Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Ὁ Ἅγιος Γαβριὴλ ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ἅγιος Γαβριήλ, κατὰ κόσμο Γεράσιμος, γεννήθηκε στὶς 25 Νοεμβρίου 1825 στὸ χωριὸ Βάκχβι τῆς Γεωργίας. Σπούδασε στὸ ἐκκλησιαστικὸ σεμινάριο τῆς Τυφλίδος καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως. Συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν Ψυχολογία, τὴ Θεολογία καὶ τὴ Φιλοσοφία. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος στὴν Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1896.







www.synaxarion.gr

Η υπερασπιση της γυναικειας φυσεως...... Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

Επιστολὴ στὸ Νικόβουλο!



Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στό Νικόβουλο ὁ ὁποῖος πῆρε σύζυγό του τήν Ἀλυπιανή, ἀνιψιά τοῦ Γρηγορίου ἀπό τήν ἀδερφή του Γοργονία. Φαίνεται ὅτι σέ κάποια προστριβή πού παρουσιάστηκε στό ἀνδρόγυνο ἀναφέρεται ἡ ἐπιστολή. Γράφτηκε τό 365 μ.Χ

Μοῦ κατηγορεῖς τήν Ἀλυπιανή μου, ἐπειδή τάχα εἶναι μικρόσωμη κι ἀνάξια γιά τά μεγαλεῖα σου, ὦ ψηλέ ἐσύ καί γιγάντιε καί πελώριε, στήν ἐμφάνιση καί στή δύναμη. Τώρα κατάλαβα ὅτι τήν ψυχή μπορεῖ νά τήν μετρήσουμε κι ὅτι ἡ ἀρετή ζυγίζεται, οἱ πέτρες εἶναι πολυτιμότερες ἀπό τά μαργαριτάρια καί τά κοράκια ἀκριβότερα ἀπό τά ἀηδόνια.

Μπορεῖς λοιπόν ἐσύ νά ἀπολαμβάνεις τό μέγεθος καί τούς πήχεις σου καί νά μήν ὑστερεῖς σέ τίποτα ἀπό ἐκείνους τούς Ἀλωάδες(1). Καβαλικεύεις ἄλογο, τινάζεις κοντάρι κι ὁ νοῦ σου εἶναι στά θηρία.

Ἐνῶ αὐτή δέν κάνει καμιά δουλειά, οὔτε ἔχει πολλές δυνάμεις γιά νά περνάει τή σαΐτα, νά μεταχειρίζεται τήν ἡλακάτη καί νά δουλεύει τόν ἀργαλειό(2). Αὐτό ἔχει δοθεῖ στίς γυναῖκες. Κι ἄν προσθέσεις καί ἐτοῦτο ὅτι ἔχει καρφωθεῖ στή γῆ ἀπό τὶς προσευχές της, καί εἶναι πάντα κοντά στό Θεό μέ τίς μεγάλες ἐξάρσεις τῆς ψυχῆς, τί τό θέλεις ἐδῶ τό ὕψος σου καί τίς διαστάσεις τοῦ σώματός σου; Πρόσεξε πῶς σωπαίνει τήν ὥρα πού πρέπει, ἄκουσέ την ὅταν μιλᾶ, κοίταξε πόσο ἀδιαφορεῖ γιά τόν καλλωπισμό της, πόσο στά γυναικεῖα μέτρα ἔχει σθένος ἀνδρικό, τήν ὠφέλεια πού προκαλεῖ στό σπίτι, τήν ἀγάπη στόν ἄνδρα της. Καί τότε θά πεῖς τό λόγο τοῦ Λάκωνα, στά ἀλήθεια ἡ ψυχή δέν ἔχει μέτρο καί πρέπει ὁ ἔξω ἄνθρωπος νά στρέφει τό βλέμμα του πρός τά μέσα.

Ἄν δεῖς τό πράγμα ἀπό αὐτή τή σκοπιά, θά παύσεις νά παίζεις καί νά τήν περιπαίζεις σάν μικρή καί θά μακαρίζεις τή συζυγία σου.
 

(1) Ἀλωάδες: ὁ Ὦτος καὶ ὁ Ἐφιάλτης, γιοὶ τοῦ Ποσειδώνα καὶ τῆς Ἰφιμέδειας, γυναίκας τοῦ γίγαντα Ἀλωέα. Βλ. Ὁμήρου, Ὀδύσσεια. Λ. Γιγαντόσωμοι, ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ θέλουν νὰ βάλουν τὴν Ὄσσα πάνω στὸν Ὄλυμπο.

(2) Ἡμιστίχιο ἀπὸ τὸ ποίημα τοῦ Γρηγορίου, Ἔπη ἠθικά, «Περὶ γυναικῶν καλλοπιζομένων»





www.agiazoni.gr

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου - Γάμος, Παρθενία, Διαζύγιο...





