπά Ματθαίο στο συνοδικό της Μονής όπου ευρίσκετο, για να τον προτείνη για Ηγούμενο. Ο παπά Ματθαίος τότε σηκώθηκε από τη θέσι του και απευθυνόμενος προς την Εξαρχία είπε: «εγώ δεν θέλω να αναλάβω Ηγούμενος, μόνο να λειτουργώ θέλω…». Έβαλε μετάνοια στην Εξαρχία και έφυγε ταπεινά από την αίθουσα.

Από τα πρώτα έτη της μοναχικής του ζωής είχε καταγράψει σε ένα βιβλίο τα διάφορα γεγονότα πού του συνέβησαν από τότε πού έφυγε από τον κόσμο. Πώς ήλθε στο Άγιον Όρος, τί είδε, άκουσε, έγνώρισε και έζησε. Έγραψε σ΄αυτό το βιβλίο όλη τη μοναχική του πείρα με ένα χαριτωμένο τρόπο και πολύ γλαφυρό. Τα «Απομνημονεύματα» αυτά συνήθιζε να τα μελετά σχεδόν καθημερινώς, ώστε να ενθυμήται το «διατί εξήλθεν», πού λέγουν οι πατέρες.

Μία εβδομάδα πριν την κοίμησι του έπεσε στο κρεββάτι από ασθένεια της κοιλιακής χώρας. Δεν ημπορούσε να φάγη τίποτε, ούτε και έβγαινε από το κελλί του. Του είπαν οι πατέρες να τον πάνε στους ιατρούς, αλλά δεν ήθελε. Ενόμιζε και είχε την ελπίδα ότι θα ιατρεύετο. Αλλ’ όμως είχε έλθει η ώρα πού ο Θεός θα τον εκαλούσε κοντά Του, διά να τον ανάπαυση από τους κόπους του. Το βράδυ της προηγουμένης ημέρας της κοιμήσεως του είχε φοβερούς πόνους. Έκανε όμως μεγάλη υπομονή. Και την άλλη ήμερα το πρωΐ, ξημερώνοντας η 5η Δεκεμβρίου 1985, εορτή του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, παρέδωσε την αγία του ψυχή εις χείρας Θεού, τον οποίον επόθησε και ηγάπησεν εκ νεότητος.

Πρόθεσις και σκοπός των όσων ανωτέρω ανεφέρθησαν δεν ήτο άλλος, παρά να διατηρήσωμεν έστω και δι’ αυτών των ολίγων στοιχείων το μνημόσυνον του μακαρίτου ιερομόναχου Ματθαίου Καρακαλληνού, ο οποίος εστάθη δι’ ημάς τους νεωτέρους μορφή άκρας ταπεινώσεως, υπόδειγμα λειτουργού, παράδειγμα κοινοβιάτου μοναχού, ασκητού προσευχομένου, φιλαγίου και φιλόθεου. Είθε ο βίος του να γίνη παράδειγμα και πηγή εμπνεύσεως δι΄ όλους τους νεωτέρους αδελφούς του Αγιωνύμου Όρους. Ας είναι το μνημόσυνόν του αιώνιον. Μορφαί ως του παπά Ματθαίου θα παραμένουν μεταξύ των αλησμόνητων αγιορείτικων μορφών.

πηγή: Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», Ετήσια Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, περίοδος β΄, Τεύχος 11ο, Άγιον Όρος 1986



www.pemptousia.gr

Παρανόμησαν για να μην πεθάνουν από ασιτία


Ένα συγκλονιστικό συμβάν που συγκίνησε τους αυτόπτες μάρτυρες, αγγίζοντας και την πιο ευαίσθητη χορδή της κάθε σκληρής ψυχής συνέβη σε σούπερ μάρκετ στη Μυτιλήνη.

Δύο συνάνθρωποί μας, οι οποίοι δεν είχαν φάει για περισσότερο από τρεις μέρες, δεν άντεξαν άλλο και αποφάσισαν να «παρανομήσουν».Επισκέφτηκαν, λοιπόν, ένα μάρκετ της Μυτιλήνης, κατευθύνθηκαν στα ράφια όπου υπήρχε ψωμί, τυρί και το έφαγαν.

Οι κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν τις κινήσεις τους και αμέσως οι υπάλληλοι, ειδοποίησαν την αστυνομία. Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στο σημείο και τους συνέλαβαν, τους ρώτησαν γιατί έκαναν αυτή την πράξη.

Οι δύο άνθρωποι είπαν αυθόρμητα στους αστυνομικούς που έμειναν εμβρόντητοι, ότι είχαν να φάνε τρεις ημέρες και επειδή δεν άντεχαν αναγκάστηκαν να «παρανομήσουν». Ζήτησαν συγγνώμη από τους υπαλλήλους του καταστήματος και τους είπαν ότι μόλις βρουν χρήματα, θα πάνε να τους πληρώσουν.

Προ αυτής της εξέλιξης, η διεύθυνση του καταστήματος αλλά και η αστυνομία, δείχνοντας κατανόηση και ευαισθησία τους δεν έδωσαν συνέχεια στο επεισόδιο.

Πηγή:lesvosnews


www.zougla.gr

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός


ΜΕΡΟΣ Ε’

Ο Στάρετς Θεόφιλος και η σόμπα του

Η σόμπα του μακαρίου Θεοφίλου έκαιγε χειμώνα-καλοκαίρι ή πιο σωστά, δεν έκαιγε, άλλα κάπνιζε. Καθώς έβαζε σ' αυτήν μεγάλα, απελέκητα κούτσουρα, αναγκαζόταν να την ξανανάψη αρκετές φορές. Όπως είναι φυσικό, με τέτοια θέρμανσι και ιδιαίτερα τον χειμώνα το κελλί δεν μπορούσε να ζεσταθή, και το νερό του κελλιού πάγωνε συχνά. Ο Στάρετς όμως δεν έδινε την παραμικρή σημασία γι' αυτό. Φορούσε ένα επανωφόρι από προβιά και τις τσόχινες μπότες του και βυθιζόταν στην προσευχή. Έτσι το πνεύμα του έμενε ψηλά, πάνω απ’ όλες τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του λιπόσαρκου κορμιού του.

Ένα καλοκαίρι, όταν ο Στάρετς βρισκόταν στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ και έμενε σε μία ξύλινη καλύβα, ο ηγούμενος του έστειλε τεχνίτες, για να επιδιορθώσουν την παμπάλαια κτιστή σόμπα του κελλιού του. Ο Θεόφιλος όμως δωροδόκησε τους τεχνίτες για να μην την αγγίξουν καθόλου. Ο προϊστάμενος του ερημητηρίου, Ιερομόναχος Ιώβ, ωργίσθηκε τόσο πολύ, ώστε πήρε με τα ίδια του τα χέρια το μπουρί της σόμπας του Στάρετς και τον ίδιο τον μετέφερε σ' ένα κοντινό πέτρινο κτίριο, για να τον παρακολουθή πιο στενά.

Τότε ο μακάριος, ασκώντας την σαλότητά του, κάλεσε αμέσως δικούς του εργάτες και τους διέταξε να γκρεμίσουν την σόμπα του και να την ξαναχτίσουν όπως ήθελε ο ίδιος, τον σταμάτησαν όμως εγκαίρως.

Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, μετά το τέλος του εσπερινού, ο Στάρετς αψηφώντας την αυστηρή απαγόρευσι του ηγουμένου, αποφάσισε να ανάψη την σόμπα του. Αφού έβαλε επάνω της την πήλινη χύτρα βγήκε στο δάσος και την άφησε αφύλακτη. Κατά την απουσία του, η φωτιά μεταδόθηκε στο ξύλινο πάτωμα, το οποίο άρχισε να καίγεται και να βγάζη πολύ καπνό. Οι αδελφοί έτρεξαν και με πολλή δυσκολία έσβησαν την φωτιά. Ο υπεύθυνος της ζημιάς άργησε να βρεθή, όταν όμως επέστρεψε άρχισε να τους παρηγορή όλους: «Μη θλίβεστε για κάτι που δεν έγινε», έλεγε. «Καλύτερα ας δοξάσουμε τον Κύριο για το έλεός Του, διότι είναι θαυμαστά τα έργα Του προς χάριν των ανθρώπων».

