Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Νικόλαος Σαββούδης Ασκητές μέσα στον κόσμο!





Γεννήθηκε το 1899 στο Γυαλί Τσιφλίκι της Μ. Ασίας. Μετά τον ξεριζωμό των Ελλήνων από την Μικρασία, ήρθε ως πρόσφυγας στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής. Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου νυμφεύθηκε και από τον γάμο του απέκτησε μία κόρη και εγγόνια. Η σύζυγός του είχε δύσκολο χαρακτήρα καθώς και ο γαμπρός του. Τους αντιμετώπιζε όμως με ηρεμία.
 


Ήταν γενικά ήρεμος άνθρωπος. Ζούσε σαν ασκητής, νήστευε πολύ, μελετούσε βιβλία εκκλησιαστικά και ασκητικά, που έφερε από την «πατρίδα», και συμβούλευε τα εγγόνια του δίνοντάς τους εφόδια για την ζωή.

Όλη την εβδομάδα βοσκούσε τα πρόβατα. Το Σάββατο το απόγευμα επέστρεφε στο σπίτι και ετοιμαζόταν για την θ. Λειτουργία της Κυριακής.

Στην Εκκλησία διακονούσε ανάβοντας τα καντήλια και βοηθώντας τον ιερέα.

Έκανε αγαθοεργίες. Στην περίοδο της Κατοχής έκρυψε έναν Άγγλο για να του σώσει την ζωή, τον περιποιήθηκε όταν αρρώστησε, και τον φιλοξένησε όσο διάστημα χρειάστηκε.

Όταν πέθανε ένας συγχωριανός του, που η οικογένειά του ήταν φτωχή και δεν είχε χρήματα για την κηδεία, ο Νικόλαος πήγε κρυφά στο σπίτι τους και άφησε χρήματα. Οι άνθρωποι του σπιτιού ποτέ δεν έμαθαν ποιός «καλός άγγελος» τους έστειλε την βοήθεια.

Φιλοξενούσε συχνά στο σπίτι του ανθρώπους περαστικούς που νυχτώνονταν στο χωριό.

Τον Νικόλαο Σαββούδη είχε γνωρίσει και ο γέροντας Γρηγόριος, Πνευματικός της Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Μεταμορφώσεως, ο οποίος αναφέρει:

«Βρισκόμουν στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής. Μόλις είχα φθάσει και στην σκιά κάποιου πεύκου συζητούσα με 5-6 χωρικούς. Σε λίγο έφθασε εκεί και κάποιος μεσόκοπος, πενηντάρης περίπου, χαιρέτησε και στάθηκε σιωπηλός παραπέρα. Ένας εκ των χωρικών μου είπε: Αυτός πάει τα μεσάνυχτα στην Εκκλησία και ανάβει τα κανδήλια για να βλέπουν οι Αγιοι».

»Έτσι γνώρισα τον μπαρμπα-Νικόλα Σαββούδη. Επειδή πήγαινα συχνά στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής, πάντοτε τον έβλεπα σιωπηλό, ήρεμο και γαλήνιο. Πάντα πρώτος στην Εκκλησία. Στεκόταν δίπλα στο ψαλτήρι και ψιθύριζε παρακολουθώντας τον ιεροψάλτη. Μόνον εκεί άκουγες την φωνή του σε πολύ χαμηλό τόνο. Μόλις καταλάβαινες ότι έψελνε. Έλεγε και το "Πάτερ ημών", πάντοτε ήταν δικό του.

«Μυστήριο ο μπαρμπα-Νικόλας. Κάποια μέρα πήγα στο σπίτι του, -έναν ημιυπόγειο, απλό, απέριττο, για πάτωμα είχε τσιμέντο, ασκητικότατο-, για να τον γνωρίσω καλύτερα. Στον πάνω όροφο έμενε ο γαμπρός του που, όπως αργότερα έμαθα, τον κακομεταχειριζόταν. Ήταν πολύ νευρικός αλλά ο μπαρμπα-Νικόλας κουβέντα δεν έλεγε γι' αυτόν. Νόμιζες πως δεν είχε μιλιά. Όμως ο μπαρμπα-Νικόλας όχι μόνον ήξερε να μιλά μα και διάβαζε Πατέρες.

»Εκεί είδα εκτός από τον άγιο Δαμασκηνό και άλλους Πατέρες, φιλοκαλικούς και μη. Όλα αυτά τα βιβλία τα μελετούσε ο μπαρμπα-Νικόλας και φαίνεται πως προσπαθούσε να βάλει σε εφαρμογή την πατερική διδασκαλία γι' αυτό εκτός από την σιωπή ήταν στολισμένος και με άλλες αρετές. Ποτέ δεν ασχολείτο με τους άλλους. Αν και τον περιέπαιζαν οι συγχωριανοί του, αυτός τους αντιμετώπιζε με την σιωπή του και μ' έναν ελαφρό μειδίαμα.

»Από όσα είδα πρέπει να έκανε άσκηση μεγάλη και να αγαπούσε την προσευχή. Κανείς όμως δεν γνώριζε τι προσευχές έκανε μόνος μόνω Θεώ. Πολλά μυστικά πήρε μαζί του, γιατί ήταν πολύ σιωπηλός. Από τους χωρικούς έμαθα ότι ζούσε με τα χρήματα που του έστελνε κάποιος Αγγλος πρώην αξιωματικός, από ευγνωμοσύνη γιατί στην Γερμανική Κατοχή ο μπαρμπα-Νικόλας με κίνδυνο ζωής τον έκρυψε στο σπίτι του και τον γλύτωσε από τους Γερμανούς.

»Στις 24 Νοεμβρίου 1969 με ειδοποίησαν ότι ο αγαθός και ήσυχος Νικόλαος έκλεισε τα μάτια του. Τα άφησα όλα και πήγα στο Βατοπέδι. Τον διαβάσαμε και «τον φυτέψαμε» (θάψαμε), όπως λένε οι χωρικοί, για να ανθίση στην αιωνιότητα. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο μέσα στο φέρετρο, νόμιζες πως κοιμόταν.

«Πέρασαν τρία χρόνια από την κοίμησή του και τρεις ευλαβείς γυναίκες, πολύ γνωστές μου, πήγαν να τον ξεθάψουν, να κάνουν ανακομιδή. Όταν βρήκαν το λείψανό του τάχασαν. Ήταν ακέραιο, ολοκίτρινο και ανέδιδε απαλή ευωδία! Η κ. Βαρβάρα, μία από τις τρεις, το σήκωσε λίγο με τα χέρια της και είδε ότι ήταν πολύ ελαφρό. "Σαν να ήταν μόνο κόκαλα με το δέρμα", όπως έλεγε.

«Έκπληκτες μπροστά στο πρωτοφανές και απροσδόκητο γεγονός, μη γνωρίζοντας τι να κάνουν, θεώρησαν καλό να θάψουν πάλι το τίμιο λείψανο του μακαρίου Νικολάου Σαββούδη».

Αιωνία του η μνήμη. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2008, Ι. Ησυχαστήριον Αγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις Χαλκηδικής)


















(Πηγή ηλ. κειμένου: apantaortodoxias.blogspot.com)

Μόνο οἱ καλοί ὀρθόδοξοι χριστιανοί θά σωθοῦν; Οἱ καλές πράξεις δέν μᾶς σώζουν;


γιος γνάτιος Brianchianinov.