      Ο νέος περίπατος στην Αγία Γραφή αφορά δώδεκα στί­χους του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Θα μας τους αναλύση ο ά­γιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Μεταφράζουμε εδώ τον 37ο λόγο του: «Στο ρητό του Ευαγγελίου, ΟΤΑΝ ΕΤΕΛΕΙΩΣΕ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ κτλ.». Μέσα από το κείμενο του Θεολό­γου αναδίδεται ζωντανό και το δράμα που ζούσε η Εκκλησία τον 4ο μ.Χ. αι. με τους αιρετικούς. Ορισμένες περικοπές της ομιλίας εντυπωσιάζουν όσους ασχολούνται με φεμινιστικά θέματα. Η ομιλία εκφωνήθηκε στην Κωνσταντινούπολι.
       Ο Ιησούς που διάλεξε τους ψαράδες, ψαρεύει κι αυτός και με­ταβαίνει από τόπο σε τόπο. Για ποιόν λόγο; Όχι μόνο για να κερδίση περισσότερους φιλόθεους ανθρώπους, αλλά, όπως νομίζω, και για να αγιάση περισσότερους τόπους. Γίνεται στους Ιουδαίους σαν Ιουδαίος για να κερδίση Ιουδαίους στους πιστούς στον Νόμο, σαν πιστός στον Νόμο, για να εξαγόραση τους πιστούς στον Νόμο στους ασθενείς σαν ασθενής για να σώση τους ασθενείς. Γίνεται τα πάντα στους πάντες, για να κερδίση τους πάντες. Αλλά τι λέω «τα πάντα στους πάντες»; Εκείνο που ο Παύλος δεν ανέχθηκε να το πη για τον εαυτό του, βλέπω να το παθαίνη ο Σωτήρ. Γιατί δεν γίνεται μόνο Ιουδαίος δεν παίρνει επάνω του τόσο ανάρμοστα και άθλια ονόματα, αλλά και το πιο ανάρ­μοστο από όλα: αυτοαμαρτία και αυτοκατάρα(Ο Απόστολος Παύλος γράφει στην προς Γαλατάς επιστολή (3,13), «ο Χριστός μας εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου με το να γίνη για χάρι μας κατάρα». Αυτό αναφέρεται στο γεγονός της θυσίας του Γολγοθά. Εκεί ο Χριστός επάνω στον Σταυρό φορτώθηκε τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Ήταν σαν να έγινε ένα πράγμα με την αμαρτία. «Αυτόν που δεν γνώρισε αμαρτία, ο Θεός για χάρι μας τον έκανε αμαρτία» (Β' Κορ. 5,21) δεν είναι βέβαια, αλλά ακούει. Γιατί πως είναι αμαρτία αυτός, κι εμάς μας ελευθερώνει από την αμαρτία; Πως πάλι κατάρα, αυτός που μας εξαγοράζει από την κατάρα του Νόμου;
Τα δέχεται αυτά τα ονόματα για να δείξη μέχρι που φθάνει η ταπείνωσίς του, και γίνεται έτσι σ' εμάς πρότυπο ταπεινώσεως, η οποία προκαλεί την ανύψωσι.
Όπως λοιπόν είπα, γίνεται ψαράς, συγκαταβαίνει σε όλους, ψα­ρεύει, όλα τα σκεπάζει και τα ανέχεται, για να ανασύρη από το βάθος το ψάρι, τον άνθρωπο δηλαδή που κολυμπάει στα αναταραγμένα και αλμυρά κύματα του βίου.
2. Γι' αυτό και τώρα «όταν ετελείωσε αυτούς τους λό­γους ανεχώρησε από την Γαλιλαία και ήρθε στα όρια της Ιουδαίας πέρα από τον Ιορδάνη» (Ματθ. 19,1). Πηγαίνει με το καλό στην Γαλιλαία για να δη ο λαός που καθόταν στο σκοτάδι μεγάλο φως. Μετακινείται στην Ιουδαία, για να πείση τους ανθρώπους της να σηκωθούν και να αφήσουν το «γράμμα» και ν' ακολουθήσουν το «Πνεύμα». Την μία φορά διδάσκει στο όρος, την άλλη κάνει διάλογο στις πεδιάδες, άλλοτε μπαίνει στο πλοίο και άλλοτε επιτιμά τις τρικυ­μίες. Ακόμη δέχεται και ύπνο, για να ευλογήση τον ύπνο. Ακόμη και κοπιάζει για να αγιάση και τον κόπο. Ακόμη και δακρύζει, για να κάνη επαινετό το δάκρυ. Μεταβαίνει από τον ένα τόπο στον άλλο αυτός που δεν χωράει σε κανένα τόπο, ο άχρονος, ο ασώματος, αυτός που δεν πε­ριλαμβάνεται από τίποτε.
Ο ίδιος και «ήταν» (Ιωαν. 1,1) και «γίνεται» (Ιωαν. 1,14) και μπαίνει μέσα στο χρόνο. «Στην αρχή ήταν, και προς τον Θεόν ήταν, και Θεός ήταν» (Ιωάν. 1,1). Τρεις φορές ετονίσθηκε το «ήταν». Εκείνο που ήταν το άδειασε και εκείνο που δεν ήταν το πήρε δικό του, χωρίς να γίνη δύο πρόσωπα, αλλά ανέχθηκε το ένα πρόσωπο να ανήκη σε δύο (φύσεις). Και τα δύο, και εκείνο δηλαδή που προσέλαβε και εκείνο που προσελήφθη είναι Θεός. Δύο φύσεις έτρεξαν μαζί (και ενώθηκαν) σε ένα πρόσωπο. Όχι δύο Υιοί. Ας μη μας παραπλανά η ένωσις. Αυτός ο τόσο πολύς, ο τόσο μεγάλος... Αλλά τι έπαθα; Πάλι έπεσα στις αν­θρώπινες λέξεις. Διότι πως ο απλούς (Θεός) να χαρακτηρίζεται «τόσο μεγάλος»; Πως ο άποσος να χαρακτηρίζεται «τόσο πολύς». Αλλά συγ­χωρείστε τα λόγια μου αυτά. Ομιλώ για τα μέγιστα πράγματα χρησιμοποιώντας μικρό όργανο (δηλ. την ανθρώπινη γλώσσα).
Ο πολύς, ο μακρόθυμος, ή χωρίς μορφή και σώμα φύσις, ας το ανεχθή κι αυτό, τα τόσο φτωχά για την αλήθεια λόγια που μιλούν για τον Θεό σαν να είχε σώμα. Αφού καταδέχθηκε να φορέση σάρκα, δέ­χεται και αυτού του είδους τα λόγια.
3. «Και τον ακολούθησαν πολλά πλήθη λαού. Και τους εθεράπευσε εκεί» (Ματθ. 19,2). Εκεί που υπήρχε μεγαλύτερη ερημιά. Εάν έμεινε στην υψηλή του θέσι, εάν δεν είχε συγκαταβή στην ανθρώπινη ασθένεια˙ εάν έμεινε σ' αυτό που ήταν, φυλάττοντας τον εαυτό του απρόσιτο και απερίληπτο, λίγοι θα τον ακολουθούσαν ίσως. Δεν ξέρω, αν λίγοι ή ίσως μόνο ο Μωυσής και αυτός τόσο, ώστε μόλις που αντίκρυσε «τα οπίσθια του Θεού» (Έξοδ. 33,23)( Δηλαδή δεν αντίκρυσε κατά πρόσωπο τον Θεό. Τα «έμπροσθεν» του Θεού σημαίνουν την μεγάλη του δόξα, ενώ τα «οπίσθια» μικρότερη δόξα). Διότι την νε­φέλη την διέσχισε είτε απαλλασσόμενος από το βάρος του σώματος εί­τε συμμαζώνοντας τελείως τις αισθήσεις του.
Την λεπτότητα της φύσεως του Θεού ή την άυλη και ασώματη κατάστασί της ή δεν ξέρω πως αλλιώς να την ονομάσω, πως να την αντίκρυζε φορώντας σώμα και κοιτάζοντας με υλικά μάτια; Επειδή όμως (ο Θεός), «αδειάζει» για χάρι μας και κατεβαίνει στην γη - «άδειασμα» λέω την κάπως υποχώρησι και ελάττωσι της δόξας του - γι' αυτό γίνε­ται προσιτός και αντιληπτός.
4. Συγχωρέστε με εν τω μεταξύ που με πιάνει κάποιο ανθρώπινο πάθος(Πάθος εναντίον των Αρειανών που απέρριπταν την θεότητα του Υιού, θεω­ρώντας τον κτίσμα. Τα ίδια πρεσβεύουν και σημέρα οι Μάρτυρες του Ιεχωβά). Γεμίζω από θυμό και λύπη για τον Χριστό μου - εύχομαι να συμπάσχετε κι εσείς - σαν ιδώ να ατιμάζεται ο Χριστός μου γι' αυτό, για το οποίο περισσότερο είχε δικαίωμα να τιμάται. Γι' αυτό πες μου, εί­ναι άτιμος, διότι για σένα ταπεινώθηκε; Γι' αυτό τον λες κτίσμα, διότι φροντίζει για το κτίσμα; Γι' αυτό δεν τον δέχεσαι ως άχρονο, διότι επι­σκέφθηκε τους «υπό χρόνον»; Ωστόσο όλα τα υποφέρει, όλα τα δέχε­ται. Και ποιο το παράδοξο; Δέχθηκε ραπίσματα, ανέχθηκε εμπτυσμούς, γεύθηκε χολή εξ αίτιας της ιδικής μου γεύσεως(Εννοεί το αμάρτημα των πρωτοπλάστων που γεύθηκαν τον απαγορευμένο καρπό).
Δέχεται και τώρα πετροβόλημα (Ο άγιος Γρηγόριος συχνά αναφέρει στους λόγους του τα περιστατικά των Ευαγγελίων, όπου οι Ιουδαίοι στα Ιεροσόλυμα επεχείρησαν να λιθοβολήσουν τον Κύ­ριο (Ιωάν. 8,59 και 10,31). Στους λιθασμούς αυτούς δίνει διάφορες μεταφορικές έν­νοιες. Κυρίως χαρακτηρίζει έτσι τα επιχειρήματα των Αρειανών που θέλουν να υποβι­βάσουν τον Χριστό. Κλασσική είναι η φράσις, «ο Λόγος ου λιθάζεται» που την συναν­τούμε στους περίφημους θεολογικούς του λόγους) όχι μόνο από τους αντιπάλους, αλλά και από μας που θεωρούμεθα ευσεβείς. Διότι αυτός που συζητεί για τον Ασώματο και χρησιμοποιεί ανθρώπινες ονομασίες μάλλον κάνει το έργο των αντιπάλων και πετροβολητών (Εδώ θίγεται ένα σπουδαιότατο θεολογικό ζήτημα. Τα κατηγορήματα της αν­θρώπινης γλώσσας είναι εντελώς ανεπαρκή για να ορίσουν τα πράγματα του Θεού. Γι' αυτό άλλωστε ο Χριστός στα Ευαγγέλια αναγκάζεται να χρησιμοποιή εικόνες και παρα­βολές. Γι' αυτό στην Ορθόδοξο Εκκλησία και στην λατρεία της χρησιμοποιούνται πολύ οι συμβολισμοί). Αλλά το επαναλαμ­βάνω, ας συγχωρηθή αυτή η αδυναμία. Πετροβολούμε χωρίς να το θέ­λουμε, μη μπορώντας να ομιλήσουμε διαφορετικά. Χρησιμοποιούμε αυτό που έχουμε.
- Ακούς να σε λέμε Λόγο, αλλά είσαι πάνω από τον λόγο. Είσαι πάνω από το φως, και ονομάζεσαι Φως. Ακούς να σε λέμε Πυρ, χωρίς να είσαι υλική φωτιά, αλλά διότι καθαρίζεις την ελαφρή και άχρηστη ύ­λη˙ Μάχαιρα, διότι κόβεις το χειρότερο από το καλύτερο˙ Λυχνιστήρι διότι καθαρίζεις το αλώνι και ό,τι είναι ελαφρό και «ανεμιαΐο» το απο­μακρύνεις, και ό,τι είναι βαρύ και γεμάτο το τοποθετείς στις αποθήκες του Ουρανού˙ Αξίνη, διότι κόβεις την άκαρπη συκιά που πολύ την ανέ­χθηκες και διότι κόβεις τις ρίζες της κακίας και πονηρίας˙ Θύρα, διότι εσύ μας εισάγεις (στην βασιλεία)˙ Οδός, διότι εσύ μας οδηγείς στον ί­σιο δρόμο˙ Πρόβατο, διότι θυσιάστηκες˙ Αρχιερεύς, διότι προσφέρεις θυσία το σώμα σου˙ Υιός, διότι γεννάσαι από τον Πατέρα.
Πάλι κινώ την γλώσσα μου σε διαμαρτυρία. Διότι πάλι μερικοί λύσσαξαν εναντίον του Χριστού ή καλύτερα εναντίον εμού που αξιώ­θηκα να κηρύττω για τον Λόγο (δηλ. τον Χριστό). Έγινα, σαν τον (Πρό­δρομο) Ιωάννη, φωνή που βοά στην έρημο σ' αυτήν την πόλι που άλ­λοτε ήταν έρημη και άνυδρη, ενώ τώρα με πολλούς  πολλούς κατοίκους (Η Κωνσταντινούπολις γεμάτη από Αρειανούς χαρακτηρίζεται από τον Θεολό­γο έρημη και άνυδρη. Όταν με την δράσι του πλήθυναν οι Ορθόδοξοι έγινε «λίαν οικουμένη»).
5. Αλλά ας επανέλθω στον λόγο μου, σ' αυτό που έλεγα, ότι τον ακολουθούσαν πολλά πλήθη λαού, διότι συγκαταβαίνει στις ασθένειες μας. Έπειτα τι συνέβη; «Και τον επλησίασαν οι Φαρισαίοι, πειράζοντας τον και λέγοντας, εάν επιτρέπεται στον άν­δρα να διώχνη την γυναίκα του για κάθε αιτία»; (Ματθ. 19,3).
Πάλι οι φαρισαίοι πειράζουν. Πάλι αυτοί που διαβάζουν τον Νόμο δεν γνωρίζουν τον Νόμο. Πάλι οι ερμηνευτές του Νόμου έχουν ανάγκη από άλλους διδασκάλους.
Δεν έφταναν οι Σαδδουκαίοι που τον επείραζαν για το θέμα της αναστάσεως, και οι νομικοί που ρωτούσαν για την τελειότητα, και οι Ηρωδιανοί για τον κήνσο και για την εξουσία του άλλοι. Αλλά κάποιος τον πείραξε ερωτώντας τον για τον γάμο, αυτόν που δεν πειράζεται, που δημιούργησε την συζυγία, αυτόν που από τον πρώτο γάμο έφτιαξε όλο το ανθρώπινο γένος. Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Δεν διαβά­σατε στις Γραφές ότι ο Δημιουργός των ανθρώπων, από την αρχή τους έκανε άνδρα και γυναίκα» (Ματθ. 19,4).
Ξέρει ο Χριστός σε μερικές από τις ερωτήσεις να δίνη εξηγήσεις και σε άλλες να αποστομώνη τους ερωτώντες. Όταν τον ρωτήσανε «με ποια εξουσία ενεργείς έτσι;» (Ματθ. 21,23) ερώτησις πολύ χονδροειδής και αγενής, και αυτός τους ερωτά με την σειρά του, «το βάπτισμα του Ιωάννη από τον ουρανό ήταν η από τους ανθρώπους;» (Ματθ. 21,25), ερώτησις που τους έδενε χειροπόδαρα κι από τις δυο πλευ­ρές (Δηλαδή δεν μπορούσαν να απαντήσουν ότι το βάπτισμα του Ιωάννη προερχό­ταν από τους ανθρώπους, γιατί θα ξεσηκωνόταν εναντίον τους ο λαός που είχε τον Ιωάννη σαν θεόσταλτο προφήτη. Αλλά δεν μπορούσαν ακόμη να πουν ότι προερχό­ταν από τον ουρανό, διότι τότε θα έπρεπε να δεχθούν τόσο το βάπτισμά του όσο και την μαρτυρία για τον Ιησού σαν Σωτήρα του κόσμου, πράγματα που απέρριψαν).
Μπορούμε λοιπόν κι εμείς κατά μίμησι του Χριστού, μερικές φο­ρές να αποστομώνουμε αυτούς που συζητούν μαζί μας περίεργα και απίθανα, και με πιο απίθανες αντερωτήσεις να αντιμετωπίζουμε τις ανάρμοστες ερωτήσεις. Έχουμε κι εμείς μερικές φορές την μάταιη κο­σμική σοφία, για να καυχηθώ σαν άφρων. Όταν όμως ο Χριστός βλέπη να υποβάλλωνται σωστές και λογικές ερωτήσεις, δεν απαρνείται τις συνετές αποκρίσεις.
6. Το ερώτημα που έθεσες μου φαίνεται ότι τιμά την συζυγική πίστι και απαιτεί φιλάνθρωπη απόκρισι. Την συζυγική πίστι όπου βλέπω πολλούς να μη βαδίζουν σωστά, και η υπάρχουσα νομοθεσία είναι άνι­ση και ακανόνιστη. Πως λοιπόν το έκαναν, ώστε οι γυναίκες να τιμω­ρούνται, ενώ οι άνδρες να κινούνται ελεύθερα; Και η μεν γυναίκα που απάτησε τον άνδρα της θεωρείται μοιχαλίδα και γεύεται τις πικρές τι­μωρίες των νόμων, ενώ ο άνδρας που συνεχώς αμαρτάνει και απατα την γυναίκα του να μη θεωρείται υπόδικος.
Δεν την δέχομαι αυτή τη νομοθεσία, δεν επαινώ αυτή την αντίληψι και συνήθεια. Αυτοί που θέσπισαν τους νόμους ήταν άνδρες γι' αυ­τό η νομοθεσία είναι εις βάρος των γυναικών (Με το σκεπτικό ότι η αμαρτία της συζύγου μπορεί να έχη σαν αποτέλεσμα την νοθεία του γένους, δηλαδή κάποιο ή κάποια τέκνα της οικογενείας να προέρχωνται από άλλον πατέρα, οι Ρωμαϊκοί νόμοι στα χρόνια αυτά φέρονταν αυστηρά προς τις γυναί­κες. Μόνο στον άνδρα αναγνώριζαν το δικαίωμα να ζητή διαζύγιο για λόγους μοιχείας. Αλλά και από τους Χριστιανούς, που δεν ήταν εύκολο να συγκρούωνται με τους νό­μους της πολιτείας, όταν μάλιστα είχαν και κάποια λογική βάσι, υιοθετούνταν αυτές οι αρχές. Διαφωτιστικός της καταστάσεως είναι ο 9ος κανών του Μ. Βασιλείου:
«...Όσον αφορά την γυναίκα, βλέπουμε πολλή την ακριβολογία... Ο Ιερεμίας λέει: «Εάν μία γυναίκα πάη με άλλον άνδρα, δεν επιτρέπεται να επιστρέψη στον άνδρα της, διότι θεωρείται πολύ μολυσμένη» (3,1). Επίσης «εκείνος που κρατάει την μοιχαλί­δα σαν σύζυγο είναι ανόητος και ασεβής» (Παρμ. 18,22). Σύμφωνα με την συνήθεια που επεκράτησε σ' εμάς, οι γυναίκες προστάσσονται να κρατούν σαν συζύγους τους άνδρες που υπέπεσαν σε μοιχείες και πορνείες· και απορώ αν είναι μοιχαλίδα η γυναίκα που πήρε άνδρα τον οποίον εχώρισε η γυναίκα του για απιστία... Το να υποπέση ο άν­δρας σε πορνείες, δεν το συνηθίζουμε και στην Εκκλησία μας να το θεωρούμε αιτία διαζυγίου, αλλά δεχόμαστε ότι πρέπει η γυναίκα να συγκατοική μαζί του, αφού ακόμη και από ειδωλολάτρη δεν προστάχθηκε να χωρίζεται. «Που ξέρεις, γυναίκα; Μπορεί να σώσης τον άνδρα σου» (Α' Κορ. 7,16)». Όχι μόνο ο άγιος Γρηγόριος, αλλά και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες, και μάλιστα ο Ιε­ρός Χρυσόστομος διαμαρτύρονταν για τις αντιλήψεις αυτές που αδικούσαν το γυναι­κείο φύλο. Αργότερα η πολιτεία, επί Ιουστινιανού κατήργησε τους μεροληπτικούς υπέρ των ανδρών νόμους και αναγνώρισε στην γυναίκα το δικαίωμα να ζητή διαζύγιο για τους ίδιους λόγους που ζητούσε και ο άνδρας (Νεαρά 28,7)). Άλλωστε το ίδιο έκαναν και με τα τέκνα που τα ανέθεσαν στην εξουσία του πατέρα, ενώ δεν έδειξαν φροντίδα και δεν ετίμησαν το ασθενέστερο μέρος, (δηλ. την μητέρα).
Ο Θεός όμως δεν τα λέει έτσι, αλλά «τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου που είναι η πρώτη από τις εντολές που έχει και υπόσχεσι: «για να ευτυχήσης» (Εξοδ. 20,12). Και «οποίος κακολογεί τον πατέρα του ή την μητέρα του να θανατώνεται» (Εξοδ. 21,27). Με όμοιο τρόπο και το καλό ετίμησε και το κακό κατεδίκασε. Και πάλι, «η ευλογία του πατέρα στηρίζει τα σπίτια των τέκνων, ενώ η κατάρα της μητέρας τα ξεθεμελιώνει» (Σ. Σειράχ 3,9).
Βλέπετε ισότητα νομοθεσίας; Ένας είναι ο δημιουργός και του άνδρα και της γυναίκας, από ένα χώμα είναι πλασμένοι και οι δύο, μία είναι η εικόνα κατά την οποία πλάσθηκαν, ένας νόμος υπάρχει και για τους δύο, ένας θάνατος, μία ανάστασις. Όμοια από άνδρα και γυναίκα ήρθαμε στην ύπαρξι. Ένα χρέος έχουν τα τέκνα προς τους γονείς (Οι θέσεις αυτές και οι επόμενες του ιερού Πατρός είναι αποστομωτικές για όσους κατηγορούν τον Χριστιανισμό για υποτίμησι του γυναικείου φύλου. Η περικοπή έχει χρησιμοποιηθή παρά πολύ σε συζητήσεις στο θέμα «Χριστιανισμός και φεμινι­σμός»)
7. Πως λοιπόν εσύ ζητείς ακεραιότητα από την γυναίκα σου, χω­ρίς να εισφέρης και συ το όμοιο; Πως ζητείς να λάβης ό,τι δεν δίνεις; Πως ενώ είσαι ομότιμο σώμα βγάζεις άδικο νόμο. Εάν στοχάζεσαι τα χειρότερα (αυτά που σχετίζονται με την πτώσι μας) σκέψου ότι αμάρ­τησε μεν η γυναίκα, αλλά το ίδιο έπραξε και ο Αδάμ. Και τους δύο τους εξαπάτησε το φίδι. Δεν βρέθηκε το ένα μέρος πιο ασθενικό και το άλλο πιο ισχυρό. Εάν πάλι σκέπτεσαι τα καλύτερα (αυτά που σχετίζονται με την ανόρθωσί μας) σκέψου ότι ο Χριστός με το πάθος του και τους δύο τους σώζει. Σαρκώθηκε χάριν του άνδρα; Το ίδιο και χάριν της γυναί­κας. Θανατώθηκε για τον άνδρα; Το ίδιο και η γυναίκα με τον θάνατο του σώζεται. Επειδή ονομάζεται απόγονος του Δαβίδ, νομίζεις ότι τι­μάται ο άνδρας; Σκέψου ότι γεννάται από την Παρθένο, πράγμα που εί­ναι υπέρ των γυναικών.
Ο λόγος της Γραφής σημειώνει, «έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» (Γεν. 2,24). Και αφού πρόκειται για μία σάρκα, ας θεωρείται ομότιμη.
Ο δε Παύλος και με παράδειγμα νομοθετεί την συζυγική ακε­ραιότητα. Πως και με ποιο τρόπο; Με το να λέη ότι «το μυστήριον τούτο είναι μεγάλο, και εγώ το συσχετίζω με τον Χριστό και την Εκκλη­σία» (Εφεσ. 5,32). Είναι καλό για την γυναίκα να ντρέπεται τον Χριστό στο πρόσωπο του άνδρα. Και είναι καλό στον άνδρα να μην ατιμάζη την Εκκλησία στο πρόσωπο της γυναίκας. «Η γυναίκα, λέει, πρέπει να φοβάται τον άνδρα» (Εφεσ. 5,33). Διότι πρέπει να φοβάται και τον Χριστό. Αλλά και ο άνδρας πρέπει να φροντίζη την γυναίκα, διότι και ο Χριστός φροντίζει την Εκκλησία. Αλλά θα πρέπει να το φιλοσοφήσου­με πιο πολύ αυτό το ρητό (του Παύλου).
8. «Άρμεγε και χτύπα το γάλα, και θα γίνη βούτυρο» (Παρμ. 30,33). Εξέτασέ το (το ρητό) και μπορείς να βρής σ' αυτό κάτι πιο χρή­σιμο και θρεπτικό. Μου φαίνεται πως εδώ ο λόγος αποτρέπει από την διγαμία. Εάν υπήρχαν δύο Χριστοί, τότε και δύο άνδρες και δύο γυναί­κες. Εάν όμως ο Χριστός είναι ένας, μία είναι και η κεφαλή της Εκκλη­σίας, ένα και το σώμα. Το δεύτερο σώμα να απορρίπτεται. Και αν δεν επιτρέπεται το δεύτερο, τι να πη κανείς για το τρίτο. Το πρώτο, νόμιμο˙ το δεύτερο, κατά συγχώρησί˙ το τρίτο, παράνομο. Κι οποίος ζητήσει και περισσότερο μοιάζει με γουρούνι, και δεν βρίσκουμε πολλά παραδείγ­ματα να χαρακτηρίσουμε την άσχημη ζωή του.
Ο Νόμος για κάθε αιτία προβλέπει διαζύγιο. Ο Χριστός όμως όχι για κάθε αιτία. Επιτρέπει μόνο τον χωρισμό της πόρνης, ενώ για τα άλ­λα παραγγέλλει φιλοσοφική εγκαρτέρησι. Και τον χωρισμό από την πόρνη τον επιτρέπει, διότι αυτή νοθεύει το γένος. Για το άλλα ας δεί­χνουμε φιλοσοφική εγκαρτέρησι. Ή καλύτερα ας δείχνετε φιλοσοφική εγκαρτέρησι όσοι δεχθήκατε τον ζυγό του γάμου.
Εάν δης στην γυναίκα σου «επιγραφές και υπογραφές» δηλ. βα­ψίματα, αφαίρεσε τα. Εάν γλώσσα απερίσκεπτη, σωφρόνισε την. Εάν γέλιο ανήθικο, φέρε της στενοχώρια. Εάν έξοδα και ποτά υπερβολικά, συμμάζεψε την. Εάν επισκέψεις ακατάλληλες, δέσε την. Εάν βλέμμα που περιφέρεται εδώ και κει, τιμώρησέ την. Μη την κόψης απερίσκε­πτα. Μη την χωρίσης. Γιατί δεν ξέρουμε ποιο θα κινδυνέψη, αυτό που κόβει ή αυτό που κόβεται. «Η πηγή, λέει η Γραφή, από όπου πίνεις νε­ρό να είναι δική σου, και κανένας ξένος να μην πίνη από αυτή» (Παρμ. 5,17). Και «με σένα να συναναστρέφεται το χαριτωμένο πουλάρι σου και το αγαπημένο ελάφι σου» (Παρμ. 5,19). Εσύ λοιπόν μη γίνεσαι ξέ­νος ποταμός, μήτε να κοιτάζης να αρέσης σε άλλες παρά μόνο στην γυ­ναίκα σου. Εάν όμως τρέχης αλλού, τότε και στο δικό σου μέλος νομο­θετείς την αμαρτία και ασέλγεια. Έτσι τα λέει ο Σωτήρ.
9. Αλλά οι Φαρισαίοι πως φέρονται; Τους φαίνεται σκληρός ο λόγος (Εννοεί τον λόγο του Χριστού για την απαγόρευσι του διαζυγίου, εκτός βέβαια από την περίπτωσι της πορνείας). Και άλλα βέβαια λόγια του Χριστού απαρέσκουν και στους Φαρισαίους της εποχής εκείνης και στους τωρινούς Φαρισαίους. Τον Φαρισαίο δεν τον κάνει μόνο η καταγωγή, αλλά και η συμπεριφορά. Παρό­μοια γνωρίζω και Ασσύριο και Αιγύπτιο που κατατάσσεται μ' αυτούς για την προαίρεσι και το φρόνημά του.
Τι λένε λοιπόν οι Φαρισαίοι; «Εάν έτσι έχη το θέμα της διαζεύξεως του άνδρα από την γυναίκα, μόνο από μία αιτία, τότε δεν συμφέρει ο γάμος» (Ματθ. 19, 10).
- Ω Φαρισαίε, τώρα το καταλαβαίνεις πως δεν συμφέρει ο γά­μος. Προηγουμένως δεν το γνώριζες, όταν έβλεπες τις χήρες γυναίκες και τα ορφανά παιδιά και τους θανάτους των μικρών παιδιών και τα πένθη που ακολουθούσαν τα γλέντια, και τους θανάτους των νεόνυμ­φων και τις ατεκνίες και τις γεννήσεις αναπήρων παιδιών και τους τοκε­τούς όπου πέθανε η μητέρα και όλη την σχετική κωμωδία ή τραγωδία; Ή καλύτερα και τα δυο μαζί.
Συμφέρει να παντρευθή κανείς; Συμφωνώ κι εγώ, διότι «ο γάμος είναι τίμιος και η κοίτη αμόλυντη» (Έβρ. 13,4). Συμφέρει στους σώ­φρονες, όχι στους αχόρταγους και σ' αυτούς που θέλουν να δίνουν στην σάρκα περισσότερη αξία από ό,τι πρέπει. Όταν ο γάμος είναι μόνο τούτο, γάμος δηλαδή και ένωσις συζύγων και επιθυμία αποκτήσεως παιδιών διαδόχων, είναι καλός, διότι δημιουργεί περισσοτέρους αν­θρώπους που ευαρεστούν τον Θεό. Όταν όμως εξάπτη την ύλη της σάρκας και σε περιβάλλη με αγκάθια και γίνεται σαν δρόμος που οδηγεί στο κακό, τότε κι εγώ αναφωνώ, «δεν συμφέρει να παντρευθής».
10. Ο γάμος είναι καλό πράγμα, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είναι και ανώτερο από την παρθενία. Διότι δεν θα ήταν μεγάλο πράγμα η παρθενία, αν δεν τύχαινε να είναι καλύτερη από καλό. Αλλά μην στενοχωρείσθε όσες είσαστε στο ζυγό του γάμου. «Πρέπει να πειθαρχού­με στον Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους» (Πράξ. 5,29). Πλην όμως να είσαστε συνδεδεμένες μεταξύ σας και οι παρθένες και οι σύζυγοι γυναίκες και να είσαστε ένα πράγμα «εν Κυρίω» και οι μεν στόλισμα των δε. Δεν θα υπήρχε άγαμος, αν έλειπε ο γάμος. Γιατί πως ξεπρόβαλε σ' αυτή την ζωή η παρθένος; Δεν θα υπήρχε γάμος σεμνός, αν δεν έ­φερε σαν καρπό στον Θεό και στην ζωή, παρθένο. Τίμησε και συ (η παρθένος) την μητέρα σου από όπου δημιουργήθηκες. Τίμησε και συ (η σύζυγος) αυτήν που προήλθε από μητέρα, έστω κι αν δεν είναι μητέρα. Δεν είναι μεν μητέρα, αλλά είναι νύμφη του Χριστού.
Η εξωτερική ομορφιά δεν κρύβεται, ενώ η κρυμμένη είναι φανε­ρή στον Θεό. «Όλη η δόξα της θυγατρός του Βασιλέως είναι από μέσα και περιβάλλεται και στολίζεται με χρυσά κρόσσια» (Ψαλμ. 44,14) είτε δηλαδή με (άγιες) πράξεις είτε με (ιερές) θεωρίες.
Και αυτή που είναι στον ζυγό του γάμου, ας ανήκη κάπως στον Χριστό. Η παρθένος ας ανήκη ολόκληρη στον Χριστό. Η μία να μη δέ­νεται εντελώς με τα κοσμικά. Η άλλη (η παρθένος) να μη προσχωρή καθόλου στον κόσμο. Εκείνο που για την παντρεμένη είναι μερικό, για την παρθένο ας είναι ολικό.
- Έχεις διαλέξει, (παρθένε), την αγγελική ζωή; Έχεις καταταγή στους άγαμους; Ας μη καταπέσης στα σαρκικά, ας μη καταπέσης στα υλικά, ας μη κάνης γάμο με τα υλικά, ενώ παράλληλα μένεις άγαμη. Ό­ταν το μάτι πορνεύη, δεν φυλάει παρθενία. Όταν η γλώσσα πορνεύη, συνενώνεται με τον διάβολο. Όταν τα πόδια βαδίζουν άτακτα, επικρί­νονται για αρρώστεια ή κίνδυνο. Ας ασκή παρθενία και ο νους, ας μη τρέχουν εδώ κι εκεί οι σκέψεις, ας μη περιπλανούνται. Ας μη τυπώνωνται στην διάνοια αμαρτωλές εικόνες, γιατί κι αυτό αποτελεί μέρος της πορνείας. Ας μην εικονίζωνται στην ψυχή τα μισητά.
11. «Και ο Χριστός είπε σ' αυτούς: Δεν τον δέχονται όλοι αυτόν τον λόγο (για την αγαμία), αλλά αυτοί που τους δόθηκε (η σχετική χάρις)» (Ματθ. 19,11). Βλέπετε πόσο υψηλό είναι το πράγμα. Λίγο έλειψε να είναι και άπιαστο. Αλήθεια, πως μπο­ρεί να μην είναι ανώτερο από την σάρκα αυτό που προέρχεται από σαρκική γέννησι και δεν προχωρεί όμοια σε σαρκική γέννησι; Γιατί, πως να μην είναι αγγελικό πράγμα, αυτή, που είναι δεμένη με την σάρ­κα να μη ζη σαρκικά, αλλά να βρίσκεται ψηλότερα από την φυσική κατάστασι; Η σάρκα την έδεσε στον κόσμο, αλλά το φρόνημα και η σκέψις την ανέβασε στον Θεό. Η σάρκα την βάραινε, αλλά το φρόνημα και η σκέψις την φτέρωσε. Η σάρκα την έδεσε, αλλά ο πόθος την έλυσε.
- Τεντώσου ολόψυχα, παρθένε, προς τον Θεόν. Αυτό βέβαια το νομοθετώ και για τους άνδρες και για τις γυναίκες. Και ας μη σου φανή, (παρθένε), κάποιο άλλο πράγμα καλό, από αυτά που αρέσουν στους πολλούς. Ας μη σου φανή καλό πράγμα η ευγενική καταγωγή, ούτε ο πλούτος ούτε ο βασιλικός θρόνος ούτε η εξουσία ούτε η ομορφιά που φαντάζει στα χρώματα και στις συνθέσεις των σωματικών μελών. Η ομορφιά αυτή γίνεται παίγνιο του χρόνου και της αρρώστειας. Άραγε άδειασες στον Θεόν όλη την δύναμι της αγάπης σου; Άραγε δεν πο­θείς δύο πράγματα, και τα πρόσκαιρα και τα αόρατα; Άραγε πληγώθη­κες τόσο πολύ από το «εκλεκτόν βέλος» (Ης. 49,2) και γνώρισες καλά την ομορφιά του Νυμφίου; ώστε να του λες και συ μαζί με την νύμφη του νυμφικού δράματος και τραγουδιού: «Είσαι γλυκύτητα και όλος επι­θυμία» (Άσμα ασμάτων 5,16).
12. Κοιτάξετε τα νερά που μπήκαν μέσα σε μολύβδινους σωλή­νες, πως από την μεγάλη πίεσι και την ενιαία φορά, πολλές φορές ξε­φεύγουν τόσο πολύ από την φύσι τους, ώστε ξεπετάγονται ψηλά. Και καθώς σπρώχνονται από πίσω, πάντοτε πετάγονται προς τα άνω. Έτσι και συ, (παρθένε), εάν σφιχτής στον πόθο και ολόκληρη συναφθής στον Θεό, θα πεταχθής ψηλά. Δεν θα πέσης κάτω. Δεν θα διαλυθής. Θα μείνης ολόκληρη στον Χριστό, μέχρις ότου αξιωθής και να αντικρύσης τον Χριστό, τον νυμφίο σου. Φύλαγε τον εαυτό σου απρόσιτο στο κακό και στα λόγια και στα έργα και στην ζωή και στις σκέψεις και στις κινήσεις. Από παντού ο Πονηρός σε περιεργάζεται και τα παρατηρεί όλα προσεκτικά, που θα χτυπήση, που θα πληγώση, που τυχόν θα βρή ξεγυμνωμένο μέρος, το οποίο προσφέρεται για χτύπημα. Όσο πιο κα­θαρή σε βλέπει, τόσο περισσότερο αγωνίζεται να σε κηλίδωση. Άλλω­στε στην λαμπρή ενδυμασία οι κηλίδες είναι πιο εμφανείς.
Ας μη παρασύρη ο οφθαλμός τον οφθαλμό ούτε το γέλιο το γέ­λιο ούτε η οικειότητα την νύκτα ούτε η νύκτα την απώλεια. Εκείνο που σιγά  σιγά παρασύρεται και υποκλέπτεται, προς το παρόν δείχνει ανε­παίσθητη ζημιά, αλλά καταλήγει στο πιο βαρύ αμάρτημα.