Η τροφή του Στάρετς

Ο Στάρετς έπαιρνε το φαγητό του από την τράπεζα των αδελφών και συνήθως τα ανακάτευε όλα μαζί σε ένα πιάτο —μπορς , χυλό. ραδίκια και κβας — χωρίς να νοιάζεται αν υπήρχαν μαζί και γλυκά και πικρά.

«Το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή», έλεγε σ' όποιον έμενε έκπληκτος με την παραξενιά του. Το πικρό, το ξινό και το αλμυρό ανακατεύονται με το γλυκύ και όλα αυτά πρέπει να τα χωνέψουμε.

Το φαγητό όμως που προσέφερε ο μακάριος στους ξένους και τους φτωχούς το άφηνε όπως το έπαιρνε από την τράπεζα. Για τον εαυτό του μαγείρευε μερικές φορές ζυμαρικά, χυλό από σιμιγδάλι ή ακόμη και φιδέ. Δεν χρησιμοποιούσε όμως αλάτι και λάδι και έτσι είχαν πολύ αηδιαστική γεύσι.

Γενικά, ο Θεόφιλος έτρωγε πολύ λίγο. Την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν δοκίμαζε τίποτε άλλο εκτός από μισό φλυτζανάκι μέλι, αραιωμένο με κρύο νερό και πάγο. Αυτό επίσης ήταν το φαγητό του για το Σάββατο και την Κυριακή της πρώτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και το Μεγάλο Σάββατο. Τις υπόλοιπες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος δεν έβαζε στο στόμα του ούτε νερό. Ο Στάρετς δεν έπινε τσάι· αντί γι' αυτό έβραζε δύο φλυτζάνια δυόσμο, αλλά έπινε πάντα το μισό από κάθε φλυτζάνι. Το υπόλοιπο το έχυνε σε πήλινες κούπες και το προσέφερε στους ξένους. Ο μακάριος δεν έτρωγε το θρεπτικό μαύρο ψωμί αλλά μόνο το άσπρο ή το σικαλίσιο, διάλεγε δε μόνο λίγη ψίχα.

Η τροφή των πουλιών

Εκτός όμως απ’ όλες αυτές τις συνήθειες και τις παραξενιές, ο μακάριος είχε ακόμη ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: την αγάπη και τη συμπόνοια για τα ζώα και τα πουλιά.
Από τον φράχτη του ερημητηρίου του Κιτάγιεφ ως την άκρη της στέρνας του μοναστηριού απλωνόταν ένα μικρό ξέφωτο. Επειδή κανείς δεν το χρησιμοποιούσε, ο Θεόφιλος προσέλαβε έναν γεωργό και του ζήτησε να οργώση την γη και να σπείρη καναβούρι.
«Τι σου χρειάζεται το καναβούρι, πατερούλη;»
«Τα πετεινά του ουρανού θα έρχωνται και θα τρώνε».
Ο γεωργός έκανε ό,τι του ζητήθηκε. Το καναβούρι μεγάλωσε και ολόκληρα σμήνη πουλιών έρχονταν εκεί για να φάνε και να φτιάξουν φωλιές.

Τα ποντίκια και ο «ηγούμενος»

Κάποτε, επειδή στο κελλί του Στάρετς βρίσκονταν διάφορες προμήθειες και φαγώσιμα, εισέβαλε ένα πλήθος ποντικών. Ο Θεόφιλος, όταν έχασε πια την υπομονή του από τις νυκτερινές επιδρομές τους, αποφάσισε να βάλη ένα τέλος. Κάλεσε ένα νεαρό αναγνώστη και του είπε:
«Πιάσε μου τον ηγούμενο. Πιάσ' τον κι εγώ θα σού δώσω λεφτά να πάρης τσουρέκι».
«Μα πώς θα γίνη αυτό, αφού συνέχεια κάθεται μέσα στο κελλί του; Για δοκίμασε να πλησίασης! Θα τις αρπάξης από τη μαγκούρα του και θα το θυμάσαι σ' όλη σου τη ζωή», απάντησε ο νεαρός χαμογελώντας. Νόμιζε ότι ο Θεόφιλος εννοούσε τον ηγούμενο Ιώβ.
«Όχι αυτόν τον ηγούμενο, ανόητε».
«Μα ποιον, πατερούλη;»
«Αυτόν που πιάνει τα ποντίκια. Κοίτα μόνο να πιάσης κανένα αδέσποτο γάτο, γιατί αυτός θα είναι αποδοτικός στη δουλειά του. Ένας σπιτόγατος όλη την ώρα θα κοιμάται μπροστά στη σόμπα».

Σύντομα εγκαταστάθηκε στο κελλί ένας γάτος και τα ποντίκια εξαφανίστηκαν.

Ο κόκκορας, η κότα και ο Νικηφόρος.

Μόλις όμως ησύχασε από το κοπάδι των ποντικών, άρχισαν να τον ενοχλούν κατσαρίδες και σκαθάρια. Τότε ο μακάριος κάλεσε τον υποτακτικό του και του είπε:
«Να, πάρε χρήματα και αγόρασε μου μία μικρή κότα».
Ο Ιβάν πήγε στο χωριό και αντί για κότα αγόρασε ένα πετεινάρι. Το πετεινάρι τριγυρνούσε μέσα στο κελλί κουνώντας το κόκκινο λειρί του και τσιμπούσε έντομα στις γωνίες. Κατά το πρωί όμως, όταν ο Στάρετς έπεφτε να κοιμηθή λίγο καταπονημένος από τον ολονύκτιο αγώνα της προσευχής, άρχιζε ξαφνικά να κακαρίζη: «Κικιρίκουου!»
«Α, μα αυτό δεν είναι μοναχική ζωή», είπε τελικά ο Στάρετς. «Πάρ' τον από εδώ! Πάρ' τον! » είπε στον Ιβάν.
«Και που να τον πάω;» ρώτησε εκείνος αγουροξυπνημένος.
«Πήγαινε τον στον δόκιμο Νικηφόρο. Δος του τον εκ μέρους μου».
Ο Ιβάν έκανε υπακοή χωρίς αντιλογίες και πήγε το πετεινάρι στον Νικηφόρο.

Ο δόκιμος Νικηφόρος, πριν να έλθη στο μοναστήρι, ήταν δουλοπάροικος και καμαριέρης του αφέντη του. Επειδή είχε κλίσι για την μοναχική ζωή, παρακάλεσε τον κύριο του να τον αφήση ελεύθερο. Κατόπιν ήλθε στο Κίεβο και μπήκε στην αδελφότητα του ερημητηρίου του Κιτάγιεφ. Ήταν ο τρίτος χρόνος που ζούσε εκεί, αλλά τον τάραζαν ακάθαρτοι λογισμοί και τον ωθούσαν να φύγη από το μοναστήρι. Όταν πήρε το πετεινάρι, ο Νικηφόρος στάθηκε και σκέφθηκε: «Γιατί μου έστειλε ο γέροντας αυτό το πετεινάρι; Ενώ δεν τρώω κρέας, ο κόσμος θα το δη και σίγουρα θα με κατακρίνη». Επειδή όμως ήταν ταπεινός, πήρε το πετεινάρι στο κελλί του. Έτσι, αφού ο Στάρετς έδιωξε το πετεινάρι, το αντικατέστησε με μία μικρή κότα. Μετά από ένα μήνα ο δόκιμος Νικηφόρος ήλθε στον Στάρετς για να τον συμβουλευθή. Ο μακάριος, χωρίς να του πη ούτε μία λέξι, του έδωσε και την κότα.