Εναι λυπηρό. μως σήμερα πάρχουν χριστιανοί, πού πλά δέν γνωρίζουν τί σημαίνει νά πιστεύεις στό Χριστό, λλά καί χουν μία ντελς συγκεχυμένη ντίληψη γιά τήν πίστη στόν να καί μοναδικό Σωτήρα καί Θεό, τόν Χριστό.
Λένε:
- Γιατί σες ο ρθόδοξοι πιμένετε τι χετε τήν ποκλειστικότητα τς ληθείας;
- Γιατί τάχα, μόνο ο ρθόδοξοι θά σωθον;
- νάμεσά μας πάρχουν τόσοι καλοί νθρωποι! Καί Μωαμεθανοί, καί Βουδδιστές, καί χριστιανοί λλων μολογιν, κόμη καί θεοι.
- Στέκει νά θέλεις νά τούς στείλεις λους ατούς στήν κόλαση;

* * *

Μία τέτοια σκέψη, φαίνεται να εναι καί σωστή· καί τετραγωνικά λογική. Εναι μως;

ς τό ξηγήσωμε μέ λόγια πλ. Γιατί, πάνω σέ να τέτοιο σοβαρό θέμα δέν πρέπει νά χωμε συγκεχυμένες δέες. Λοιπόν. Σημασία δέν χει, τί λέει καθένας, λλά τί λέει Χριστός καί κκλησία.

Χριστιανοί! Προσέξτε! Κάνετε ραες σκέψεις καί συλλογισμούς! λλά χωρίς νά ξέρετε, τί εναι σωτηρία· γιατί εναι παραίτητη σωτηρία· καί γιατί μόνη δός πρός τόν Θεό καί τήν σωτηρία εναι Χριστός· μόνο Χριστός!

Σωτηρία εναι νωση το νθρώπου μέ τόν Θεό· ποκατάσταση πικοινωνίας μαζί Του. σωτηρία εναι κάτι πού μάς νδιαφέρει λους. λους τούς λαούς· λους τούς νθρώπους· νάρετους καί μαρτωλούς! Πατριάρχης ακώβ μιλώντας γιά τόν αυτό του, λέγει: «θά κατεβ στό παιδί μου στόν δη». Το λέγει γιατί τότε, πρίν λθει Χριστός, λοι, μαρτωλοί καί δίκαιοι, μετά τό πίγειο ταξίδι τους, κατέληγαν στόν δη. Τόσο λίγη ξία εχαν τότε τά «καλά» τους ργα! Μόνα τους χωρίς τήν χάρη πού παίρνουμε, πό τό βάπτισμα καί πό τό αμα το Χριστο.

Γι᾿ ατό, ταν κάποτε ο ουδαοι ρώτησαν τόν Χριστό: «τί πρέπει νά κάνουμε, γιά νά κτελομε τά ργα το Θεο»; Καί Χριστός τούς πάντησε: «Το μεγαλύτερο ργο το Θεο εναι νά πιστεύετε σέ κενον, πού Θεός Πατέρας μς στειλε» (ω. 6, 28-29). Δηλαδή:

μόνη γγύηση, μοναδική δός γιά τήν σωτηρία εναι σωστή πίστη σέ κενον, πού Θεός στειλε στόν κόσμο δηλαδή, τόν Υόντόν Χριστό.

Δέν ρκε λοιπόν, νά εμαστε «καλοί» νθρωποι. Καί ν νθρωποι μεγάλοι καί φωτισμένοι, κατέβαιναν τότε στόν δη, πς εναι δυνατό σύ, νά θέλεις νά σωθς χωρίς πίστη καί πικοινωνία μέ τόν Χριστό; Και πώς τολμς καί ψάχνεις νά βρες, ν καί ο μουσουλμάνοι θά σωθον; πειδή πλά σο φαίνονται «καλοί»; Χωρίς ποτέ, νά χουν πιστεύσει στόν να καί Μοναδικό Σωτήρα καί Λυτρωτή;

* * *

ς κάμουμε, λοιπόν, φροντίδα μας νά γαπήσουμε τόν Χριστό. Γιατί σωτηρία χωρίς Ατόν, μόνο χάρη σέ μερικές «καλές» πράξεις, Δεν γίνεται.

(πιστολή 238)












(Πηγή: hristospanagia3.blogspot.gr)
www.alopsis.gr

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Πνευματική καθοδήγηση (Στάρετς Ανατόλιος της Όπτινα)



