Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Ο Γέρο - Αντώνης Τσούκας



O  γέρο-Αντώνης που ήταν στις ημέρες μας -Τσούκας λεγόταν το επώνυμο του- ζούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μεταξύ Ξηροποτάμου και  Ρωσικού.  Ήταν πολύ απλός. Από τεσσάρων χρονών τον είχε φέρει ο πατέρας του εδώ πέρα και δούλευε μαζί του στα δάση. Κόβανε ξύλα. Όποτε ερχόταν εδώ σε διάφορα πανηγύρια,  τον θαύμαζα.  Φορούσε κάτι ρούχα, που δεν γνώριζες από ποιο ύφασμα ήταν  το ρούχο από τα μπαλώματα. Μπάλωμα πάνω στο μπάλωμα και δεν τον πείραζε. Ήταν τόσο απλός, απέριττος. Ζούσε πολύ ασκητικά, απ'  ότι μας έλεγαν και οι πατέρες της Ξηροποτάμου.
Μια μέρα ανεβαίνει από το Ξηροποτάμου εδώ στις Καρυές να μάθη πότε είναι η Πασχαλιά, για να κοινωνήσει, γιατί νήστευε πολύ καιρό. Βρίσκει τον παπά-Δημήτρη τον Τριγωνά. Μιλούσε έτσι χοντρά, και τον ρωτά: «Βρε παπά, δεν μου λες, πότε είναι φέτος η Πασχαλιά;».  «Ε!»,  του λέει,  «γέρο-Αντώνη τώρα η Πασχαλιά;  Η Πασχαλιά πέρασε,  έχει  τρεις μήνες τώρα.  Μεθαύριο έχουμε Δεκαπενταύγουστο».  «Ά.!  καλά,  δεν ξέρης εσύ απ'  αυτά.  Θα ρωτήσω κάναν' άλλον πάτερ». Βρίσκει παρακάτω έναν άλλον: «Δε μου λες πάτερ, πότε είναι φέτος ή Πασχαλιά;», «Ε! γέρο-Αντώνη, τώρα ή Πασχαλιά;  Ή Πασχαλιά  πέρασε.  Τώρα κοντεύει Δεκαπενταύγουστος». 
«Σοβαρά;  Αμ!  εγώ δεν ξέρ'  απ'  αυτά. Βλέπεις τα χαρτιά τα 'χουν τα μοναστήρια και αυτοί ξέρουν πότε είναι ή Πασχαλιά. Δεν έχω τα χαρτιά. Εγώ ακόμα δεν αρτύθηκα. Εγώ νηστεύω, θέλω να πάρω την μεταλαβιά. Γι' αυτό κατέβηκα, να μάθω πότε είναι η Πασχαλιά».
Λοιπόν, νήστευε τόσους μήνες, για να φτάσει το Πάσχα. Δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι πέρασε το Πάσχα. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου.
Όταν κοιμήθηκε -τον βρήκαν κάποιοι προσκυνηταί πεθαμένο μέσα στο κελί του-, φωνάξαμε τον κυρ-Παναγιώτη τον γιατρό απ' εδώ πέρα. 
Μας έλεγε ο κυρ-Παναγιώτης,  πού ήτανε σοβαρός άνθρωπος:  «Πήγα.  Διαπίστωσα ότι είχε κοιμηθεί πριν 20-30 ήμερες -έναν μήνα περίπου-,  και ότι δεν είχε καμία δυσοσμία, καμία αλλοίωση το σώμα του. Απεναντίας ευωδίαζε όλος ο χώρος. Αυτό μ' έκανε φοβερή εντύπωση».
Αυτά έλεγε ο κυρ-Παναγιώτης ο Χατζηεμμανουήλ από την Μυτιλήνη. 
Πρέπει να ζει ακόμη.  Στην Θεσσαλονίκη πρέπει να είναι. Εδώ τον είχαμε δίπλα. Μας το έλεγε και μας συγκλόνισε αυτό το πράγμα.
Αυτοί ήταν άγιοι, παρ' ότι ήταν λαϊκοί.

 http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/
 

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Αγιος Ιωάννης ο νέο ελεήμων.