«Κύριε ελέησον! Γιατί μου το κάνετε αυτό, πατερούλη; Εγώ ούτε με το πετεινάρι δεν τα βγάζω πέρα».
«Πάρ' την, πάρ' την, σου λέω. Έτσι θα έχης ζευγάρι».
Πέρασαν λίγες ήμερες και ξαφνικά ο Νικηφόρος γνωρίστηκε τυχαία με μία όμορφη κοπέλα και την ερωτεύθηκε παράφορα. Έφυγε λοιπόν κρυφά από το μοναστήρι και σύντομα την παντρεύτηκε. Τότε μόνο κατάλαβε τι σήμαινε το πετεινάρι και γιατί του έδωσε ο γέροντας την κότα για ζευγάρι.

Ο υπάκουος ταύρος

Το ερημητήριο του Στάρετς ήταν μακριά από την Λαύρα και την πόλι και γι' αυτό δεν μπορούσε να πηγαίνη εκεί συχνά. Προμηθεύτηκε λοιπόν ένα μαύρο ταύρο, με τον οποίο πήγαινε στην Λαύρα και στη μονή Μπράτσκυ, που ήταν κοντά στην πόλι. Αξίζει όμως να διηγηθούμε πώς ο Στάρετς απέκτησε αυτόν τον ταύρο.
Ο Ιβάν Κατκώφ —ο κρεατέμπορος από το Ποντόλ, ο οποίος είχε φέρει το άλογο στον Θεόφιλο, όταν ήταν στη μονή Μπράτσκυ— ήλθε στον Στάρετς για εξομολόγησι και καθώς μιλούσε για τις υποθέσεις του, ανέφερε ότι είχε αποκτήσει ένα νεαρό ταύρο, που ήταν πολύ άγριος.

«Πατερούλη, αγόρασα έναν ταύρο. Σκεφτόμουν να τον κρατήσω για μένα, μα ούτε που ξέρω τι να κάνω μ' αυτόν. Σαν να τρελλάθηκε εντελώς το ζωντανό, ορμάει σ' όλους με τα κέρατα του. Θέλω να τον σφάξω, μα είναι κρίμα».
«Ε, τότε δώσ' τον σε μένα», είπε ο Στάρετς.
«Σε σας! Κύριε ελέησον! Είναι αδύνατον ακόμη και να τον πλησίαση κανείς. Έχει σακατέψει ήδη πολύ κόσμο».
«Δεν πειράζει. Θα του διδάξουμε την ταπείνωσι».
«Μα πώς εγώ να...»
«Πολύ απλό. Πλησίασέ τον και πες του: "Άκουσε, ταυράκο! Από σήμερα δεν είσαι δικός μου, αλλά του Στάρετς Θεοφίλου. Ετοιμάσου να πας σ' αυτόν"».
Έτσι κι έκανε ο κρεατέμπορος. Μόλις επέστρεψε στο σπίτι του, πλησίασε τον ταύρο και επανέλαβε τα λόγια του Στάρετς. Κι ενώ ο ταύρος ξεφυσούσε άγρια και έσκαβε το χώμα με τις οπλές του, έγινε ήσυχος σαν πρόβατο. Άρχισε να χαϊδεύη ταπεινά και να γλύφη τα χέρια του κυρίου του. Τότε ένας εργάτης πέρασε ένα σχοινί γύρω από τα κέρατά του και το βράδυ ο ταύρος είχε ήδη εγκατασταθή στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ κοντά στον Στάρετς Θεόφιλο.

Αφού παρέλαβε ο μακάριος τον ταύρο, έφτιαξε ένα μικρό κάρρο με ένα μικρό σκέπαστρο από καραβόπανο, απλωμένο σε σιδερένιο σκελετό στο πίσω μέρος του κάρου. Ο Στάρετς κατέβαινε στην πόλι επάνω σ' αυτό το κατασκεύασμα. Δεν καθόταν ποτέ στο μπροστινό μέρος του κάρρου, άλλα πάντα στο πίσω με την πλάτη γυρισμένη προς τον ταύρο. Είχε τοποθετήσει ένα μικρό αναλόγιο κάτω από την τέντα και, όσο ταξίδευε, διάβαζε γονατιστός το αγαπημένο του Ψαλτήρι. Το πιο εκπληκτικό όμως είναι τούτο: Ο ταύρος, που δεν είχε ούτε γκέμια ούτε χαλινάρι, παρά μόνο ένα ζυγό, πήγαινε τον κύριό του ακριβώς εκεί που ήθελε —στο Ποντόλ, στη μονή Μπράτσκυ, στη Λαύρα— χωρίς καμμία διαταγή, καθοδήγησι, κέντρισμα ή οτιδήποτε παρόμοιο. Λένε ακόμη ότι ο ταύρος απέφευγε τις πέτρες, τα αυλάκια και τα χαντάκια, για να μην ταρακουνάη τον μακάριο που μελετούσε.

Δεν θα έπρεπε πάντως να μας εκπλήσση το ότι το άλογο αυτό ζώο τον υπάκουε έτσι χωρίς μαστίγιο, ότι ένα άγριο κτήνος έγινε μπροστά του πειθήνιο και ήσυχο σαν αρνάκι. Άλλωστε τα ζώα έγιναν άγρια εξ αιτίας της αγριότητος της ανθρωπίνης φύσεως. Θυμηθείτε την ζωή των προπατόρων μας στον παράδεισο. Όλα τα ζωντανά δημιουργήματα έβλεπαν στο πρόσωπό τους την φωτεινή εικόνα του Θεού και ακόμη και τα πιο άγρια ζώα αισθάνονταν την εξαίσια ευωδιά αυτής της εικόνος και έσκυβαν ταπεινά το κεφάλι μπροστά στον Αδάμ. Όταν ο άνθρωπος έπαυσε να υπακούη στις εντολές του Θεού, αμαυρώθηκε μέσα του η εικόνα του Θεού. Τότε και τα άλογα ζώα έπαυσαν να τον αναγνωρίζουν και να τον υπακούουν. Η ευωδία της εικόνος του Θεού αντι-καταστάθηκε από την δυσωδία των παθών και ο ίδιος ο άνθρωπος εξωμοιώθηκε με τα ανόητα κτήνη. Η ανυπακοή του προς τον Θεό επέσυρε ως τιμωρία την ανυπακοή των ζώων της γης προς αυτόν και ο ίδιος ο άνθρωπος άρχισε να φοβάται εκείνα τα ζώα, τα οποία κάποτε ήταν υποτεταγμένα σ' αυτόν. Αλλά οι άγιοι του Θεού, με την υπακοή τους στις εντολές Του, αποκατέστησαν μέσα τους την εικόνα του Θεού και, καθώς δέχθηκαν τα δώρα της χάριτος του Κυρίου, ακτινοβολούν την πρωτόκτιστη καθαρότητα και λαμπρότητα. Γι' αυτό και τα άγρια ζώα, μόλις αισθανθούν στον άνθρωπο την ευωδία της αρχικής καθαρότητος, αρχίζουν να τον υπακούουν. Πόσα μπορεί να κάνη η αγάπη και η αρετή!

Στην πόλι όλοι γνώριζαν τον μακάριο Στάρετς. Μόλις πρόβαλλε σε κάποιον από τους κεντρικούς δρόμους, οι έμποροι έβγαιναν γρήγορα από τα μαγαζιά τους και φώναζαν: «Έρχεται ο Θεόφιλος! Ο Θεόφιλος!» Κι ο καθένας έσπευδε να ρίξη κάτι μέσα στο κάρρο του —άλλος ένα κομμάτι ύφασμα, άλλος μία φραντζόλα και άλλος ένα μαντήλι ή ένα κουβάρι κλωστή. Ήταν παρατηρημένο πως όποιος προσπαθούσε να δώση στον Στάρετς κάτι από τα εμπορεύματά του, οπωσδήποτε όλη την ήμερα θα είχε μεγάλα κέρδη στη δουλειά του. Ο Στάρετς όμως δεν κρατούσε τίποτε από αυτά για τον εαυτό του. Ό,τι βρισκόταν μέσα στο κάρρο το έδινε στους φτωχούς που συναντούσε στον δρόμο του. Κι αυτοί δεν ήταν λίγοι· έτρεχαν πίσω από τον μακάριο ολόκληρο πλήθος.