25-1024_8
1.Η πνευματική καθοδήγηση του γέροντα Ανατόλιου ήταν μια πλήρης αποδοχή της ελευθερίας. Ποτέ δεν απαιτούσε από κανέναν να δεχθή να κάμει κάτι που δεν το είχε καταλάβει ο ίδιος· μόνο και μόνο γιατί ήταν εντολή του. Πάντοτε άφηνε στα πνευματικά του τέκνα την άνεση, να κάμουν, ή να μη κάμουν, αυτό που τους έλεγε. Η ευλογία του δεν ήταν ποτέ εντολή. Ήταν πάντοτε μια πρόσκληση· μια υπόδειξη.
Έλεγε:
—Τι είναι αυτά που λέτε; Ο Θεός την αγαπάει την ελευθερία. Όπου το πνεύμα Κυρίου εκεί ελευθερία, όπως λέει ο απόστολος. Με το ζόρι δεν θέλει να γίνεται τίποτε!Κανέναν δεν τραβάει κοντά Του με το ζόρι! Δεν δεσμεύει κανέναν. Καλούμε να ρθούν στο σπίτι μας, επειδή το θέλουν. Έτσι και ο Χριστός κάλεσε τους Ιουδαίους. Δεν αποκλείει κανέναν. Όλους, μας υπόσχεται να μας αναπαύσει κοντά Του! «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι· καγώ αναπαύσω υμάς»(Ματθ. 11, 28). Και όταν εμείς δεν πηγαίνωμε κοντά Του, δεν μας τραβάει με το ζόρι!
2. Η πνευματική καθοδήγηση του π.Ανατόλιου ήταν όλο πραότητα και γλύκα. Συμβουλές και ευλογίες δεν έδινε ποτέ με το πρώτο, αλλά πάντοτε μετά από μερικές σοβαρές επικοινωνίες, κατά τις οποίες προσπαθούσε να κάμει τα πνευματικά του τέκνα να καταλάβουν, ποιο ήταν το θέλημα του Θεού γι’ αυτούς.
Του έγραψε μια μοναχή:
«Έλαβα γράμμα από την Γερόντισσα, προεστώσα της Μονής μας. Με καλούσε στο Όνομα του Χριστού, να πάω να με φιλοξενήσουν και να πάρω τα πράγματα μου. Πώς το αισθάνεσαι; Πως θα τό έβλεπες; Θα το δεχόσουν, ό,τι και αν επέτρεπε ο Κύριος να σου συμβή; Ειπέ μου: Πως τό βλέπεις; Πως τό αισθάνεσαι»;
Συνήθως,ο γέροντας πριν λάβει μια σοβαρή απόφαση, έδινε πρώτα ευλογία στο πνευματικό του τέκνο να εκφράσει την επιθυμία του με την προσευχή του Ιησού.
Σε ερώτημα της πνευματικής του θυγατέρας μοναχής Αμβροσίας, σε ποιο μοναστήρι θα έπρεπε «να πάει», ο γέροντας της απάντησε:
—Παρακάλεσε τον Κύριο, να σε στηρίζει και να σου δείχνει τον δρόμο Του.
3. Ο γέροντας αισθανόταν μεγάλη χαρά, όταν έβλεπε τα πνευματικά του παιδιά να βιάζουν τον εαυτό τους να τηρούν τις εντολές του∙ και τα ευχαριστούσε με πολύ θερμά λόγια γι’ αυτό.
—Να σε ευλογεί ο Θεός, που με ακούς!..
Η σχολή υπακοής του στάρετς Ανατόλιου απαιτούσε υπομονή και εκκοπή του θελήματος.
Γράφει μία πνευματική του θυγατέρα, η Α. Ι. Σαπόσνικωφ:
«Κάποτε με προσκάλεσε ο ιερομόναχος π. Τυχών, να πιούμε τσάι. Συμφώνησα∙ και έτρεξα στον π. Ανατόλιο.
—Γέροντα, με προσκαλεί ο π. Τύχων να πιούμε μαζί τσάι!
Μου απάντησε:
—Τι είναι αυτά που λες; Τι εξυπνάδες είναι αυτά που λες; Που το βρήκατε σεις να πίνετε τσάι με μοναχούς; Ποτέ!
Έφυγα κατασυγχυσμένη! Και καταπικραμένη! Και στο απόδειπνο είδα τον π. Τύχωνα. Και εκείνος με είδε. Και με ερώτησε:
—Τι σου συνέβη; Γιατί δεν ήλθες; Σε περίμενα! Του είπα, γιατί. Και του ζήτησα συγγνώμη. Την άλλη ημέρα ξαναπήγα στον π. Ανατόλιο.
Και ο γέροντας μου λέει αυστηρά:
—Χθες ήθελες να πας να πιής τσάι με τον π. Τύχωνα! Πήγαινε σήμερα!..
—Γέροντα, πως να πάω σήμερα; Δεν με κάλεσε για σήμερα!
—Συ πήγαινε. Και πιε το, το τσάι!.. Επιλογή άλλη δεν είχα. Επήγα. Και προς μεγάλη μου χαρά, ευρήκα την πόρτα κλειδωμένη!
—Δόξα Σοι, Κύριε!
Τρέχω πάλι στον π. Ανατόλιο. Με βλέπει και γελάει!..
—Λοιπόν; το ήπιατε το τσάι;
Και μετά ένα τέτοιο μάθημα, ο γέροντας μου ειπε επιγραμματικά:
—Να έχεις την ευχή μου και ευλογία, που κάνεις υπακοή και με ακούς!..».
Η ίδια η Άννα Ιβάνοβνα Σαπόσνικωφ διηγήθηκε και άλλη μια ιστορία:
«Ήταν Οκτώβριος. Και έκανε ένα τρομερό κρύο. Και ο γέροντας μου έδωκε εντολή να πάω να κάμω μπάνιο στην λίμνη του αγίου Παφνουτίου.
—Γέροντα, σοβαρά το λες; Να πάω; Μόνο που το ακούω, ξυλιάζω! Πως να μπώ και στο νερό;
Την άλλη ημέρα, πάλι τα ίδια. Ο γέροντας με στέλνει να κάμω μπάνιο στην λίμνη του αγίου Παφνουτίου. Μα εγώ δεν το αποτολμώ.
Την τρίτη ημέρα, βλέπω, το πρόσωπο του γέροντα είχε εντελώς αλλάξει. Είναι απέναντι μου παγερός. Και πάλι μου λέει τα ίδια!
Ετρόμαξα και συμφώνησα:
—Καλά, γέροντα. Θα πάω!..
Και επήγα. Και εκεί ήταν μια γνωστή μου. Και εζήτησε και αυτή ευλογία. Να κάνει και αυτή μπάνιο μαζί μου.
Της λέγει:
—Δεν νομίζεις πως κάνει κρύο; Απάντησε:
—Γέροντα, αφού θα κάνει αυτή, γιατί να μην κάνω και εγώ; Γιατί θα κρυώσω εγώ;
—Καλά τότε. Να είναι ευλογημένο!.. Μόνο κύτταξε να μην κρυώσεις.
Επήγαμε.Εγώ εφόρεσα, ό,τι πιο ζεστό είχα. Και παρά ταύτα, μόλις που έφθασα εκεί είχε παγώσει η μύτη μου. Αλλά μόλις εμπήκα στο νερό, με τις ευχές του γέροντα, το νερό μου φάνηκε ζεστό. Και όχι μόνο εμπήκα στο νερό, αλλά και εκολύμβησα. Και όταν εβγήκα, δεν ειχα διάθεση να σκουπιστώ. Αισθανόμουν πολύ καλά· ζεστά. Η άλλη κυρία, μόλις που έβαλε τα πόδια της στο νερό μπλάβιασε ολόκληρη από το κρύο. Και εγώ την έβγαλα, σχεδόν αναίσθητη, από το νερό. Έκαμε μερικές προσπάθειες, να ξαναμπή στο νερό, μα δεν μπόρεσε. Και όταν γύρισα, ο γέροντας με δέχθηκε χαρούμενος. Και με ευχαρίστησε και με ευλόγησε για την υπακοή μου».
4. Ο πνευματικός πρέπει να καταδικάζει την αμαρτία. Και να βάζει επιτίμια.
Ο στάρετς Ανατόλιος το έκανε πάντοτε με πολλή πραότητα και λεπτότητα.
Ακούσατε,πως κάποια φορά «επέπληξε» την γνωστή μας Όλγα Κωσνσταντίνοβνα, γιατί είχε πέσει στο αμάρτημα της οργής.