13. «Δεν τον δέχονται όλοι αυτόν τον λόγο (για την αγαμία), αλλά αυτοί που τους δόθηκε (η σχετική χάρις)» (Ματθ. 19,11). Σαν ακούσης «τους δόθηκε», μη σκεφθής σαν αιρετικός, μην ομιλήσης για φύσεις, μην ομιλήσης για τους «χοϊκούς» και τους «πνευματικούς» και τους «μέσους». Γιατί είναι μερικοί τόσο άσχημα το­ποθετημένοι, ώστε να νομίζουν πως άλλοι άνθρωποι έχουν φύσι που προορίζεται εξ ολοκλήρου για απώλεια, άλλοι για σωτηρία και άλλοι ανάλογα προς τα που κλίνει η θέλησίς τους, προς τα χειρότερα ή προς τα καλύτερα.
Δέχομαι κι εγώ βέβαια ότι οι άνθρωποι έχουν ικανότητες άλλος περισσότερες και άλλος λιγώτερες. Αλλά δεν επαρκούν οι ικανότητες για την (πνευματική) τελειότητα. Αυτή προκαλείται από την σκέψι και την απόφασι, που κάνουν την φύσι να προχώρηση σε έργο, όπως ακρι­βώς ο πυριτόλιθος πρέπει να χτυπηθή με το σίδερο για να δημιουργηθή φωτιά.
Όταν ακούσης «σ' αυτούς που δόθηκε», να πρόσθεσης, «δόθηκε σ' όσους προσκαλούνται και συγκατανεύουν στην πρόσκλησι». Όπως πάλι όταν ακούσης «δεν εξαρτάται από εκείνον που θέλει ούτε από εκείνον που τρέχει, αλλά από τον Θεόν που ελεεί» (Ρωμ. 9,16), σε συμβουλεύω να σκεφθής το ίδιο. Υπάρχουν μερικοί που τό­σο αλαζονεύονται για τα κατορθώματά τους, ώστε το παν να το δίνουν στον εαυτό τους και τίποτε στον Δημιουργό και δοτήρα της σοφίας και χορηγό των καλών. Γι' αυτό τους διδάσκει ο λόγος πως και η θέλησις του καλού χρειάζεται την βοήθεια του Θεού˙ ή καλύτερα, η εκλογή του σωστού αποτελεί θεϊκό δώρο της θεϊκής φιλανθρωπίας.
Πρέπει να θέτουμε έτσι τα πράγματα, ώστε να σώζωνται και η ελευθερία του ανθρώπου και η χάρις του Θεού (Η ορθόδοξος θέσις είναι ότι πρέπει να συνεργήσουν και οι δύο παράγοντες στην σωτηρία του άνθρωπου, και η θεία ενέργεια και η ανθρώπινη. Πρόκειται για θεανθρώπινη συνεργασία. Αυτή την γραμμή υποστηρίζουν και οι Καππαδόκες Πατέρες, όπως εν προκειμένω ο άγιος Γρηγόριος. Στην δύσι, ο Ιερός Αυγουστίνος το είδε διαφο­ρετικά το θέμα, υπερτονίζοντας τον θείο παράγοντα και υποτιμώντας τον ανθρώπινο). Γι' αυτό λέει, «δεν εξαρτάται από εκείνον που θέλει» δηλαδή μόνο από εκείνον, «ούτε» μόνο «από εκείνον που τρέχει, αλλά και από τον Θεό που ελεεί» (Ρωμ. 9,16). Έπειτα, αφού και η βούλησις προέρχεται από τον Θεό, όλα φυ­σικά τα έδωσε στον Θεό. Όσο και να τρέξης όσο και να αγωνισθής, έ­χεις ανάγκη του στεφανοθέτη. «Εάν ο Κύριος δεν οικοδομήση σπίτι, ά­δικα κοπιάζουν οι οικοδόμοι. Εάν ο Κύριος δεν φυλάξη πόλι, άδικα αγρυπνούν οι φυλακές της» (Ψαλμ. 126,1).
Γνωρίζω, λέει (ο Σολομών), ότι «το τρέξιμο δεν είναι για τους ανάλαφρους ούτε ο πόλεμος για τους δυνατούς» (Έκκλ. 9,11) ούτε για τους μαχητές η νίκη, ούτε για τους καλοταξειδευτές τα λιμάνια. Όλα εξαρτώνται από τον Θεό, και η επιτυχία της νίκης και το καλό φθάσιμο του πλοίου στο λιμάνι.
14. Και το επόμενο περιστατικό, αν και λέγεται και κατανοείται σε άλλη περικοπή, ίσως να είναι αναγκαίο να το προσθέσω στα προηγού­μενα, για να χαρίσω και σε σάς τον πλούτο μου:
«Εζήτησε η μητέρα των παιδιών του Ζεβεδαίου» (Ματθ. 20,20) από πάθος αγάπης προς τα παιδιά της, και από ά­γνοια του τι μεγάλο πράγμα ζητεί - συγχωρείται όμως γιατί είχε υπερ­βολική αγάπη και φυσική συμπάθεια και εύνοια προς τα παιδιά της, αφού άλλωστε δεν υπάρχει τίποτε ευσπλαγχνικώτερο από την μητέρα· και το λέω αυτό για να νομοθετήσω την τιμή προς τις μητέρες. «Εζήτησε λοιπόν η μητέρα τους από τον Ιησού, να καθήσουν τα παιδιά της ένα στα δεξιά και ένα στα αριστερά».
Αλλά πως φέρθηκε ο Σωτήρ; Ερώτησε στην αρχή αν μπορούν να πιουν το ποτήριο που επρόκειτο αυτός να πιή. Και σαν συμφώνησαν σ' αυτό και ο Σωτήρ το δέχθηκε - γνώριζε βέβαια ότι με αυτό φθάνουν ή μάλλον θα φθάσουν στην τελείωσι και στο τέλος - τι τους είπε; «Το μεν ποτήριο θα το πιήτε, αλλά το να καθήσετε στα δεξιά και στα αριστερά δεν είναι στο χέρι μου να το δώσω, αλλά ανήκει σ' αυτούς που τους δόθηκε» (Ματθ. 20,23). Μα καλά πως γίνεται αυτό; Ο ηγεμόνας νους δεν συμβάλλει σε τίποτε; Ούτε ο κόπος; Ούτε ο λόγος; Ούτε η μοναστική άσκησις και ζωή; Ούτε η νη­στεία; Ούτε η αγρυπνία; Ούτε η χαμευνία; Ούτε το συνεχές χύσιμο δα­κρύων; Τίποτε από όλα αυτά, αλλά σαν με κάποια παράλογη κλήρωσι ο Ιερεμίας αγιάζεται από την κοιλιά της μητέρας του και άλλοι από τότε αποξενώνονται από τον Θεόν;
15. Φοβάμαι μήπως σάς κόλληση και καμμία παράλογη ιδέα, πως η ψυχή προϋπήρξε και έζησε σε άλλο κόσμο και έπειτα δέθηκε μ' αυτό το σώμα. Και ανάλογα με την εκεί διαγωγή, άλλοι παίρνουν εδώ το χά­ρισμα της προφητείας, και άλλοι όσοι έζησαν αμαρτωλά καταδικάζονται. Τούτο όμως είναι πολύ παράλογο να το δεχθούμε. Επίσης δεν είναι «εκκλησιαστικό». Άλλοι ας κάνουν παιγνίδια με τέτοια δόγματα. Σ' εμάς δεν είναι ασφαλές να κάνουμε τέτοια παιγνίδια. Γι' αυτό και σ' αυ­τήν την περικοπή στο «σ' αυτούς που τους δόθηκε», ας προσθέσης, «δόθηκε στους άξιους». Ο,τι απέκτησαν δεν το πήραν απλώς από τον Πατέρα, αλλά το έδωσαν και οι ίδιοι στον εαυτό τους.
16. «Διότι υπάρχουν ευνούχοι που ευνουχίσθηκαν από την κοιλιά της μητέρας τους» κλπ. (Ματθ. 19,12). Το ήθελα υπερβολικά να μπορούσα να πω κάποιον λόγο ανδρικό για τους ευνού­χους.
- Μην υψηλοφρονείτε όσοι εκ φύσεως είσαστε ευνούχοι. Διότι η ηθική ακεραιότης σας ίσως είναι αθέλητη, αφού δεν γνώρισε δοκιμα­σία και δεν δοκιμάσθηκε στην πράξι με πειρασμούς. Το καλό που έχου­με εκ φύσεως είναι μικράς αξίας, ενώ εκείνο που έχουμε από την θέλησί μας (και τον προσωπικό μας αγώνα) είναι αξιέπαινο. Ποια χάρι και ποιο έπαινο ν' αποδώσουμε στην φωτιά επειδή καίει; Αυτό το έχει εκ φύσεως. Ποια χάρι και ποιόν έπαινο ν' αποδώσουμε στο νερό επειδή κυλάει προς τα κάτω; Αυτό το έχει από τον Δημιουργό Του. Ποια χάρι και ποιόν έπαινο ν' αποδώσουμε στο χιόνι επειδή είναι ψυχρό; Ή στον ήλιο επειδή φωτίζει; Διότι και να μη το θέλη, φωτίζει. Κάνε μου την χά­ρι να θέλησης τα καλύτερα. Κάνε μου την χάρι, εάν κατέληξες σαρκι­κός, να μεταβληθής σε πνευματικό εάν, ενώ σύρεσαι κάτω από το μο­λύβι της σάρκας, απόκτησης φτερά από την λογική˙ εάν, ενώ κατέληξες ταπεινός, μεταβληθής σε ουράνιο˙ εάν, ενώ δέθηκες με την σάρκα, φανής ανώτερός της.
17. Επειδή η σωματική εγκράτεια δεν φέρνει έπαινο στους ευ­νούχους, άπ' αυτούς ζητώ κάτι άλλο. Μην πορνεύσετε όσον αφορά την πίστι σας στον Θεό. Αφού συζευχθήκατε τον Χριστό, μην ατιμάσετε τον Χριστό. Αφού τελειωθήκατε από το Άγιον Πνεύμα, μη κάνετε το Άγιο Πνεύμα ομότιμο με σάς, (δηλ. κτίσμα)( Στα χρόνια του αγίου Γρηγορίου υπήρχαν και οι Πνευματομάχοι, που δεν ωμολογούσαν το Άγιον Πνεύμα ως Θεόν αληθινόν, ομότιμο και ίσο προ τον Πατέρα και τον Υιό. Ο λόγος τώρα γίνεται αντιαιρετικός και στρέφεται εναντίον αυτών των αιρετικών, χωρίς να ξεχνάη και τους Αρειανούς). Ο Παύλος λέει, «εάν ακόμη άρεσα στους ανθρώπους, δεν θα ήμουνα δούλος Χριστού» (Γαλ. 1,10). Εάν ελάτρευα κτίσμα, δεν θα ωνομαζόμουν Χριστιανός. Για ποιο λόγο έχει τιμή το όνομα Χριστιανός; Όχι διότι ο Χριστός είναι Θεός; Εκτός και συμβαίνει αυτό επειδή είμαι άνθρωπος που συνενώ­θηκα με τον Χριστό με αγάπη. Όμως και τον Πέτρο τιμώ, αλλά δεν ονομάζομαι Πετριανός. Και τον Παύλο, αλλά δεν ωνομάσθηκα Παυλιανός. Δεν δέχομαι να παίρνω ονόματα από ανθρώπους αφού είμαι δημιούργημα του Θεού. Έτσι αν τον Χριστό τον θεωρής Θεό και γι' αυτό ονομάζεσαι Χριστιανός, καλώς. Είθε να καλείσαι έτσι και να μένης πι­στός και στο όνομα και στο πράγμα. Εάν όμως επειδή απλώς αγαπάς τον Χριστό, για τούτο παίρνεις από αυτόν το όνομα, τίποτε το περισσό­τερο δεν προσφέρεις στον εαυτό σου από τις άλλες ονομασίες που προκύπτουν από κάποιο επάγγελμα ή πράγμα.
18. Βλέπετε αυτούς που δείχνουν ζήλο για τις Ιπποδρομίες. Αυτοί παίρνουν ονόματα από τα χρώματα και από τις παρατάξεις όπου ανή­κουν(Στην Κωνσταντινούπολι και γενικά στην Ρωμιοσύνη υπήρχαν μέχρι τις αρχές του 7ου μ.Χ. αιώνα δύο μεγάλες ομάδες, οι Βένετοι (=γαλάζιοι) και οι Πράσινοι. Στους δεύτερους άνηκαν τα λαϊκώτερα στρώματα. Ενώ στην αρχή οι δραστηριότητές τους περιορίζονταν στα αθλητικά, αργότερα είχαμε και ανάμειξι με τα πολιτικά, που πολλές φορές δημιουργούσε οξείς προβληματισμούς). Εσείς, αν κι εγώ δεν τα λέω, τα γνωρίζετε τα ονόματα. Εάν με αυτή την έννοια ονομάζεσαι Χριστιανός, είναι πολύ ασήμαντη η ονομα­σία, έστω κι αν εσύ καλλωπίζεσαι γι' αυτή. Εάν όμως ονομάζεσαι Χρι­στιανός, διότι τον Χριστό τον θεωρείς Θεό, τότε δείξε αυτό που πι­στεύεις με τα έργα σου.
Εάν ο Υιός είναι κτίσμα, ακόμη και τώρα λατρεύεις την κτίσι και όχι τον Κτίστη. Εάν το Άγιο Πνεύμα είναι κτίσμα, άδικα βαπτίσθηκες και στα μεν δύο μέρη υγιαίνεις - ή μάλλον ούτε σ' εκείνα - στο δε τρί­το βρίσκεσαι σε πλήρη κίνδυνο.
Φαντάσου την Τριάδα σαν ένα μαργαριτάρι, που από όλες τις πλευρές είναι όμοιο και λάμπει εξ ίσου. Οποίο τμήμα του κι αν χαλάση, χάθηκε όλη η ομορφιά του. Έτσι όταν προσβάλης τον Υιό για να τίμη­σης τον Πατέρα, δεν δέχεται την τιμή σου. Με την προσβολή του Υιού ο Πατήρ δεν δοξάζεται. Εάν «ο σοφός Υιός ευφραίνη τον πατέρα του» (Παρμ. 10,1), πόσο περισσότερο η τιμή του Υιού γίνεται τιμή του Πατέ­ρα; Ακόμα δέξου και τούτο: «Υιε, να μη δοξάζεσαι με την προσβολή του πατέρα σου» (Σ. Σειράχ 3,10). Καθ' όμοιο τρόπο ούτε ο Πατήρ δο­ξάζεται με την προσβολή του Υιού.
Εάν προσβάλης το Άγιον Πνεύμα, δεν δέχεται την τιμή σου ο Υιός. Διότι αν και δεν γεννάται σαν τον Υιό από τον Πατέρα, όμως προέρχεται από τον ίδιο Πατέρα. Ή όλους τίμησέ τους ή όλους πρόσβαλέ τους, για να είσαι συνεπής με τον εαυτό σου. Δεν δέχομαι την μισοευσέβειά σου. Σε θέλω ολόκληρο ευσεβή, και όπως θέλω. Συγχώρησέ μου το πάθος. Πονάω και γι' αυτούς που με μισούν. Ήσουνα μέλος δικό μου, παρ όλο που τώρα αποκόβεσαι. Ίσως να γίνης πάλι μέλος.
Γι' αυτό και ομιλώ με φιλανθρωπία. Αυτά τα λέμε για τους ευνού­χους, ώστε να έχουν ακεραιότητα στην πίστι προς τον Θεό.
19. Δεν λέγεται μόνο η σωματική αμαρτία πορνεία και μοιχεία, αλλά και κάθε άλλη αμαρτία σου και μάλιστα η παρανομία στην πίστι προς τον Θεό. Πως θα σου το αποδείξουμε; Γιατί ίσως να το ζητής. «Επόρνευσαν, λέει η Γραφή, με τις πράξεις και τις ενασχολήσεις τους» (Ψαλμ. 105,39). Βλέπεις αναίσχυντη πράξι πορνείας; «Και εμοίχευσαν (λατρεύοντας) ξύλινα είδωλα» (Ιερ. 3,9). Βλέπεις πως υπάρχει και θρη­σκευτική μοιχεία; Μη λοιπόν μοιχεύσης στην ψυχή, ενώ είσαι ακέραιος στο σώμα.
Μη δείξης, (ευνούχε), την αθέλητη σωματική σου εγκράτεια εκεί που δεν χαρακτηρίζεσαι εγκρατής, αλλά εκεί που μπορείς να αμαρτήσης. Γιατί λοιπόν, (ευνούχοι), ασπασθήκατε την αίρεσι; Γιατί όλοι πήρα­τε τον κατήφορο, ώστε το «ευνούχος» να είναι συνώνυμος με το αιρετικός. Συνταχθήτε με τους άνδρες. Έστω και αργά δείξετε κάποιο αν­δρικό φρόνημα. Φύγετε από τους γυναικωνίτες. Ας μη προστεθή στο άσχημο όνομά σας το άσχημο κήρυγμά σας(Στην εποχή του αγίου Γρηγορίου οι Ευνούχοι είχαν σπουδαίες θέσεις τόσο στην βασιλική αυλή, όσο και στην όλη διοίκησι του κράτους. Το όνομά τους δεν συνδέ­θηκε με την αρετή. Συχνά κατέφευγαν σε ραδιουργίες και συνωμοσίες. Επί πλέον, όπως διακρίνεται καθαρά στον λόγο του θεολόγου Πατρός, έπαιρναν το μέρος των αιρετικών. Για τους αυλικούς που ήταν κυρίως ευνούχοι ο ιερός Πατήρ δεν μας άφησε κα­λούς χαρακτηρισμούς. Φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολι και εκφωνώντας τον αποχαιρετιστήριο λόγο του ανέφερε και τα εξής: «Χαιρετώ κι' εσάς που ανήκετε στην αυλή και υπηρεσία του βασιλέως˙ αν μεν είσαστε πιστοί στον βασιλέα δεν το ξέρω˙ πάντως ως προς τον Θεό κατά το πλείστον είσαστε άπιστοι». Ο ιερός ρήτορας ξέρει να είναι τολμηρός στην γλώσσα του και να στηλιτεύη).
Έχετε όρεξι να συνεχίσουμε λίγο τον λόγο; Ή χορτάσατε με όσα ελέχθηκαν; Ωστόσο ας ακουσθούν και τιμητικά λόγια για (κάποιους άλ­λους) ευνούχους. Ο λόγος θα είναι επαινετικός.
22. Μόνο ας αποκόψουμε τον εαυτό μας από τα πάθη, προσέχοντας μήπως και κάποια δηλητηριασμένη ρίζα αναβλαστάνει μέσα μας και μας ταράζει. Μόνο ας συμμορφώνουμε την ζωή μας με την (θεία) εικόνα. Μόνο να σεβώμαστε το Αρχέτυπο (Συχνά ο άγιος Γρηγόριος ομιλεί για την θεία εικόνα. Ο άνθρωπος επλάσθη κατ' εικόνα Θεού. Λογικός ο Θεός, λογικός και ο άνθρωπος. Ελεύθερος ο Θεός, ελεύθερος και ο άνθρωπος... Αρχέτυπο είναι ο Θεός, αντίγραφο -εικόνα ο άνθρωπος). Απόκοψε τα πάθη του σώ­ματος, απόκοψε και τα πάθη της ψυχής. Όσο ανώτερη και πολυτιμότερη είναι η ψυχή, τόσο ανώτερο είναι να καθαρίσης αυτήν παρά το σώμα. Και αν είναι αξιέπαινο το να καθαρίζης το σώμα, σκέψου πόσο ανώτερο και σπουδαιότερο είναι το να καθαρίζης την ψυχή.
Απόκοψε και την αίρεση του Αρείου. Απόκοψε και την κακοδοξία του Σαβελλίου (Ο Σαβέλλιος  3ος μ.Χ. αι. - εδίδασκε ότι ο Θεός είναι ένα πρόσωπο που πα­ρουσιάσθηκε πρώτα ως Πατήρ, έπειτα ως Υιός και κατόπιν ως Άγιον Πνεύμα). Μήτε να ενώσης τα πρόσωπα της θεότητος περισ­σότερο από όσο πρέπει, μήτε να τα διαιρέσης κακώς. Μήτε να συνένω­σης τα τρία πρόσωπα σε ένα (όπως ο Σαβέλλιος), μήτε να φτιάξης τρεις διαφορετικές και ξένες φύσεις (όπως ο Άρειος). Και το ένα είναι αξιέ­παινο, όταν το εννοούμε σωστά (μία φύσις)· και τα τρία, όταν διαιρούν­ται σωστά· όταν δηλαδή η διαίρεσις δεν αναφέρεται στην θεϊκή φύσι, αλλά στα πρόσωπα.
23. Αυτά τα νομοθετώ και για τους λαϊκούς, αυτά τα παραγγέλλω και στους κληρικούς, αλλά και στους άρχοντες. Βοηθήσατε τον (ορθό­δοξο) λόγο, όσοι έχετε από τον Θεό την δυνατότητα να βοηθήτε. Είναι μεγάλο πράγμα να προλάβης τον φόνο και να περιορίσης την μοιχεία και να συνετίσης τον κλέφτη αλλά πολύ περισσότερο να υποστηρίζης με νόμο την Ορθοδοξία και να ομολογήσης τον λόγο της ορθής πί­στεως. Δεν θα κατορθώση τόσα ο δικός μου λόγος που πολεμεί υπέρ της Αγίας Τριάδος, όσο ο νόμος του κράτους. Θα βοηθήση ο νόμος, εάν κλείνη το στόμα των κακοδόξων, εάν ενισχύη τους διωκόμενους Ορ­θοδόξους, εάν συγκρατή τους φονιάδες, εάν εμποδίζη τον φόνο. Δεν εννοώ μόνο τον σωματικό, αλλά και τον ψυχικό, αφού κάθε αμαρτία, είναι θάνατος της ψυχής. Εδώ ας σταματήσουμε τον λόγο.
24. Υπολείπεται μόνο να κάνουμε μία ευχή για όσους συγκεν­τρώθηκαν εδώ.
- Άνδρες και γυναίκες, λαός και άρχοντες, γέροι, νέοι και κοπέλλες, κάθε ηλικία, ας υπομείνετε κάθε βλάβη είτε χρηματική είτε σωμα­τική ένα όμως να μη δέχεσθε, την ζημία (ως προς την πίστι σας) στον Θεό.
Προσκυνώ τον Πατέρα, προσκυνώ τον Υιό, προσκυνώ το Άγιο Πνεύμα η καλύτερα προσκυνούμε, εγώ που σάς ομιλώ πρώτος από όλους, εγώ και ύστερα από όλους και μαζί με όλους, με την χάρι του Κυ­ρίου και Χριστού μας, στον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμις εις τους αιώνας.
Αμήν.