Τα σταφύλια του δεσπότη

Διηγούνται πολλά παράξενα περιστατικά που συνέβαιναν καμμιά φορά σ' αυτά τα ταξίδια. Για παράδειγμα, ενώ γνώριζε ότι ο Μητροπολίτης Φιλάρετος δεν τον συμπαθεί, ο Θεόφιλος προσπαθούσε να εξοργίζη ακόμη περισσότερο τον σεβαστό αρχιερέα με την σαλότητά του.
Ένα καλοκαίρι, που ο δεσπότης έμενε για λίγο διάστημα σ' ένα εξοχικό στο Γκολοσέγιεφ, ο Θεόφιλος πήγε εκεί με το κάρρο του και το ωδήγησε μέσα στον κήπο του μητροπολίτη. Ο κηπουρός έμεινε εμβρόντητος.

«Θεός φυλάξοι, πάτερ Θεόφιλε! Για πού τόβαλες;»

Ο μακάριος, χωρίς να δώση την παραμικρή σημασία, αντί να γυρίση πίσω, οδήγησε τον ταύρο ίσια μπροστά και προχώρησε μέσα από ένα δρομάκι, το οποίο είχε δεξιά και αριστερά φυτεμένες κληματαριές και ήταν τόσο στενό, που ούτε ένας πεζός δεν μπορούσε να περάση. Το δρομάκι περνούσε κάτω ακριβώς από το παράθυρο στο οποίο στεκόταν ο Μητροπολίτης Φιλάρετος. Ο επίσκοπος πετάχτηκε εξαγριωμένος έξω στην βεράντα.

«Τι είναι αυτό το αίσχος; Ποιος τόλμησε να αφήση τον Θεόφιλο να μπη στον κήπο; Γιατί ήλθε εδώ; Διώξτε τον αμέσως, θα χαλάση τα σταφύλια μου».
Ο μακάριος, που είχε φθάσει σχεδόν στο τέλος του στενού δρόμου, συναντήθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον επίσκοπο και μόλις άκουσε τα θυμωμένα λόγια του, γύρισε τον ταύρο ήρεμα προς τα πίσω.

«Αφού δεν σας αρέσει, τότε δεν χρειάζεται».
Και αντί να βγη από τον κήπο από κάποιο φαρδύτερο δρόμο, γύρισε τον ταύρο προς τα πίσω και τον άφησε να προχωρήση ξανά μέσα από το ίδιο δρομάκι ανάμεσα στις κληματαριές.

«Είναι αξιοθαύμαστο», διηγείτο αργότερα τρομαγμένος ο κηπουρός, «το πώς πέρασε ο Στάρετς ανάμεσα στις κληματαριές και ακόμη πιο αξιοθαύμαστο το πώς κατώρθωσε να γυρίση το κάρρο σε έναν τόσο στενό χώρο, όπου δεν μπορούσε ούτε ένας άνθρωπος να περάση. θαύμα, αληθινό θαύμα!»

«Έγνω βους τον κτησάμενον»...

Από τότε ο Θεόφιλος έπεσε σε δυσμένεια. Του πήραν τον ταύρο και τον έστειλαν στο κοπάδι της Λαύρας. Στον ίδιο τον μακάριο απαγόρευσαν να εμφανίζεται στο ερημητήριο του Γκολοσέγιεφ και να περιφέρεται στους δρόμους. Όμως από την ημέρα που έβαλαν τον ταύρο στο κοπάδι του μοναστηρίου, έπεσε τέτοιο ασυνήθιστο θανατικό στα ζώα, που ο οικονόμος της Λαύρας έχασε κάθε έλεγχο και δεν ήξερε καθόλου τι συμβαίνει. Κάλεσαν κτηνιάτρους, επειδή υπέθεσαν ότι κάποια επιδημία εμφανίστηκε στο κοπάδι. Οι γιατροί όμως που εξέτασαν τα ζώα δεν βρήκαν σ' αυτά καμμία ουσιαστική πάθησι. Στο μεταξύ τα ζώα εξακολουθούσαν να πέφτουν και να ψοφούν. Τότε αποφάσισαν να το αναφέρουν στον Μητροπολίτη Φιλάρετο. Ο δεσπότης κάλεσε τον οικονόμο και τον ρώτησε να μάθη από ποια ακριβώς ήμερα άρχισαν να ψοφούν τα ζώα. Ο οικονόμος απάντησε πως αυτό άρχισε από την ήμερα που πήραν τον ταύρο από τον Θεόφιλο και τον έβαλαν στο κοπάδι.

«Ώστε έτσι!», φώναξε ο δεσπότης και διέταξε να απομακρύνουν τον ταύρο από το κοπάδι χωρίς καθυστέρησι. Μόλις έγινε αυτό, προς γενική κατάπληξι, σταμάτησε αμέσως το θανατικό των ζώων. Ο ταύρος στάλθηκε στο Κιτάγιεφ και επιστράφηκε στον ιδιοκτήτη του. Μόλις ο μακάριος πήρε πίσω τον προστατευόμενό του, γυάλισε τα κέρατά του και ξανάρχισε ήρεμα τις καθημερινές διαδρομές του.
Πραγματικά, έγνω βους τον κτησάμενον.

Προρρήσεις και σαλότητες

Ο δρόμος από το Γκολοσέγιεφ στο Κιτάγιεφ είναι πάρα πολύ στενός. Στην αρχή του δάσους του Κιτάγιεφ ανεβαίνει σ' έναν απόκρημνο λόφο. Στο σημείο αυτό διακόπτει τον δρόμο μία στενή χαράδρα την οποία είναι υποχρεωμένος να διασχίση κάθε ταξιδιώτης. Κάποτε ο Μητροπολίτης Φιλάρετος και ο Αρχιμανδρίτης Λαυρέντιος, ο αναπληρωτής του ηγουμένου της Λαύρας, βιάζονταν να φθάσουν στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ για κάποιες υποθέσεις. Η άμαξα του δεσπότη δεν είχε φθάσει ούτε μέχρι τα μέσα της χαράδρας, όταν εμφανίσθηκε ο πατήρ Θεόφιλος με τον ταύρο του. Ο αμαξάς του μητροπολίτη νόμιζε πως αυτός που πλησίαζε ήταν κάποιος χωρικός και του φώναξε άγρια.

«Ε, εσύ! Γύρνα πίσω. Γύρνα πίσω, σου λέω».
Ο μητροπολίτης, ακούγοντας τις άγριες φωνές του αμαξά, έβγαλε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο και ρώτησε:
«Τι συμβαίνει;»
Βλέποντας όμως τον Στάρετς Θεόφιλο να πλησιάζη, κατάλαβε αμέσως περί τίνος επρόκειτο.
«Ιβάν, σταμάτα!»
Ο αμαξάς σταμάτησε τα άλογα και ο δεσπότης με τον πατέρα Λαυρέντιο βγήκαν από την άμαξα. Ο Θεόφιλος καθόταν ακουμπώντας με τους αγκώνες στο κιγκλίδωμα του κάρου και έκανε τον κοιμισμένο.
«Θεόφιλε, ξύπνα! Συνέβη μία κακοτυχία!» φώναξε ο μητροπολίτης και άρχισε να ξυπνά τον μακάριο.
«Τι είναι; Α! Εσείς είστε άγιε Δέσποτα;»
«Εγώ είμαι. Γιατί κοιμάσαι, βρε κατεργάρη; Κοίτα τι πρόβλημα μας δημιούργησες».
Και πραγματικά το πρόβλημα ήταν μεγάλο. Η συνάντησις έγινε στο πιο στενό σημείο, έτσι ώστε ούτε ο ταύρος ούτε η άμαξα ήταν δυνατόν να γυρίσουν.
«Λοιπόν, τι θα κάνουμε τώρα;»
«Ε, κάτι θα κάνουμε», απάντησε ήσυχα ο Θεόφιλος.
Έπρεπε να ξεζέψουν τον ταύρο. Ο δεσπότης τον ωδήγησε με την ράβδο του πίσω στην ανηφόρα, ενώ ο πατήρ Λαυρέντιος με τον Θεόφιλο έσερναν από πίσω τους το κάρρο. Ο αμαξάς δεν πήρε μέρος σ' αυτό το «αγώνισμα», γιατί συγκρατούσε τα εξαγριωμένα άλογα. Μετά από αρκετές προσπάθειες ο δρόμος ελευθερώθηκε και ο αρχιερέας μπορούσε ελεύθερα να συνεχίση τον δρόμο του. Ο δεσπότης ήταν ευδιάθετος και γελώντας δυνατά χαιρέτησε τον μακάριο.