Είχε πάει στον γέροντα με μια βαρώνη, που ήθελε να την βοηθήσει. Ο π. Ανατόλιος επήρε την βαρώνη και ασχολήθηκε μαζί της δύο φορές. Την κ. Όλγα «την άφησε στην άκρη». Αυτό συνέβη στο Σαμορντίνο. Εκεί και η κ. Όλγα και ο γέροντας έμεναν στον ξενώνα. Και η κ. Όλγα μη μπορώντας να το ανεχθή, πως ο γέροντάς της ασχολήθηκε δυο φορές με μια «απρόκοφτη» κοπέλλα, το επήρε απόφαση να μη ξαναπατήσει για εξομολόγηση σ’ αυτόν!
Και,όταν μια αδελφή της πρότεινε να καλέσουν τον γέροντα στο δωμάτιό τους, αυτή δεν δέχθηκε. Και ξάπλωσε να κοιμηθή. Επίτηδες. Για να το αποφύγει… Οργή και κακία βασάνιζαν την καρδιά της. Δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Και την νύχτα βγήκε στον διάδρομο. Και επήγαινε πέρα-δώθε νευρικά. Ο γέροντας άκουσε τα βήματα, άνοιξε την πόρτα του δωματίου, την είδε και της ειπε:
—Σύ είσαι, Όλγα; Έλα εδώ! Τι σου συμβαίνει;
Με δάκρυα στα μάτια εκείνη του ομολόγησε, ότι είχε θυμώσει εναντίον του!
—Ά έτσι! Έπρεπε να μου το είχες ειπεί. Δεν το είχα καταλάβει, ότι έχεις τέτοιο ψυχικό κόσμο! Θα σε έπαιρνα πρώτη!..
Και η Όλγα κατάλαβε, ότι ο ψυχικός της κόσμος δεν ήταν καλός· και έφυγε ντροπιασμένη και ταπεινωμένη.
Ο γέροντας επέπληττε και χωρίς να λέει τίποτε.
Μια άλλη φορά η Όλγα Κωνσταντίνοβνα είχε πάει πάλι στην Όπτινα. Μαζί με την Νίνα Βλαδίμηροβνα. Και επήγαν μαζί στον γέροντα.
Διηγείται η Νίνα Βλαδίμηροβνα:
«Ο γέροντας της έδωκε τότε ένα πιατάκι γεμάτο καραμέλλες και κουφέτα, λέγοντας:
—Τα μισά για την Νίνα.
Και την βλέπω να βγαίνει και με τις δύο χούφτες της γεμάτες. Την ίδια στιγμή με κάλεσαν να πάω στον γέροντα. Και επήγα. Και αφού μιλήσαμε, μου δίνει και καραμέλλες, και μήλα και μπισκότα. Βλέποντάς με η Όλγα, φώναξε.
—Σένα σου έδωκε πιο πολλά. Λοιπόν, δεν θα σου δώσω και από τα δικά μου!..
Δεν είπα τίποτε. Καθήσαμε μαζί στην αίθουσα αναμονής να τον ξαναϊδούμε, όταν θα έβγαινε, για να δώσει ευλογία σε όσους θα είχαν μείνει εκεί. Και λοιπόν,βγαίνει ο πατέρας μας, πάει κοντά στην Όλγα· και άρχισε να παίρνει από τα χέρια της κουφέτα και να τα βάζει στα δικά μου χέρια! Γέμισαν τα χέρια μου. Και εκείνος ακόμη μου έβαζε!.. Η Όλγα αισθάνθηκε μεγάλη ντροπή. Όταν γυρίσαμε, ήλθε στο σπίτι μου και μου ζήτησε συγγνώμη.
Είχε καταλάβει το λάθος της».
5. Ο π. Ανατόλιος είχε προορατικό. Έβλεπε. Και γι’ αυτό ενεργούσε με τόλμη, σε θέματα που ανθρώπινα κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτε.
Διηγήθηκε η μοναχή Μιχαήλα (Κουντίμοβα).
«Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ειχα καταταγή εθελόντρια στον στρατό να πολεμήσω και εγώ για την πίστη, για τον τσάρο, για την πατρίδα. Σε μια μάχη, ενώ προσπαθούσα να βοηθήσω ένα τραυματία, ήλθε ένα βλήμα και μου έκοψε το χέρι μέχρι τον αγκώνα.Με μετέφεραν στο Νοσοκομείο στο Τσάρκοε Σέλο. Εκεί με περιποιόταν η ίδια η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα Θεόδωροβνα και οιπριγκήπισσες θυγατέρες της. Ο αδελφός μου ήταν μοναχός στην Όπτινα. Το όνομά του ήταν Ιννοκέντιος. Το 1918, χωρίς χέρι πιά επήγα στην Όπτινα να τον ιδώ. Αλλά δεν τον ευρήκα εκεί. Τον είχαν επιστρατεύσει. Πικράθηκα, όσο δεν μπορεί κανείς να φαντασθή. Και τότε ήλθαν να με ιδούν οι γέροντες Ανατόλιος και Νεκτάριος. Και οι δύο μαζί επέμεναν ότι πρέπει να γίνω μοναχή. Αφού έδωκα για τον επίγειο τσάρο (= βασιλιά) το χέρι μου, έχω χρέος, μου έλεγαν, να δώσω στον επουράνιο βασιλέα ολόκληρο τον εαυτό μου. Και συμφώνησα. Και έγινα. Μου έδωσαν το όνομα Μιχαήλα, προς τιμήν του αρχαγγέλου Μιχαήλ, που είναι «των ουρανίων στρατιών αρχιστράτηγος». ‘Ήμουν τότε 18 ετών».
Με τις ευχές των γερόντων η Μιχαήλα ευρήκε και τον αδελφό της. Και έφυγαν μαζί.Και έζησαν πρώτα στην Νότιο Αμερική. Και μετά στην Αυστραλία.
6. Σώθηκαν τα απομνημονεύματα μιας κοσμικής γυναίκας. Και δημοσιεύτηκαν το 1917 στο περιοδικό «Τρόϊτσκοε Σλόβο». Γράφει:
«Η τύχη μου ήταν κακή. Αισθανόμουν παραπεταμένη. Γιατί; Δεν θα το περιγράψω. Έκανα ζωή εύθυμη. Διασκέδαζα. Μα δεν βρήκα ποτέ εκείνο που γύρευα. Η ψυχή μου ήταν πάντα πεινασμένη· νηστική. Έψαχνα για ζωή γεμάτη θόρυβο. Πίστευα ότι κάπως έτσι θα μπορούσα να λησμονήσω λίγο τον εαυτό μου. Μου φαινόταν, ότι όσο πιο πολύς θόρυβος γινόταν γύρω μου, τόσο πιο καλά θα ήταν για μένα, αλλά μάταια. Όλα έγιναν συνήθεια. Και το κακό έμενε ακέραιο μέσα μου. Κάτι έκτακτα γεγονότα με έκαμαν να κλειστώ για λίγο στο σπίτι μου. Και έζησα λίγο την ήσυχη ζωή στο σπίτι, μέχρι που βρέθηκα στην Όπτινα.
Κουρασμένη από τα τρεχάματα και τον θόρυβο, και μη βρίσκοντας τίποτε και «στο σπίτι»,σκέφτηκα, ότι — τέλος πάντων— θα έπρεπε να πάρω έναν δρόμο· τον ένα από τους δύο!..
Είχα τότε γνωστή μια καλή κοπέλλα, με πολύ ευσεβή ζωή. Μια ημέρα λοιπόν, μου λέει:
—Κάποιος μου έδωσε το βιβλίο του Βλ. Π. Μπικώφ «Γαλήνιο λιμάνι για ανάπαυση πονεμένης ψυχής». Μιλάει πολύ για το μοναστήρι της Όπτινα και για τους θαυμάσιους γεροντάδες της, πνευματικούς οδηγούς: πως δέχονται τους πάντες· και πως τους συμβουλεύουν όλους· με καλωσύνη· και με φωτισμό Θεού.
Μου άρεσε η σκέψη. Και επήραμε την απόφαση να πάμε μαζί. Πρώτα όμως επήγε εκείνη·μόνη της. Όταν γύρισε μου έλεγε, ότι ευρήκε εκεί κάτι το ανεπανάληπτο∙κάτι που όμοιο του δεν θα βρεις πουθενά. Και μου διηγήθηκε πολλά για τους αγίους γέροντες της Όπτινα.
