Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Ο Ασκητής


Γιάννη Γ. Χρηστάκη,
τ. Σχολικο5 Συμβούλου-συγγραφέως






Kάτω ἀπό τόν οἰκισμό τοῦ Καρυδιοῦ,
ὅπου κατέφευγαν κάθε καλοκαίρι οἱ κά-
τοικοι τῶν Μύθων, γιά νά γλιτώσουν
ἀπό τά τσιμπήματα τῶν κουνουπιῶν, πού
κατά χιλιάδες ἀναπτύσσονταν στή «λίμνη»,
τό ἕλος, δίπλα ἀπ’ αὐτό, βρίσκονταν τά πε-
ριβόλια τους μέ τούς κήπους τους καί τά ὀπω-
ροφόρα δένδρα, τίς συκιές, τίς κάθε εἴδους
ἀπιδιές, τίς μουρνιές καί τ’ ἄλλα φρουτό-
δενδρα, πού ὅλα μαζί ἀπάρτιζαν ἕνα ἐξαίσιο
ζωγραφικό πίνακα, ὁ ὁποῖος συμπληρωνό-
ταν μέ τά πρινάρια, τίς ἐλιές, τίς ἀμυγδαλιές
καί τ’ ἄλλα ἥμερα καί ἄγρια δένδρα τῆς πε-
ριοχῆς.
Καί μέσα σ’ αὐτό τό ξωτικό τοπίο τά κο-
τσύφια, οἱ συκοφάγοι, οἱ ἀσπρόκωλοι, καί
ὅλα τ’ ἄλλα πουλιά εἶχαν στήσει τό δικό τους
βασίλειο καί συναγωνίζονταν ποιό θά δώσει
τό δικό του στίγμα στήν πανώρια αὐτή
φύση κι ὅλα μαζί ἀπολάμβαναν τήν εὐτυχία
τους.
Ἦταν ἕνας πραγματικός ἐπίγειος παρά-
δεισος, πού καθώς ἀρδευόταν ἀπό τά γάρ-
γαρα, κρυστάλλινα καί ὁλοκάθαρα νερά τῆς
πηγῆς πού ἀνάβλυζαν ἀπό τά ἔγκατα τῆς γῆς,
κάπου ἐκεῖ στήν ἄκρη τοῦ ὄμορφου αὐτοῦ τό-
που, ἡ βλάστηση καί ἡ κάθε εἴδους ἥμερη καί
ἄγρια ζωή ὀργίαζαν καί συναγωνίζονταν ποι-
ός θά πάρει κεφάλι ἔναντι τοῦ ἄλλου.
Μέσα στό μαγευτικό καί παραδεισένιο
αὐτό τοπίο ἀνάμεσα σέ βράχους βρισκόταν
μία λέσκα, ἕνα κατακόρυφο βάραθρο μεγά-
λου βάθους, τοῦ ὁποίου ἡ εἴσοδος ἦταν στε-
νή, πού τήν ἔφραζε κατά μεγάλο μέρος ὁ κορ-
μός μιᾶς θεόρατης ἀμυγδαλιᾶς. Ἦταν τόσο
στενή πού μόλις καί μετά δυσκολίας ἔβαζε
νά περάσει μέσα, μουλωχτά καί νά κατέβει
στό βυθό της τόν ἀνήλιαγο κάποιος, γα-
τζωμένος ἀπό διάφορες ἐκφύσεις τῶν πλευ-
ρικῶν της τοιχωμάτων.
Ὁ Ἀνάστασης μέ τούς φίλους συνομήλι-
κούς του πού δέν ἄφηναν τόπο ἀπάτητο, συ-
χνά ἔπαιζαν ἐκεῖ, στούς κήπους, ξεσηκώ-
νοντας μέ τίς φωνές τους ὁλόκληρο τόν οἰκι-
σμό.
Καί μία μέρα ἀνακάλυψαν τή λέσκα μέ τή
μικρή εἴσοδο καί προσπάθησαν νά κατέβουν
μέσα. Τό πυκνό ὅμως σκοτάδι πού κυριαρ-
χοῦσε μέσα στό βάραθρο τά φόβισε καί
ἀναγκάσθηκαν νά κάμουν πίσω.
Τό ἀπόγευμα ὁ Ἀνάστασης διηγοῦνταν
στό θεῖο του, τόν παπα-Σωτήρη, τά κατορ-
θώματά τους στούς κήπους.