«Για δες, βρε ζιζάνιο, πόσο ιδρώτα έβγαλες από εμάς τους ταλαίπωρους», είπε σκουπίζοντας από το μέτωπο του χοντρές σταλαγματιές ιδρώτα.
Σύντομα μετά από αυτό το γεγονός διαπλάτυναν το δρόμο, όχι όμως αρκετά, κι έτσι πάλι συνέβαιναν παρόμοια περιστατικά.

Μία άλλη φορά, ο μακάριος συναντήθηκε πάλι με τον δεσπότη ακριβώς στο ίδιο σημείο την ίδια ώρα. Παρ' όλο όμως που μπορούσε τώρα να γυρίση πίσω, ο Θεόφιλος αρνήθηκε. Ήταν σαν να έκλεινε επίτηδες τον δρόμο στον μητροπολίτη. Ξέσπασε τότε μία λογομαχία μεταξύ του αμαξά και του Θεοφίλου. Ο πατήρ Θεόφιλος ισχυριζόταν πως ήταν πολύ πιο δύσκολο γι' αυτόν που είχε ένα μόνο ταύρο να καλύψη τον χαμένο χρόνο παρά για τον δεσπότη που είχε ολόκληρο αμάξι με τέσσερα άλογα. Ο αμαξάς όμως επέμενε.

«Ο Θεόφιλος έχει δίκιο», είπε ο δεσπότης που παρατηρούσε την σκηνή. «Θα έπρεπε να του είχαμε κάνει χώρο. Μα επειδή δεν είναι δυνατόν να γυρίση εδώ ένα αμάξι με τέσσερα άλογα, δείξε μακροθυμία, Θεόφιλε, και γύρνα εσύ με τον ταύρο σου».

Ο μακάριος όμως παρέμενε στο ίδιο μέρος και δεν ήθελε να υπακούση στην εντολή. Ο αρχιερέας άρχισε να δυσανασχετή.
«Λοιπόν, τι θα κάνης; Θα σταματήσης να δοκιμάζης την υπομονή μου;»
«Όχι, δεν θα σταματήσω, διότι εσείς πρέπει να γυρίσετε πίσω και όχι εγώ».
«Και γιατί αυτό;»
«Γιατί έτσι».

Εκείνη ακριβώς την στιγμή, έφθασε στον δεσπότη ένας αγγελιαφόρος από την Λαύρα με ένα μήνυμα. Κάποιος εργάτης είχε πέσει κάτω από την σκαλωσιά του καμπαναριού του ναού της Αγίας Σοφίας και είχε σκοτωθή.
«Κρεμόταν πολύ ώρα στον αέρα κρατώντας το κιγκλίδωμα, μα δεν άντεξε και σωριάστηκε στο έδαφος», είπε ο απεσταλμένος και ζήτησε εκ μέρους του ηγουμένου της Λαύρας άμεσες οδηγίες από τον δεσπότη.

Ο αρχιερεύς ταραγμένος δεν πρόφερε ούτε λέξι, μόνο σταυροκοπήθηκε και διέταξε τον αμαξά να ανεβή τον λόφο κι εκεί να στρέψη τα άλογα και να γυρίση πίσω στην Λαύρα. Ο Θεόφιλος δεν ήταν πια εκεί. Με την άφιξι του αγγελιαφόρου επέστρεψε πίσω, αφού η αποστολή του είχε τελειώσει.
Μία τρίτη συνάντησις συνέβη ως εξής: Ο μακάριος επέστρεφε από την πόλι στο Κιτάγιεφ, όταν η άμαξα του μητροπολίτη τον πρόφθασε και σταμάτησε δίπλα του στην γέφυρα Ντεμίγιεφ. Ο δεσπότης φώναξε:
«Θεόφιλε! Για πού τόβαλες;»
«Όπου οδηγεί ο Θεός και το καλεί η ανάγκη. Μόνο που έχω ένα πρόβλημα. Ο ταύρος έπαψε να με υπακούη. Κι εγώ, για να του βάλω επιτίμιο, παρήγγειλα ένα μακρύ μαστίγιο».
«Γιατί επιμένεις να πηγαίνης με τον ταύρο σε ρυθμό χελώνας;»
«Ο δρόμος για την Βασιλεία των Ουρανών είναι αργός και σταθερός».
«Ανέβα στην άμαξά μου και θα σε πάω πιο γρήγορα κι από γεράκι».
«Ευχαριστώ, δεν θέλω. Όμως θα φτάσω πιο γρήγορα από σας».
Όπως το προείπε έτσι κι έγινε. Εξ αιτίας της μεγάλης ταχύτητος βγήκε μία ρό¬δα από την άμαξα του δεσπότη και μέχρι να την διορθώσουν, πέρασε μία ολόκληρη ώρα. Ο Θεόφιλος έφθασε στο μεταξύ στο Κιτάγιεφ και όταν συνάντησε τον δεσπότη κοντά στην πύλη, έβαλε μετάνοια και του είπε:
«Υγιαίνετε, άγιε δέσποτα. Σας περιμένω εδώ και πολλή ώρα».

«Έχεις δίκιο, Θεόφιλε», απάντησε εκείνος. «Ο ταύρος με τα κέρατα πέρασε τα καλοθρεμμένα μου άλογα. Μου φαίνεται ότι κι εγώ στο μέλλον πρέπει να ταξιδεύω μ' αυτόν τον τρόπο».

Πολλοί θυμούνται αυτόν τον ταύρο, ο οποίος συνήθως ήταν λυτός και έβοσκε ελεύθερα γύρω από την αυλή του Στάρετς. Λένε πως ο ταύρος είχε ένα σχεδόν υπερφυσικό ένστικτο και μπορούσε να μαντέψη αλάνθαστα τον χαρακτήρα των ανθρώπων που πλησίαζαν τον Στάρετς για να πάρουν την ευλογία του. Κι αυτό γιατί άλλους τους συναντούσε με εχθρική και επιθετική διάθεσι και σε άλλους φερόταν ήρεμα και τους άφηνε να περάσουν ελεύθερα στο κελλί του γέροντα.

Συνεχίζεται

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 11


www.impantokratoros.gr

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Όποιος μεριμνά για τον αδελφό του, μεριμνά και για τον εαυτό του


Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

Πού είναι λοιπόν τώρα εκείνοι, που προφασίζονται και λένε τα ψυχρά αυτά λόγια: «Και τι με μέλει εμένα για τον άλλον;», ή «τι κοινό, και ένωση έχω εγώ με αυτόν, για να τον βοηθήσω και να τον διορθώσω;». Ας μάθουν αυτοί, ότι τους ελέγχει και η φύση μας και ο ίδιος ο νόμος και το ίδιο το Ευαγγέλιο και η ίδια η κοινωνία και ο ίδιος ο αόρατος πόλεμος, που έχουν οι αδελφοί τους Χριστιανοί. Ας ακούσουν μάλιστα και τον ιερό Χρυσόστομο, που τους ελέγχει με τα χρυσά του και μελίρρυτα λόγια. Διότι αυτός, άλλοτε τους λέει να μη λένε τέτοια λόγια, επειδή είναι σατανικά και χαρακτηριστικά της απανθρωπιάς του διαβόλου, και ότι οι Χριστιανοί με το διάβολο δεν έχουν καμιά ένωση και κοινό, αλλά με τους αδελφούς τους έχουν πάμπολλα κοινά:

«Και μη μου λες αυτήν την ψυχρή κουβέντα, «τι με μέλει εμένα; Δεν έχω καμία σχέση μαζί με αυτόν»… Γιατί είναι σατανική αυτή η φωνή, είναι διαβολική η απανθρωπιά. Προς το διάβολο μόνο δεν έχουμε κανένα κοινό, προς τους ανθρώπους όμως όλους έχουμε πολλά κοινά (Ανδριαν. α΄).