Ο π. Ανατόλιος εξομολογεί και εκατό ανθρώπους την ημέρα!.. Μιλάει γρήγορα. Και δεν σε κρατεί πολύ. Αλλά εκείνα τα λίγα λεπτά αρκούν! Πολλές φορές βγαίνει να δώσει ευλογία σε εκείνους που περιμένουν. Και απαντάει μονολεκτικά σε ερωτήματα. Και καμμιά φορά κάνει και «παρατηρήσεις». Αυτή τον είχε ιδεί για πέντε μόνο λεπτά. Και, μέσα σ’ αυτά τα πέντε λεπτά, την βοήθησε να καταλάβει όλες της τις ελλείψεις∙ πράγματα που κανείς δεν τα ήξερε. Θέλησε να τον ιδεί για μια ακόμη φορά. Να του ειπεί κάτι ακόμη· να ακούσει κάτι ακόμη. Μα δεν το κατόρθωσε. Και χρειάσθηκε να φύγει. Και ήλθε και μου είπε τις εντυπώσεις της.Από τα λόγια της, μου άρεσε πολύ ο π. Ανατόλιος. Και θέλησα να πάω και εγώ να μιλήσω μαζί του. Και επήγα. Έφθασα εκεί το Μεγάλο Σάβββατο. Έδωσα το όνομά μου.Έπια λίγο τσάι. Και έτρεξα στον π. Ανατόλιο.
Στον δρόμο, κάποιος μου έδειξε τον τάφο του π. Αμβροσίου. Γονάτισα επάνω στο μάρμαρο και τον παρακάλεσα, να δεηθή για μένα, να μου βγή σε καλό το ταξείδι μου. Και μετά τρέχω. Μπαίνω στην αίθουσα αναμονής. Και βλέπω κόσμο και κοσμάκη! Θέλησα να κάμω τον σταυρό μου. Και πριν τον τελειώσω βλέπω ένα γεροντάκι να παραμερίζει τους άλλους και να έρχεται κοντά μου. Μου λέει:
—Έλα! Έλα! Πότε ήρθες; Έσκυψα, του ζήτησα ευλογία και είπα:
—Μόλις έφτασα. Και έτρεξα σε Σας!
—Έχεις, εδώ συγγενείς; Έ; Έ;
—Όχι, γέροντα. Δεν έχω συγγενείς. Όχι εδώ. Πουθενά στον κόσμο!..
—Τι λες, παιδί μου; Τι λες, παιδί μου; Έλα κοντά μου!
Άπλωσε το χέρι του με επήρε από το χέρι και με τράβηξε στο εξομολογητήριό του. Ήταν πολύ απλό. Και πολύ φωτεινό. Έκατσε σε μια καρέκλα∙ δίπλα σε μια εικόνα.Γονάτισα μπροστά του. Και άρχισα να του διηγούμαι την ζωή μου. Εγώ του μιλούσα.Και εκείνος, πότε έπιανε και κρατούσε με τα δύο του χέρια το κεφάλι μου, και πότε σηκωνόταν και επήγαινε πέρα-δώθε, σαν κάτι να έψαχνε να βρή. Και κάθε τόσο ψιθύριζε.
—Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Όταν εγώ τελείωσα, ο π. Ανατόλιος δεν μου είπε τίποτε ακριβώς. Μα όταν εγώ τον ερώτησα:
—Πότε θα μπορούσα να εξομολογηθώ; Μου απάντησε:
—Τώρα αμέσως!
Και εξομολογήθηκα, σαν να διάβαζα βιβλίο. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, που κατάλαβα, τι είναι η εξομολόγηση. Είχα να εξομολογηθώ οκτώ χρόνια. Έλεγα, ό,τι καταλάβαινα. Και με μια ερώτησή του με έκανε και θυμόμουν άλλα πολλά..,αμαρτίες που δεν θα ήθελα ποτέ να τις ξεστομίσω!
Η εξομολόγηση τελείωνε. Μου διάβασε ευχή συγχωρητική. Και πρόσθεσε.
—Πήγαινε, σκέψου: Μη ξέχασες τίποτε. Και έλα πάλι σε δύο ώρες. Μου έδωσε και κάτι βιβλιαράκια και με άφησε να φύγω. Επήγα στο δωμάτιό μου. Και εκεί έφερα στον νού, πως με δέχθηκε και πως μου συμπεριφέρθηκε ο π. Ανατόλιος. Σαν να ήμουν χρόνια γνωστή του!
Στις12 το μεσημέρι ξαναπήγα. Του είπα κάτι ακόμη.
Μου ξαναείπε:
—Σκέψου πάλι. Και έλα το βράδυ πάλι! Κατάλαβα, πως εκείνος «κάτι έβλεπε» που εγώ
δεν το έβλεπα και δεν ήθελα να το εξομολογηθώ.
Τέλος πάντων βράδυασε. Κατάκοπη από την ταλαιπωρία του ταξειδιού και τις συγκινήσεις επήγα «για λίγο» στο δωμάτιό μου να πάρω μια ανάσα. Και ξάπλωσα. Και κοιμήθηκα τόσο βαθιά, που: ούτε καμπάνες άκουσα∙ ούτε χτύπους στην πόρτα μου∙ούτε τίποτε.
Όταν ξύπνησα έτρεξα στην εκκλησία και είδα τον ιερέα, να έχει ολοκληρώσει την μετάδοση και να μπαίνει με το άγιο Ποτήριο στο ιερό. Είχα χάσει την θεία Κοινωνία για ένα λεπτό!  Άχ αυτό το ένα λεπτό!..
Πόσο ήθελα, να κοινωνούσα και εγώ! Αλλά… τελείωσε! Έφυγα από την εκκλησία καταστενοχωρημένη. Και παρ’ ότι ήταν το άγιο Πάσχα, όλη την ημέρα έκλαιγα. Το απόγευμα είδα τον π. Ανατόλιο. Τον παρεκάλεσα να μου έδινε ευλογία να κοινωνούσα την Δευτέρα ή την Τρίτη. Δεν συγκατατέθηκε. Δεν μου έδωκε ευλογία.Μου είπε ξερά:
—Χωρίς προετοιμασία δεν κοινωνούν!..
—Μα θα φύγω μεθαύριο!
—Κοινώνησε στην Μόσχα. Με την απαραίτητη προετοιμασία.
Όταν επήγα να τον αποχαιρετήσω και του ζήτησα μια συμβουλή, μια οδηγία, τι θα έπρεπε να κάνω, δεν μου είπε τίποτε το σαφές και συγκεκριμένο. Όλα ήταν μισόλογα. Μου έλεγε, πότε ότι θα γινόμουν μητέρα με… ξένα παιδιά∙ πότε ότι θα ήταν καλύτερα να ζούσα μόνη μου∙ και τέλος μου έδωκε εντολή, στην Μόσχα πνευματικό να έχω τον π. Μακάριο∙ και να κάμω ότι εκείνος μου ειπεί.
Επήγα να αποχαιρετήσω και τον π. Νεκτάριο. Μιλήσαμε πολύ. Στο τέλος, σκύβοντας το κεφάλι του, μου λέει:
—Βλέπω στο πρόσωπο σου και γύρω σου την χάρη του Θεού! Θα γίνεις μοναχή!
Αναστατώθηκα και του είπα:
—Τι λέτε, πάτερ; Εγώ σε μοναστήρι. Τίποτε δεν μου αρέσει εκεί. Δεν το αντέχω τέτοιο πράγμα.
Πρόσθεσε:
—Δεν ξέρω, πότε θα γίνει. Τώρα ή σε δέκα χρόνια; Αλλά θα γίνει.
Του είπα ότι ο π. Ανατόλιος μου είπε να πάω στην Μόσχα στον γέροντα Μητροπολίτη Μακάριο. Και να κάμω, ό,τι εκείνος μου ειπεί.
—Ναι, έτσι είναι, είπε ο π. Νεκτάριος. Θα κάμεις αυτό που είπε ο π. Ανατόλιος.Και ό,τι σου ειπεί ο π. Μακάριος, θα το εκτελέσεις!
Μου μίλησε για λίγο ακόμη. Και όλα του τα λόγια ήταν γύρω από την ζωή στο μοναστήρι∙ γύρω από το τι πρέπει να ξέρει και τι να προσέχει ένας μοναχός.
Τετάρτη βράδυ έφθασα στο σπίτι μου, πνευματικά αναστημένη∙ και εντελώς αλλαγμένη.Και τότε θυμήθηκα, που μια φίλη μου έλεγε:
—Στην κεντρική πύλη της Όπτινα είναι τοποθετημένη μια εικόνα της Αναστάσεως. Και θέλει να μας ειπεί, ότι όποιος πάει στην Όπτινα, πρέπει να φεύγει πνευματικά ανακαινισμένος και αναστημένος».