από το βιβλίο ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ


www.egolpion.gr

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Ὁ Ὅσιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος ὡς πνευματικὸς


Γέρων Ἰωσήφ Βατοπαιδινός


 



Λίγα λόγια γιὰ τὴν ἀξία τοῦ Μοναχισμοῦ


Κάθε φίλος τοῦ Θεοῦ, καὶ στὶς τρεῖς περιόδους τῆς ἐκκλησίας, τῆς παραδόσεως, τοῦ νόμου καὶ τῆς χάριτος, ὑπὸ τὴν ἐπίδραση καὶ τὸ πνεῦμα τῶν δύο κυρίως ἐντολῶν, τῆς ἀγάπης στὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, πίστευε καὶ ἐκινεῖτο. Ἡ ὁμολογία αὐτὴ εἶναι ἀναντίρρητος καὶ βεβαία, ἐφ’ ὅσον κάθε μορφὴ εὐσεβείας στὴ πανανθρώπινη ἱστορία στηρίζεται στὶς δύο αὐτὲς ἐντολές. Ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς τους ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ χρόνο, τὶς περιστάσεις, τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα. Ἔτσι βλέπουμε τὴν ποικιλία τῶν βιωμάτων καὶ τῶν λόγων στὴν ἱστορία τῆς ἐκκλησίας μας. Στὴν πρακτικὴ ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης τους πρὸς τὸν Θεό, οἱ φιλόθεοι, δὲν μεταχειρίζονταν τοὺς ἴδιους τρόπους, ἂν καὶ ὁ σκοπὸς καὶ ἡ πρόθεση ἦταν πάντοτε ἡ ἴδια…

Ὅσοι ἀγαποῦσαν τὸν Θεό, εἴτε ἀτομικὰ εἴτε ὁμαδικὰ προσπαθοῦσαν νὰ ζοῦν κατὰ Χριστὸν θεωρώντας τὸν θάνατο ὡς κέρδος, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Παύλου, καὶ ἔτσι δὲν ἀνῆκαν στὸν ἑαυτό τους. Σ’ αὐτὴ τὴ πολύμορφη καὶ πολύπλευρη ἀγωνιστικότητα, εἴτε μέσα στὴ κοινωνία, εἴτε ἔξω ἀπὸ αὐτήν, «στὶς ἐρήμους καὶ τὰ σπήλαια», ἕνα μόνο σκοπὸ εἶχαν· νὰ ἀρέσουν στὸν Θεό. Ἡ ποικιλία τῶν διαφόρων μορφῶν τῆς ζωῆς τους δὲν ἦταν σκοπός. Ἦταν ἡ ἔκφραση τοῦ πόθου καὶ τοῦ θείου ἔρωτα, γιὰ τὸν ὁποῖον τὰ θυσίαζαν ὅλα ἀκόμη καὶ τὴ ζωή τους… Ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀγάπη τῶν δικαίων πρὸς τὸν Θεὸ ἐπιστρέφει πίσω καὶ ἀγκαλιάζει τὸν ἄνθρωπο, «τὸν πλησίον». Ἀνταύγεια, συνέπεια καὶ ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης ἐντολῆς «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» εἶναι «καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Εἶναι ἀναρίθμητα τὰ παραδείγματα τῆς αὐτοθυσίας τους «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας»…

Ὁ προβαλλόμενος Ὅσιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος (± 1134 – 12/04/1214), οὐδέποτε βγῆκε ἀπὸ τὸ σπήλαιό του κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του• καὶ ὅμως ὅσο κανένας ἄλλος, τουλάχιστον στὶς ἡμέρες του, ἀγκάλιασε τὸν πανανθρώπινο πόνο καὶ τὴν ἀνάγκη τῆς πατρίδας του ποὺ ὑπέφερε. Τὰ ὅσα πρόσφερε ὁ ὅσιος στὸν καταρτισμὸ καὶ τὸ στηριγμὸ τῶν συνανθρώπων του, σὲ σύγκριση μὲ ὅσους ζοῦσαν καὶ διακονοῦσαν μέσα στὴν κοινωνία οὔτε μποροῦμε, ἀλλ’ οὔτε ἔχουμε πρόθεση νὰ περιγράψουμε. Ἐκεῖνο ποὺ μόνο προβάλλομε, σὲ ὅσους θέλουν νὰ μάθουν, εἶναι ὁ λόγος καὶ ἡ δύναμη μέσω τῶν ὁποίων «οἱ τοῦ Χριστοῦ» μποροῦν νὰ τὰ κατορθώσουν ὅλα, ὥστε καὶ ἂν εἶναι ἀπόντες ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ δὲν ἔχουν τὰ μέσα, ἐν τούτοις «ἀλλήλων τὰ βάρη» βαστάζουν, «ἀρέσκουν τῷ πλησίον πρὸς τὸ ἀγαθὸν» καὶ θυσιάζουν τὶς ψυχές τους γιὰ τοὺς ἀδελφούς τους. Νὰ λοιπὸν τί μπορεῖ νὰ νικήσει τὸν κόσμο τῆς ἀδικίας· «ἡ πίστις ἡμῶν». Αὐτὴ διδάσκουσα τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον μεταφέρει τὴν ἀνθρώπινη ἀτέλεια σὲ ἀνώτερη σφαίρα, ὥστε «ὅλα νὰ τὰ κατορθώνει μὲ τὴ δύναμη τῆς θείας χάριτος» καὶ ἔτσι στὴ πράξη ἀποδεικνύεται ὅτι «τὸ ἀσθενές του Θεοῦ» εἶναι «ἰσχυρότερο τῶν ἀνθρώπων».

Ἐκεῖνο ποὺ συγκινεῖ, στὸν ὀσιότατό μας πατέρα, εἶναι ὅτι τὴ μέγιστη αὐτὴ προσφορὰ τὴν συμπλήρωσε ὄχι «σεσοφισμένοις μύθοις». Οἱ λόγοι καὶ τὸ κήρυγμά του «δὲν ἦταν λόγοι ἀνθρώπινης σοφίας», ἀλλ’ ἐνεργοῦσε ὡς «διδακτὸς Θεοῦ», ὅπου «ἐξάγει ἐκ τῶν θησαυρῶν αὐτοῦ καινὰ καὶ παλαιά». Αὐτὸ δὲν εἶναι ἄξιο θαυμασμοῦ διότι «οἱ τοῦ Χριστοῦ», δεχόμενοι «τὸ πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ», βλέπουν ὅσα τοὺς χαρίζει ὁ Θεός, τὰ ὁποῖα καὶ «λένε ὄχι μὲ λόγια ποὺ διδάσκει ἡ ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλὰ μὲ λόγια ποὺ διδάσκει τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα» (Α΄ Κορ. 2, 13). Ὅπως προαναφέραμε στὴ βιογραφία, ὁ μεγάλος αὐτὸς πατέρας δὲν μορφώθηκε μὲ τὴν κοσμικὴ παιδεία, γεγονὸς ποὺ εἶναι σημαντικὸς παράγοντας, ἂν μὴ τί ἄλλο, στὴν ἔκφραση τοῦ λόγου. Οὔτε ἡ ἀπουσία ὅμως τῆς παιδείας, οὔτε τὸ ταπεινό του κοινωνικὸ ἐπίπεδο τὸν ἐμπόδισαν στὸ πλήρωμα τῆς ἐπιτυχίας, στὸν ὕψιστο προορισμὸ τῆς κατακτήσεως τῶν θείων ἐπαγγελιῶν. Ἡ κατ’ ἄνθρωπον ἀκριβῶς πρὸς τὸν Θεὸν ὑποταγὴ καὶ ὑπακοὴ συμπλήρωσε τὸ καθῆκον τῶν ἁγίων καὶ ἡ θεομίμηση, κατὰ τὸν θεῖον Παῦλο, ἑρμηνεύεται ὡς ὁ θρίαμβος καὶ ὁ κύριος σκοπός.

Δικαίως λοιπὸν γράφηκε ὅτι «ὅσοι ἔλαβον Αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι». Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ μυστήριο τῆς ὑπερφυσικῆς ἐπεκτάσεως τῶν «τοῦ Χριστοῦ». Ποιὸ εἶναι τὸ παράδοξο τώρα στὸν ὅσιό μας, ἐὰν καὶ αὐτὸς «οἶδε γράμματα μὴ μεμαθηκώς;» Αὐτὸς ποὺ ὑποσχέθηκε ὅτι «μέσα ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει σ’ ἐμένα ποτάμια ζωντανὸ νερὸ θὰ τρέξουν» (Ἰω. 7, 38) ἔδωσε μὲ τὴ θεία του χάρη, ὅσα ἔλειπαν ἀπὸ τὴ δική μας ἀδυναμία, καὶ σύμφωνα μὲ τὸ λόγο «αὐτὸ ποὺ μοιάζει μὲ μωρία τοῦ Θεοῦ ἔγινε σοφότερο ἀπὸ τὴ σοφία τῶν ἀνθρώπων» (Α΄ Κορ.1,25).