Άλλοτε δε τους λέει να μεριμνούν για τη σωτηρία των αδελφών τους. Διότι μεριμνώντες για το συμφέρον εκείνων, ταυτόχρονα μεριμνούν και για το δικό τους συμφέρον:

«Μη μου λες αυτή την κουβέντα της πολλής αναλγησίας «τι με μέλει; Εγώ φροντίζω για τα δικά μου». Διότι τότε θα φροντίσεις καλύτερα για τα δικά σου, όταν ζητάς τα δικά σου στο συμφέρον του πλησίον. Γι’ αυτό και έλεγε ο Παύλος: «κανείς να μη ζητάει το συμφέρον το δικό του, αλλά το συμφέρον του άλλου» (Α΄ Κορ. ι΄ 24), δηλαδή για να βρεις το δικό σου, ζήτα του αλλουνού (Ερμηνεία εις τον μθ΄ Ψαλμόν).

Άλλοτε πάλι, ελέγχοντας εκείνους, που προφασίζονται με τέτοια λόγια, τους λέει ότι το λόγο αυτό, που λένε «τι με νοιάζει εμένα», τον είπε ο αδελφοκτόνος Κάιν και ότι από το λόγο αυτό γεννιούνται όλα τα κακά. Γιατί αν δεν ενδιαφέρει εσένα τον Χριστιανό η σωτηρία του αδελφού σου, ποιον άλλον θα ενδιαφέρει, τον άπιστο και εθνικό, που χαίρεται όταν αμαρτάνουν οι Χριστιανοί; ή το διάβολο, που πολεμά και γκρεμίζει τους Χριστιανούς στην αμαρτία;

«Και μη μου λες «τι με νοιάζει για τους άλλους; Φοβήσου γι’ αυτόν που πρώτος είπε αυτή την κουβέντα. «Μήπως είμαι φύλακας του αδελφού μου;» (Γεν. δ΄ 9). Ίδια είναι αυτή η κουβέντα. Από αυτήν γεννιούνται όλα τα κακά. Διότι αυτά που ανήκουν στο σώμα μας, τα θεωρούμε ότι είναι ξένα. Τι λες; Δε σε νοιάζει για τον αδελφό σου; Αλλά ποιον θα νοιάξει, τον άπιστο; αυτόν που χαίρεται και ονειδίζει και πανηγυρίζει; ή το διάβολο, που σπρώχνει και ρίχνει κάτω;» (Λογ. μδ΄ εις την α΄ προς Κορινθίους).

Χριστός και νεανίσκος

Φωτογραφία: More Good Foundation

Από τη “Χρηστοήθεια των Χριστιανών”

www.xfd.gr

Η «Κλίμακα» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου



του π. Μαρτίνου Πέτζολτ


Σημείωση (Ταγαράκης Χρήστος, http://www.antibaro.gr/author/155 ). Ο π. Μαρτίνος είναι Γερμανός, πρώην Ρωμαιοκαθολικός, ο οποίος μεταστράφηκε στην Ορθοδοξία, πριν εικοσιπέντε χρόνια. Ακολούθως, χειροτονήθηκε ως ιερέας και υπάγεται στην Ελληνική Μητρόπολη Γερμανίας (Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως).

Το παρόν κείμενο παραχωρήθηκε από τον συγγραφέα και δημοσιεύεται, σε ηλεκτρονική μορφή, για πρώτη φορά στο Αντίβαρο. Είχε δημοσιευθεί, στο έντυπο περιοδικό της ενορίας του Αποστόλου Παύλου "Η φωνή της ενορίας μας" . Το άρθρο είναι δημοσιευμένο και στα γερμανικά: "Zum 4. Sonntag der Fastenzeit, der heilige Johannes Klimakos"

(πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2011/04/16/zum-4-sonntag-der-fastenzeit-der-heilige-johannes-klimakos/).

Ο π. Μαρτίνος έγραψε κι ένα παρόμοιο, ποιό εκτενές κείμενο, ως πρόλογο, για τη Γερμανική έκδοση της Κλίμακος, του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου:

Vorwort von p. Martinos Petzolt. In: LEITER göttlichen Aufstiegs und geistiger Vervollkommnung. Heiliger Johannes von Sinai. Übersetzt von Mönch Georgios. Heiliger Berg Athos, Griechenland, S. 5-9.

Τη μετάφραση της Κλίμακος στα γερμανικά έκανε ο Αγιορείτης μοναχός Γεώργιος.

Ο π. Μαρτίνος διακρίνεται για την πιστότητά του στο γράμμα και στο πνεύμα των Αγίων Πατέρων, τον σεβασμό του προς τους σύγχρονους Γέροντες και την ακούραστη εργασία και προσφορά του για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Είναι τακτικός προσκυνητής του Αγίου Όρους, όπου συναντήθηκε κατ΄ επανάληψιν και με τον Γέροντα Παΐσιο τον Αγιορείτη. Επίσης, επισκέπτεται τακτικά, ως προσκυνητής, πολλές άλλες Ιερές Μονές της Ελλάδος και το Όρος Σινά.

Η αξία του σύντομου κειμένου που ακολουθεί, είναι ότι αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία. Συνεγράφει από έναν πρώην Ρωμαιοκαθολικό και εκφράζει το γνήσιο Ορθόδοξο φρόνημα, τον Ορθόδο τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης των καταστάσεων. Αυτή είναι και μια απάντηση προς τους διάφορους Ορθοδόξους ή ορθοδοξοφανείς νεοπατερικούς, μεταπατερικούς, οικουμενιστές, ανανεωτές, εκμοντερνιστές, εκσυγχρονιστές ή όπως αλλιώς αυτοί αποκαλούνται.

---------------------------

Ακόμη και σήμερα μπορεί ο προσκυνητής του Θεοβαδίστου Όρους Σινά να κατεβεί από την Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στην κοιλάδα, όπου ανάμεσα σε βράχους βρίσκεται το σπήλαιο, στο οποίο ο ηγούμενος της μονής, ο Άγιος Ιωάννης κατά τον έκτο αιώνα έγραψε το βιβλίο «Κλίμαξ» δηλαδή «η σκάλα προς τον παράδεισο».

Μέσα στη βραχώδη έρημο με τους εξέχοντες βράχους, ο άγιος Ιωάννης πέρασε πολλές εβδομάδες προσευχόμενος, για να μαζέψει πνευματικές εμπειρίες, να τις διαρθρώσει και να τις καταγράψει. Κατά τη μοναχική του ζωή στη μονή της αγίας Βάτου, στους πόδας του όρους του Μωυσέως, δοκιμάστηκε κ αι προχώρησε στην άσκηση, στην καταπολέμηση των παθών, και κυρίως στην προσευχή. Ως ηγούμενος και πνευματικός πατέρας πολλών νεαρών μοναχών και πνευματικών παιδιών, ήταν καλός γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, των αδυναμιών τη ς, των κινδύνων και αγώνων της.

Μ’ αυτό το βιβλίο ήθελε να εκπληρώσει την επιθυμία του πνευματικού του αδελφού, του ηγουμένου Ιωάννου της Ραïθού, χαρίζοντάς μας μ’ αυτόν τον τρόπο έναν πολύτιμο θησαυρό, ένα εγχειρίδιο της πνευματικής ζωής, έναν οδηγό για τη θεϊκή ανάβαση, την ουράνια κλίμακα.

30 κεφάλαια του βιβλίου αυτού συμβολίζουν τα σκαλιά μίας κλίμακας: Απότομα κι άβολα, όμως διαρκώς τείνοντας προς τα πάνω, αρχίζοντας από την υπέρβαση των παθών, συνεχίζοντας με την απόκτηση των αρετών, και καταλήγοντας στην αγάπη, την ελπίδα και την πίστη. Σ’ αυτήν την πνευματική οδό οφείλουν να βαδίζουν όλοι οι χριστιανοί.