Ὁ παπα-Σωτήρης κάθε καλοκαίρι ἀνέ-
βαινε στό Καρύδι κι ἔκανε ὅλο τό δεκαπεν-
ταύγουστο ἐκεῖ γιά νά σπερνιάζει κάθε βρά-
δυ καί νά λειτουργεῖ κάθε πρωί στό παλιό μο-
ναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Καρυδιανῆς, μαζί
μέ τό Γούμενο, τόν πατέρα Μελέτιο, πού τόν
βοηθοῦσε ἀπό τό ἀναλόγιο. Καί ὅλος ὁ οἰκι-
σμός συνασσόταν ἐκεῖ γιά νά παρακολου-
θήσει τό μικρό ἤ τό μεγάλο παρακλητικό κα-
νόνα, μέ τή ἁπαλή μελωδική φωνή τοῦ
παπᾶ καί τοῦ ψάλτη, ὁ ὁποῖος στό τέλος τοῦ
ἐξαποστειλάριου, μέ τό ὁποῖο τελείωνε ἡ
ἀκολουθία τῶν κανόνων, πρόσθετε τούς
παρακάτω δικούς του στίχους.
Ἡ Παναγία Παρθένος παρακαλεῖ τόν Υἱόν της.
Παρακαλῶ σε, Υἱέ μου,
Θεέ μου καί πλαστουργιέ μου,
ὅταν καθίσεις εἰς κρίσιν
Χριστανόν μήν κολάσεις,
μῆτε εἰς πῦρ καταπέμψεις
τῶν αἰωνίων βασάνων.
Ἐπιθυμῶ, Παναγία μου,
τά κάλλη τοῦ Παραδείσου
τό μυρισμό καί τά ἄνθη
καί τήν τερπνήν εὐωδίαν
καί τάς φωνάς τῶν ἀγγέλων,
ὅταν ὑμνοῦν τόν Δεσπότην.
Ὁ Ἀνάστασης εἶπε στό θεῖο του τόν παπα-
Σωτήρη γιά τή σπηλιά, πού δέν κατάφεραν
νά ἐξερευνήσουν καί ὁ ταπεινός λειτουργός
τοῦ Ὑψίστου ἐγκαταλείποντας τό μειλίχιο
ὕφος τού εἶπε μέ αὐστηρό τόνο φωνῆς.
-Νά μήν ξαναπατήσετε τά πόδια σας ἐκεῖ,
36
γιατί θά σᾶς τά κόψω. Ἀκοῦς; Καί συνέχισε
σέ αὐστηρότερο ὕφος.
-Τό μέρος ἐκεῖνο εἶναι ἱερό καί δέν μπορεῖ
νά πατιέται ἀπό ἀνθρώπινα πόδια.
Ὁ Ἀνάστασης ἔμεινε ξερός καί ἀποσβο-
λωμένος, γιατί δέν περίμενε τέτοια συμπε-
ριφορά ἀπό τό θεῖο του, πού ἤξερε πώς τόν
ἀγαποῦσε ὑπερβολικά. Τοῦ δημιουργήθηκε
μάλιστα ἡ ἔντονη ἀπορία, γιατί τοῦ τά εἶπε
ὅλ᾽ αὐτά μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο. Τόλμησε ὅμως
νά τόν ρωτήσει.
-Γιατί, θεῖε, εἶναι ἱερός; Ἐμεῖς δέν εἴδαμε
ἐκκλησία ἤ εἰκόνισμα νά ὑπάρχει ἐκεῖ!!! Κι
ὁ παπα-Σωτήρης, ἀλλάζοντας συμπεριφορά,
μειλίχιος καί συγκαταβατικός μέ ἐμφανή σο-
βαρότητα τοῦ εἶπε:
-Ἄκουσε Ἀνάσταση. Πρίν μερικά χρόνια,
πρίν ἀκόμη χειροτονηθῶ παπάς μοῦ συνέβη
κάτι πού στήν ἀρχή μέ τρόμαξε. Κάναμε κα-
λοκαίρι ἐδῶ, ὅπως καί τώρα, μέ τόν παπποῦ
σου, τόν πατέρα σου καί τούς ἄλλους θείους
σου τόν Ἀποστόλη καί τό Γιάννη. Ἕνα πρωι-
νό, βαθιά χαράματα μ᾽ ἔστειλε ὁ παπποῦς σου
νά πάω νά ἀμολάρω τή στέρνα καί νά ποτί-
σω τόν κῆπο μας. Καθώς ἔφτανα στή βρύση
εἶδα νά τρέχει φεύγοντας ἕνα παράξενο
ζωντανό, ἕνα ἀνθρωπόμορφο ζῶο μέ μακριά
μαλλιά προβάτου, πού προσπαθοῦσε νά ἀπο-
μακρυνθεῖ καί νά χαθεῖ μέσα στά δένδρα τῶν
κήπων, σκυφτό μέ τά τέσσερα.