 http://vatopaidi.wordpress.com

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Βιβλιοπαρουσίαση: Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση



Βιβλιοπαρουσίαση: Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση
Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Το Άγιον Όρος του Άθωνος είναι σύμβολο αγάπης, ολοκληρωτικής αφιερώσεως των μοναχών στον Θεό και της ευλαβείας των πιστών Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, που το προίκισαν με το Αυτοδιοίκητο, το Άβατο και πολλά άλλα συναφή προνόμια. Παραμένει ακόμη ως ζωντανό κατάλοιπο της άλλοτε κραταιάς και φωτεινής Ρωμαϊκής «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας. Η πνευματική του προσφορά ανά τους αιώνες είναι μεγίστη και ανυπολόγιστη.

Παρά τις δοκιμασίες που διήλθε, το Άγιον Όρος παραμένει αναλλοίωτο, μάλιστα δε σήμερα γίνεται περισσότερο γνωστό και προσελκύει περισσότερους προσκυνητές. «Έσται εν ταις εσχάταις ημέραις εμφανές το Όρος Κυρίου»1, γιατί το έχει ανάγκη ο κόσμος, το κρατά η χάρις του Θεού και οι πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου.

Στην ιστορία του το Άγιον Όρος συνταράχθηκε από επιδρομές πειρατών, από βαρβαρική κατοχή αιώνων, από λειψανδρία, από έλλειψη υλικών αγαθών, από εθνικιστικές διαμάχες, από θεολογικές και δογματικές έριδες και μύρια άλλα δεινά. Σήμερα όλα αυτά με την χάρι του Θεού εξέλιπον και ο μόνος κίνδυνος που απειλεί το Άγιον Όρος είναι η έλλειψη πιστότητος στην παράδοση. Αυτή η ζώσα ασκητική και ησυχαστική αγιορείτικη παράδοση που βιώνεται ως τρόπος ζωής, ασκήσεως και λατρείας επί τόσους αιώνες, σε όλες τις μορφές της μοναχικής ζωής και από τόσο πλήθος μοναχών, καθιστά το Άγιον Όρος μοναδικό και ανεπανάληπτο.

Αλλά δυστυχώς σήμερα αυτή η αγιορείτικη παράδοση, η τόσον πολύτιμη, διέρχεται μεγάλη κρίση και κινδυνεύει να αλλοιωθή από το κοσμικό φρόνημα και τις πολλές κοσμικές ανέσεις και επιδράσεις.

Υπάρχουν πολλών ειδών παραδόσεις στο Άγιον Όρος. Αρχιτεκτονική, μουσική, τυπική παράδοση (το τυπικό των ακολουθιών), αγιογραφική κ.ά. Όλες είναι σεβαστές και αξιόλογες, αλλά η αναφορά εδώ γίνεται για την βίωση της ασκητικής και ησυχαστικής παραδόσεως. Αυτή δεν εξαρτάται και δεν εξαντλείται σε εξωτερικούς τρόπους και τόπους. Όσοι δηλαδή ζουν στην έρημο είναι ασκητές και ησυχαστές, αφού η άσκηση και η ησυχία είναι κυρίως πνευματική κατάσταση, κατόρθωμα και άθλημα. Όσοι είναι βιαστές της φύσεώς τους και έχουν νήψη και προσευχή ζουν αυτήν την παράδοση, ανεξαρτήτως αν ασκούνται σε Κελλί ή σε Κοινόβιο. Γι’ αυτό τα γραφόμενα δεν προβάλλουν την παράδοση ενός Γέροντος, ενός Κελλιού ή κάποιου Μοναστηριού, αλλά την μία, ενιαία, συνεχή, ζώσα και ποικιλόμορφη παράδοση συνόλου του Αγίου Όρους.

Αυτή η αγιορείτικη παράδοση βιουμένη και το μοναχικό φρόνημα μάς εξομοιώνουν με τους προκατόχους μας και μας συνδέουν πνευματικά με τους οσίους Αγιορείτες Πατέρες. Αυτή η καλή ασκητική ζύμη μεταποιεί το γεώδες φύραμά μας εις αγιασμόν, αφού «η άσκησις μήτηρ του αγιασμού εστι»2. Αυτή μας δίνει πτέρυγες να ανυψωθούμε πνευματικά. Η αγιορείτικη παράδοση είναι το υπόγειον ύδωρ που αφανώς αρδεύει και τρέφει τον αγιορείτικο μοναχισμό. Είναι το καθαρό οξυγόνο που ζωογονεί. Είναι η ενωτική δύναμη που διακρατεί την αγιορείτικη πολιτεία. Είναι η εγγύηση για την ορθή πορεία μας. Είναι η συνέχιση της μοναχικής μας ζωής....

Το μοναχικό παραδοσιακό πνεύμα με τον ασκητικό τρόπο ζωής μπορούν να ανορθώσουν τον μοναχισμό και να αναδείξουν νέους οσίους Πατέρες. Χωρίς το ζωοποιό αυτό πνεύμα είμαστε οστά νεκρά και άψυχα. Ενώ, αν διασωθούν τα κτίρια και τα κειμήλια και χαθή η μοναχική παράδοση με τον περιορισμό της λατρείας σε μια τυπική πράξη, το Άγιον Όρος θα μετατραπή σε αξιόλογο μουσείο με ρασοφόρους φύλακες.

Τα τιμιώτερα βέβαια κειμήλια που υπάρχουν στο Άγιον Όρος, είναι τα «έμψυχα κειμήλια». Οι ενάρετοι ασκητές οι οποίοι είναι φορείς και εκφραστές της αγιορειτικής παραδόσεως.
Η μοναχική ζωή μοιάζει με κάποια αγιορείτικα άνθη. Ευδοκιμούν σε άνυδρα μέρη, φύονται ανάμεσα στις πέτρες των πεζουλιών, ακόμη και ψηλά στους πύργους των Μονών, όπου δεν υπάρχει ικμάδα υγρασίας. Και όμως, όταν ανθίζουν, το άρωμά τους είναι μεθυστικό. Πολλοί, αφού πήραν σπόρους, καλλιέργησαν τα άνθη αυτά έξω στον κόσμο σε ευφόρους κήπους ποτίζοντάς τα και λιπαίνοντάς τα πλούσια. Αλλά δυστυχώς έχασαν το άρωμά τους. Αυτό συμβαίνει και στους μοναχούς. Όσο στερούνται τα κοσμικά και τις ανέσεις, τόσο πλουτούν στα πνευματικά. Όσο ζουν και ασκούνται στην απαράκλητη έρημο χωρίς γήινες και ανθρώπινες παρηγοριές, τόσο συντηρούνται και τρέφονται από τις ουράνιες και θεϊκές· γι’ αυτό τότε ευωδιάζουν από αρετή και αγιότητα. Όταν επιδιώξουμε το τραχύ της ασκήσεως να γίνη λείο και η στενή οδός να γίνη πλατεία, τότε και εμείς οι μοναχοί θα γίνουμε σαν τα άνθη που έχασαν την ευωδία.

Οι παλαιοί πατέρες, επώνυμοι και ανώνυμοι, σημαντικοί και άσημοι, νεώτεροι και παλαιότεροι που αναφέρονται στην συνέχεια, ήταν μεν ολιγογράμματοι ή και αγράμματοι και μερικοί έγιναν μοναχοί από περιστατική αποταγή. Μερικοί ωρφάνεψαν από μικροί, χήρεψαν στον γάμο ή άλλοι βρέθηκαν σε κίνδυνο στον πόλεμο και έκαναν τάμα, αν σωθούν, να γίνουν μοναχοί. Και όμως αυτοί όχι μόνο έγιναν σωστοί μοναχοί και ακολούθησαν μία αυστηρή ασκητική ζωή, αλλά κατώρθωσαν μερικοί να ανέλθουν  στην κορυφή της θεωρητικής ζωής, στην θεοπτία, και να δουν απ’ αυτή την ζωή την δόξα του Θεού, δηλαδή το άκτιστον φως. Αυτοί οι αγράμματοι έγιναν εκλεκτά δοχεία χάριτος και απέκτησαν χαρίσματα.

Και όλα αυτά γιατί αφωμοιώθηκαν από το  πνεύμα των παλαιοτέρων πατέρων και αγωνίσθηκαν ακολουθώντας τα ίχνη τους.