 
Ο τιμώμενος ως Άγιος τοπικός από τους Ποντίους, π. Ιωάννης Τριανταφυλλίδης1 γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1836 στο χωριό Λωρία (Μούζενα) του νομού Τραπεζούντος, από ευλαβείς γονείς, τον Τριαντάφυλλο και την Κυριακή.
Επειδή δεν υπήρχε σχολείο στην πατρίδα του, έμαθε από έναν εγγράμματο τα κοινά γράμματα σε έξι μήνες, όντας πολύ ευφυής.
Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών έμεινε ορφανός από πατέρα γι’ αυτό αναγκάστηκε προς εξεύρεση εργασίας να ξενιτευθή στα παράλια του Πόντου, όπου εργαζόταν τον χειμώνα σε αρτοποιείο και το καλοκαίρι σε γεωργικές εργασίες.
Ενυμφεύθη δέκα επτά ετών κάποια σεμνή και ευλαβή νέα, ονόματι Ελένη, με την οποία απέκτησε έναν υιό και θυγατέρες.
Κάποιο καλοκαίρι με την σύζυγο του πήγαιναν στο χωριό του με τα πόδια. Στον δρόμο τους συνάντησαν τρεις Άγγελοι με μορφή ανθρώπων. Προπορευόταν ο Ιωάννης. Τον κοίταξαν προσεκτικά οι Άγγελοι αλλά δεν του μίλησαν. Μετά συνάντησαν την σύζυγο του και ο ένας της λέγει: «Οι χωριανοί σας περιμένουν να γίνη ιερέας ο Ιωάννης. Αυτό είναι το θέλημα του Θεού». Ο δεύτερος της είπε: «Μετά από τριάντα χρόνια θα αξιωθήτε να προσκυνήσετε τους Αγίους Τόπους», και ο τρίτος: «Μετά την κοίμηση του θα συναριθμηθή με τους Αγίους».
Η Ελένη ερώτησε με απορία: «Πως εσείς που είστε άνθρωποι γνωρίζετε το μέλλον, τι θα γίνει μετά από τριάντα χρόνια;». Απήντησαν: «Εμείς δεν είμαστε άνθρωποι αλλά Άγγελοι του Θεού και ήρθαμε να σας προειδοποιήσουμε να μην αρνηθή ο Ιωάννης το μυστήριο της Ιερωσύνης». Εκείνη με φόβο και συγκίνηση απάντησε: «Ας γίνη το θέλημα του Θεού».
Το έτος 1870, σε ηλικία τριάντα τεσσάρων ετών ο Ιωάννης προσκληθείς στο μέγιστον αξίωμα της Ιερωσύνης και κάνοντας υπακοή στο θέλημα του Θεού, κατά την Αγγελική πρόρρηση, χειροτονήθηκε ιερέας από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Χαλδίας Γερβάσιον. Τοποθετήθηκε εφημέριος στο χωριό που γεννήθηκε και λειτουργούσε στις Εκκλησίες του Αγίου Παντελεήμονος, της Υπεραγίας Θεοτόκου και στο Μοναστήρι του αγίου Γεωργίου (Λερμούχου και Ζαντού).
Αν και ολιγογράμματος, από το ενδιαφέρον του και την ευφυϊαν του έμαθε πολύ καλά την τάξη των Ακολουθιών και τα της Ιερωσύνης, από τους μοναχούς του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά.
Είχε χάρισμα στην ομιλία. Όποιος μιλούσε μαζί του ένιωθε χαρά. Και όταν εκήρυττε τον λόγο του Θεού, οι λόγοι του μετέδιδαν γλυκύτητα και χάρη. Παρ’ ότι δεν είχε σπουδάσει, ήταν σπουδαίος ιεροκήρυκας, γι’ αυτό τον αποκαλούσαν «νέο Χρυσόστομο».
Ο π. Ιωάννης αφιερώθηκε μετά την χειροτονία του στο ποιμαντικό έργο και προσπαθούσε να εργάζεται την αρετή και να τηρή με ακρίβεια τις εντολές του Θεού, ιδιαίτερα δε την ελεημοσύνη.

Σημείωση
1. Δυστυχώς λίγα είναι τα στοιχεία που γνωρίζομε για τον άγιο Ιωάννη Τριανταφυλλίδη, τον νέον ελεήμονα. Διασώθηκαν από τον εγγονό του Σπυρίδωνα Τριανταφυλλίδη σε χειρόγραφες σημειώσεις σε γλώσσα καθαρεύουσα. Ο Σπυρίδων είχε χρηματίσει δάσκαλος στην Τραπεζούντα και εκοιμήθη το 1942 στην Θεσσαλονίκη. Ο γυιός του Ιωάννης τα έδωσε στον κ. Κλημεντίδη Παναγιώτη και εκείνος μας τα παραχώρησε. Τον ευχαριστούμε.

Μολονότι ήταν μέτριος από υλικά αγαθά, έτρεφε τους πεινασμένους, έντυνε τα φτωχά και ορφανά και φιλοξενούσε τους ξένους στο σπίτι του. Τους φτωχούς του χωριού τους βοηθούσε να πληρώνουν τους φόρους. Για το καλό του χωριού έκανε δρόμους, γέφυρες και βρύσες.
Το 1877, λόγω του ρωσσοτουρκικού πολέμου, έπεσε πείνα. Ο π. Ιωάννης, ο καλός ποιμήν, φρόντισε να μην λείψουν τα βασικά είδη διατροφής. Έγραψε επιστολές σε γνωστούς του πλουσίους και συγκέντρωσε τα απαραίτητα, τα οποία διένειμε στους φτωχούς και έτσι σώθηκαν από την πείνα. Η αρετή και οι φιλανθρωπίες του έγιναν γνωστές στην περιοχή του Πόντου και οι άνθρωποι τον αποκαλούσαν «νέον ελεήμονα».
Ο πατήρ είχε το χάρισμα να συμφιλιώνη τους ανθρώπους που είχαν έχθρα μεταξύ τους. Ώς ειρηνοποιός έγινε το ειρηνοδικείον της ιεράς Μητροπόλεως. Όταν μεμονωμένα άτομα ή και ολόκληρα χωριά πήγαιναν στον Μητροπολίτη να εκδικάση τις διαφορές τους, αυτός τους παρέπεμπε στον π. Ιωάννη λέγοντας: «Πηγαίνετε σ’ εκείνον. Θα σας συμβιβάσει επειδή είναι σοφός, έχει γλυκειά γλώσσα και θεία χάρι».
Και όντως τους ειρήνευε. Έρχονταν σαν εχθροί ζητώντας εκδίκηση και έφευγαν σαν αδελφοί αγαπημένοι. «Ήταν εχθρός και πολέμιος του μίσους, της εκδικήσεως και των σκανδάλων, αλλά φίλος και διδάσκαλος της αγάπης και της ειρήνης.
Ο π. Ιωάννης είχε ένα εγγονάκι από την θυγατέρα του η οποία πέθανε και το άφησε ορφανό. Όταν πήγαινε στο σχολείο, κάποια μέρα έκανε μια αταξία και ο δάσκαλος το έδειρε με ραβδί και με κλωτσιές. Μετά από λίγες μέρες το ορφανό εγγονάκι πέθανε. Άλλοι συγγενείς και ο πατέρας του παιδιού ήθελαν να εκδικηθούν τον δάσκαλο και να τον σκοτώσουν. Ο π. Ιωάννης έκανε πολλή προσευχή. Στο δικαστήριο ζήτησε και κατώρθωσε να ειρηνεύση τους επαναστατημένους συγγενείς και να βγάλη από την φυλακή τον δάσκαλο. Ώς παππούς του πεθαμένου ορφανού πόνεσε, αλλά ως μαθητής του Χριστού, ως κήρυκας της αγάπης, συγχώρησε και αποφυλάκισε τον δάσκαλο.
Το έτος 1900 μαζί με την πρεσβυτέρα του αξιώθηκαν να προσκυνήσουν στον Πανάγιο Τάφο, στον Γολγοθά και στα πανάγια προσκυνήματα των Αγίων Τόπων. Έμειναν έξι μήνες και επέστρεψαν στο χωριό τους. Το προσκύνημα τους έγινε τριάντα χρόνια μετά από την συνάντηση και την πρόρρηση των Αγγέλων.
Η καλή πρεσβυτέρα Ελένη εκοιμήθη στις 26-7-1902. Ο π. Ιωάννης, αφού επί τριάντα τρία έτη εποίμανε θεαρέστως το λογικό του ποίμνιο, εκοιμήθη εν Κυρίω στις 13 Ιουνίου 1903, ημέρα Παρασκευή, και ετάφη στην Εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος. Έφυγε κατάφορτος από καλά έργα τα οποία τον ακολουθούν, και άφησε παραμυθία, στήριγμα και θησαυρό πολύτιμο στους πιστούς το ιερό του λείψανο.
Μετά τον ενταφιασμό, μια νύφη του π. Ιωάννου είδε το Άγιον Πνεύμα εν είδει περιστεράς να κατέρχεται στον τάφο του.
Ύστερα από τρία έτη, ο π. Ιωάννης παρουσιάστηκε σε όνειρο σε μια γυναίκα ονόματι Παναγίλα και της είπε να κάνη με τον αδελφό της την ανακομιδή των λειψάνων του, γεγονός που πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1906 ως εξής: Όταν πήγαν στο κοιμητήριο, είδαν τον π. Ιωάννη να στέκεται επάνω από τον τάφο του με την ιερατική του στολή και να διαβάζη το Ευαγγέλιο. Το πρόσωπο του έλαμπε σαν ήλιος και τους προέτρεψε να σκάψουν. Είχαν μαζευτή πολλοί άνθρωποι, έβλεπαν την Παναγίλα να μιλάη αλλά δεν έβλεπαν με ποιόν μιλά και την θεώρησαν για τρελλή.
Όταν βρήκαν τα λείψανα του π. Ιωάννου, είδαν τα δυό του χέρια να είναι άφθορα. Έκλαψαν από χαρά και συγκίνηση, τα προσκύνησαν και πληροφορήθηκαν για την αγιότητα του δοξάζοντας τον Θεό.
Το γεγονός έγινε γρήγορα γνωστό στην περιοχή της Χαλδίας. Κάθε μέρα κατέφθαναν πλήθη ανθρώπων, χωριά ολόκληρα με τους ιερείς, ακόμη και Τούρκοι αγάδες, για να προσκυνήσουν τα άγια λείψανα, φέρνοντας λάδια και κεριά ως δώρα στον Άγιο. Έλεγαν οι Τούρκοι: «Αυτός ο παπάς εφέντης, και ζώντας άγιος ήταν και μετά τον θάνατο του (φανερώθηκε περισσότερο. Αν του κτίσετε Εκκλησία και εμείς θα προσφέρουμε».
Έγιναν τότε και θαύματα. Πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν. Κάποιος νέος είκοσι ετών από την πόλη Μιχαήλοβα κοντά στην Τιφλίδα του Καυκάσου, που είχε τρελλαθή, τον είχαν δεμένον, για να μην προξενήση κακό στον εαυτό του ή σε άλλους. Τον πήγαν σε πολλούς γιατρούς, σε μάγους, σε Εκκλησίες και τέλος χωρίς να θεραπευθή τον έκλεισαν σε φρενοκομείο της Τιφλίδος. Μια νύχτα φαίνεται στον ύπνο της μητέρας του τρελλού παιδιού ο άγιος Ιωάννης λέγοντας της, να μην κλαίη γιατί το παιδί της θα γίνει καλά. Να του δώση να πιή νερό στο οποίο να βάλη μέσα από το χώμα του τάφου του, και να κάψη ενα κομματάκι από το φελώνι και να το θυμιάση. Έκανε όπως της είπε ο άγιος και το παιδί της έγινε καλά.
Μια Αρμενική οικογένεια είχε μοναχοπαίδι δώδεκα ετών, άφωνο επί τέσσερα έτη, εξ αιτίας φόβου. Ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής και το παιδί του το πήγε για εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο της Τιφλίδος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η μητέρα του ήταν πιστή χριστιανή και κρυφά από τον άνδρα της το πήγαινε σε πολλές Εκκλησίες αλλά δεν θεραπεύθηκε το παιδί. Όταν έμαθε το παραπάνω θαύμα, με πίστη και ευλάβεια ζήτησε χώμα από τον τάφο του Αγίου, το διέλυσε σε νερό, πότισε με αυτό το άφωνο παιδί της και αμέσως άρχισε να μιλά. Με χαρά μεγάλη η μητέρα του παιδιού ανήγγειλε το θαύμα στον άθεο άνδρα της και κήρυξε την χριστιανική της πίστη. Τότε και ο σύζυγος της πίστεψε και μετανοιωμένος ευχαρίστησε τον Θεό.
Οι απόγονοι του αγίου Ιωάννου ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα και έφεραν μαζί τους το χέρι και την κάρα του Αγίου. Τα λείψανα του Αγίου Ιωάννου συνεχίζουν να θαυματουργούν.
Η Αναστασία, εγγονή του Αγίου, διηγήθηκε: «Κατά το 1930 αρρώστησε κάποιος γιατρός γνωστός μιας φίλης μου εδώ στην Θεσσαλονίκη. Είχαν παραλύσει τα χέρια του και οι γονείς του ήταν απαρηγόρητοι γιατί ήταν νέος στην ηλικία, περίπου τριάντα πέντε ετών. Τον πήγαν σε πολλούς γιατρούς και σε Εκκλησίες, αλλά δεν βρήκε θεραπεία. Όταν από την φίλη μου έμαθε για τα λείψανα του πάππου μου αγίου Ιωάννου, ζήτησε να τα προσκυνήση. Τον σταύρωσα με την αγία χείρα και τότε ο άρρωστος κίνησε τα παράλυτα χέρια του, πήρε τα άγια λείψανα και τα έσφιγγε στο στήθος του με μεγάλη πίστη, ευχαριστώντας τον Θεό και τον άγιο Ιωάννη για την θεραπεία».
Ο άγιος Ιωάννης Τριανταφυλλίδης είναι αναγνωρισμένος Άγιος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και καταχωριμένος στα βιβλία των τοπικών αγιολογίων του Πατριαρχείου. Η μνήμη του τιμάται στις 13 Ιουνίου (κοίμηση) και στις 7 Οκτωβρίου (ανακομιδή). Υπάρχει ασματική ακολουθία του, αγνώστου υμνογράφου. Ο Μητροπολίτης πρώην Ροδοπόλεως Λεόντιος Χουτουριώτης (1844-1926) εργάσθηκε για την καθιέρωση της ετήσιας μνήμης του στην Χαλδία.


Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», 2η διήγηση.
Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής.




www.orp.gr

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Γιατί ο Θεός επιτρέπει την εξουσία ανθρώπου επί άνθρωπο

Μαξίμου του Ομολογητού


Μαξίμου του Ομολογητού
Στην παρακάτω επιστολή που απευθύνει ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής προς τον κουβικουλάριο Ιωάννη, εξηγεί θεολογικά το γιατί ο Θεός επιτρέπει την εξουσία ανθρώπου επί άνθρωπο. Παρατίθεται εδώ επειδή αποτελεί την ορθόδοξη οπτική του θέματος και δίνει την ορθόδοξη απάντηση στις θεωρίες  του Wyclif για το dominium,  που εξετάστηκαν αλλού. Να σημειωθεί ότι ο λόγος του αγίου Μαξίμου είναι θεολογικός και σε καμιά περίπτωση δεν εισάγει πολιτική θεωρία.
Ι’. ΠΡΟΣ ΙΩΑΝΝΗΝ ΚΟΥΒΙΚΟΥΛΑΡΙΟΝ[i]
Επειδή μου παραγγείλατε να σας γράψω τον λόγο για τον οποίο ο Θεός έκρινε δίκαιο ν’ αποφασίσει να ορίσει οι άνθρωποι να εξουσιάζονται από άλλους ανθρώπους, ενώ όλοι έχουν την ίδια φύση, και αποδεικνύει αυτή όλους, όσοι τη μετέχουν σύμφωνα με το απλό νόημά της, ομότιμους, θα πω σύμφωνα με τη δύναμή μου, χωρίς να κρύψω τίποτε, όσα έμαθα από σοφούς και μακαρίους άνδρες, περικόπτοντας για συντομία τα πολλά, όσα είναι ενδεχόμενο να λεχθούν για το θέμα. Λόγος αληθινός, όπως λένε, υπαγορεύει μυστικά, ότι ο άνθρωπος, που του έλαχε κατά χάρη του Δημιουργού του Θεού, η κυριαρχία όλου του ορατού κόσμου, εξαιτίας της κακής χρήσης των έμφυτων δυνάμεων της νοερής ουσίας που έχει, τρέποντας τις κινήσεις του προς τα παρά φύση, εισήγαγε για τον εαυτό του και όλον αυτόν τον κόσμο την αλλοίωση και τη φθορά σύμφωνα με τη δίκαιη κρίση του Θεού, για να μην φυλαχθεί αθάνατη για πάντα στις κινήσεις του η δύναμη της ψυχής, πράγμα βέβαια που είναι όχι μόνο το έσχατο σκαλί της κακίας και η ολοφάνερη έκπτωση της αληθινής οντότητας του ίδιου του ανθρώπου, αλλά και σαφής άρνηση της θείας αγαθότητας.
Γι’ αυτό και ο πολύμοχθος και πολυστένακτος αυτός βίος των ανθρώπων με τον πολύ παραλογισμό και την πολλή αταξία της ύλης που είναι η τροφός του, που φέρει και φέρεται πότε έτσι και πότε αλλιώς, και για να μιλήσω ακριβέστερα, φέρνοντας μαζί του στην κάθε φορά του όλους τους ανθρώπους, τους κάνει όλους μετόχους των ίδιων των δεινών του, και δεν αφήνει κανέναν απολύτως ελεύθερο από την ταραχή του. Και αυτό το πράγμα διατυπώθηκε σύμφωνα με τον τρόπο που πρέπει στη σοφία του Θεού, ώστε μαθαίνοντας κάποτε, έστω και αργά, τον παρόντα βίο, που τον ποθούμε και τον αγαπούμε παράλογα, με τις κατά περίπτωση ταλαιπωρίες που μας προκαλεί, και πόσο μας βλάπτει η φιλία προς αυτόν, να κατανοήσομε ότι πολύ πιο χρήσιμος από την αγάπη προς αυτόν είναι ο χωρισμός μας από αυτόν, και να κατακυρώσομε δίκαια το μίσος μας εναντίον του, και, αφού ξεφύγομε από την ανάμιξη και την ταραχή των ορατών, να μεταθέσομε με σωφροσύνη τόν πόθο μας στην ακλόνητη ταυτότητα των νοητών.
Αλλά επειδή με όλα τα κτυπήματα και τα μύρια δεινά που υποφέρομε, δεν ανεχόμαστε να διαλύσομε το δεσμό φιλίας μαζί του, διατύπωσε προνοητικά ο Θεός, σαν σοφός και αγαθός, το νόμο της βασιλείας για τους ανθρώπους, αναστέλλοντας έτσι από πολύ ενωρίς τη πολλή λύσσα της κακίας που είχε προβλεφθεί ότι θα συνέβαινε στη ζωή εξαιτίας της άνεσης, για να μη γίνουν οι άνθρωποι, σύμφωνα με το νόμο των ψαριών της θάλασσας, τροφή ο ένας του άλλου, αφού δεν θα υπήρχε κανένας επικεφαλής να εμποδίζει την άδικη επίθεση του δυνατότερου εναντίον του ασθενέστερου. Γι’ αυτό ίσχυσε για κάποιο διάστημα, όπως ήταν φυσικό, αναγκαστικά στο γένος των ανθρώπων η βασιλεία, λαμβάνοντας από τον Θεό σοφία κι εξουσία, και επιτράπηκε να χωριστεί η ισότιμη φύση σε άρχουσα και αρχόμενη, ώστε με τη μία να δέχεται όσους πείθονται νόμιμα στους θεσμούς της φύσης, και με την άλλη να τιμωρεί δίκαια όσους από αυθάδεια δεν θέλουν να υπακούσουν σ’ αυτούς, και βάσει αυτού χαρίζει τη δικαιοσύνη σε όλους ως επιβράβευση του πόθου και του φόβου, με την οποία εξαφανίζεται η ανωμαλία και η διαφορά της γνώμης του καθενός και αναδεικνύεται περίλαμπρα γαλήνια και ήμερη η ισότητα της φύσης όλων. Αυτό δεν θα γινόταν ποτέ, αν ο φόβος δεν τιμωρούσε την αλόγιστη ορμή των πολλών προς την αταξία και δεν οδηγούσε με την βία προς την ημερότητα των φρονίμων. Γιατί αυτό που ο λόγος έχει να πείθει τους φρονίμους να τον αποδέχονται θέλοντας, αυτό ο φόβος συνήθως αναγκάζει τους ανόητους να το υπομένουν μη θέλοντας.
Γι’ αυτή την αιτία εγώ διδάχθηκα ότι έχει επιτραπεί να εισέλθει στο βίο των ανθρώπων ο θεσμός της βασιλείας και δέχομαι την εξήγηση ως αληθινή και δάσκαλο της αιτίας. Αν όμως είναι κι άλλος λόγος αίτιος της κατά τη θεία Γραφή, αυτόν μπορούν να τον αντιληφθούν όσοι έχουν καθαρή διάνοια. Όμως κι αυτός που ανέφερα δεν απάδει εντελώς στο σκοπό της θείας Γραφής. Γιατί κι εκείνη, σ’ ανθρώπους που αρνούνται τη βασιλεία του Θεού, διηγείται ότι ο Θεός επιτρέπει να έχουν βασιλιάδες έστω κι από αυτούς τους ίδιιους, μη τυχόν η αταξία της αναρχίας προκαλέσει πολυαρχία και εξαιτίας της δημιουργηθεί στάση καταστρεπτική σ’ ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, μη έχοντας εμπιστευθεί σε κανέναν από αυτούς με απόφασή του την επιμέλειά τους, και έτσι με το λόγο οδηγεί στην ημερότητα όσους πείθονται στο λόγο, ενώ με τον φόβο της δύναμης τιμωρεί όσους μηχανεύονται την πονηρία και καταστρέφουν το έμφυτο αγαθό της γνώσης μέσα τους μ’ ελεύθερη γνώμη τους και με τους παρά φύση τρόπους τους.
Όποιος λοιπόν από τους βασιλείς ενδιαφέρθηκε να φυλάξει μ’ αυτόν τον τρόπο το νόμο της βασιλείας, αποδείχθηκε πάνω στη γη αληθινά δεύτερος θεός, επειδή έγινε πιστότατος υπηρέτης του θείου θελήματος, και δεχόμενος ως βασιλιά του τον Θεό, του έλαχε δίκαια ο κλήρος να γίνει βασιλιάς των ανθρώπων. Όποιος όμως απέκρουσε αυτόν τον θεσμό, και αποφάσισε οπωσδήποτε να είναι βασιλιάς για χάρη του εαυτού του και όχι για χάρη του Θεού, είναι φυσικό να κάνει τα αντίθετα από αυτούς˙ ν’ απομακρύνει δηλαδή με βία τυραννική από κοντά του τους αγαθούς και να τους θέτει μακριά από κάθε βουλή και αρχή, και να προσπαθεί να τραβήξει με δύναμη κοντά του τους πονηρούς και να τους κάνει κύριους όλης της εξουσίας του, πράγμα που είναι το τελευταίο βάραθρο απώλειας και εκείνων που εξουσιάζουν και εκείνων που εξουσιάζονται. Σ’ εμάς όμως είθε να δώσει ο Θεός να είναι αυτός βασιλιάς μας με τη θέλησή μας, με την εκπλήρωση των ζωοποιών του εντολών, και να τιμούμε επάξια όσους βασιλεύουν στη γη με το θέλημά του, επειδή είναι φύλακες των θείων διαταγμάτων του.
(Μετ. Ιγνάτιο Σακαλής, Μαξίμου του Ομολογητού Επιστολές, στην Σειρά Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, των εκδόσεων ΕΠΕ, τομ. 15Β σσ. 139-143)


[i]  Κουβικουλάριος (cibicularius) ήταν ο θαλαμηπόλος ή κοιτωνίτης. Αυτός ήταν ευνούχος αυλικός και είχε ως προϊσταμένη αρχή τον Πριμικήριον του Ιερού Κουβουκλ(ε)ίου. Ο Πριμικήριος υπαγόταν στον Πραιπόσιτο του Ιερού Κουβουκλ(ε)ίου (Praepositus Sacri Cubiculi), αξίωμα που αντικατέστησε το παλαιότερο ρωμαϊκό «a cubiculo» (επί του κοιτώνος). Η αντικατάσταση έγινε τον Δ’ α. και ενώ αρχικά ο Πραιπόσιτος ήταν κατώτατο οφφίκιο υπαγόμενο στον Castrensis Sacri Palatii, στην συνέχεια ανέβηκε ιεραρχικά και ο Πραιπόοσιτος γίνεται ο ισχυρότερος άνδρας της αυλής. Την εποχή του αγίου Μαξίμου η δύναμη του Πραιποσίτου έχει ατονήσει και έχει αντικατασταθεί από τον Πριμικήριο, αξίωμα το οποίο περί τον Η’ αι. εξελίσσεται σε αυτό του Παρακοιμώμενου. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η κλάση των κουβικουλάριων ήταν πολλά υποσχόμενη για πολιτική σταδιοδρομία. (Κ. Πλακογιαννάκης, Τιμητικοί τίτλοι και ενεργά αξιώματα στο Βυζάντιο, Θεσ/νικη 2001, σ. 65-67). 




www.impantokratoros.gr