Ἐγώ φοβήθηκα. Νόμιζα πώς σκιάστηκα κι
ἔκρινα πώς ἦταν σωστό νά πῶ τούς φόβους
μου στόν πατέρα Μελέτιο καί πῆγα στό μο-
ναστήρι. Τόν βρῆκα στό φτωχικό κελί του νά
προσεύχεται. Μέ δέχθηκε μέ καλοσύνη κι
ὅταν τοῦ διηγήθηκα τό πάθημά μου ἐκεῖνος
μέ καθησύχασε λέγοντάς μου, ὅτι δέν ἦταν
τίποτε τό κακό.
-Δέν ἦταν διάβολος, παιδί μου, αὐτό πού
εἶδες. Οὔτε καί σκιάστηκες. Ἀλλά ἦταν ὁ
ἀσκητής πού ἀσκεῖται στήν κατά Θεό ζωή,
στήν καταβόθρα τῶν κήπων. Κάθε μοχριά-
σματα καί κάθε χαράματα ἀνεβαίνει στήν
πηγή πίνει νερό κι ὕστερα φεύγει γιά τή σκή-
τη του.
Ὁ Ἀνάστασης ἄκουε ἔκπληκτος τό θεῖο του.
Τά ᾽βαλε ὅλα αὐτά στόν ἔλεγχο τῆς λογικῆς
καί δέν μποροῦσε νά καταλάβει πῶς γίνεται
ἕνας ἄνθρωπος νά ζεῖ μέσα σ᾽ ἕνα τέτοιο
χῶρο, χωρίς φαγητό καί χωρίς νερό ἕνα ὁλό-
κληρο μερόνυκτο. Καί τίς σκέψεις του αὐτές
τίς ἐκμυστηρεύθηκε στό θεῖο του, τόν παπα-
Σωτήρη, κι ἐκεῖνος συνέχισε, ἐξηγώντας
του τή μεγάλη δύναμη τῆς πίστης, ἡ ὁποία
ὅλα τά μπορεῖ, ἀκόμη καί βουνά νά μετατο-
πίσει, ὅπως τοῦ εἶπε. Καί συνέχισε.
-Ὁ ἀσκητής, τοῦ ὁποίου οὔτε κἄν τό ὄνο-
μα ξέρομε, καί εἶναι ἕνας ἀπό τίς χιλιάδες
ἀνώνυμους ἁγίους τῆς πίστης μας, τρεφόταν
ἀπό τή φύση. Ἔτρωγε ἄγρια χόρτα, μέλι ἀπό
τίς φωλιές τῶν ἄγριων μελισσῶν, χαρούπια,
κάποτε δέ καί φροῦτα ὅταν ἦταν ἡ ἐποχή
τους.
Ὅταν δέ, πήγαινε στό μοναστήρι τά μεσά-
νυχτα γιά νά τόν μεταλάβει ὁ πατέρας Με-
λέτιος τοῦ ἔδιδε καί λίγο ψωμί, πού μέ
κόπο τόν ἔπειθε νά τό πάρει. Ἦταν ἕνας ἅγιος
ἄνθρωπος μέ ἀπέραντη πίστη στό Θεό καί
ἄπειρη ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο καί τά ἄλλα
δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι τελείωσε ὁ παπα-Σωτήρης τήν ἀφή-
γησή του στό ἀνιψιό του, πού ἄκουε μ᾽ ἀνοι-
κτό τό στόμα τά ὅσα τοῦ ἀφηγοῦνταν ἐκεῖνος.
Καί ὁ Ἀνάστασης τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι ποτέ πιά
δέν θά μολύνουν τό χῶρο καί ποτέ πιά δέν
θά ἀσχημονήσουν μέ τίς φωνές καί τά παι-
γνίδιά τους μπροστά στή σκήτη τοῦ ἄγνω-
στου ἅγιου ἀσκητῆ. Τώρα ὁ Ἀνάστασης δέν
εἶναι πιά παιδί καί, καθώς θυμᾶται αὐτή τήν
ἱστορία, σκέφτεται πώς τά ἅγια ὀστᾶ τοῦ
ἀσκητῆ θά λευκάζουν ἀκόμη στή σκήτη του
καί ἀσφαλῶς θά εὐωδιάζουν τό χῶρο. Ἀνα-
ρωτιέται μάλιστα, μήπως θά ἔπρεπε νά γίνει
μετακομιδή τους στό μοναστήρι τῆς Πανα-
γίας τῆς Καρυδιανῆς στήν περιοχή τῆς ὁποί-
ας ἀσκήτευσε;
Πηγή:Ἄγκυρα Ἐλπίδος Περιοδικό ιερας μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου