Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

ΓΕΡΟ –ΔΑΥΙΔ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ

ΑΠΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕΧΡΙ ΤΑ ΒΑΘΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΑΜΑΤΑ ΕΙΧΕ ΠΟΛΛΕΣ ΟΡΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ. ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΓΕΡΟΝ ΠΑΙΣΙΟΣ ΟΤΑΝ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ.



 Ο κατά κόσμο Δήμος Φλώρος, ό μετέπειτα μοναχός Δαυίδ, γεννήθηκε το έτος 1889 στο χωριό Κτιστάδες της ορεινής Άρτας. Είχε άλλα δύο αδέλφια. Οι γονείς τούς δίδαξαν με το παράδειγμα τους την ευλάβεια και την αγάπη στον Θεό τους έμαθαν να πηγαίνουν στην Εκκλησία και να προσεύχονται.


Όταν ό Δήμος ήταν πέντε χρόνων, είδε στον ουρανό φως, ενώ ή μητέρα του, στην οποία το έδειχνε, δεν έβλεπε τίποτε.
Άλλη φορά είδε να ανοίγει ό ουρανός και είδε μέσα σε απερίγραπτη δόξα τάγματα Αγίων και Αγγέλων να δοξολογούν τον Θεό πού καθόταν πάνω στον θρόνο Του.



Από μικρός έμαθε την τέχνη του κτιστού και εργαζόταν φιλόπονα. Όταν έγινε 16 ετών, εργαζόταν σε κάποιο εξωκκλήσι του χωριού του. Εκεί είδε κάποια αποκάλυψη, πού όταν θέλησε έπειτα να την διηγηθεί, κόπηκε ή φωνή του για μισή ώρα. Κατάλαβε ότι δεν πρέπει να πει σε κανέναν αυτό πού είδε. Μετά αμέσως επανήλθε ή φωνή του.


Κάποτε πού περνούσε από ερείπια εξωκκλησιού του παρουσιάστηκε ή αγία Παρασκευή και του είπε: «Να μου κτίσης το ναό μου». «Θα στον κτίσω, Κυρία μου», απάντησε με την αγία του άφελότητα, αφού την προσκύνησε. Τήρησε τον λόγο του και ως καλός κτίστης πού ήταν, τον έκτισε.

Ό Δήμος με την ευλάβεια πού είχε, την μεγάλη απλότητα και την καθαρότητα του έβλεπε Αγίους από νέος, αλλά και τον διάβολο.


Κάποτε, ενώ εργαζόταν, του είπε ό εργοδότης του να κοιμηθεί στο κρεβάτι του γιου του Κωνσταντίνου πού απουσίαζε στην Αμερική. Ό Κωνσταντίνος δυστυχώς είχε γίνει χιλιοστής και επηρέαζε όλη την οικογένεια του. Ό Δήμος είδε τότε ένα διάβολο πάνω στο κρεβάτι, πού με δύναμη πέταξε σε απόσταση τριών μέτρων τον Δήμο.


Άλλ' αυτός δεν φοβόταν τον διάβολο. Είχε συνηθίσει με τα πειράγματα του, γιατί συχνά πάλευαν σώμα με σώμα. Τα όπλα του ήταν το σημείο του Σταυρού και ή επίκληση της Παναγίας, τα όποια έκαναν να εξαφανισθή ό διάβολος. Κάποτε πού του παρουσιάστηκε σαν δράκοντας, χωρίς να τον φοβηθεί καθόλου ό Δήμος, τον έπιασε από την ουρά και τον πέταξε μακριά.
Αν και αγαπούσε την μοναχική ζωή και ήθελε από μικρός να γίνει μοναχός, οι γονείς του τον εμπόδισαν. Έτσι νυμφεύθηκε  κάποια  νέα,  ονόματι
 Σπυριδούλα, και απέκτησαν δύο τέκνα. Συνέχισε να εργάζεται και να βοήθα την οικογένεια του αλλά και να αγωνίζεται. Δεν του έλειψαν οι πειρασμοί.


Κάποτε κάθισε ό πειρασμός στον ώμο του και, μόλις φώναξε «Παναγία μου», εις έπήκοον της συζύγου του, αμέσως εξαφανίστηκε.
Τον διάβολον αποκαλούσε συνήθως «τρισκατάρατον» και ενίοτε «παρασάνδαλον». Τον έδιωχνε και με την εκφώνηση του ιερέως, «της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου...».


Κάποτε τον άγγάρευσαν οι κομμουνιστές να μεταφέρει όπλα από το χωριό του σε ένα άλλο. Καθ' όδόν τούς είπε: «Είπε και ό Χριστός: "Αφες αυτοίς ού γάρ οιδασι, τί ποιούσιν"». «Α, ξέρεις και τέτοια», του είπαν. «Όταν φθάσουμε στον προορισμό μας, θα σε τακτοποιήσουμε». Μόλις έφθασαν στο χωριό και άφησε τα όπλα, έτρεξε και κρύφτηκε πίσω από ένα σπίτι. Οι κομμουνιστές νόμισαν ότι πήρε τον δρόμο για να επιστρέψει και έτρεξαν προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά δεν τον βρήκαν. Έτσι ή θεία Πρόνοια τον διεφύλαξε.


Κάποτε του ζήτησε κάποιος ένα αξιόλογο ποσό να του δανείσει και του έδωσε παρά την φτώχεια του. Εκείνος δεν τα επέστρεψε και, όταν ό Δήμος τα είχε ανάγκη και του υπενθύμισε το χρέος του, τον απείλησε να τον φονεύσει. Τότε του είπε με απλότητα: «Άς το βρεις απ' άλλον». Και δυστυχώς συνέβη το πολύ δυσάρεστο. Ό άδικος αυτός άνθρωπος ζήτησε δανεικά και από κάποιον άλλον και, όταν δεν τα επέστρεψε, πάνω στην αψιμαχία τους ό άλλος φόνευσε τον άδικο πού δανειζόταν χωρίς να τα επιστρέφει και μάλιστα απειλώντας με φόνο.

Έφεραν κάποτε μία γυναίκα δαιμονισμένη σε Μοναστήρι της περιοχής. Όλο το εκκλησίασμα φώναζε στον διάβολο «έβγα». Τότε μόνο ό Δήμος πού ήταν παρών, τον είδε να εξέρχεται από το στόμα της σαν πετεινό σκουροκόκκινο.


Τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά του Δήμου μεγάλωσαν, έκαναν οικογένεια και απέκτησε και εγγόνια. Αλλά ό Ίδιος όλα αυτά τα χρόνια είχε ασίγαστη την επιθυμία να γίνει μοναχός. "Έλεγε: «Μ' έτρωγε μέσα μου ό θείος πόθος. Ό πόθος για τον Χριστό, για την μοναχική ζωή. Έτσι άφησα γυναίκα, παιδιά, περιουσίες, νιφάδες και εγγόνια, και ήρθα να προσφέρω στον Κύριο τα γεράματα μου, αφού δεν μπόρεσα να δώσω τα νιάτα μου» .
Έτσι το έτος 1955 σε ηλικία 66 ετών ήρθε στην Μονή Γρηγορίου. Εκεί έμεινε για οκτώ μήνες και σ' αυτό το διάστημα πού ήταν δόκιμος, είδε σε όραμα τούς δυο κτήτορες της Μονής.


Για άγνωστο λόγο αναχώρησε και κοινοβίασε στην γειτονική μονή του Διονυσίου. Μετά τη νόμιμη δοκιμασία έκάρη μοναχός με το όνομα Δαυίδ. Ενθουσιασμένος από την μοναχική ζωή και λατρεία, την οποία στερήθηκε τόσα χρόνια, χαιρόταν, έκανε ακούραστα τα διακονήματά του και ήταν πολύ υπάκουος. Έτρεχε σαν μικρό παιδί και διακονούσε παντού. Είχε μάθει καλά το "ευλόγησον" και το "νάναι ευλογημένο". Ήταν φιλήσυχος, ειρηνικός με όλους. Δεν πείραζε κανένα, δεν κατέκρινε κανένα. Ήταν νηστευτής. Κατά καιρούς νήστευε περισσότερο. Δεν παρακαθόταν στην τράπεζα. "Έτρωγε τα τελευταία χρόνια μόνο ότι του πήγαινε ό πατήρ Θεόκτιστος στο κελί του. Ήταν ρακένδυτης. Φορούσε παλαιά και μπαλωμένα ζωστικά, και για κάλτσες έραβε κομμάτια από υφάσματα πού εύρισκε. Δεν τον ενδιέφερε ή εξωτερική του εμφάνιση.
 Δεν του άρεσε ή άργολογία και έλεγε συμβουλευτικά σε νέο συγκοινοβιάτη του: «Κουβεντούλα-κουβεντούλα, τρώει ό λύκος την βετούλα». (Χρονιάρα γίδα). Δηλαδή με την άργολογία ζημιώνεται ή ψυχή μας. Στις λοιδορίες δεν απαντούσε- έκανε ότι δεν άκουγε. Την ημέρα πού έγινε Μεγαλόσχημος κάποιος παλαιότερος τον λοιδόρησε λέγοντας ένα δηκτικό λόγο, αλλά αυτός ήταν «ωσεί άνθρωπος ουκ άκούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελεγμούς» . Όταν εκοιμήθη ό λοίδορος μοναχός, ό γερό-Δαυίδ τον είδε εντός λίμνης και μόλις φαινόταν λίγο το κεφάλι του.

Το κελί του ήταν πολύ ατημέλητο και λερωμένο γι' αυτό είχε πολλούς ψύλλους και κοριούς. 
Όταν ήρθε ή συνοδεία του παπά-Χαράλαμπου από το Μπουραζέρι, θέλησαν να το καθαρίσουν και πέταξαν στην θάλασσα πολλά άχρηστα πράγματα. Ό γερό-Δαυίδ δεν αντέδρασε, μόνο έλεγε: «Δόξα τω Θεώ πού ήρθαν οι πατέρες και μας καθαρίζουν».
Στο ταπεινό, μικρό, μισοσκότεινο, απεριποίητο κελλάκι του καταγινόταν στην ευχή. Έκανε αγρυπνίες και για να μη τον πιάνει ό ύπνος, όταν κουραζόταν, καθόταν σ' ένα σκαμνάκι κουτσό με τρία πόδια. Μόλις αποκοιμόταν έχανε την ισορροπία πέφτοντας ξυπνούσε και συνέχιζε την αγρυπνία του.


Είχε πραγματική ταπείνωση, ήταν ένας ταπεινός Κοινοβιάτης. Τον εαυτό του, όπως έλεγε, δεν τον λογάριαζε ούτε για σκνίπα. Αυτή ή ταπείνωση του ήταν ή ασπίδα του στις πολλές επιθέσεις του διαβόλου πού του εμφανιζόταν συχνά.
Κάποτε στο παρεκκλήσι του Ακάθιστου, ενώ προσευχόταν, είδε πλήθος δαιμόνων να περνούν από μπροστά του, χωρίς όμως να μπορέσουν να τον βλάψουν.


Άλλη φορά ανέβαινε τις σκάλες του Μοναστηριού και του παρουσιάστηκε δήθεν ό παπά-Θόδωρος, αδελφός της Μονής. Του πρότεινε το χέρι για να το φιλήσει. Ό γερό-Δαυίδ τραβήχτηκε πίσω παραξενεμένος. Σκεφτόταν: «Τί συμβαίνει; Γιατί μου δίνει το χέρι;», και σκύβοντας πέρασε κάτω από το χέρι του και πήγε στην ακολουθία.
Άλλη φορά προσπαθούσε να τον ρίξει στον γκρεμό, ενώ βρισκόταν στο Μετόχι του Μονοξυλίτη. 
Τότε παρουσιάστηκε ό Κύριος με την Παναγία και τον Πρόδρομο, όπως είναι στο τρίμορφο, στην εικόνα πού είναι στο Μοναστήρι απέναντι από την θύρα της τραπέζης. Ό Τίμιος Πρόδρομος βγήκε από την εικόνα, πήρε ενσώματη ζωντανή μορφή και τον έσωσε. Θυμόταν σε όλη του την ζωή καθαρά το γεγονός αυτό της σωτηρίας του και έλεγε: «Οικτίρμων και ελεήμων ό Κύριος».

Στον Μονοξυλίτη την ημέρα έκτιζε πεζούλια, καλυβόσπιτα, το όπωροφυλάκιο, και τη νύχτα έκανε αγρυπνία πού την άρχιζε με την ανατολή του αποσπερίτη, μέχρι πού ξημέρωνε.
Άλλοτε προσευχόμενος εκεί είδε μπροστά του ένα λαμπρό νέο. Ήταν άγγελος. Όταν εξαφανίστηκε, είδε πλήθος αγγέλων να δοξολογούν τον Θεό.
«Κάποτε», διηγήθηκε, «την ώρα της προσευχής ήρθε να με ταράξει ό διάβολος. Αμέσως τον πιάνω και 'γώ και του σπασα το κεφάλι με τις γροθιές. Φοβήθηκε και έφυγε. Έλεγα, βλέπεις, και το "Κύριε Ιησού Χριστέ ,.."» .
Έβλεπε πολλές φορές τούς δαίμονες μέσα στην Εκκλησία και οι πατέρες το καταλάβαιναν από τις αντιδράσεις του. Κάποτε γέλασε και όταν ζήτησαν να μάθουν τον λόγο, απάντησε: «Δεν είδες πού μου έδινε ό διάβολος λουκουμάκι για να μην κοιμηθώ;».


Αλλά και στο κελί του δεν εύρισκε ησυχία από τον διάβολο. Το απλό γεροντάκι τον πολεμούσε και αυτό με τον τρόπο του. Από όπου ερχόταν ό πειρασμός, έβαζε ένα Σταυρό και μετά δεν τολμούσε να ξαναμπεί από το ίδιο σημείο. Έτσι είχε γεμίσει το κελί του με Σταυρούς. Στην πόρτα, στο παράθυρο, στους τοίχους, ακόμη και στο ταβάνι κρέμασε Σταυρούς με κλωστή. Οι Σταυροί πού έφτιαχνε ήταν απλοί και αυτοσχέδιοι. Έδενε δύο ξυλαράκια με κλωστή ή δύο λωρίδες από χαρτί ή από ύφασμα ή λαμαρίνα σε σχήμα Σταυρού. Ήταν μεν απλοί αλλά την δουλειά τους την έκαναν, γιατί εμπόδιζαν


Την είσοδο του πειρασμού. Έλεγε με απλότητα: «Σε όλους τούς ανθρώπους παρουσιάζεται ό διάβολος, αλλά δεν τον βλέπουν όλοι. Άμα ό άνθρωπος έχει πάθη, κακίες, αμαρτίες, έχει μέσα στην καρδιά του και στο μυαλό του τον διάβολο. Τούς πράους και ταπεινούς τούς φοβάται, αλλά δεν μπορεί να τούς κάνη τίποτε, διότι είναι με τον Χριστό» . Τον ρωτούσε συγκοινοβιάτης του: -Γερό-Δαυΐδ, βλέπεις τίποτε; Βλέπεις κανέναν Άγιο;

-Ε, τί σκαλίζεις εκεί πέρα; Άσε με, απαντούσε. Μετά όμως από επίμονες ερωτήσεις έλεγε με την χαριτωμένη του απλότητα σαν να διηγείτο ένα πολύ φυσικό γεγονός: «Να, χθες πήγα να ψάλω το Απολυτίκιο του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και εμφανίστηκε μπροστά μου όλος φώς. Τον χαιρέτησα με υπόκλιση και εκείνος εξαφανίστηκε».

Όταν επισκέφτηκε την Μονή Διονυσίου ό γερό-Παΐσιος, πήγε να δη και τον γερό-Δαυίδ στο κελί του. Τον βρήκε τυλιγμένο με τα κουρέλια του, με τραβηγμένες τις κουρτίνες για να είναι σκοτεινό το κελί του. Τον ρώτησε τί κάνει, και ό γερό-Δαυίδ απάντησε με απλότητα, «τί κάνουν οι καλόγεροι;» δείχνοντας το κομποσκοίνι του. Και όταν τον ρώτησε για τα μυστικά βιώματα του, απάντησε: «Δεν λέγονται, δεν λέγονται».
Ό απλός και ολιγογράμματος Γέρων σαν τον προφήτη Ιεζεκιήλ είχε πολλές οράσεις από την παιδική του ηλικία. Ως μοναχός αγωνίσθηκε φιλότιμα.

Έλεγε συνεχώς την ευχή και είχε προσοχή πολλή. Έλεγε ότι το κουκούλι μάς φυλάγει να μην περιεργαζόμαστε και μετά κατακρίνουμε τούς αδελφούς την ώρα της τραπέζης. Συμβούλευε, οι μοναχοί να κάνουν υπακοή και να έχουν αγάπη μεταξύ τους. Ως μεγαλύτερη αμαρτία θεωρούσε την υπερηφάνεια. Όποιος θέλει να βρει τον Χριστό, θα τον βρει μέσα στην καρδιά του, όπως και ό ίδιος τον βρήκε φυσικά, αφού «ή βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν» .


Όταν πλέον ό γερό-Δαυίδ διήνυε το 94° έτος της ηλικίας του, τον χειμώνα, ασθένησε για λίγες μέρες. Αισθανόμενος ότι εγγίζει το τέλος του προετοιμάσθηκε και στις 5 Φεβρουαρίου 1983 παρέδωσε την καθαρή ψυχή του στα χέρια του θεού. Όλοι τον συγχωρούσαν και κανείς δεν είχε παράπονο από τον γερό-Δαυίδ. Επικρατούσε μία κατάνυξη και πίστευαν ότι βρήκε ή ψυχή του τόπον αναπαύσεως.


Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ.
ΑΓΙΟΝ ΌΡΟΣ 2011


 apantaortodoxias.blogspot.gr

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

«Σήμερον αγιάζεται ή φύσις των υδάτων...»,

Διηγήματα του Πνευματοφόρου Γέροντος Δανιήλ

Έλεγε ό Γέρο - Δανιήλ ότι, στην Ιερά Σκήτη του Ξενοφώντος, ό Γέροντας της Καλύβας «Εισοδια της Θεοτόκου» Γρηγόριος Ιερομόναχος, είχε υποτακτικό πολύ απλό, αγαθό και άκακο, θεοφύλακτο ονομαζόμενο.
Ό Μοναχός θεοφύλακτος, κατά την εορτή των Θεοφανίων, πού γίνεται ό μεγάλος Αγιασμός, όταν άκουσε τα τροπάρια και τίς ευχές πού ψάλλει ή Εκκλησία μας και τα όποια λένε: «Σήμερον αγιάζεται ή φύσις των υδάτων...», του φάνηκε κάπως περίεργο και όταν τελείωσε ή τελετή, ρώτησε το Γέροντα του Παπα - Γρηγόρη : «Γέροντα, άκουσα στα τροπάρια και στις ευχές να λέτε πώς «Σήμερον αγιάζεται ή φύσις των υδάτων...», πώς γίνεται αυτό το πράγμα και όλα τα νερά αγιάζονται; Αγιάζονται και τα νερά της θαλάσσης;»
Ό Γέροντας του Παπα - Γρηγόρης σ' αυτά απάντησε: — Αδελφέ Θεοφύλακτε, ό Πανάγαθος θεός, με τίς προσευχές των ανθρώπων, πού γίνονται με ταπείνωση, από αδιάκριτη και ακλόνητη πίστη, με την επιφοίτηση της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, επενεργεί επί των εμψύχων και αψύχων ακόμη μεταβάλλει αυτά και τα αγιάζει, για να καθαρίσει και αγιάσει μ' αυτά τους πιστούς δούλους Του.
Όπως, επί παραδείγματι, αγιάζει το νερό και το λάδι στο Βάπτισμα, και απαλλάσσει τον άνθρωπο, και καθαρίζει αυτόν από το προπατορικό αμάρτημα και από κάθε είδους άλλης αμαρτίας και έτσι βγαίνει από την άγια Κολυμβήθρα αγνός, καθαρός και τέλειος χριστιανός.
Όπως μεταβάλλει το ψωμί και το κρασί, πού προσφέρει θυσία των χριστιανών ό Ιερεύς και με την επιφοίτηση του Παναγίου Πνεύματος, τα κάνει από ψωμί - Σώμα κι από κρασί - Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτηρος ημών Ιησού Χριστού και γίνονται τα Τίμια Δώρα, που μεταλαμβάνουν οι πιστοί, και μ' αυτά όταν άξιοι και καθαροί, με τη μετάνοια και εξομολόγηση τα παίρνουν, αγιάζονται και
θεοποιούνται.
Όπως μεταβάλλει το λάδι του ευχελαίου και γίνεται θεραπευτικό μέσο στους μετά πίστεως χριωμένους. Έτσι, αγαπητέ Θεοφύλακτε, μεταβάλλεται με τη χάρι του Αγίου Πνεύματος και ή φύση των υδάτων.
Ό Μοναχός Θεοφύλακτος για δεύτερη φορά ρώτησε το Γέροντα του και είπε:
Πάτερ και το νερό της θαλάσσης αγιάζεται κι αυτό;
Ναι αδελφέ, άκουσε και γι' αυτό: Όταν ό πρωτάγγελος Εωσφόρος, από την υπερηφάνεια του, ξέπεσε από τους ουρανούς και σαν αστραπή βρέθηκε στα κατώτερα μέρη, στα κατάβαθα της γης, εκεί πού είναι τα τάρταρα του Αδη, τότε πέφτοντας αυτός, παρέσυρε με την πτώση του το ένα τρίτο (1/3) από τους Αγγέλους, πού κι αυτοί έγιναν όπως κι ό αρχηγός τους Δαίμονες.
Πέφτοντας αυτοί, οι πρώην άγγελοι, από τους ουρανούς προς τη γη και επειδή εξακολουθούσαν να πέφτουν συνέχεια κι άλλοι άγγελοι, τότε στάθηκε στην πύλη του ουρανού ό μέγας Αρχάγγελος Μιχαήλ με την πύρινη ρομφαία, φώναξε προς όλους τους Αγγέλους και είπε: «Στώμεν καλώς, Στώμεν μετά φόβου Θεού» και με τη φωνή αύτη συνήλθαν οι Άγγελοι και σταμάτησαν να πέφτουν.
Εκείνοι όμως πού είχαν πέσει, με το πρόσταγμα αυτό του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, σταμάτησαν εκεί πού βρέθηκαν, άλλοι στον αέρα κι έγιναν τα εναέρια Τελώνια, άλλοι στη γη, κι έγιναν οι πειρασμοί και εξουσιαστές της γης, κι άλλοι στα ύδατα των ποταμών τής Γης και• της θαλάσσης, οπού πειράζουν, δοκιμάζουν και πνίγουν τους διερχόμενους επειδή, κατά το λόγο του Κυρίου «Άπ' αρχής, ό διάβολος ανθρωποκτόνος εστί» (Ίωάν. Η' 44).
Όταν όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, όπως λέγουν οι άγιοι Απόστολοι και το ιερό Ευαγγέλιο, και ό Υιός και Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος, με το μέγα και ανερμήνευτο μυστήριο της θείας ενσάρκου αυτού οικονομίας, με την κάθοδο Του από τους ουρανούς αγίασε τον αέρα, τη γη, τη θάλασσα, τα ύδατα και πάντα «τα εν αυτοίς», και με τον αγιασμό και τη χάρι του Αγίου Πνεύματος κατήργησε την δύναμη και την εξουσία του Σατανά πού είχε, πριν να σαρκωθή ό Δεσπότης Χριστός επάνω στους ανθρώπους, στα ζώα και στα στοιχεία της φύσεως, και έτσι ό αέρας, ή γη και το νερό αγιάστηκαν, από την παρουσία του Δεσπότη Χριστού του Θεού ημών.
Ή ήμερα αυτή των Θεοφανίων, πάτερ Θεοφύλακτε, όπου γίνεται ό Μεγάλος Αγιασμός, γίνεται ή ανάμνησης της του Χριστού παρουσίας και της Θεοφανείας του τρισυπόστατου και τρισηλίου Θεού των χριστιανών, του Ποιητού και Δημιουργού των όλων, πού σαν σήμερα στη βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό, παρουσιάστηκε ό ουράνιος Πατέρας με τη φωνή και ό οποίος με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, πού το έστειλε σαν ένα περιστέρι επάνω στο κεφάλι του Χριστού, μ' αυτό δείχνοντας μας το Χριστό, είπε: «Ούτος εστίν ό υιός μου ό αγαπητός ενώ ηυδόκησα...» δηλαδή αυτό είναι το αγαπημένο μου παιδί, ό μονογενής, με τον όποιον, όπως δημιουργήσαμε μαζί μ' αυτόν και το Αγιον Πνεύμα τον κόσμο όλον, έτσι και τώρα ευδόκησα, μέσον Αυτού να σωθεί ό κόσμος και να αναγεννηθεί ανακαινιζόμενος με το άγιο Βάπτισμα.




ΓΛΥΚΥΤΕΡΟ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Εάν λοιπόν θέλεις να δοκιμάσεις την αλήθεια όλων αυτών πού σου είπα, πήγαινε πάτερ Θεοφύλακτε, κάτω στη θάλασσα σήμερα, να ιδείς πώς το νερό είναι γλυκό και πίνεται.
Ό απλός κι αγαθός Μοναχός Θεοφύλακτος, παρ όλο τον κόπο της αγρυπνίας, μόλις άκουσε αυτά τα πράγματα για να βεβαιωθεί, πήρε ένα μικρό δοχείο και πήγε αμέσως στη θάλασσα, ή οποία από τη Σκήτη αυτή απέχει περισσότερο από μια ώρα πεζοπορία, έσκυψε με ταπείνωση και τυφλή υπακοή, πήρε νερό από τη θάλασσα, ήπιε και μετά θαυμασμού είδε πώς το νερό ήταν γλυκό και πίνονταν με ευχαριστήσει. Γέμισε το δοχείο του και γύρισε στο Γέροντα του, τον όποιον αφού ευχαρίστησε του έδωκε να πιει κι αυτός από το νερό της θάλασσας, ήπιε κι εκείνος και δόξασαν «τον θαυμαστόν Θεόν εν τοις έργοις και τοις αγίοις αυτού» (Ψαλμ. ΞΖ' 36).
Πέρασαν περισσότερα από τριάντα χρόνια, ό Γέροντας Παπα-Γρηγόρης, πλήρης ήμερων, αρρώστησε λίγο και κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο. Ό υποτακτικός του Θεοφύλακτος συνέχιζε να παίρνει κάθε χρόνο την ήμερα των Θεοφανίων, νερό από τη θάλασσα και συνεχίζονταν το ίδιο θαύμα, το νερό να είναι γλυκό και πόσιμο.
Τρία χρόνια μετά το θάνατο του γέροντα του, ό Πάτερ θεοφύλακτος, μετά την αγρυπνία των Θεοφανίων, όταν βγήκαν οι Πατέρες από το «Κυριάκο» βλέπουν τον αδελφό θεοφύλακτο να πηγαίνει περισσότερο κάτω από την Καλύβα πού έμενε. Οι άλλοι Πατέρες της Σκήτης τότε τον ρώτησαν: — Για που πηγαίνεις πάτερ Θεοφύλακτε; Δε θα πας να ξεκουραστείς στο σπίτι σου;
Ό πάτερ Θεοφύλακτος για απάντηση, τους φανέρωσε το μέχρι τότε άγνωστο στους άλλους Πατέρες της Σκήτης θαύμα, πώς δηλαδή την ήμερα του μεγάλου Αγιασμού το νερό της θαλάσσης γίνεται γλυκό και πίνεται.
Οι Πατέρες, επειδή γνώριζαν πώς ό αδελφός αυτός ήταν απλός και άκακος, δεν πίστεψαν στα λόγια του και τον ειρωνεύτηκαν. — Άιντε καημένε να ξεκουραστείς και πας μετά να μας φέρεις κι εμάς να πιούμε... θάλασσα! Ό πάτερ Θεοφύλακτος δεν έδωκε καμιά σημασία στα λόγια τους, πήγε στη θάλασσα ήπιε, όπως έκανε μέχρι τότε, νερό πού ήταν γλυκό, γέμισε και το δοχείο του και το πήγε να πιουν και οι άλλοι Πατέρες.
Εκείνοι με ειρωνεία και δυσπιστία πήραν το νερό αυτό να πιουν, αλλά το μέχρι κείνη τη στιγμή γλυκό νερό, για την απιστία τους έγινε αλμυρότερο και πολύ πικρότερο από το νερό της θάλασσας.
Τότε ό αδελφός Θεοφύλακτος τους φανέρωσε πώς επί τριάντα και πλέον χρόνια πίνανε με το Γέροντα του το γλυκύτατο και νοστιμότατο, για την ήμερα εκείνη νερό της θάλασσας. Και έτσι από την ήμερα εκείνη για την απιστία των Πατέρων σταμάτησε να γίνεται το θαύμα αυτό!

pigizois.net
 http://anavaseis.blogspot.gr/2010/07/blog-post_478.html

Λόγος στήν Κυριακὴ τῶν Φώτων



Ἁγίου Λουκᾶ, Ἀρχιεπ. Κριμαίας,


Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῶν Θεοφανίων περιέχει ἕναν λόγο τοῦ Χριστοῦ μεγάλης σπουδαιότητας. Σ’ αὐτὸν τώρα θέλω λίγο νά στρέψω τὴν προσοχὴ σας.
Τοῦ μεγάλου αὐτοῦ γεγονότος τῆς Θεοφάνειας τοῦ Κυρίου προηγεῖται κήρυγμα στίς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, τοῦ Ἰωάννου, τοῦ Προδρόμου τοῦ Κυρίου, τοῦ μείζονος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων πού γέννησαν ποτέ οἱ γυναῖκες. Τὸ φλογερὸ του κήρυγμα τῆς μετανοίας γιά τὸ ὁποῖο προετοιμαζόταν εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας τραβοῦσε πρὸς αὐτὸν μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων. Ὁ πύρινος λόγος τοῦ κηρύγματός του ἔκαιγε τίς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους βάπτιζε στά νερὰ τοῦ Ἰορδάνη καθαρίζοντας τίς ἁμαρτίες τους.

 Τὴν μεγάλη ἐκείνη ἡμέρα μὲ πολλὴ ἔκπληξη παρατήρησε ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων πού ἔρχονται γιά νά βαπτιστοῦν βρίσκεται καὶ Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον μέχρι τότε δέν εἶχε γνωρίσει ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου τοῦ εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ὅτι θὰ βαπτίζει μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Καὶ ἀφοῦ ἔπεσε στά πόδια του, τοῦ εἶπε μὲ δέος: «ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ Σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχη πρὸς μέ;» (Μτ. 3, 14).

Ἐμεῖς, ποὺ ἤδη εἴμαστε βαπτισμένοι ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί, δέν θὰ μπορούσαμε νά καταλάβουμε γιατὶ ὁ ἀναμάρτητος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πῆγε στό δοῦλο του τὸν Ἰωάννη καὶ ζήτησε νά βαπτιστεῖ ἀπὸ αὐτὸν μὲ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας γιά νά Τοῦ ἀφεθοῦν οἱ ἁμαρτίες του, τὶς ὁποῖες δέν εἶχε, ἂν ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δέν μᾶς τὸ ἔλεγε ἀπαντώντας στήν ἐρώτησῃ τοῦ Προδρόμου τὸ ἑξῆς: «ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» (Μτ. 3, 15).

Ὤ, Κύριε μας! Σὲ προσκυνοῦμε ἐσένα καὶ τὸν Πρόδρομό Σου καὶ Σὲ εὐχαριστοῦμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας γιά τὸ ὅτι μας ἔμαθες νά σεβόμαστε καὶ νά τιμᾶμε «πᾶσαν δικαιοσύνην» καὶ νά μισοῦμε τὴν ὁποιαδήποτε ἀδικία, διότι ἐκείνη προέρχεται ἀπὸ τὸν διάβολο. Κάθε δικαιοσύνη, ἄκομα καὶ ἡ πιὸ ἀσήμαντη δίκαιη πράξη, εἶναι εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔλαβες τὸ βάπτισμα ἀπὸ τὸν Ἰωάννη στόν Ἰορδάνη ποταμὸ γιά τὴν ἄφεση ἁμαρτιῶν διότι ἤθελες νά ἐκπληρώσεις ὅ,τι προβλέπει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἡ κατάδυση στά νερὰ τοῦ Ἰορδάνη ἀποτελοῦσε σφράγισμα τῆς μετανοίας γι’ αὐτούς πού ἔρχονταν νά βαπτιστοῦν. Διότι γιά τὴν ὁλόκαρδη μετάνοια, αὐτός πού δεχόταν τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, λάμβανε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του.

Τὸ βάπτισμα ὅμως αὐτὸ δέν ἀνακαίνιζε τὸν ἀνθρωπο καὶ δέν ἦταν γι’ αὐτὸν μία δεύτερη γέννηση, ὅπως αὐτὸ γίνεται στό μεγάλο μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο βαπτιζόμαστε ἐμεὶς οἱ χριστιανοί. Ἦταν λοιπὸν δίκαιο τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου. Δέν μίλησε ὅμως μόνο γι’ αὐτὴν τὴν δικαιοσύνη, ὁ Σωτῆρας μας στόν Ἰωάννη γιά νά τὸν καθησυχάσει καὶ νά λύσει τὴν ἀπορία του, ἀλλὰ γιά τὴν πᾶσα δικαιοσύνη, δηλαδή γιά τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν Θεῖο λόγο του ἁγίασε καὶ εὐλόγησε τὴν κάθε ἀλήθεια καὶ συνεπῶς κατέκρινε τὴν ὁποιαδήποτε ἀδικία.

Σκεφτεῖτε, ἀγαπητοί μου, ἄνθρωποι τοῦ ἰδίου μὲ μένα πνεύματος, κοινωνοί τοῦ μικροῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ, πόση ἀδικία ὑπάρχει στόν κόσμο! Πόσο μεγάλη ἁμαρτία εἶναι ὁ πόλεμος, ὅταν οἱ λαοί, ἀκόμα καὶ οἱ χριστιανικοὶ λαοί, ἐξοντώνουν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον! Ἂν ὁ φόνος ἑνὸς μόνο ἀνθρώπου σὲ πολλοὺς λαοὺς τιμωρεῖται μὲ θάνατο, τότε πῶς ὁ Κύριος θὰ τιμωρήσει αὐτοὺς πού εὐθύνονται γιά τὸ φόνο δεκάδων ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων; Ἡ ὁποιαδήποτε ἁμαρτία εἶναι ἀδικία καὶ ὁ πόλεμος εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀδικία τὴν ὁποία ὅλοι μας πρέπει νά τὴν μισοῦμε.

Μεγάλη ἀδικία ὑπάρχει στά κράτη ἐκεῖνα ὅπου ἡ γῆ, ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἰδιαίτερα σ’ αὐτούς πού τὴν καλλιεργοῦν, δέν ἀνήκει στόν λαὸ καὶ στό κράτος ἀλλὰ σ’ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους πού ἔχουν ἐξουσία, ποὺ τοὺς τὴν δίνει τὸ χρῆμα. Καὶ πόση ἀκόμα ἀδικία ὑπάρχει στίς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμα καὶ μεταξὺ τῶν συγγενῶν καὶ μελῶν τῆς ἴδιας οἰκογένειας. Ἡ ἀδικία αὐτὴ χαροποιεῖ παρὰ πολὺ τὸ διαβολο. Δέν ἦταν ἔτσι τὰ πράγματα στήν ἐποχὴ τῶν ἀποστόλων, μεταξὺ τῶν πρώτων χριστιανῶν. «Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. καὶ μεγάλῃ δυνάμει ἀπεδίδουν τὸ μαρτύριον οἱ ἀπόστολοι τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, χάρις τε μεγάλη ἦν ἐπὶ πάντας αὐτούς. οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν» (Πράξ. 4, 32-35).

Δέν εἶναι μόνο ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλεῖο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς. Ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου μας ἔχει γιά μᾶς ἐπίσης ὕψιστη σημασία διότι ἔχουμε τὴν φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τὴν στιγμή πού ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀνέβαινε ἀπὸ τὸ νερὸ πάνω, ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατέρα πού μαρτυροῦσε γιά τὸν Υἱὸ του λέγοντας: «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα.» (Μτ. 3, 17). Καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο «ἐν εἴδει περιστερᾶς» κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πάνω στό κεφάλι τοῦ προαιωνίου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτὴ ἡ Θεοφάνεια, ὅπως ἀλλιῶς ὀνομάζεται ἡ ἑορτὴ τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἴδιος, ὁ τρισυπόστατος Θεὸς, φανέρωσε τὴν θεότητα τοῦ Δευτέρου Προσώπου του, τοῦ ἐνσαρκωμένου Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς-Πατέρας καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὰν νά παρουσίασαν στήν ἀνθρωπότητα τὸν Σωτήρα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.

Δέν ἀρκοῦν αὐτὰ σ’ ἐκείνους πού δέν πιστεύουν στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό; Δέν τοὺς συγκινεῖ ἡ Θεία του διδασκαλία, μὲ τὴν ὁποία δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ καμμία ἀνθρώπινη; Δέν τοὺς ἀρκοῦν τὰ θαύματά του μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Χριστὸς ἐπιβεβαίωνε τὸ κήρυγμά του; Δέν τοὺς φτάνει τὸ ὅτι τὸ κήρυγμά του τὸ σφράγισε μὲ τὸ Τίμιο Αἷμα του πάνω στόν φοβερὸ σταυρὸ τοῦ Γολγοθᾶ; Καὶ τὸ ὅτι ἀναστήθηκε τὴν τρίτη ἡμέρα μετὰ τὸ θάνατό του, καί πού γιά σαράντα ἡμέρες, μετὰ τὴν ἀνάστασή του, φανερώθηκε πολλὲς φορὲς στούς μαθητὲς του, καὶ ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου μὲ τὴν ἔνδοξη ἀναλήψή του στούς οὐρανοὺς ἀπὸ τὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν;

Ὤ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ! Ὤ, Σωτήρα μας, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ! Στά ἔργα τῆς ἀγάπης σου, στά ἀμέτρητα θαύματά σου, πρόσθεσε καὶ ἕνα ἄλλο θαῦμα: ἄγγιξε μὲ τὴν δεξιὰ σου τή λίθινη καρδιά τους καὶ δῶσε σ’ αὐτοὺς «καρδίᾳ σαρκίνῃ». Ἀμήν.

 «Λόγοι καὶ Ὁμιλίες», τ. Β΄, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη


www.alopsis.gr

Το κερί

(Mία προφητεία του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ που επαληθεύτηκε.)




Σ’ ένα μυστικό σεντούκι, ανάμεσα σε διάφορα πράγματα του οσίου Σεραφείμ, φυλασσόταν προσεκτικά από τις μοναχές ένα μικρό κεράκι. Όταν η μητερούλα Φρόσια έβγαζε τα κειμήλια, για να μπορέσουν να τα προσκυνήσουν οι προσκυνητές, το κεράκι συνήθως ήταν κάπου στην άκρη και κανείς δεν το παρατηρούσε. Κάποτε ρώτησα τη μητερούλα, τι ήταν αυτό το ιδιαίτερο κεράκι. Εκείνη μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία.
Το κεράκι αυτό φυλάσσεται από τις αδελφές ήδη από την εποχή του οσίου.. Τους το έδωσε πριν τον θάνατό του και είπε: «Μία από σας μ’ αυτό το κερί θα υποδεχτεί το σώμα μου, θα το φέρουν ν’ αναπαυθεί στο Ντιβέγιεβο. Γιατί εγώ με τα λείψανά μου δε θα είμαι στο Σάρωφ, αλλά θα μετακινηθώ σ’ εσάς στο Ντιβέγιεβο».
Μετά την κοίμησή του, το 1833, ο όσιος ετάφη στη μονή Σάρωφ. Εκεί άρχισε η τιμή του, εκεί έτρεχαν χιλιάδες προσκυνητών απ’ όλη τη Ρωσία. Το 1903 έγινε η κατάταξη του οσίου Σεραφείμ στον χορό των αγίων και τοποθέτησαν τα λείψανά του στο Σάρωφ, στον ναό της Αγίας Τριάδος, σε μεγαλοπρεπή λάρνακα. Οι ορθόδοξοι είχαν ακούσει φυσικά τις προφητείες του αγίου Σεραφείμ ότι θα μεταφερθούν τα λείψανά του στο Ντιβέγιεβο, αλλά αυτό φαινόταν τόσο ακατανόητο, ιδιαίτερα μετά την επανάσταση, όταν τα λείψανα θεωρούνταν ότι είχαν καταστραφεί, ώστε ήταν πιο βολικό το να θεωρούν τις προφητείες καθαρά συμβολικές.
Ακόμη η μητερούλα Φρόσια διηγήθηκε ότι το 1927, την παραμονή του κλεισίματος της μονής Ντιβέγιεβο, η σαλη Μαρία Ιβάνοβνα, που ζούσε εκεί, συγκέντρωσε για τελευταία φορά τις αδελφές του Ντιβέγιεβο και άναψε μπροστά τους το αγαπητό κερί, που είχε αφήσει ο όσιος. Μετά προείπε ότι η τελευταία από τις παρευρισκόμενες που θα παρέμενε ζωντανή, ως εκπρόσωπος όλων των μοναχών, όσων κοιμήθηκαν, βασανίστηκαν, σκοτώθηκαν, αλλά παρέμειναν πιστές στον Κύριο και Θεό, θα υποδεχόταν στο Ντιβέγιεβο τα λείψανα του οσίου Σεραφείμ με αυτό το ίδιο κερί.
Όταν η μητερούλα Φρόσια μού διηγήθηκε αυτή την ιστορία ήταν ζωντανές. Ίσως, δέκα αδελφές του Ντιβέγιεβο. Χρόνο με τον χρόνο έμεναν όλο και λιγότερες. Όμως όσες έμεναν πίστευαν με ευλάβεια στην εκπλήρωση της προφητείας. Τελικά, από τις σχεδόν χίλιες αδελφές, που ζούσαν στο Ντιβέγιεβο πριν την επανάσταση, η μητερούλα Φρόσια έμεινε μόνη.
Το 1990 βρέθηκαν στο Λένινγκραντ τα λείψανα του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ, που θεωρούνταν χαμένα για πάντα. Μετά από ένα χρόνο με μεγάλη επισημότητα, με λιτανεία δια μέσου όλης της Ρωσίας, τα ιερά λείψανα μεταφέρθηκαν στο Ντιβέγιεβο επειδή στο Σάρωφ τότε δεν υπήρχε καμιά εκκλησία που να λειτουργεί, ενώ το Ντιβέγιεβο ήταν ήδη σε φάση ανασυγκρότησης.
Όταν οι αρχιερείς με επικεφαλής τον πατριάρχη Αλέξιο, με συρροή χιλιάδων και χιλιάδων ανθρώπων, υπό την ψαλμωδία των χορών, εισήγαγαν τα λείψανα του οσίου Σεραφείμ στον ναό του Ντιβέγιεβο, στις πόρτες στεκόταν η δόκιμη Φρόσια, η μεγαλόσχημη μοναχή Μαργαρίτα, ντυμένη με την πλήρη μοναχική ενδυμασία και κρατούσε στα χέρια το αναμμένο κερί.
Η μητερούλα εκοιμήθη στις 9 Φεβρουαρίου 1997, την ημέρα της μνήμης των νεομαρτύρων και ομολογητών της Ρωσίας. Ήταν και η ίδια ομολογήτρια και νεομάρτυς. Όπως και ο πατήρ Ιωάννης (Κρεστιάνκιν), ο οποίος επίσης πέθανε στην ίδια εορτή, εννιά χρόνια μετά.

Πηγή: σχεδόνάγιοι  (π. Τύχων Σεβκούνωφ)    ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΤΟΥ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ.   Εκδόσεις  Εν πλω.

http://fdathanasiou.wordpress.com