Εύρισκες παλαιά Γέροντες με το κομποσχοίνι στο χέρι και το σακκίδιο στην πλάτη να οδοιπορούν μεγάλες αποστάσεις μέσα στα δύσβατα μονοπάτια. Τα σώματά τους ήταν απεξηραμμένα από την πολυετή άσκηση, τα μάτια τους βαθουλωμένα από τις αγρυπνίες και το στόμα τους ξηρό από τις συνεχείς ενάτες. Μερικά γεροντάκια ήταν έγκλειστα στα Κελλιά τους. Δεν πήγαιναν στις Καρυές ή στην Δάφνη για προμήθειες, αλλά ό Θεός έστελνε αγγέλους αγάπης, μοναχούς, που τους βοηθούσαν. Δεν είχαν ανθρώπινες παρηγοριές και κοσμικές ανέσεις, αλλά αισθάνονταν οι ίδιοι αυτάρκεις, ανενδεείς και ήταν τελείως αμέριμνοι. Άλλοι σεβάσμιοι Γέροντες που έζησαν με υπομονή στο Κοινόβιο και λευκάνθηκαν στην υπακοή και στα διακονήματα, ανέπνεαν τον Θεόν και τον Γέροντα και έφθασαν σε μέτρα απαθείας.

Πολλά γεροντάκια «στεγνά» από την άσκηση έκρυβαν μέσα τους πνεύμα και ζωή. Εξωτερικά ήταν άπλυτοι με παλαιά, ρυπαρά και σχισμένα ζωστικά, αλλά σε αυτό το ατημέλητο σκεύος έκρυβαν τον πολύτιμο θησαυρό, την θεία χάρι που απέκτησαν με τόσους αγώνες και νυχθήμερα παλαίσματα. Ήταν ξένοι του κόσμου αλλά οικείοι του Θεού. Αγνοούσαν  τις κοσμικές εξελίξεις αλλά γνώριζαν καλά «την οδόν την άγουσαν εις ζωήν αιώνιον». Κακοπαθούσαν και προσεύχονταν για τους τρυφώντες και αναπαυομένους. Αγρυπνούσαν για τους υπνούντες. Έχυναν δάκρυα και μετανοούσαν για τους γελώντας. Αν και απόμακροι από τον κόσμο αισθάνονταν αδελφούς όλους τους ανθρώπους και τους αγκάλιαζαν με την προσευχή τους.

Οι παλαιοί Πατέρες είχαν την απλότητα στον τρόπο της ζωής τους αλλά και στον χαρακτήρα. Δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους πνευματικούς. Είχαν επίγνωση των αδυναμιών τους και ζούσαν την μετάνοια. Εύχονταν μεταξύ τους «καλή μετάνοια και καλό τέλος».

Αυτούς τους αγιασμένους Γέροντες που υπάρχουν μέχρι σήμερα, δεν τους βρίσκεις εύκολα, γιατί γνωρίζουν να κρύβωνται έντεχνα. Αλλά και αν τους συναντήσης πρέπει να έχης πνευματικά αισθητήρια για αν τους αναγνωρίσης και να επικοινωνήσης μαζί τους. Πολλοί Πατέρες δεν απεκάλυψαν τα βιώματά τους και την θεόσοφη διδασκαλία τους. Τα πήραν μαζί τους ως μυστική προσφορά στον αγωνοθέτη Κύριο. Άλλοι όμως για να βοηθήσουν νεώτερους μοναχούς έδιναν συμβουλές ή απεκάλυπταν λίγα από τα βιώματά τους, ενώ άλλα οικονόμησε ο Θεός και υπέπεσαν στην αντίληψη τρίτων. Αυτά τα γνωστά κατορθώματά τους γίνονται αφορμές ασκητικών αγώνων στους νεώτερους, χειροπιαστά παραδείγματα της παρουσίας του Θεού και διάψευση εκείνων που τους κατατάσσουν στον παρελθόν. Η κάθε γενεά έχει το δικό της θεοφιλές παρόν που στην συνέχεια γίνεται παρελθόν.

Τα αγκάθια και τα ζιζάνια δεν έλειψαν ποτέ από το Περιβόλι της Παναγίας. Αλλά παλαιότερα υπήρχαν πολλοί ενάρετοι αγωνιστές στα Κοινόβια στην έρημο, ακόμη και στα Ιδιόρρυθμα. Έτσι γινόταν μία καλή παρακίνηση για τα πνευματικά. Οι συζητήσεις ήταν για θαύματα, ασκήσεις και για την σωτηρία. Το Άγιον Όρος τότε ήταν απόμακρο από τον κόσμο, πιο ησυχαστικό, πιο μυστικό, πιο αθόρυβο, πιο ασκητικό. Οι παλαιοί Αγιορείτες εξαιρέτως είχαν περισσότερο σεβασμό στην Παράδοση, στις Αρχές και στους Θεσμούς. Με σεβασμό κράτησαν ό,τι παρέλαβαν από τους προκατόχους τους. Είχαν μεγάλη ευλάβεια στην Παναγία και εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Της. Ήταν υπομονετικοί στις ασθένειες, στους πειρασμούς και στις δοκιμασίες, και δεν ξεχνούσαν τον σκοπό της αποταγής τους, την σωτηρία της ψυχής τους. Είχαν πραγματική ξενητεία, η ζωή τους ήταν συνυφασμένη με τον κόπο. Στερούνταν υλικά αγαθά και απέφευγαν την άνεση. Είχαν απλότητα και όχι ορθολογισμό, βιώματα και όχι στείρες γνώσεις, είχαν ήθος Καλογερικό.

Από αυτούς λοιπόν τους βιαστές της φύσεως και τους επιθυμητές της Βασιλείας των ουρανών γνωρίζοντας την επίμονη και ποικιλόμορφη άσκησή τους, τις νηπτικές αναβάσεις τους, το απλό και ανόθευτο ήθος τους και το ολοκληρωτικό δόσιμο στον Θεό, μπορούμε να πάρουμε και εμείς πυρ άφθαρτο για να εξαφθή ο ζήλος μας για αγώνες και προσευχή.

Είναι τιμή μας που μας κατέταξε η χάρις του Θεού στο μοναχικό τάγμα και ανήκουμε στην μεγάλη αγιορείτικη οικογένεια. Αποτελεί χρέος και καθήκον μας να σεβαστούμε την αγιορείτικη μοναχική παράδοση, να ακολουθήσουμε τα ίχνη των παλαιοτέρων Πατέρων, να προσπαθήσουμε να ζούμε, όπως έζησαν εκείνοι και να κάνουμε τα έργα τους.

Όλα όσα αναφέρονται στο ανά χείρας βιβλίο, είναι πράξεις (ασκητικά κατορθώματα ή πτώσεις) και πρακτική διδασκαλία Αγιορειτών. Γράφονται για να παρακινήσουν σε μετάνοια και σε μίμηση της ασκητικής βιοτής τους ή να μας κάνουν προσεκτικούς με τα παθήματά τους.
Μορφολογικά το βιβλίο διαιρέθηκε στα εξής μέρη:

Α’. Συναξάρια. Γίνεται αναφορά στον βίο, τα ασκητικά κατορθώματα, τις θείες αντιλήψεις και την διδασκαλία των Γερόντων για τους οποίους βρέθηκαν αρκετά στοιχεία για να συνθέσουν ένα συνοπτικό Συναξάρι.

Β’. Περιστατικά. Σ’ αυτήν την ενότητα καταχωρούνται θαύματα, εμφανίσεις Αγίων ή δαιμόνων, πτώσεις και πλάνες κάποιων μοναχών με διδακτικό σκοπό. Παραλείπονται σκοπίμως τα ονόματα των πλανηθέντων.

Γ’. Αποφθέγματα. Αναφέρονται κατ’ αλφαβητική σειρά Γέροντες με σύντομη διδασκαλία και ασκήσεις σε συνεπτυγμένη αποφθεγματική μορφή. Πολλοί απ’ αυτούς είναι γνωστοί, ενώ για μερικούς έχουν γραφή βιβλία, αλλά τα αναφερόμενα Αποφθέγματά τους είναι άγνωστα και ανέκδοτα. Τα Αποφθέγματα είναι μικρά, αλλά έχουν πολλή δύναμη, γιατί βγαίνουν από την πράξη και τον αγώνα των Αγιορειτών και εκφράζουν το παλαιό πνεύμα. Ίσως σε μερικά Αποφθέγματα να φαίνεται αντίφαση, π.χ. ο ένας συνιστά στην ακολουθία να λέμε την ευχή, ενώ ο άλλος να προσέχουμε τα τροπάρια. Οι Πατέρες μιλούν απλά από την δική τους εμπειρία πώς βοηθήθηκαν οι ίδιοι και όχι δογματικά.

Δ’. Ρήσεις και διηγήσεις γέροντος Παϊσίου.
Ο γερω2-Παΐσιος διηγείται για γεροντάκια που γνώρισε και αναφέρει διάφορα περιστατικά. Ο ίδιος μιλά γενικώς για την πνευματική ζωή και ιδιαιτέρως για την μοναχική ζωή διατυπώνοντας διάφορες συμβουλές και Αποφθέγματα. Φαίνεται έντονα ο σεβασμός του προς την αγιορείτικη παράδοση, το ενδιαφέρον του για την συνέχεια, ενώ οι παρατηρήσεις και οι συμβουλές του αποτελούν χρήσιμα βοηθήματα για τον μοναχικό μας αγώνα. Λόγω της εκτάσεως του υλικού αποτελεί ξεχωριστή ενότητα.

Ε’. Το πνεύμα των παλαιών Αγιορειτών.
Αυτό διαφαίνεται και στα υπόλοιπα μέρη του βιβλίου, αλλά τονίζεται στο Πέμπτο μέρος με τις διηγήσεις των Πατέρων. Έτσι διακρίνεται η διαφορά του πνεύματος και της βιοτής των παλαιών Αγιορειτών από εμάς τους συγχρόνους. Η γενική αλαζονία και διαφθορά της εποχής μας είναι φυσικό να επηρεάζουν και τους σημερινούς μοναχούς που είναι παιδιά της. Με την λειψανδρία του Αγίου Όρους πριν από τον εορτασμό της χιλιετηρίδος δημιουργήθηκε κάποιο κενό και ατόνησε η παράδοση. Οικονόμησε η Παναγία και ήλθε νέο έμψυχο υλικό. Ίσως όμως δεν αφωμοιώθηκε αρκετά στο παλαιό πνεύμα. Γι’ αυτόν τον λόγο παρουσιάζονται ελλείψεις πνευματικές. Ίσως οι κρίσεις μας σήμερα αρμόζει να είναι επιεικέστερες. Μπορεί στα μάτια του Θεού το λίγο που κάνουν οι νέοι μοναχοί να μετράη πολύ. Όμως είναι αναμφισβήτητο ότι παλαιά υπήρχαν πολλοί ενάρετοι, αγιασμένοι Γέροντες που κρατούσαν καλογερική και είχαν μοναχικό φρόνημα. Τα ασκητικά τους παλαίσματα και τα υπερφυσικά τους βιώματα προκαλούν θαυμασμό. Οι απόψεις των κεκοιμημένων Πατέρων παρατίθενται επωνύμως, ενώ των ζώντων ανωνύμως. Όλοι τους όμως εκφράζονται με σεβασμό και νοσταλγία για το παλαιό, αυθεντικό αγιορείτικο πνεύμα.

Είναι απαραίτητες ακόμη κάποιες επεξηγήσεις.
- Αναφέρονται μεν γνωστοί Γέροντες αλλά δεν αναφέρονται δημοσιευμένα στοιχεία από άλλους, εξ όσων είναι δυνατόν να γνωρίζουμε. Μόνο στα Συναξάρια, για να μην υπάρχει κενό, γράφτηκαν μερικά γνωστά περιστατικά, π.χ. η εμφάνιση της Παναγίας στον Ηγούμενο παπα-Ανδρέα Αγιοπαυλίτη κ.ά.

- Αναφέρονται Αποφθέγματα και αγώνες ονομαστών Γερόντων αλλά και Πατέρων «ου πάνυ σπουδαίων εν τη ασκήσει». Ίσως κάποιοι που είχαν γνωρίσει αυτούς τους Γέροντες με τις ανθρώπινες ατέλειές τους, να δυσπιστήσουν ή να έχουν άλλη εκτίμηση γι’ αυτούς. Γράφονται για να ωφελήσουν και να παρακινήσουν σε μετάνοια και όχι να δικαιώσουμε τους Πατέρες. «Θεός ο δικαιών, τις ο κατακρίνων;». Δεν προσπαθούμε να αγιοποιήσουμε τους Πατέρες, διότι έτσι θα υποβιβάσουμε τους Αγίους. Ορισμένοι είχαν ελλείψεις, αλλά τονίζουμε τους αγώνες και τις αρετές τους για να ωφεληθούμε. Ήταν φορείς του παλαιού μοναχικού πνεύματος της αγιορείτικης παραδόσεως. Όσα γράφονται είναι αντιπροσωπευτικά και λίγα, λόγω ελλείψεως διασωθέντων στοιχείων.

- Τονίζεται η αξία της αγιορείτικης παραδόσεως και εκ του θησαυρού της εξάγονται καινά και παλαιά. Αναφέρονται Πατέρες που έζησαν παλαιότερα, αλλά και σύγχρονοι, (ανωνύμως), που ζουν ακόμη, αφού η παράδοση είναι ζώσα χωρίς όμως να κρίνη την παρούσα κατάσταση.
Τα στοιχεία συνελέγησαν με πολύ κόπο και προσοχή είτε από άμεση αντίληψη και αυτηκοΐα, είτε από διηγήσεις άλλων Γερόντων για παλαιοτέρους, και αφού ελέγχθηκαν, καταγράφηκαν όσο το δυνατόν απλά, ειλικρινά και χωρίς υπερβολές.
Ευχαριστίες άπειρες οφείλονται σε όσους εμπιστεύτηκαν διάφορα στοιχεία και αυτοί είναι πολλοί, και σε όσους άλλους αφανώς συνήργησαν με οποιονδήποτε τρόπο για την παρούσα έκδοση.

Ας με συγχωρήσουν οι αναφερόμενοι Πατέρες που τόλμησα να δημοσιεύσω τα κατορθώματά τους. Αυτοί πλέον δεν έχουν ανάγκη από επαίνους και εγκώμια, αλλά για μας είναι καθοδηγητικά και σωτήρια αυτά, γιατί αυτοί είναι τα πρότυπά μας και οι οδηγοί μας.
Ας  με συγχωρήσει και ο καλός Θεός διότι, αν και γνώρισα εναρέτους Γέροντες, μη έχοντας όμως υγιή πνευματικά αισθητήρια δεν κατεννόησα την θεία χάρι που έκρυβαν μέσα τους με αποτέλεσμα να μην ωφεληθώ. Από την υπερηφάνειά μου τους υποτίμησα και τους περιφρόνησα κρίνοντας από τα εξωτερικά. Τουλάχιστον να ωφεληθούν οι αναγνώστες και να εύχωνται για τον κοπιάσαντα αμόναχο μοναχό, τον υμνητή μόνον των Αγιορειτών πατέρων αλλά δυστυχώς όχι και μιμητή τους.

_________
1. Ησαΐου β’, 2.
2. Προτιμώτερη η γραφή με "ω" εκ του γέρω(ν) -Παΐσιος.


www.impantokratoros.gr