Νά, λοιπόν, μία σημαντικὴ προσφορὰ στοὺς πιστούς, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μένουν ἀπρόσιτοι καὶ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ μόνη προσφορά τους. Ἀσχολούμενοι «μόνοι πρὸς μόνον τὸν Θεόν», καὶ «βγάζοντας ἀπὸ πάνω τους τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον» «μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ» καὶ «φορώντας τὸν νέον ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός», ποὺ εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν δημιουργό του ἀποκτοῦν «νοῦν Χριστοῦ» καὶ ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους κρίνουν καὶ συγκρίνουν, ἀλλὰ καὶ τοὺς πεσόντας ἀγγέλους, κατὰ τὸ ρῆμα τοῦ Παύλου. Γίνονται «τὸ ἅλας τῆς γῆς», «εἰσέρχονται στὰ ἐνδότερα τοῦ καταπετάσματος, ὅπου μπῆκε πρὶν ἀπὸ μᾶς ὁ σωτήρας μας», καὶ «ὡς οἰκονόμοι μυστηρίων Θεοῦ» γνωρίζουν καὶ μεταφέρουν στὴ στρατευόμενη ἐκκλησία μας, τὶς θεῖες βουλὲς καὶ ἀποκαλύψεις. Ἑρμηνεύουν τὸ βάθος καὶ πλάτος καὶ ὕψος τοῦ πνευματικοῦ νόμου, τοῦ θείου τούτου συντάγματος, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο διοικεῖται καὶ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὴν Πρόνοια τοῦ Δημιουργοῦ ὁλόκληρη ἡ κτίση.
Γίνονται πόλοι κατευθύνσεων στὸ ζοφερὸ ὁρίζοντα τῆς κοσμικῆς συγχύσεως καὶ ἑρμηνεύουν λεπτομερῶς τὰ εἴδη τοῦ ἀοράτου πολέμου. Ξεσκεπάζουν τὶς παγίδες καὶ γενικὰ τὰ βάθη τοῦ σατανᾶ. Γινόνται ἐπίγειοι ἄγγελοι καὶ φωστῆρες τῆς μαχόμενης ἀνθρωπότητας. Ἐκεῖ ποὺ δὲν φθάνει ἡ φωνή τους, πλησιάζει ἡ γραφή τους, τὸ παράδειγμά τους, μέσω τῶν ἀδιάκοπων ἐπισκεπτῶν καὶ ἀκόμη πιὸ μακριὰ καταφθάνουν μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή τους. Εὔχονται συνεχῶς καὶ ἐμπόνως γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Εἶναι σωσίβια πραγματικὰ στὸν ἀπύθμενο αὐτὸ ὠκεανό, αἰωρούμενα στηρίγματα μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς, συνδέουν τὴν ἀπέραντη ἀπόσταση ὡς ἀκούραστοι μεσίτες. Καὶ τὸν μὲν Θεὸ μὲ τοὺς οἰκτιρμοὺς τους κατεβάζουν στὴ γῆ, ὅσους δὲ θέλουν τὰ ἄνω τοὺς μεταφέρουν στοὺς οὐρανούς.

Ὅπως στὴν κοινωνία τὰ ἀπαραίτητα καὶ βασικότερα γιὰ τὴ ἀσφάλεια καὶ τὴν πρόοδο καὶ τὴν εἰρήνη, βρίσκονται στὰ χέρια ἐλαχίστων ἀνθρώπων, ποὺ διοικοῦν καὶ κυβερνοῦν ἀθόρυβα, χωρὶς στοὺς πολλοὺς νὰ εἶναι γνωστὲς ἢ ἀντιληπτὲς οἱ ἐνέργειές τους, ἔτσι καὶ στὸν πνευματικὸ τομέα τὴ θέση αὐτὴ τὴν κατέχουν οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ μὲ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωσή τους στὴν ἀγάπη Του καὶ τὴν πλήρη αὐτοθυσία τους γιὰ τὴν τήρηση τοῦ θείου θελήματός Του, ἀπόκτησαν τὴν φιλία Του καὶ πέτυχαν τὶς θεῖες ἐπαγγελίες. Οἱ θεῖες λοιπὸν ἐπαγγελίες, ποὺ εἶναι ὁ ἁγιασμὸς περιεκτικά, κατὰ τὴν ἀνθρώπινη ἔκφραση, στοὺς ἴδιους τοὺς φιλόθεους προκαλεῖ τὴν ἀνακαίνιση καὶ ὁλοκλήρωση στὸν καθολικό μας προορισμό, στοὺς πιστοὺς δέ, γίνονται δάσκαλοι, ὁδηγοί, στηρίγματα, ἑρμηνευτὲς καὶ παρηγορητές, μὲ τὶς πατρικές τους πρεσβεῖες καὶ συμπαραστάσεις, αἰσθητὰ καὶ νοητά, στὴν πολυκύμαντη τοῦ βίου θάλασσα. Ἄλλα καὶ στὸ τέλος τοῦ βίου, ἱκετεύουν γιὰ τὴ σωτηρία τὸν φιλάνθρωπο Δεσπότη, ὡς φίλοι Αὐτοῦ καὶ γνώριμοι.







www.agiazoni.gr

Η αξία της Προσευχής..........

 του Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη




Το κομποσχοινάκι είναι θαυματουργό!

Η καλυτέρα προσευχή είναι ό,τι εσύ επινοείς εκείνην την ώρα. Δεν είναι μόνον, θέλω να διαβάσουμε Μετάληψη να μεταλάβουμε, τρόπον τινά, αύριο. Α, «από ρυπαρών χειλέων, από βδελυράς καρδίας...»· διαβάζουμε, ούτε καταλαμβάνουμε τι λέμε. Εσύ ο ίδιος να βρεις προσευχή, εσύ ο ίδιος· οπότε καταλαμβάνεις τι λες εις τον Θεό. Αυτό έχει μεγάλη δύναμη, να πούμε, μεγάλη δύναμη!
Ε, ας υποθέσουμε ότι αύριο θα μεταλάβουμε. Θα μεταλάβουμε. Θά 'ρθει ουσιωδώς ο Παράκλητος ν' αγιάσει τα Δώρα· πώς θα τον υποδεχθείς; «Στο έλεός Σου, στην ευσπλαχνία Σου, συγχώρεσέ με». Έχει δύναμη διότι το λες και το καταλαμβάνεις, από μέσα απ' την ψυχή σου βγαίνει αυτή η ευχή, να πούμε. Διότι πολλές φορές διαβάζουμε, αλλού τρέχει ο νους, αλλά αυτό που βγαίνει από μέσα σου, το καταλαμβάνεις τι λες.

Η ευχή (προσευχή) είναι ο καθρέφτης του Μοναχού.
Ο άγιος Χρυσόστομος λέει: Μπορεί ο άνθρωπος, ο οποίος από ανάγκη δεν πηγαίνει στην εκκλησία, να κάνει τον εαυτό του Θυσιαστήριο, λέει, προσευχόμενος.

Οι άνθρωποι στον κόσμο είναι και επιστήμονες, ούτε το Σάββατο δεν μπορούν να πάνε στην εκκλησία, την Κυριακή, έχουν την υπηρεσία αυτή την ώρα. Μπορείς αυτή την ώρα να κάνεις τον εαυτό σου Θυσιαστήριο λέγοντας την προσευχή.


www.gonia .gr

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Ο Όσιος στάρετς Ιωνάς του Κιέβου(+9/22 Ιανουαρίου 1902)



Την ενάτη Ιανουαρίου του 1902 σε ηλικία 108 ετών ειρηνικά εκοιμήθη εν Κυρίω ο αρχιμανδρίτης Ίωνάς, κτίτωρ και ηγούμενος της Ί. Μονής Αγίας Τριάδος στο Κίεβο. Ή ζωή και τα έργα του είναι πολύ ψυχωφελή και μαρτυρούν τι μπορεί να κατορθώσει ένας άνθρωπος με τη συνεργεία του Θεού, εάν έχει αγάπη προς αυτόν.
Πράγματι, οπό τα παιδικά του χρόνια ο Ίβάν Μιροσνιτσένκο (αυτό ήταν το κοσμικό του όνομα) είχε μεγάλη αγάπη προς τον Θεό, ή οποία τον ώθησε να γίνει μοναχός.
Στην αρχή της μοναχικής του πορείας είχε τη σπάνια ευλογία να μαθητεύσει σαν δόκιμος επί οκτώ χρόνια κοντά στον κορυφαίο στάρετς όσιο Σεραφείμ του Σαρώφ, του οποίου ή πλούσια άγιο-πνευματική χάρη άφησε ανεξίτηλα ίχνη στην προσωπικότητα του μετέπειτα στάρετς Ίωνά.
Πριν κοιμηθεί ο όσιος Σεραφείμ, υπέδειξε στον Ίβάν να πάει στη Μονή Μπελομπερέσκαγια, στους μαθητές του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ.
Εκεί αξιώθηκε να δει κάποια θαυμαστά οράματα, πού σημάδεψαν ολόκληρη τη ζωή του. Στα οράματα αυτά έλαβε εντολή από τον Θεό να ιδρύσει μια καινούργια μονή στις όχθες του Δνείπερου. Υπακούοντας στη θεία εντολή ο π. Ίωνάς ήρθε στο Κίεβο και ίδρυσε εκεί τη Μονή της Αγίας Τριάδος, ή οποία χάρη στην πνευματική ακτινοβολία του αναπτύχθηκε με θαυμαστή ταχύτητα, ώστε σε 30 περίπου χρόνια μόναζαν σ' αυτήν 462 μοναχοί-εξελίχθηκε σ' ένα
άριστο κοινόβιο οπού εφαρμοζόταν το παλαιό μοναχικό τυπικό της Μονής Στουδίου.
Υπήρξε επίσης κέντρο καλλιέργειας της νοεράς προσευχής, την οποία δίδασκε ο ίδιος ο στάρετς, όπως την παρέλαβε από τον όσιο Σεραφείμ του Σαρώφ και τους μαθητές του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Σ' αύτη την τελευταία περίοδο της ζωής του ή φήμη του ως χαρισματούχου πνευματικού και θαυματουργού με μεγάλο προορατικό χάρισμα εξαπλώθηκε σ' ολόκληρη τη Ρωσία.

Ο Άγιος είχε πει πως θα γίνει μάρτυρας μετά θάνατον.Πραγματικά κάποιοι βάνδαλοι ανακάλυψαν το φέρετρο του τη δεκαετία του '50.Έβγαλαν το σώμα του από μέσα,του έκοψαν το κεφάλι και άρχισαν να παίζουν με αυτό ποδόσφαιρο!!


  Σήμερα τα λείψανά του βρίσκονται στην μονή,χωρίς όμως κεφάλι

Αναγνωρίστηκε ως Άγιος το 1996.

http://proskynitis.blogspot.gr/

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Η σπουδαιότητα της εσωτερικής ειρήνης: Κανόνες και μέσα για την απόκτησή της: μνήμη του Θεού, υπακοή στη συνείδηση, υπομονή.



ΘΑ ήθελα να σου δώσω λίγες ακόμα συμβουλές για το τί πρέπει να κάνεις τώρα που μπήκες στον νέο σου δρόμο.
Όποιος επιχειρήσει να παρατηρήσει προσεκτικά τι συμβαίνει μέσα σου στο διάστημα μιας μόνο ημέρας, θα διαπιστώσει αναμφίβολα τον ξεπεσμό του πνεύματός σου. Σου μίλησα άλλοτε τόσο γι’ αυτό, όσο και για την κατάσταση της εσωτερικής συγχύσεως και ταραχής, μια κατάσταση αφύσικη, από την οποία πρέπει ν’ απαλλαγούμε. Εσύ, πάλι, μου έγραψες ότι δεν μπορούσες να τα βγάλεις πέρα με την ακατάσχετη κίνηση των λογισμών. Ας κάνω τώρα μια σύντομη επισκόπηση αυτής της κινήσεως και των συνεπειών της.
Οι λογισμοί του νου κατευθύνονται προς τη γη. Ποτέ δεν υψώνονται στον ουρανό. Πάντα στοχεύουν σε πράγματα μάταια, υλικά, εφάμαρτα. Έχεις δει πώς σέρνεται η ομίχλη μέσα σε μια κοιλάδα; Ε, έτσι ακριβώς σέρνονται και οι λογισμοί μας πάνω στη γη. Η χαμέρπεια, λοιπόν, είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό τους. Κι ένα άλλο είναι η αεικινησία. Ασταμάτητα βρίσκονται σε κίνηση, αναταραχή και αλληλοδιαδοχή, ασταμάτητα ζουζουνίζουν στο νου όπως ένα σμάρι κουνούπια σε καλοκαιριάτικη νύχτα.
Οι λογισμοί επενεργούν στην καρδιά, παράγοντας αντίστοιχα συναισθήματα: χαρά, λύπη, οργή, φθόνο, φόβο, ελπίδα, απελπισία, καύχηση κ.λπ. Όπως και στους λογισμούς, έτσι και στα συναισθήματα, που προξενούνται απ’ αυτούς, παρατηρείται έντονη κινητικότητα και αταξία.
Οι λογισμοί και τα συναισθήματα γεννούν πάντα επιθυμίες λιγότερο ή περισσότερο ισχυρές, πάντοτε όμως άτακτες και μπερδεμένες όπως οι γεννήτορές τους. Ο ένας άνθρωπος είναι τσιγκούνης και ο άλλος σπάταλος ∙ ο ένας ανεξίκακος κι ο άλλος εκδικητικός∙ ο ένας φιλέρημος και ο άλλος κοινωνικός∙ ο ένας υπάκουος και ο άλλος θεληματάρης∙ κ.ο.κ. Πολλές φορές, πάλι, ο ίδιος ο άνθρωπος είναι άλλοτε το ένα και άλλοτε το άλλο.
Το πλήθος , η ποικιλότητα και η εναλλαγή των λογισμών ,των συναισθημάτων και των επιθυμιών, με τις άπειρες συνθέσεις, αντιθέσεις και μεταπτώσεις τους, καθώς και με τις αναρίθμητες παραλλαγές τους από άνθρωπο σε άνθρωπο ή ακόμα και στον ίδιο τον άνθρωπο, καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή τη λεπτομερή καταγραφή και την αναλυτική περιγραφή τους. Γεγονός είναι, πάντως, ότι εξαιτίας τους οι ψυχές μας ταλαιπωρούνται από τη σύγχυση και τη ταραχή, από τη μελαγχολία και την κατάθλιψη που αντανακλώνται, όπως όλοι διαπιστώνουμε , στην καθημερινή ζωή μας, την προσωπική και την κοινωνική. Μην περιμένεις, λοιπόν, ζωή κανονική, ζωή τακτική και ομαλή, αν δεν απαλλαγείς από την εσωτερική ταραχή. Γιατί δεν φτάνει που είναι καθεαυτή ένα μεγάλο κακό∙ την εκμεταλλεύονται με επιτηδειότητα και οι δαίμονες για να μας καταστρέψουν.
Τη Σαρακοστή, όταν εξέτασες τον εαυτό σου κι έκανες τα πρώτα βήματα στη νέα σου ζωή, η προσοχή σου στράφηκε, όπως ήταν φυσικό, σ’ αυτή την ταραχή, τη σύγχυση, την ακαταστασία του εσωτερικού σου κόσμου. Τότε, οπλισμένη με θερμό ζήλο, αποφάσισες ν’ αποκαταστήσεις την τάξη στην ψυχή και στη ζωή σου, εφαρμόζοντας με συνέπεια τις εντολές του Θεού. Με το Μυστήριο της Μετάνοιας συγχωρήθηκαν τα αμαρτήματά σου, ενώ με τη θεία Μετάληψη ανανεώθηκε η κοινωνία σου με τον Κύριο και απέκτησες ευεργετική θεία δύναμη. Είσαι, λοιπόν, έτοιμη να προχωρήσεις!
Μακάρι με μιαν ευχή να ήταν δυνατή η διόρθωση της ζωής μας. Μακάρι μ’ ένα λόγο να κατορθώναμε την ανακαίνιση της ψυχής μας. Αυτό, όμως, είναι αδύνατο. Χρειάζεται αγώνας, προσπάθεια, κόπος αλλά και ακλόνητη καρτερικότητα∙ είναι νόμος της αυτεξούσιας ζωής και συνάμα της πεσμένης φύσεως των απογόνων του Αδάμ, όλων δηλαδή των ανθρώπων. Ο Θεός, φυσικά, παρέχει τη βοήθεια Του σ’ όποιον αποδείξει έμπρακτα, με τον αγώνα του, την καλή του προαίρεση, δεν αναγκάζει ωστόσο κανένα ν’ ακολουθήσει το δρόμο Του, που οδηγεί στη σωτηρία. Έτσι, σώζεται όποιος το θέλει, βάζοντας την εσωτερική του ζωή σε τάξη σύμφωνα με το θεϊκό νόμο. Και η εσωτερική ζωή δεν μπαίνει σε τάξη από τη μια μέρα στην άλλη. Απαιτείται πολύχρονη και εντατική καλλιέργεια της ψυχής για την αφομοίωση του αγαθού, με την ενίσχυση της θείας χάριτος μέσω των Μυστηρίων. Μ’ αυτόν τον τρόπο σταδιακά ανατρέπεται η αταξία, που υπάρχει μέσα μας και αποκαθίσταται η προπτωτική θεία τάξη και αρμονία. Ακολουθεί η εσωτερική ειρήνη και μια διαρκής ευφρόσυνη διάθεση στην καρδιά.
Να τι έχεις να κάνεις τώρα! Και μη νομίζεις ότι πρέπει ν’ αλλάξεις ριζικά όλη τη ζωή σου ή να αυτοδεσμευθείς ασφυκτικά από πολυάριθμους κανόνες. Όχι. Σου φτάνουν δυό-τρεις απλοί κανόνες, τους οποίους θα σου δώσω στη συνέχεια.
Γνωρίζεις εμπειρικά ότι μέσα σου υπάρχει σύγχυση και ταραχή, αταξία και ακαταστασία. Την κατάσταση αυτή θέλεις να την αλλάξεις. Άρχισε, λοιπόν, με την απομάκρυνση της αιτίας της. Ποιά είναι η αιτία της; Το ότι το πνεύμα μας έχει χάσει το αρχικό του θεμέλιο, που είναι ο Θεός. Στο θεμέλιο αυτό επιστρέφει μέσω της μνήμης του Θεού. Έτσι, πρώτα-πρώτα χρειάζεται ν’ αποκτήσεις τη συνήθεια της αδιάλειπτης μνήμης του Θεού, μαζί με το φόβο του Θεού και την ευλάβεια. Σου έγραψα γι’ αυτό την προηγούμενη φορά. Ξέρεις τί πρέπει να κάνεις. Μην αφήσεις τίποτα να παρεμποδίσει την προσπάθειά σου. Μ’ ό,τι κι αν ασχολείσαι, να είσαι κοντά στον Κύριο. Να προσηλώνεσαι σ’ Αυτόν μ’ όλο σου το νου. Να βρίσκεσαι κάθε στιγμή νοερά μπροστά Του και να αισθάνεσαι σαν να βρίσκεσαι μπροστά σ’ ένα βασιλιά. Αν εφαρμόσεις ευσυνείδητα αυτόν τον απλό κανόνα, σύντομα η νοερή παράσταση ενώπιον του Κυρίου θα σου γίνει βίωμα και η εσωτερική σου σύγχυση θ’ αρχίσει να μειώνεται σταθερά με τρόπο θαυμαστό. Μάταιοι λογισμοί, εμπαθή συναισθήματα και ανάρμοστες επιθυμίες θα συνεχίσουν να εμφανίζονται κάπου-κάπου μέσα σου και θα σου αφαιρούν προσωρινά τη μνήμη του Θεού, ωστόσο όλα αυτά θα τα παρατηρείς αμέσως και να τα διώχνεις σαν ανεπιθύμητους επισκέπτες, ανανεώνοντας κάθε φορά, γεμάτη ένθεο πόθο, τη νοερή ενότητά σου με τον Κύριο.
Αν επιδοθείς σ’ αυτό το πνευματικό αγώνισμα με σταθερότητα και ενθουσιασμό, σύντομα η ευλαβική σου προσήλωση στον Θεό θα παγιωθεί και η εσωτερική σου ειρήνη θα αποκατασταθεί απ’ Αυτόν. Βέβαια, όταν λέω σύντομα, δεν εννοώ μία ή δύο ημέρες. Αυτά τα πράγματα απαιτούν μήνες ή και χρόνια!
Στον παραπάνω κανόνα πρόσθεσε κι άλλον ένα υποβοηθητικό: Μην κάνεις ποτέ αυτό που η συνείδησή σου αποδοκιμάζει και μην παραλείπεις ποτέ αυτό που η συνείδησή σου υποδεικνύει, είτε είναι σημαντικό είτε είναι ασήμαντο. Η συνείδηση αποτελεί τον μόνιμο ηθικό  οδηγό μας. Επειδή, όμως , μετά την πτώση του Αδάμ έχασε τη δύναμή της, τα πάθη, μη βρίσκοντας πια σοβαρή αντίσταση, μας παραδίνουν μέσω των λογισμών, των συναισθημάτων και των επιθυμιών σε άτοπες ιδιοτροπίες και άσεμνες συνήθειες. Ξαναδώσε, λοιπόν, στη συνείδησή σου την αρχική της δύναμη. Και υπάκουέ την απόλυτα. Νομίζω πως την έχεις ασκήσει όσο πρέπει, ώστε να διακρίνει σε κάθε περίπτωση το σωστό και να σε πληροφορεί τί πρέπει και τί δεν πρέπει να κάνεις. Ακολούθησέ την απαρέγκλιτα. Μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να κάνει οτιδήποτε αντίθετο στις υποδείξεις της, ακόμα κι αν αυτό θα σου στοιχίσει τη ζωή. Όσο πιο αποφασιστικά υπακούς στη συνείδηση, τόσο πιο πολύ θα την ισχυροποιήσεις. Και όσο πιο πολύ την ισχυροποιήσεις, τόσο πιο ολοκληρωμένα και έντονα θα σε κατευθύνει στο αναγκαίο και το αγαθό αλλά και  θα σε απομακρύνει από το περιττό και το ανώφελο. Έτσι, σιγά-σιγά, θ’ αποκατασταθεί η τάξη στον εσωτερικό σου κόσμο. Μια συνείδηση με ευλαβική μνήμη του Θεού είναι η πηγή της αληθινής πνευματικής ζωής. Θυμήσου τί είπαμε για το πνεύμα στην αρχή της αλληλογραφίας μας.
Τίποτ’ άλλο δεν χρειάζεσαι πέρα απ’ αυτούς τους δύο κανόνες. Συμπλήρωσέ τους μόνο με την υπομονή. Η επιτυχία, βλέπεις, όπως σου έχω ξαναπεί, δεν θα έρθει αμέσως. Πρέπει να περιμένεις, μοχθώντας επίμονα. Ναι, πρέπει να μοχθείς και, το σπουδαιότερο, να μην επιδιώκεις την ικανοποίηση του εαυτού σου ή την αρέσκεια του κόσμου.  Γιατί τόσο ο εαυτός σου  όσο και ο κόσμος θ’ αντιδράσουν ισχυρά στην απόφαση και τον αγώνα σου για μια νέα ζωή, ζωή πνευματική. Την αντίδρασή τους πρέπει να την αντιμετωπίσεις νικηφόρα, και γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεσαι εξίσου δύναμη και υπομονή. Φόρεσε, λοιπόν, την παντοδύναμη αυτή πανοπλία και μην αφήσεις ποτέ το ηθικό σου να καταπέσει, όσες δυσκολίες κι αν αντιμετωπίσεις. Όλα τα καλά θα έρθουν με τον καιρό∙ αυτή η ελπίδα να σε στηρίζει στην υπομονή σου. Είναι μια ελπίδα που επιβεβαιώνεται από τις εμπειρίες όλων όσων επιζήτησαν και κατόρθωσαν τη σωτηρία.
Αυτά είν’ όλα, λοιπόν! Πρώτον, ευλαβική μνήμη του Θεού∙ δεύτερον, υπακοή στη συνείδηση∙ τρίτον, υπομονή και ελπίδα. Εύχομαι, με τη βοήθεια του Κυρίου, να τα κατορθώσεις. 


 

Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
γράμματα σε μια ψυχή»
ΕΚΔΟΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΙΙΚΗΣ 2000



www.gonia.gr

Αρσένιος και Νικόλαος οι Ιβηροσκητιώται.Μέρος Α΄





*Απόσπασμα από το βιβλίο Περιγραφή των περιπλανήσεων και των ταξιδιών του Αθωνίτη μοναχού Παρθενίου στην Ρωσία, την Μολδαβία, την Τουρκία και τους Αγίους Τόπους, τ. VI, Μόσχα, 1856

Επιθυμώ τώρα να σας παρουσιάσω τον πλούτο του Αγίου Όρους, τους ασω­μάτους δηλαδή εκείνους που είναι κρυμμένοι στις ράχες και τις χαράδρες, στα δάση και τις κοιλάδες του Άθω, τους δούλους του Θεού, τους Αθωνίτες ασκητές...
Το Άγιον Όρος έχει δώσει στην Ουρά­νια Βασιλεία ένα πλήθος αγίων πατέρων, ιερομαρτύρων και μαρτύρων που στους παλιούς καιρούς υπέστησαν τα πάνδεινα από τους άθεους Άραβες, τους Σαρακηνούς και τους Τούρκους, όταν αυτοί αφάνισαν το Όρος, αποκεφάλισαν τους αδελφούς με τα ξί­φη, κατέκλεψαν τα υπάρχοντά τους και έκαψαν τα μοναστήρια αφήνοντας τα ερείπια. Αυτός είναι ο λόγος που δεν γνωρίζουμε σήμερα το παρελθόν του Άθω. Ξέ­ρουμε μόνο ότι εκεί κτίσθηκαν μοναστήρια από τους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο τον Μέγα και Θεοδόσιο τον Μέγα, καθώς και από την αυτοκράτειρα Πουλχερία. Ποιοι όμως έζησαν εκεί και με ποιο τυπικό δεν το ξέρουμε, γιατί όλα τα έγγραφα καταστρά­φηκαν από τους Σαρακηνούς...
Πολλά έχουν γραφεί για τους παλαιούς πατέρες σε βιβλία που έχουν το τίτλο Πατερικόν. Σ' ένα τέτοιο βιβλίο γράφει ότι κάποτε ενας μαθητής του Γρηγορίου του Σιναΐτη, που ζούσε στη σκήτη του Μαγου­λά, προσευχήθηκε στην Παναγία και ζή­τησε να του αποκαλυφθή αν στο Άγιον Όρος ήσαν πολλοί εκείνοι που κατάφεραν να σώσουν τις ψυχές τους. Άκουσε τότε μια φωνή που απευθυνόταν προς αυτόν μέσα στη νύχτα να του λέη να βγη έξω από το κελλί του και να κοιτάξη πέρα σ' ένα ψηλό βουνό. Βγήκε πράγματι έξω και είδε την Βασίλισσα των Ουρανών να στέκεται στην κορυφή του βουνού λάμποντας μέσα σε άρ­ρητο φως και να την περιβάλη ένα τεράστιο πλήθος από πύρινες στήλες. Και τότε άκου­σε πάλι την φωνή να του λέη: «Βλέπεις αυ­τό το αναρίθμητο πλήθος των πυρίνων στηλών; Αυτοί όλοι είναι Αθωνίτες πατέ­ρες, που αν θελήσης να τους μετρήσης θα βρης ότι είναι περισσότεροι κι από τ' άστρα τ'ουρανού».
Θέλω τώρα να γράψω για τους πιο πρόσφατους πατέρες που διέπρεψαν στο Άγιον Όρος τον καιρό της σύντομης διαμονής μου εκεί και λίγο πριν απ’ αυτήν. Αυτοί ή­ταν πολυάριθμοι κι εγώ γνώρισα σχετικά λίγους. Αλλά από πού ν' αρχίσω και για ποιον να πρωτογράψω; Μου φαίνεται πως το σωστό είναι να γράψω πρώτα γι' αυτόν που ήμουνα συνδεδεμένος πιο στενά μαζί του και που υπήρξα αυτόπτης μάρτυς των αγώνων και των παλαισμάτων του, γι' αυ­τόν που ο ίδιος άκουσα τις ψυχοσωτήριες οδηγίες του, για τον γέροντα δηλαδή και πνευματικό μου, τον πατέρα Αρσένιο.
Τον Αρσένιο τον ανέστησε η Μεγάλη Ρωσία στις όχθες του μεγάλου και ένδοξου ποταμού Βόλγα. Γεννήθηκε στην πόλι Μπάλαχεν της επαρχίας Νιζέγκοροντ σε μία οικογένεια με μέτρια οικονομική κατάστασι. Οι γονείς του ήταν Ορθόδοξοι. Στο βάπτισμα του έδωσαν το όνομα Αλέξιος. Στην παιδική του ηλικία έμαθε ανάγνωσι και γραφή. Την νεότητά του την πέρασε μέσα σε κοσμικές φροντίδες, αλλά ο Κύρι­ος προβλέποντας ότι θα γινόταν εκούσιο κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος δεν τον άφησε να μολυνθή από τα πάθη της σαρκός. Σύντομα του ενέπνευσε την επιθυμία να μελετήση την Αγία Γραφή και τα έργα των Πατέρων. Τότε συνειδητοποίησε την ματαιότητα και την ψευτιά αυτού του κόσμου με τις ψυχοφθόρες του μέριμνες.
Όταν έγινε είκοσι χρονών εγκατέλειψε σπίτι και γονείς κι άρχισε να περιπλανάται σαν προσκυνητής στην Ρωσία. Τα θεμέλια της μοναχικής του ζωής τα έβαλε στην έρημο του κοινοβίου Πέσνοσα που βρισκόταν στην περιφέρεια της Μόσχας. Εκεί έγινε μέλος της αδελφότητος και πέρασε τρία χρόνια σε υπακοή. Μετά του ήλθε η ε­πιθυμία να ταξιδεύση στο εξωτερικό και να πάη στα μοναστήρια της Μολδαβίας, που τότε ήταν στις δόξες τους με τους μεγάλους γέροντες και τους ασκητές τους. Όταν εξο­μολογήθηκε την επιθυμία του στον πνευ­ματικό του πατέρα, εκείνος έδωσε την ευ­λογία του, κι έτσι ο Αλέξιος, παρά τις αντιρρήσεις του ηγουμένου, ξεκίνησε για το ταξίδι του.
Όταν έφθασε στο Κίεβο προσκύνησε τα άγια λείψανα των θαυματουργών αγίων και βρήκε εκεί ένα συνταξιδιώτη που τον έλεγαν Νικήτα και καταγόταν από την ε­παρχία της Τούλα. Αυτός ο Νικήτας ήταν ο μετέπειτα μόνιμος σύντροφός του για σα­ράντα και πλέον χρόνια μέχρι τον θάνατό του και ήταν εκείνος που μαζί του μοιρά­σθηκε όλες τις θλίψεις, τους μόχθους και τους αγώνες του. Μαζί προσευχήθηκαν στους θαυματουργούς αγίους του Κιέβου, πήραν την ευλογία τους και ξεκίνησαν για το ταξίδι τους.
Όταν έφθασαν στην Μολδαβία επισκέφθηκαν όλα τα μοναστήρια και τις σκήτες της. Στην σκήτη Μπαλασέφσκι βρήκαν ένα πνευματικό πατέρα και οδηγό και του εμ­πιστεύθηκαν τις ψυχές και τα σώματα τους. Σε μικρό χρονικό διάστημα εκείνος τους έκειρε μοναχούς και στον μεν Αλέξιο έδωσε το όνομα Άβελ, στον δε σύντροφο και συν­αγωνιστή του έδωσε το όνομα Νίκανδρος. Μετά από λίγο χρόνο ο οδηγός και ποιμέ­νας τους βλέποντας τα σπουδαία παλαίσματα και την ταπεινοφροσύνη τους, υπο­χρέωσε τον π. Άβελ να λάβη την ιερωσύνη, γιατί δεν είχε κανένα κώλυμα και κα­τείχε καλά τις Γραφές.
Η ιερωσύνη όμως του φαινόταν πολύ βαρειά και γι' αυτό εκλιπαρούσε με πολλά δάκρυα τον πνευματικό του πατέρα να μην βάλη στους ώμους του τέτοιο μεγάλο βά­ρος, που ήταν πάνω από τις δυνάμεις του, αλλά να τον αφήση να υπηρετή τον Κύριο σαν απλός μοναχός. Ο γέροντάς του τού είπε τότε ότι όποιος θέλει να κάνη υπακοή δεν επιτρέπεται να έχει δική του γνώμη, αλλά πρέπει απλώς να κάνη αυτό που του λένε. Δεν πρέπει αυτός να επιχειρή να διδάσκη τον γέροντά του, αλλά αντίθετα πρέ­πει να κάνη υπακοή ακόμη και μέχρι την ώρα του θανάτου του. Ο Άβελ έβαλε με­τάνοια στον γέροντά του και είπε: «Συγ­χώρα με, άγιε πάτερ! Αμάρτησα· κάνε όπως σε αναπαύει».
Σύντομα χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και μετά ιερομόναχος και με τη σύμφωνη γνώμη των αδελφών της σκήτης έγινε πνευματικός. Ακόμη όμως και όταν έγινε ιερομόναχος δεν άλλαξε ως προς την υπακοή και την ταπείνωσι. Υποτασσόταν στον γέροντά του έστω και αν εκείνος δεν ήταν ιερέας και δεν άρχιζε τίποτε δίχως την ευ­λογία του. Επί δεκαοκτώ χρόνια τόσο αυ­τός όσο και ο παραδελφός του ο Νίκανδρος ήσαν υποταγμένοι στον ποιμένα και οδηγό τους με τέλεια υπακοή και εκκοπή του θε­λήματός τους.
Μετά τον θάνατο του γέροντα παρ' όλο που ο π. Νίκανδρος επιθυμούσε να έχη για πνευματικό οδηγό του τον π. Άβελ, επει­δή ήταν Ιερομόναχος και πνευματικός, ε­κείνος δεν συμφωνούσε για κανένα λόγο να γίνη γέροντάς του, άλλα επέμενε ότι έπρε­πε να ζουν σαν αδελφοί κάνοντας υπακοή ο ενας στον άλλο. Αφού έζησαν έτσι για λί­γο διάστημα, είχαν και οι δύο μια αποκάλυψι από το Θεό, που τους διέτασσε να πά­νε στο Άγιον Όρος και να παραμείνουν εκεί μέχρι τον θάνατο τους. Αυτή την αποκάλυψι την εξομολογήθηκαν ο ένας στον άλλο και άρχισαν να προετοιμάζωνται για την αναχώρησί τους.
Όταν το έμαθαν αυτό οι αδελφοί της σκήτης και οι πατέρες από τα άλλα μοναστήρια άρχισαν να τους λένε ότι σ' αυτούς τους ταραχώδεις καιρούς θα τους ήταν α­δύνατο να πάνε όχι μόνο στο Άγιον Όρος, αλλά ούτε καν στην Τουρκία, ότι όλοι όσοι κατοικούσαν στο Όρος είχαν φύγει, ότι το Όρος ήταν τώρα γεμάτο Τούρκους και λη­στές, τα μοναστήρια τα έλεγχαν οι Τούρκοι και ήταν κλειστά, τα κελλιά τα είχαν κα­ταλάβει ληστές και σ' όλη την επικράτεια της Τουρκίας δεν επιτρεπόταν η μετακίνησις Χριστιανών και ότι παντού έτρεχε πο­τάμι το χριστιανικό αίμα. Αλλά ο π. Άβελ τους απαντούσε: «Άγιοι πατέρες, πρά­γματι έτσι είναι, όπως τα λέτε. Αυτό το ξέ­ρουμε. Αφού όμως αυτό το θέλει ο Θεός, ας γίνη το θέλημά Του».
Οι πατέρες έλεγαν την αλήθεια, γιατί πριν από λίγο μόνο καιρό οι Τούρκοι είχαν σκοτώσει τον Πατριάρχη Γρηγόριο[1] και υπήρχε μεγάλη αναταραχή στην Κωνσταντινούπολι. Ο π. Άβελ ένοιωθε ότι η αποκάλυψις ήταν μια κλήσις από τον Θεό, που το άγιο θέλημά Του ήταν να πάη στον Άθωνα. Γι' αυτό δεν έδινε σημασία στις συμβουλές των ανθρώπων, αλλά πίστευε ακλόνητα ότι ο Θεός δεν θα επέτρεπε να δοκιμασθή πάνω από τις δυνάμεις του. Ο π. Νίκανδρος σαν άνθρωπος δίσταζε, αλλά ο π. Άβελ τον στήριξε λέγοντας του ότι εί­ναι πάντα καλύτερα να υπακούη κανείς στον Θεό παρά στους ανθρώπους. Προε­τοιμάσθηκαν λοιπόν για να φύγουν. Ό,τι είχαν τα μοίρασαν στους αδελφούς και κρά­τησαν μόνο χρήματα και βιβλία για το τα­ξίδι.
Πήγαν πρώτα στην Γαλικία κι εκεί ναύλωσαν ένα καΐκι και σάλπαραν για την Κωνσταντινούπολι. Όταν όμως έφθασαν εκεί συνάντησαν μόνο θλίψεις και δάκρυα. Το ελληνικό αίμα έτρεχε ποτάμι στους δρό­μους και οι Έλληνες τους έλεγαν: «Πατέ­ρες, γιατί ήλθατε σε μας τώρα; Μήπως για να μοιρασθήτε μαζί μας τον καιρό των ο­δυνών μας; Εκεί στην Μολδαβία που ή­σασταν δεν σφάζουν τόσα κριάρια όσους δι­κούς μας ανθρώπους σφάζουν εδώ σήμερα — εκατοντάδες κάθε μέρα μέσα στις πλα­τείες, μπροστά στα μάτια όλων και κανείς δεν ξέρει πόσοι σκοτώνονται κρυφά στα σο­κάκια. Πηγαίνετε πίσω στη Μολδαβία, γιατί είναι αδύνατο να πάτε στο Άγιον Όρος, όσο κι αν το θέλετε. Από την θά­λασσα δεν μπορείτε να πάτε γιατί δεν τα­ξιδεύουν καράβια και η στεριά είναι γεμά­τη κλέφτες, ενώ το Άγιον Όρος έχει κι αυτό γεμίσει από ληστές. Οι Τούρκοι κα­τοικούν στα μοναστήρια μαζί με τους μο­ναχούς».
Οι πατέρες μας όμως πίστευαν ακράδαν­τα και ήλπιζαν ότι θα τα κατάφερναν να φθάσουν στο Άγιον Όρος. Εκείνη την ε­ποχή στην Κωνσταντινούπολι το ψωμί ή­ταν πολύ ακριβό κι αυτοί, που ήδη είχαν ξοδέψει ένα μέρος από τα χρήματά τους για το ταξίδι και τα υπόλοιπα για τρόφιμα, δεν είχαν τώρα καθόλου χρήματα και κα­νείς δεν ήθελε τα βιβλία τους. Πέρασαν λοι­πόν εκείνο τον χειμώνα στην Κωνσταντι­νούπολι ζώντας από ελεημοσύνες και κα­τάφεραν όχι μόνο να συντηρηθούν οι ίδιοι, άλλα και να συντηρήσουν πολλούς φτωχούς Ελληνες. Το τι θλίψεις πέρασαν εκεί αυτό το διάστημα μόνο ο Θεός που τους έστειλε γνωρίζει.
Με τις βροχές της άνοιξης, οι πατέρες εμπιστεύθηκαν τα βιβλία τους σε κάποιον Έλληνα και ξεκίνησαν για το Άγιον Όρος από την στεριά. Για τις δοκιμασίες, τις ατυχίες και τα χτυπήματα που υπέμειναν στην διάρκεια του ταξιδιού τους μόνος μάρτυρας είναι ο Θεός. Τους δοκίμασε σαν τον χρυσό στο χωνευτήρι, για να τους κάνη λαμπρότερους. Σχεδόν κάθε ώρα δέχονταν επιθέσεις από ληστές, δεν είχαν όμως τίπο­τε για να τους πάρουν. Χρήματα δεν είχαν καθόλου και τα ράσα τους ήταν κουρελιασμένα. Άλλοι τους χτυπούσαν, άλλοι τους έπαιρναν και το τελευταίο ξεροκόμματο που είχαν, κι άλλοι τους τυρανούσαν πρώ­τα και μετά τους άφηναν να φύγουν. Έτσι συνέχισαν να ταξιδεύουν πάνω από ένα μή­να και τελικά έφθασαν στο Άγιον Όρος.
Τι βρήκαν εκεί; Οι μοναστικοί οικισμοί ήταν εγκαταλελειμένοι και οι κήποι είχαν γίνει ένα με τα δάση· τα μοναστήρια ήταν κλειδωμένα και ο στρατός της Βασίλισσας των Ουρανών είχε διασκορπισθή σε διάφορες χώρες. Μερικοί κρύβονταν σε αδιαπέ­ραστα δάση, σε λόφους και σε σπηλιές και άλλοι ήσαν κλειδωμένοι μέσα στα μοναστήρια. Πολύ λίγοι ήσαν αυτοί που κυκλο­φορούσαν. Οι πατέρες μας πήγαν κατ' ευ­θείαν στην Έφορο του Αγίου Όρους, στο μοναστήρι των Ιβήρων, στην θαυματουρ­γή εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας. Όταν έφθασαν στην πύλη της μονής οι Ιβηρίτες πατέρες τους υποδέχθηκαν και τους ωδήγησαν στην εκκλησία να γονατί­σουν μπροστά στην Βασίλισσα των Ουρα­νών. Όταν πήγαν εκεί και είδαν την εικό­να αισθάνθηκαν μεγάλη χαρά, έπεσαν στα γόνατα, έχυσαν πολλά δάκρυα και την παρακάλεσαν να τους δεχθή στο περιβόλι της.
Επίσης χάρηκαν πολύ και θαύμασαν που σε τέτοιους ανήσυχους καιρούς, όταν οι στρατιώτες της (οι μοναχοί) είχαν όλοι διασκορπισθή, εκείνη, η Άνασσα και Υπέρμαχος Στρατηγός, παρέμενε στην θέσι της, λαμπρή και περιχαρής με την μεγάλη στολή της, κεκοσμημένη με χρυσό, ασήμι και πολύτιμες πέτρες. Το μοναστήρι ήταν γεμάτο Τούρκους, αλλά δεν μπορούσαν να κλέψουν την εικόνα. Οι πατέρες μας ρώτησαν τους μοναχούς: «Γιατί δεν πήρατε την εικόνα να την κρύψετε κάπου μακριά; Πώς γίνεται και δεν της πήραν οι Τούρκοι τα στολίδια της; Γιατί δεν έκλεψαν τον πλού­το της;».
Οι Ελληνες πατέρες της μονής Ιβήρων τους απάντησαν: «Πού να την πάμε και γι­ατί; Αυτή είναι ο υπερασπιστής και προ­στάτης μας και ο φρουρός του Αγίου Όρους. Μπορεί να μας έχη τιμωρήσει για τις αμαρτίες μας, αλλά δεν άπέστρεψε το πρόσωπο της από μας και παραμένει μαζί μας. Με τον τρόπο που μας κοιτάζει τόσο ευτυχισμένα έχουμε ακόμα ελπίδα ότι οι θλίψεις μας θα περάσουν. Το μόνο που νοιώθουμε τώρα είναι η χαρά και η παράκλησις ότι η ουράνια Βασίλισσα παραμένει μα­ζί μας. Κι όταν οι Τούρκοι μας προκαλούν ανυπόφορες θλίψεις και στερήσεις τρέχουμε σ' αυτήν και βρίσκουμε παρηγοριά στις λύ­πες μας. Ρωτάτε γιατί οι Τούρκοι δεν αφαίρεσαν τους θησαυρούς της. Όχι μόνο δεν μπορούν να τους πάρουν, αλλά ούτε και να μπουν σ' αυτό το μικρό παρεκκλήσι. Πάνε τρία χρόνια τώρα από τότε που κα­τοικούν στο μοναστήρι κι ακόμη δεν πάτησαν το πόδι τους σ' αυτήν την εκκλησία. Όταν θυμώσουν μαζί μας κι αρχίζουν να μας ζητούν χρυσάφι, ασήμι και εκκλησια­στικά σκεύη, τους λέμε ότι δεν έχουμε τί­ποτε —αν και τα έχουμε, αλλά είναι κρυμ­μένα μακρυά και δεν θα τους τα παραδίνα­με κι αν ακόμη μας βασάνιζαν. Τους δεί­χνουμε αυτήν την αγία εικόνα και τους λέ­με: “Να, σ' αυτήν την εικόνα υπάρχει πο­λύ χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμες πέτρες. Αν θέλετε πάρετε”. Αυτοί όμως στέκονται στην πόρτα και λένε: “Αυτήν δεν μπορούμε να την πλησιάσουμε- κοιτάξτε με τι θυμό μας κοιτάζει!” Και φεύγουν ντροπιασμένοι. Ευχαριστούμε λοιπόν την Παντάνασσα που προστατεύει την εικόνα της και σώζει και σκέπει εμάς τους αμαρτωλούς. Την ευχαριστούμε ακόμη και γιατί έστειλε τους Τούρκους για να μας ταπεινώση για τις αμαρτίες μας. Αν δεν ήταν κι αυτοί εδώ, οι κλέφτες θα τα είχαν λεηλατήσει όλα και θα μας είχαν κυριολεκτικά ρημάξει.
Θα σας πούμε ακόμη κάτι. Πριν από ένα χρόνο περίπου υπήρχε τόση σύγχυσις και ανησυχία στο Άγιον Όρος που όλοι οι εναπομείναντες Αθωνίτες πατέρες ήθελαν να φύγουν. Πριν από την σύγχυσι αυτή οι Αγιορείτες μοναχοί ήταν σαράντα χιλιά­δες, τώρα όμως έχουν μείνει μόνο χίλιοι, αλλά κι αυτοί ήθελαν να φύγουν και να πά­νε ποιος ξέρει πού. Νόμιζαν ότι η Θεομήτωρ είχε εγκαταλείψει εντελώς το Άγιον Όρος και γι' αυτό ερήμωσε. Όταν όμως άρχισαν να το συλλογίζωνται σοβαρά, η Γοργοεπήκοος Άνασσα, η Υπέρμαχος Στρατηγός και Θεοτόκος εμφανίσθηκε σε πολλούς πατέρες και ερημίτες και τους εί­πε: “Γιατί φοβάσθε και γιατί ταράσσεται η καρδιά σας με τέτοιες σκέψεις; Ολα αυτά θα περάσουν και θα ξεχασθούν και το Άγιον Όρος θα γεμίση πάλι από μοναχούς. Προσέξτε, σας υπόσχομαι ότι όσο βρίσκε­ται η εικόνα μου στην Μονή των Ιβήρων στο Άγιον Όρος δεν έχετε να φοβηθήτε τίποτε. Επιστρέψτε λοιπόν στα κελλιά σας. Όταν όμως φύγω από την μονή Ιβή­ρων, τότε ας πάρη ο καθένας τον ντορβά του κι ας πάη όπου θέλει”. Και τώρα όλοι οι ερημίτες έρχονται στο μοναστήρι μας κάθε Κυριακή και κοιτάζουν να δουν εάν η Θεοτόκος βρίσκεται στην θέσι της. Κι όταν βεβαιώνονται επιστρέφουν πάλι στα κελλιά τους στην έρημο».
Όταν τ' άκουσαν αυτά οι πατέρες μας χάρηκαν πολύ, πρώτα γιατί η Παναγία εξακολουθούσε να προστατεύη τους μοναχούς, κι υστέρα επειδή υπήρχαν ακόμη τό­σοι πολλοί ερημίτες.
Κατόπιν οι Ιβηρίτες πατέρες τους ωδήγησαν στον ξενώνα όπου και ξεκουράσθηκαν μία ολόκληρη εβδομάδα. Μετά τους είπαν: «Άγιοι πατέρες σας αναπαύσαμε, αλλά σας παρακαλούμε μη μας επιβαρύνε­τε άλλο, γιατί δεν έχουμε χώρο ούτε και για τους δικούς μας. Εχουμε εδώ σαράντα Τούρκους και δεν έχουμε με τι να τους ταΐ­σουμε. Παντού τριγυρνούν κλέφτες κι εμείς δεν διαθέτουμε κανένα εισόδημα. Μπορεί­τε να πάτε στην σκήτη μας, να πάρετε ένα κελλί μ' ένα μικρό παρεκκλήσι και να μεί­νετε εκεί. Θα καλλιεργήτε τον κήπο, θα κάνετε κανένα εργόχειρο κι έτσι θα κατα­φέρετε κάπως να συντηρηθήτε. Αν χρειασθήτε τίποτε εμείς θα σας βοηθήσουμε και μπορείτε να έρχεσθε όποτε θέλετε στο μο­ναστήρι για να κοιμάσθε».
Οι πατέρες μας ευχαρίστησαν τους Ιβηρίτες για την φιλοξενία τους, πήραν ένα κελλί στην σκήτη κι άρχισαν να ζουν πλέον εκεί. Καλλιεργούσαν τον κήπο και σκάλι­ζαν ξύλινα κουτάλια, αλλά εκείνη την επο­χή δεν υπήρχε κανείς για ν' αγοράση το εργόχειρό τους. Ετσι έζησαν εκείνους τους ταραγμένους καιρούς για τέσσερα χρόνια και περισσότερο. Το πώς συντηρούνταν μόνο ο Θεός το ξέρει· αυτοί δεν έλεγαν τί­ποτε σε κανένα. Εκείνη την εποχή ήταν δύσκολο να βρεθή ψωμί. Πολλές φορές ρώ­τησα τον γέροντά μου: «Άγιε πάτερ, τι τρώγατε εκείνους τους δύσκολους καιρούς;» Κι αυτός μου απαντούσε: «Και τι λέει ο Κύριος στο Ευαγγέλιο; Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν[2]». Έτσι τρέφονταν οι πατέρες μας κι όχι μόνον αυτοί, αλλά πάνω από χίλιοι ε­ναπομείναντες στο Άγιον Όρος· τους έ­τρεφε ο Θεός!
Εκείνα τα χρόνια απέκτησαν μεγάλους πνευματικούς θησαυρούς. Μέσα στις θλί­ψεις και την υπομονετική αντιμετώπισι των σωματικών στερήσεων άνθισαν και ω­ρίμασαν και έδωσαν καρπούς. Ο Κύριος, ο Ουράνιος Βασιλεύς τους αντάμειψε για τις στερήσεις αυτές με δώρα του Αγίου Πνεύ­ματος και τους βοήθησε να κατανικήσουν τον εχθρό διάβολο, τον προαιώνιο αντίπα­λο, και να υπερνικήσουν τα πνευματικά και σωματικά τους πάθη. Έφθασαν στο γαλή­νιο λιμάνι της πνευματικής ειρήνης και της σιωπής, στην ένωσι δηλαδή του νου τους με τον Θεό. Ο Θεός έδωσε στον μεν π. Άβελ το χάρισμα της διακρίσεως και της διοράσεως, στον δε π. Νίκανδρο το χάρισμα των δακρύων. Ο π. Νίκανδρος θρηνούσε πράγ­ματι με δάκρυα μέρα και νύχτα μέχρι τον θάνατο του.
Όταν μετά την ταραχώδη αυτή και θλιβερή εποχή ευδόκησε ο Κύριος να στείλη ειρήνη στην χώρα, oι στρατοί και τα φουσάτα νικήθηκαν, οι ληστές εξαφανίσθηκαν και αποκαταστάθηκε η ηρεμία. Τότε άρχι­σαν και οι αδελφοί να επιστρέφουν στο Όρος και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί λαϊκοί να το επισκέπτωνται κατά μεγάλες ομάδες για προσκύνημα. Τότε άρχισαν ν' αγοράζωνται και τα εργόχειρα των γερόντων. Ήλθε ένας έμπορος και τους τα αγόρασε όλα. Οι δικοί μας πατέρες πούλησαν όλα τους τα κουτάλια και πήραν δύο χιλιάδες λέβα[3], δηλαδή τετρακόσια ρούβλια. Ο π. Νίκανδρος καταχάρηκε και είπε: «Δόξα τω Θεώ, τώρα θα εξοικονομήσουμε τις ανάγ­κες μας». Ο π. Άβελ κούνησε το κεφάλι του και είπε: «Ναι, τώρα θα τις εξοικονο­μήσουμε».
Μετά από λίγες μέρες ήλθε κάποιος λαϊ­κός και ζητούσε ελεημοσύνη. Ο π. Άβελ τον ρώτησε: «Από πού είσαι και τι χρειά­ζεσαι;» Ο λαϊκός του απάντησε με δάκρυα: «Άγιε πάτερ, είμαι από την Χίο και oι Τούρκοι έπιασαν αιχμαλώτους την γυναί­κα και τα παιδιά μου και θέλουν πέντε χι­λιάδες λέβα για να τους ελευθερώσουν. Ό­λο τον περασμένο χρόνο γύριζα και ζητού­σα ελεημοσύνη και κατάφερα, δόξα τω Θε­ώ, να μαζέψω τρεις χιλιάδες λέβα, μα χρει­άζομαι ακόμη δύο χιλιάδες. Με την δύναμι του Θεού θα τα μαζέψω και αυτά σιγά-σιγά». Όταν τ' άκουσε αυτά ο γέροντας μας του είπε: «Έλα μέσα στο κελλί μου και κάπως θα σε βοηθήσω». Μπήκε πράγ­ματι στο κελλί ο λαϊκός και τότε ο π. Άβελ πήρε όλα τα χρήματα που είχε και του τα έδωσε λέγοντας: «Πάρ' τα αυτά και πή­γαινε να εξαγοράσης την γυναίκα και τα παιδιά σου». Ο λαϊκός τότε απάντησε: «Γέροντα, γιατί με κοροϊδεύεις; Έτσι κι αλλοιώς έχω τις στενοχώριες μου· δώσε μου ένα λεβ και θα φύγω». Ο π. Άβελ του λέει πάλι: «Όχι, τέκνο μου, δεν σε κο­ροϊδεύω. Εγώ είμαι πνευματικός· πώς εί­ναι δυνατόν να σε κοροϊδέψω; Πάρε τα χρή­ματα και πήγαινε στην ευχή του Θεού». Ο λαϊκός άρχισε να κλαίη από την συγκίνησί του και τότε ο γέροντας του έβαλε στον κόρφο τα χρήματα και τον ξεπροβόδισε μέ­χρι την πόρτα. Ο λαϊκός έφυγε πετώντας από χαρά.
Όταν το είδε αυτό ο π. Νίκανδρος έχυσε πικρά δάκρυα και είπε: «Πάτερ, τι έκανες; Γιατί έδωσες όλα τα χρήματα; Τέσσερα χρόνια δουλεύαμε και νομίσαμε για μια στιγμή ότι θα καλύπταμε τις ανάγκες μας. Αλλά τώρα θα θρηνούμε πάλι». Ο γέρον­τάς μας όμως του είπε: «Αχ, π. Νίκανδρε, πότε θα γίνουμε τέλειοι μοναχοί; Ο Θεός μας καθοδηγεί τόσο καιρό μέσα από τις θλίψεις μας και συ ακόμα δεν απόκτησες σταθερότητα; Τότε που οι καιροί ήταν πραγματικά πολύ δύσκολοι Εκείνος μας έθρεψε και δεν θα μπορέση να μας θρέψη τώρα; Τώρα, δόξα τω Θεώ, τα εργόχειρα πουλιούνται. Θα δουλέψουμε πάλι και θα πουλήσουμε, αλλά τα περισσευούμενα χρήματα θα τα δίνουμε για τον θησαυρό του Θεού. Και γιατί να σκοτιζόμαστε για χρήματα που δεν είναι δικά μας; Αυτά τα χρή­ματα ήδη μας απέσπασαν το νου από τον Θεό. Στεκόμαστε στην προσευχή αλλά σκεφτόμαστε τα χρήματα. Ο Κύριος είπε: όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών εκεί έσται και η καρδία υμών[4]. Ας είναι λοιπόν κι ε­μάς ο θησαυρός μας μ' Εκείνον και οι καρ­διές μας θα 'ναι κι αυτές μαζί Του». Τότε ο π. Νίκανδρος έπεσε στα πόδια του με συντριβή, θρήνησε και ζήτησε συγχώρησι κι από την ώρα εκείνη δεν έδειξε ενδιαφέ­ρον για τίποτε, αλλά μόνο έκλαιγε μέχρι τον θάνατο του.
Γρήγορα έγιναν και οι δύο μεγαλόσχη­μοι. Ο π. Άβελ ο πνευματικός έγινε μεγαλόσχημος από κάποιον μεγαλόσχημο μοναχό Αρσένιο και πήρε κι αυτός το όνο­μα Αρσένιος. Μετά έκαμε ο ίδιος μεγαλό­σχημο τον π. Νίκανδρο και τον ωνόμασε Νικόλαο. Άρχισαν λοιπόν να ζουν σαν γέ­ροντας και υποτακτικός και πέρασαν δέκα χρόνια στην σκήτη του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που λέγεται σκήτη των Ι­βήρων. Όταν αυξήθηκε ο αριθμός των α­δελφών της σκήτης άρχισαν οι πολλές συ­ζητήσεις και παρουσιάσθηκαν πολλά βιοτι­κά προβλήματα που χρειαζόταν προσοχή εξ' αιτίας των λαχανόκηπων και των περι­βολιών. Αυτό έπεσε βαρύ για τους πατέρες μας και αποφάσισαν να αποσυρθούν στην εσώτερη έρημο, στην απόλυτη σιωπή, για να μην έχουν βιοτικές και κοσμικές μέρι­μνες και για να μπορούν να ζουν μόνοι με τον Θεό, γιατί ο πραγματικός εραστής της ερήμου και ησυχαστής δεν μπορεί να υποφέρη τα πολλά λόγια και τις μάταιες φρον­τίδες.
Άφησαν λοιπόν το κελλί της σκήτης και πήραν ένα άλλο κελλί αφιερωμένο στον Ά­γιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που βρισκό­ταν πάνω σ' ένα λοφίσκο στην περιοχή που η έρημος ήταν σχεδόν αδιαπέραστη και απ­είχε μία ώρα από την σκήτη και μία ώρα από την Μονή των Ιβήρων. Παλαιότερα αυτό το κελλί ήταν μεγάλο, αλλά κατά την διάρκεια των ταραχών καταστράφηκε σχε­δόν από τα θεμέλια. Το ξανάχτισαν λοιπόν μόνοι τους αλλά μικρότερο, έκαναν αγια­σμό στην εκκλησία και ξεχώρισαν δύο δω­μάτια. Εκεί άφησα κι εγώ τους βοστρύ­χους των μαλλιών μου, γιατί σ' αυτό το κελλί έκειραν μοναχό εμένα τον άθλιο. Οι πατέρες τότε έβαλαν τα θεμέλια της νέας τους ζωής σύμφωνα με τους κανόνες της ερήμου. Δεν είχαν καμία κοσμική φροντί­δα· ούτε κήπο είχαν, ούτε περιβόλι. Αν και υπήρχαν γύρω ελαιόδενδρα, αυτοί δεν τα φρόντιζαν. Μόνον όταν ωρίμαζε ο καρ­πός προσλάμβαναν κάποιον δικό τους άν­θρωπο για να μαζέψη τις ελιές. Εγώ υπήρξα αυτόπτης μάρτυς της αυστηρής τους ζωής και πολλές φορές κοιμήθηκα στο κελλί τους.
Μελέτησα καλά τον τρόπο ζωής τους και ήθελα κι εγώ να μείνω μαζί τους και να μάθω από αυτούς τον μοναχισμό. Εκείνοι όμως δεν δέχονταν κανένα κι έλε­γαν: «Κανείς δεν μπορεί να ζήση μαζί μας. Εμείς οι ίδιοι καταλήξαμε σ' αυτόν τον τρόπο ζωής μόνο αφού πέρασαν τριάντα ολόκληρα χρόνια κι ακόμη τώρα έχουμε πειρασμό και υποκύπτουμε. Το πνεύμα είναι πρόθυμο, αλλά η σαρξ ασθενής κι αν δεν ήταν η Χάρις του Θεού να μας δυναμώνη δεν θα τα καταφέρναμε».
Μετά τον ερχομό τους στο Άγιον Όρος ο π. Νικόλαος έζησε δεκαεννιά χρόνια κι ο π. Αρσένιος εικοσιτέσσερα, κι όλο αυτό το διάστημα δεν έβαλαν στο στόμα τους ούτε ψάρι, ούτε τυρί, ούτε κρασί, ούτε λάδι. Η τροφή τους ήταν βρεγμένα παξιμάδια. Αυ­τά τα παξιμάδια τα έπαιρναν από την Μονή των Ιβήρων και τα κουβαλούσαν στην πλάτη τους μέχρι τον λόφο που ήταν το κελλί τους. Έτρωγαν επίσης και μελιτζά­νες τουρσί βουτηγμένες ή πασπαλισμένες σε κόκκινο πιπέρι και πάστωναν κόκκινες πιπεριές. Αυτή ήταν η καθημερινή τροφή τους· παξιμάδια, πιπεριές και μελιτζάνες και καμιά φορά λίγα κρεμμύδια, αν τους έφερνε κανείς. Τις αλατισμένες ελιές και τα σύκα τα είχαν μόνο για τους επισκέπτες. Αυτή ήταν η τροφή τους κι εγώ κάθισα πολλές φορές στο τραπέζι τους. Έτρωγαν πάντοτε μόνο μία φορά την ημέρα κατά τις τρεις το απόγευμα, ενώ την Τετάρτη και την Παρασκευή έκαναν απόλυτη νηστεία.
Το τυπικό τους ήταν το εξής: Μετά το γεύμα και μέχρι τον εσπερινό κλεινόταν στα κελλιά τους και μελετούσαν διάφορα πνευματικά συγγράμματα. Μετά έκαναν εσπερινό κατά την καθιερωμένη τάξι. Διάβαζαν πάντοτε προσεκτικά και με δάκρυα, ήσυχα και ταπεινά, δίχως να βιάζωνται. Μετά ακολουθούσε το απόδειπνο με ένα κανόνα της Παναγίας και η βραδυνή προ­σευχή. Όλη την νύχτα την περνούσαν άγρυπνοι με προσευχές και μετάνοιες. Όταν τους έπιανε ο ύπνος λαγοκοιμόνταν για λίγο καθιστοί, αλλά ποτέ πάνω από μία ώρα. Πιο συχνά όμως ούτε κι αυτή την ώρα δεν κοιμόνταν, αλλά βίαζαν τον εαυτό τους, έβγαιναν έξω και περπατούσαν μέσα στην νύχτα για να ξυπνήσουν. Δεν είχαν ρολόι, αλλά ήξεραν πάντα την ώρα, γιατί στους πρόποδες του λόφου, στην Μονή Ι­βήρων σήμαιναν τις ώρες με μία καμπάνα που την άκουγαν πάντα. Τα μεσάνυχτα πήγαιναν στην εκκλησία για κοινή προσευ­χή και διάβαζαν το μεσονυκτικό και τον όρθρο κατά την καθιερωμένη τάξι. Μετά τον όρθρο διάβαζαν πάντοτε ένα παρακλη­τικό κανόνα και τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Μετά ησύχαζαν στα κελλιά τους μέχρι την αυγή. Με το φως της αυγής άρχιζαν το εργόχειρό τους. Δούλευαν ξε­χωριστά ο καθένας κι έφτιαχναν από δέκα κουτάλια. Δεν αντάλλαζαν λέξι μεταξύ τους, εκτός αν ήταν κάτι απολύτως αναγ­καίο, αλλά παρέμεναν σιωπηλοί με νήψι και με συνεχώς αυξανόμενη νοερά προσευ­χή. Τα κουτάλια που σκάλιζαν ήταν πολύ απλά. Κατόπιν διάβαζαν τις Ώρες, έκαναν μία δέησι στην Παναγία και ακολουθούσε το γεύμα τους.
Ετσι περνούσαν μέρες και νύχτες με αδιάλειπτη προσευχή και εργόχειρο. Ο γέροντας ήθελε ανέκαθεν να λειτουργή συχνά, γι' αυτό όταν υπήρχαν πρόσφορα και νάμα γινόταν πάντα Θεία Λειτουργία. Συνήθως ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν αυτά. Τις πιο πολλές φορές έκαναν Λειτουργία οι δυο τους μόνο. Πολλές φορές παρα­κολουθούσα την Λειτουργία από τον πρό­ναο κι άκουγα την μελωδική τους ψαλμω­δία, που συνοδευόταν από δάκρυα κατανύξεως. Έβλεπα τότε δύο γέροντες εξαντλη­μένους και σκελετωμένους από την νηστεί­α· τον ένα όρθιο στο ιερό να κλαίη μπροστά στην Αγία Τράπεζα του Κυρίου και να μη μπορή από τα δάκρυα να προφέρη καλά-καλά τις εκφωνήσεις παρά μόνο με στεναγ­μούς καρδίας και τον άλλο να στέκεται στο αναλόγιο και να κλαίη κι αυτός. Έτσι, από τους λυγμούς και τα κλάμματα αλλά και από την φυσική τους αδυναμία σχεδόν δεν καταλάβαινα τι έλεγαν. Ναι, είναι α­λήθεια ότι λίγα μπορούσε ν' άκούση το ανθρώπινο αυτί, αλλά ο Κύριος άκουγε ο ίδιος την Λειτουργία τους γιατί, όπως είπε: Και επί τίνα επιβλέψω, αλλ' ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμοντα τους λό­γους μου;[5] Εδώ έψαλλαν τον Τρισάγιο Υμνο πραγματικά χωρίς καμία βιοτική φροντίδα και χωρίς ίχνος κοσμικών λογι­σμών. Εδώ παρευρισκόταν ο ίδιος ο Κύ­ριος κοντά τους, σύμφωνα μ' αυτά που μας υποσχέθηκε: Ου γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα εκεί ειμί εν μέσω αυτών[6].
Οι δύο γέροντες αγαπούσαν τόσο πολύ τον Κύριο, ώστε δεν ήθελαν να μακρύνουν απ’ Αυτόν ούτε για ένα λεπτό. Μοναδική χαρά τους ήταν η νοερή, καρδιακή και προφορική επικοινωνία μαζί Του. Οι συνομιλίες τους ήταν πάντα σχετικές με την προ­σευχή και την αγάπη του Θεού και του πλησίον. Αν κάποιος άρχιζε να μιλά υποτιμητικά για τον αδελφό του μπροστά τους, τότε εκείνοι σταματούσαν την συζήτησι. Α­γαπούσαν τον πλησίον τους πιο πολύ κι απ’ τον ίδιο τους τον εαυτό κι αυτό το έδειχναν με τις πράξεις τους. Αγωνίζονταν πάντοτε ώστε να είναι όλοι ειρηνεύοντες. Ποτέ δεν άφηναν κανένα απ’ αυτούς που έρχονταν στο κελλί τους για κάποιαν ανάγκη να φύ­γη στενοχωρημένος. Αν ήταν κανείς πικραμένος εξ αιτίας βιοτικών αναγκών, του έδιναν ό,τι μπορούσαν ακόμη και πάνω από τις δυνάμεις τους. Έβαλαν ενέχυρο τα τελευταία τους βιβλία κι αργότερα κατάφεραν με την βοήθεια του Θεού να τα πά­ρουν πίσω. Αν κανείς είχε πνευματική θλίψι, τον παρηγορούσαν με ευχάριστες συζη­τήσεις. Σ' αυτούς οι πτωχοί έβρισκαν βοή­θεια, οι τεθλιμμένοι παράκλησι και οι ασταθείς λόγω αμαρτιών και παθών γρήγο­ρη επαναφορά στην ευθεία οδό και ελευθε­ρία από τις κακές τους έξεις.
Θα μιλήσω τώρα για τον εαυτό μου. Όταν ήλθα στο Άγιον Όρος δεν είχα σχε­δόν ούτε ένα καπίκι[7]. Ο π. Αρσένιος μου έδωσε ευλογία να μάθω να σκαλίζω κου­τάλια, μα δεν είχα χρήματα ν' αγοράσω εργαλεία. Όταν του το ανέφερα εκείνος απάντησε: «Μη στενοχωριέσαι». Πήρε ένα σακκούλι από το παράθυρο, άδειασε τα χρήματα που είχε μέσα, τα μέτρησε και μου τα έδωσε λέγοντας: «Πάρ' τα, έχω τριάντα λέβα μόνο». Εγώ τότε έκλαψα και είπα: «Άγιε Γέροντα, δεν άφησες τί­ποτε για σένα;» Εκείνος τότε είπε: «Θ' α­ποκτήσουμε αρκετά, μη νοιάζεσαι για μας, ο Θεός θα μας φροντίση. Πόσα χρειάζεσαι εσύ για τα εργαλεία;» Εγώ είπα: «Πενήν­τα λέβα». Πήγε τότε μέσα στο εκκλησάκι κι έφερε ένα βιβλίο. Μου το έδωσε και εί­πε: «Πήγαινε και δώσ' το ενέχυρο στον Κορένεβ και πάρε όσα χρήματα χρειάζε­σαι. Αργότερα εγώ θα το ξαναπάρω πάλι απ’ αυτόν». Ω, τι δάκρυα μου έφερε αυτή η συμπεριφορά του! Έκλαιγα σ' όλον τον δρόμο της επιστροφής και μέχρι τώρα δεν μπορώ να ξεχάσω αυτό το περιστατικό. Όποτε το θυμάμαι κλαίω. Το πρώτο πρά­γμα που ρωτούσε ο γέροντας ήταν: Λοι­πόν, είσαι ευχαριστημένος; Μήπως σου λείπει τίποτε;
Θα σας πω τώρα για ένα άλλο περιστατικό που έγινε στο πανηγύρι της Κοιμήσε­ως της Θεοτόκου. Ένας παραδελφός μου, ο Θεόκλητος, πήρε ό,τι χρήματα είχε, κά­που εκατόν πενήντα λέβα και ξεκίνησε για το πανηγύρι για ν' αγοράση ράσα και χον­τρή λινάτσα για ζωστικό. Όταν έφθασε εί­δε ότι είχε χάσει τα χρήματα κι αυτό τον στενοχώρησε πολύ κι άρχισε να θρηνή. Καθώς τον είδε ο πνευματικός π. Αρσένιος τον ρώτησε: «Γιατί είσαι τόσο λυπημένος;» Εκείνος του είπε ότι έχασε όλα του τα χρήματα κι ο γέροντας τον ρώτησε πάλι: «Έχεις πράγματι τόσο μεγάλη ανάγκη;» Κι αδειάζοντας το σακκούλι του τού έδωσε όλα τα χρήματα που είχε λέγοντας: «Να, πάρ' τα, έχω μόνο εξήντα λέβα. Πήγαινε κι αγόρασε ό,τι χρειάζεσαι.» Ο π. Θεό­κλητος πήρε τα χρήματα κι έφυγε, μετά ό­μως σκέφθηκε: «Εγώ είμαι νέος και μπο­ρώ να δουλέψω, αυτοί είναι γέροντες και αδύναμοι, αλλά και πάλι μου έδωσαν και το τελευταίο τους λεβ, γιατί πιστεύουν ότι ο Θεός θα τους φροντίση. Γιατί λοιπόν δεν θα φροντίση και μένα ο Θεός; Θα γυρίσω και θα τους δώσω τα χρήματα πίσω». Πή­γε λοιπόν πίσω κι έδωσε τα χρήματα στον π. Αρσένιο, αλλά εκείνος δεν τα έπαιρνε. Ο Θεόκλητος έπεσε τότε στα πόδια του και με πολλά δάκρυα τον εκλιπαρούσε να τα δεχθή. Ο γέροντας τέλος τα πήρε, στρά­φηκε όμως και τον ρώτησε: «Δεν θα μετανοιώσης;» «Όχι, άγιε Γέροντα», απάντησε ο Θεόκλητος, «δεν θα μετανοιώσω. Τώρα που πήρες πίσω τα χρήματα είμαι πολύ χαρούμενος».
Αφού έζησαν αρκετά χρόνια στην έρημο, τους ήλθε η επιθυμία να ταξιδεύσουν και να προσκυνήσουν τον Πανάγιο Τάφο. Ο Κύριος φρόντισε να ικανοποιήση σύντομα την επιθυμία των δούλων Του. Το 1836 ήλθε στο Άγιον Όρος από την Ρωσία ο ιερομόναχος Ανίκητος (πρίγκιπας Σικμάτωφ). Περιώδευσε όλο το Άγιον Όρος κι επι­σκέφθηκε και τους δύο ασκητές μας στο καλύβι τους στην έρημο. Συζήτησε μαζί τους διάφορα πνευματικά θέματα και μέσα του κινήθηκε μεγάλη αγάπη γι' αυτούς, ώ­στε διάλεξε τον π. Αρσένιο για πνευματι­κό του πατέρα. Μετά τους πρότεινε, αν ή­θελαν να πάνε μαζί του στα Ιεροσόλυμα. Αυτοί δέχθηκαν και ο πρίγκηπας χάρηκε πολύ που θα είχε τέτοια συντροφιά. Πήγαν λοιπόν στην αγία πόλι Ιερουσαλήμ και προσκύνησαν τον Ζωηφόρο Τάφο του Κυρίου και άλλα ιερά προσκυνήματα. Πέρα­σαν στα Ιεροσόλυμα όλο τον χειμώνα και την περίοδο του Πάσχα και μετά επέστρε­ψαν στο Άγιον Όρος κι εγκαταστάθηκαν πάλι στο καλύβι τους στην έρημο.
Όπως όμως άκουσα ο ίδιος από το στό­μα του γέροντα, μόνο ο Θεός γνωρίζει τι θλίψεις πέρασαν εκεί. Σ' όλη τους την ζωή δεν τους είχαν συμβεί τέτοιοι πειρασμοί. Ρώτησα λοιπόν τι είδους στενοχώριες ήταν αυτές και πώς συνέβησαν. Ήταν μήπως εξ αιτίας της ανέχειας; Ο Γέροντας απήντη­σε: «Όχι, όλα τα είχαμε άφθονα από τον Θεό κι από τους ανθρώπους. Απ' αυτήν την άποψι δεν γινόταν καλύτερα. Οι προ­σκυνητές μάς έδιδαν ευλογίες κι εμείς κατά το έλεος του Θεού τις μοιράζαμε σ' όλους τους φτωχούς Άραβες. Η στενοχώρια μας είχε άλλη αιτία. Επειδή ζήσαμε τόσα χρόνια στην έρημο, είχαμε σχεδόν ξεχάσει πώς είναι ο κόσμος κι εκεί κάτω βρεθήκα­με στο κέντρο της ίδιας της ματαιότητας. Και ακόμη πιο πολύ στενοχωρηθήκαμε γιατί δεν μπορούσαμε να νηστέψουμε. Όλοι μάς περιποιόνταν, μας προσκαλούσαν να τους επισκεφθούμε και μας τιμούσαν, κι εμείς που δεν μπορούσαμε να τα υποφέ­ρουμε όλ' αυτά θρηνούσαμε με πόνο και δεν βλέπαμε την ώρα να γυρίσουμε πίσω στο Άγιον Όρος. Μετά την επιστροφή τους ο π. Νικόλαος ζήτησε από το γέροντα του να μην αφήνη κανένα επισκέπτη να πηγαίνη στο κελλί του, για να έχη ησυχία.
Συνεχίζεται
Αγιορείτικη Μαρτυρία
Έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
Τεύχος 14-15



[1] Από εδώ μπορούμε να χρονολογήσουμε το κείμενο: Η απαγχόνισις του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε' έγινε το Πάσχα του 1821. Οι π. Άβελ και Νίκανδρος είχαν ήδη 18 έτη στην σκήτη Μπαλασέφσκι, άρα εκεί πήγαν γύρω στα 1803. Πριν από εκεί ο δόκιμος Αλέξιος έκανε 3 χρόνια υπα­κοή στη Μονή του Πέσνοσα, όπου πρέπει να πήγε γύρω στα 1800. Τότε είχε ήδη συμπληρώσει τα είκοσί του χρόνια, άρα η γέννησί του μπορεί να τοποθετηθή λίγο πρίν το 1780.

[2] Ματθ. ς' 33

[3] λεβ: το νόμισμα της Βουλγαρίας σήμερα

[4] Ματθ.ς'21
[5] Ησ.ξς'2
[6] Ματθ.ιη'20
[7] Υποδιαίρεσι του ρωσικού νομίσματος, το 1/100 του ρουβλίου




www.impantokratoros.gr