Στη σημερινή εποχή πολύ συχνά λέμε μεν, πως το τάδε βιβλίο αφορά μόνο τους μοναχούς. Κι εξίσου συχνά ακούγονται γνώμες κατά τις οποίες η νηστεία κι οι ακολουθίες είναι τάχα μόνο για μοναχούς. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Οι μοναχοί δεν διαφέρουν από τους άλλους χριστιανούς, κι ως άνθρωποι όλοι μοιάζουμε. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει, πως μόνο το ράσο διαφέρει στους μοναχούς. Όλοι επί της γης έχουν την ίδια πνευματική οδό προς τον παράδεισο.

Όλοι έχουν έναν παρόμοιο αγώνα εναντίων των ίδιων παθών, με τους ανάλογους κόπους, πειρασμούς, αμαρτίες. Κι ο ίδιος ο Χριστός μας οδηγεί, συνοδεύει και μας παρηγορεί. Εκείνος θα μας πάρει στην αγκαλιά του στον παράδεισο. Έτσι η Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου μπορεί να ωφελήσει όλους τους ανθρώπους, επειδή εξηγεί την ανθρώπινη ψυχή, περιγράφει τους κινδύνους της πνευματικής ζωής, δείχνει τις ταλαιπωρίες του πνευματικού αγώνα, και παρηγορεί σ’ όλες τις δοκιμασίες, εκφράζει την γλυκύτητα και την ησυχία εν Θεώ και εν τέλει ενθαρρύνει όλους μας να βαδίσουμε κι οι ίδιοι αυτήν την πνευματική οδό, παρ’ όλο που γράφτηκε αρχικά για μοναχούς, και συγκεκριμένα μάλιστα γι έναν πνευματικό πατέρα και ηγούμενο ως βοήθεια κι εγχειρίδιο.

Για την εξατομικευμένη εφαρμογή της Κλίμακος στην ιδιωτική μας ζωή βεβαίως χρειάζεται το χάρισμα της διακρίσεως των διαφορών: η Διάκριση. Αλλά ως προς αυτό μας βοηθούν οι ιερείς μας κι οι πνευματικοί πατέρες.


Πηγή: http://www.antibaro.gr/node/3524
www.zoiforos.gr

Η προσωπικότητα επηρεάζει την οσμή του σώματος



Επιμέλεια: Ρούλα Τσουλέα

Το να γνωρίσουμε έναν άνθρωπο συνήθως απαιτεί μία πρώτη συζήτηση. Μια νέα μελέτη, όμως, υποδηλώνει πως ενδείξεις για την προσωπικότητά του μπορούμε να λάβουμε και από την… μυρωδιά του.

Ομάδα 100 ανδρών και ισάριθμων γυναικών κατόρθωσε να εκτιμήσει με αρκετή ακρίβεια πόσο εξωστρεφείς, αγχώδεις ή κυριαρχικοί ήταν 60 εθελοντές, μυρίζοντας τα T-shirts τους.

Η μελέτη αυτή είναι η πρώτη που αξιολογεί κατά πόσον τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας σχετίζονται με την μυρωδιά του σώματος.

Αν και οι απαντήσεις των εθελοντών δεν ήταν τέλειες, υποδηλώνουν πως όταν σχηματίζουμε την πρώτη εντύπωση για έναν άνθρωπο, δεν λαμβάνουμε υπ’ όψιν μόνο την εμφάνιση και την συμπεριφορά του, αλλά και τον τρόπο που μυρίζει.

«Οι άνθρωποι δεν εκφράζονται μόνο με την εμφάνιση και την ομιλία τους, αλλά και με το πώς μυρίζουν», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια Αγκνιέσκα Σοροκόβσκα, από το Πανεπιστήμιο του Wroclaw, στην Πολωνία.

Η μελέτη πρόκειται να δημοσιευθεί σε επερχόμενο τεύχος της «Ευρωπαϊκής Επιθεώρησης Προσωπικότητας» (EJP).

Η μελέτη

Η δρ Σοροκόβσκα και οι συνεργάτες της, ζήτησαν από 30 άνδρες και 30 γυναίκες να φορούν λευκά T-shirts επί τρεις συνεχόμενες νύχτες και να αποφύγουν στη διάρκειά τους αρώματα, αποσμητικά, σαπούνια, τσιγάρο, αλκοόλ και τρόφιμα με έντονη οσμή. Επιπλέον, τους υπέβαλλαν σε τεστ προσωπικότητας.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές πήραν τα μπλουζάκια των εθελοντών και τα έβαλαν σε διάφανες, πλαστικές σακούλες.

Στο επόμενο στάδιο της μελέτης τους, επιστράτευσαν 100 άνδρες και 100 γυναίκες, από τους οποίους ζήτησαν να μυρίσουν τα μπλουζάκια και με βάση τη μυρωδιά να βαθμολογήσουν με μια κλίμακα από 0 έως 10, πέντε χαρακτηριστικά της προσωπικότητας.

Κάθε εθελοντής βαθμολόγησε έξι μπλουζάκια, ενώ κάθε μπλουζάκι βαθμολογήθηκε από 20 εθελοντές.

Ευρήματα

Τρία από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας αξιολογήθηκαν με αρκετά μεγάλη ακρίβεια από τους εθελοντές: η εξωστρέφεια (η τάση να είναι κανείς κοινωνικός και ανοιχτός), ο νευρωτισμός (η τάση να είναι κανείς αγχώδης και με διακυμάνσεις της ψυχικής διάθεσης) και η κυριαρχικότητα (η ανάγκη να ηγείται κανείς των άλλων).

Ο βαθμός της ακρίβειας δεν ήταν τέλειος, αλλά η δρ Σοροκόβσκα δήλωσε πως ήταν εφάμιλλος με αυτόν προγενέστερης μελέτης, στην οποία είχαν αξιολογηθεί τα ίδια χαρακτηριστικά με βάση βίντεο που έδειχναν εθελοντές στην καθημερινή τους ζωή.

Επιπλέον, η κρίση για την κυριαρχικότητα ήταν πιο ακριβής όταν οι εθελοντές αξιολογούσαν τις μυρωδιές ατόμων του αντίθετου φύλου, γεγονός που υποδηλώνει πως η μυρωδιά παίζει μεγάλο ρόλο όταν διαλέγουμε ερωτικό σύντροφο, πρόσθεσε.

Οι ερευνητές αποδίδουν τα ευρήματά τους στην συσχέτιση των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας με την έκκριση ορμονών, οι οποίες επηρεάζουν τη μυρωδιά μας. Οι κυριαρχικές προσωπικότητες λ.χ. μπορεί να έχουν υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης, η οποία μπορεί να επηρεάσει τους ιδρωτοποιούς αδένες.



Πηγή : Web Only
www.tanea.gr

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Η αγωγή του επιθυμητού




Το θυμό λοιπόν έτσι μαλάκωνέ του, ώστε να γεννάη επιεικείς λογισμούς. Διότι όταν δεν το συγκινή τίποτε, όταν υπομένη τη ζημία, όταν δε χρειάζεται να υπηρετηθή, όταν δεν αγανακτή που τιμάται ο άλλος, από πού τότε θα οργίζεται;

Είναι καιρός πλέον να έρθουμε στην επιθυμία. Σ’ αυτήν είναι διπλή και η σωφροσύνη και η βλάβη∙ πρέπει δηλαδή ούτε ο ίδιος ο νέος να πορνεύη, ούτε να πορνεύη σε κορίτσια. Λένε οι γιατροί ότι η επιθυμία αυτή εμφανίζεται με σφοδρότητα μετά την ηλικία των δεκαπέντε ετών. Πώς λοιπόν θα εμποδίσουμε αυτό το θηρίο; Τι θα κάνουμε; Ποιο χαλινό θα βάλλουμε σ’ αυτό; Δεν ξέρω άλλο παρά μόνο το χαλινάρι της γέεννας.

Πρώτα λοιπόν να το κρατάμε μακριά από τα αισχρά θεάματα και ακούσματα και ποτέ να μην πηγαίνει νέος ελεύθερος στο θέατρο. Αν όμως θέλη την τέρψι του θεάτρου, αν βρούμε συνομήλικές του που να μην πηγαίνουν στο θέατρο, να τους παρουσιάζουμε σαν παράδειγμα, ώστε να συγκρατηθή μιμούμενο αυτούς . Διότι τίποτε πραγματικά, τίποτε δεν κατορθώνει τόσο όσο η ζηλοτυπία. Και σε όλα αυτό να κάμνουμε σε κάθε περίπτωσι, και μάλιστα όταν είναι ζηλότυπο. Αυτό έχει πολύ μεγαλύτερη δύναμι και από το φόβο και τις υποσχέσεις και από όλα τα άλλα.

Οι αβλαβείς τέρψεις σαν αντιστάθμισμα.

Έπειτα να φροντίζουμε να βρούμε γι’ αυτό άλλες αβλαβείς τέρψεις. Να το οδηγούμε σε άγιους άνδρες , να του προσφέρουμε άνεσι. Να το τιμούμε με πολλά δώρα , ώστε να μπορή η ψυχή του να υπομονή την ατιμία από την απαγόρευση να πάη στο θέατρο. Και αντί των θεαμάτων εκείνων πρόσφερέ του ευχάριστα διηγήματα, περιπάτους σε λιβάδια και επισκέψεις σε λαμπρά οικοδομήματα. Και ύστερα να κατηγορούμε τα θεάματα εκείνα του θεάτρου λέγοντας: « παιδί μου, τα θεάματα εκείνα δεν είναι για ελεύθερους ανθρώπους, το να βλέπη κανείς γυναίκες να γυμνώνονται και να λένε αισχρά λόγια. Δος μου την υπόσχεσί σου ότι εκεί δε θα ακούσης άσχημο λόγο και ότι δε θα πης και πήγαινε∙ αλλά δεν μπορεί εκεί να μην ακούσης αισχρό λόγο. Είναι ανάξια για τα μάτια σου τα όσα γίνονται εκεί».

Συγχρόνως με τα λόγια αυτά που θα του λέμε να το φιλούμε και να το αγκαλιάζουμε και να το σφίγγουμε στην αγκαλιά μας, δείχνοντάς του έτσι την αγάπη μας. Με όλα αυτά να το μαλακώνουμε…

…Να το μιλάμε για τη βασιλεία των ουρανών και για εκείνους τους παλιούς που έλλαμψαν με τη σωφροσύνη τους και των μη χριστιανών και των Χριστιανών, και συνέχεια με αυτά να κατακλύζουμε τα αυτιά του…

Από το βιβλίο: ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Χρυσοστομικός Άμβων Γ΄
«Ο ΓΑΜΟΣ, Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ»
Έκδοσις:
Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου
Νέα Σκήτη Αγ. Όρους


www.gonia.gr

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Ελληνική πρωτοποριακή μέθοδος για τον αυτισμό στις ΗΠΑ


H παγκόσμια πρωτοποριακή μέθοδος για παιδιά με αυτισμό, μέσω του θεάτρου, που δημιούργησε η Ελληνίδα επιστήμονας Δρ. Χάρις Καρνέζη PhD, (φωτογραφία) εξαπλώνεται τώρα και στις Ηνωμένες Πολιτείες.




Η κ. Καρνέζη κλήθηκε να παρουσιάσει τη μέθοδό της, με την επωνυμία "Γνωστικό Συμπεριφορικό Δράμα", στο Διεθνές Συνέδριο Έρευνας για τον Αυτισμό (International Meeting for Autism Research 2011-IMFAR), που θα γίνει από τις 12 έως τις 14 Μαϊου στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας.

Η ίδια υποστηρίζει πως "τα αποτελέσματά της μελέτης της είναι ενδεικτικά για την αποτελεσματικότητα του Γνωσιακού Συμπεριφορικού Δράματος στην ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης και της αυτοεκτίμησης των συμμετεχόντων, στη γενικότερη βελτίωση της κοινωνικής τους συμπεριφοράς, στη μείωση στερεοτυπικών συμπεριφορών, καθώς επίσης και στην επίτευξη ειδικών στόχων για το κάθε μέλος, όπως η αντιμετώπιση φοβιών και άλλων δυλειτουργικών συμπεριφορών".

Εκτός από τις ομιλίες της στο διεθνές συνέδριο IMFAR, η Δρ. Καρνέζη θα συνεργαστεί και με το Asperger Centre for Education and Training της Νέας Υόρκης, όπου, επίσης, θα παρουσιάσει τη μέθοδό της σε ειδικούς που ασχολούνται με τη θεραπεία παιδιών με αυτισμό, ενώ σε δεύτερη φάση θα τους εκπαιδεύσει.

Η Ελληνίδα επιστήμονας δηλώνει ιδιαίτερα ικανοποιημένη, που μετά την Ιρλανδία και την Αυστραλία, και οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθετούν τη μέθοδό της την οποία εφαρμόζει πλέον προσωπικά η ίδια και στην Ελλάδα.

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ


www.ygeiaonline.gr

Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβιτου περι της Ταπεινοσχημία


Μη λες όλη την ώρα : «Θεέ μου είμαι αμαρτωλός»!

Τον Οκτώβριο του 1990 βρέθηκα, λόγω διαφόρων προβλημάτων, σε μια όχι καλή πνευματική κατάσταση και δοκίμασα αφόρητους πειρασμούς.

Μη έχοντας ούτε τη δύναμη να προσευχηθώ- ήταν ένα πολύ παράδοξο πράγμα- περιορίστηκα για κάμποσες ημέρες, αντί άλλης προσευχής, να λέω: «Θεέ μου, είμαι αμαρτωλός, δεν έχω τρόπο να μιλήσω μαζί σου». Και θυμόμουν το Γέροντα, ο οποίος πολλές φορές μου είχε πει: «Ξέρεις, Νίκο, πόσο μεγάλη δωρεά είναι το ότι μας έδωσε ο Θεός το δικαίωμα να του μιλούμε κάθε ώρα και κάθε στιγμή και σε οποιαδήποτε θέση και αν βρισκόμαστε, κι εκείνος να μας ακούει; Αυτή είναι η μεγαλύτερη τιμή που έχουμε. Γι’ αυτό πρέπει να αγαπήσουμε το Θεό».

Ευρισκόμενος ,λοιπόν, σ’ εκείνη την πνευματική κατάπτωση που σας είπα, πήγα με τρεις φίλους μου να συναντήσω το Γέροντα Πορφύριο. Μπήκαν πρώτα οι άλλοι και τελευταίος μπήκα εγώ.

Μόλις μπήκα μέσα, μου λέει: «Κάθισε , αμαρτωλέ». Μόλις μου το είπε αυτό, κατάλαβα ότι όλο αυτό τον καιρό παρακολουθούσε την κατάσταση στην οποία είχα περιέλθει .

Κι όπως ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του ασθενής, με τις πολυπληθείς ασθένειες που είχε, βρήκε τη δύναμη, σηκώθηκε και σαν θυμωμένος μου είπε: «Πες, Νίκο, τίποτε άλλο, παρά όλη την ώρα λες: είμαι αμαρτωλός, είμαι αμαρτωλός». Και συνέχισε το ίδιο σαν θυμωμένος: «Πες τίποτε άλλο στο θεό. Κάνε προσευχή. Δεν κατάλαβες ότι αυτό ήταν πειρασμός και δεν μπόρεσες ν’ αντισταθείς;»

Βγάνοντας έξω, ο ένας από τους τρεις φίλους , μαζί με τους οποίους είχα πάει εκείνη την ημέρα στο Γέροντα και στον οποίο αφηγήθηκα τι μου είχε πει ο Γέροντας Πορφύριος, μου είπε ότι εκείνου του είχε διορθώσει και μια λέξη στην προσευχή που έκαμνε. Του είπε: «Γιάννη, αυτή τη λέξη να μη τη λες έτσι, αλλά να τη λες έτσι»


www.gerontas.gr