Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Βιογραφικά στοιχεία και μαρτύριο του Γέροντος Αρσενίου Παπατσιόκ




1. Σας παρακαλώ να μας ειπήτε κάτι από την ζωήν σας Γέροντα. Πού γεννηθήκατε, πού μεγαλώσατε;

Γεννήθηκα στις 15 Αυγούστου του έτους 1914 στο χωριό Μισλεάνου της κοινότητος Περιέτσι, του νομού Ιαλομίτσα και ήμουν το έβδομο παιδί της οικογενείας μας. Στον μοναχισμό εισήλθα στις 13 Ιανουαρίου του 1947, στο Μοναστήρι Κόζια, του νομού Ρίμνικου. Εκάρην μοναχός στις 26 Σεπτεμβρίου στο Μοναστήρι του αγίου Ανθίμου του Βουκουρεστίου. Ο π. Πετρώνιος, ηγούμενος της Σκήτης του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Άγιον Όρος, ήτο, ανάδοχος της κούρας μου. Αυτός μου έδωσε το όνομα Αρσένιος. Κατόπιν εστάλην στο Μοναστήρι Συχαστρία με εντολή του πατριάρχου Ιουστινιανού. Με εξέλεξαν ηγούμενο της Μονής και Γέροντας-Πνευματικός μας ήτο ο π. Κλεόπας. Εκείνη την εποχή ήμασταν στη Συχαστρία περί τα 120 άτομα.

Χειροτονήθηκα διάκονος στο χωριό Καλαμφιντέτσι και ιερεύς στο γυναικείο μοναστήρι του οσίου Αγάθωνος πλησίον της πόλεως Μποντοσάνι. Με εχειροτόνησε ο μητροπολίτης Ιασίου Σεβαστιανός. Ιερεύς έγινα ακριβώς μετά ένα χρόνο από την κουρά μου, δηλαδή στις 26 Σεπτεμβρίου 1950, ημέρα της μνήμης του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού, του Αποστόλου της Αγάπης. Το γεγονός αυτό με ενεθάρρυνε πολύ και δεν το θεωρούσα χωρίς σημασία στην μοναχική και ιερατική μου πορεία. Χειροθετήθηκα Πνευματικός για το μοναχικό Σεμινάριο του Νεάμτς μεταξύ των ετών 1950-52. Τότε ήμουν, μοναδικός Πνευματικός σ’ όλη τη Ρουμανία. Εξελέγην και ενθρονίστηκα ηγούμενος για την μονή Σλάτινα, του νομού Σουτσεάβα, όπου η Ιερά Σύνοδος με είχε στείλει εκεί με 30 μοναχούς από την μονή Συχαστρία.

Εκεί στην Σλάτινα με παρέλαβε η Αστυνομία Sigurimi. Μ’ επήραν απ’ την ακολουθία του Όρθρου στις δύο τα μεσάνυκτα. Εγώ ο ίδιος εκείνη τη στιγμή έκανα την Ακολουθία. Ενθυμούμαι ήλθαν 89 αξιωματικοί με τρία φορτηγά και δύο ιδιωτικά αυτοκίνητα. Όταν τους είδα να έρχωνται, τους είπα: «Σείσθηκε το βουνό και βγήκε ένα ποντίκι. Ημπορούσατε να με πάρετε ένα τηλέφωνο να έλθω μόνος μου. Γιατί εκάματε τόσο κόπο, τόσα έξοδα για ένα καλόγερο! Τι χρειαζόταν αυτό το θέατρο;»

Με μετέφεραν στο ανακριτήριο της Σουτσεάβας, πρωτεύουσας της Μολδαβίας. Με κατηγορούσαν ότι έγραφα διάφορα πράγματα και δεν ξέρω τι άλλο. Εν τω μεταξύ είχαν αρπάξει όλα τα βιβλία και τετράδιά μου. «Κύριοι», τους είπα, εάν με κατηγορείτε για κάτι, εγώ δεν παραδέχομαι τίποτε. Εσείς εύκολα ημπορείτε να με καταδικάσετε διαστρέφοντας τα πράγματα. Εγώ όμως δεν αναγνωρίζω κανένα έγγραφο που να μην έχη την υπογραφή μου».

Ήσαν πεπεισμένοι ότι εγώ έκανα προπαγάνδα, χωρίς ποτέ να εχω αναμιχθεί με το κόμμα. Δεν είχα άλλο ιδεώδες μέσα μου, παρά μόνο να αγωνίζομαι για την πίστι, να πεθαίνω για την πίστι και να πολεμώ με τις δυνάμεις του σκότους, για να έχω την ευτυχία κοντά στον Δεσπότη Χριστό μας.

Στο τέλος μου εκάλυψαν τα μάτια με μαύρο πανί και μ’ έβαλαν σ' ένα δωμάτιο ενός τετραγωνικού μέτρου και ύψους 5 μέτρων. Μέσα ήτο μία καρέκλα και τίποτε άλλο. Φορούσα μόνο το ζωστικό μου και εξάπλωνα πάνω στο τσιμέντο καθιστός, διότι δεν υπήρχε αρκετός χώρος να ξαπλώσω ευθεία το σώμα μου κάτω.
Την νύκτα άκουσα ένα ελαφρό κτύπο στον τοίχο. «Ποιος είναι:» ερώτησα. Ήτο ο π. Μάρκος. Είχε συλληφθεί κι αυτός. Ευρισκόταν στο διπλανό κελλί, των ιδίων διαστάσεων με το ιδικό μου.

Δεν ημπορείτε να αντιληφθήτε μέσα στον πόνο μου, τι χαρά ένιωσα να έχω δίπλα μου κάποιον άνθρωπο ιδικό μου! Αυτός ήτο μεγάλος ασκητής και εραστής του Θεού. Για τη μεγάλη καρτερία του τον θεωρούσαν φακίρη. Τόσο πολύ υπέμενε τους πόνους και τα βάσανα για τον Χριστό, ώστε δεν έβγαζε λέξι όταν του εξερίζωναν τα νύχια των χεριών και ποδιών του. Έλεγε στους άλλους συγκρατουμένους του με γενναιοψυχία και χριστιανική καύχησι: «Τους έκανα σκόνη τους αστυνομικούς».

Κατόπιν με μετέφεραν με το τυφλοπάνι στα μάτια στο Βουκουρέστι για την συνέχισι της ανακρίσεως, η οποία εκεί διήρκεσε 90 ημέρες. Ήτο η πιο βασανιστική περίοδος. Σ' έδερναν και σ' εσκότωναν μόνο και μόνο να συμφωνήσης με τις κατηγορίες τους. Τους έλεγα: Δεν είμαι ένοχος γι’ αυτό το πράγμα, κύριοι. Δεν ξέρω τον τάδε. Κόψτε μου το κεφάλι. Στο τέλος ευρήκαν αφορμή να με ενοχοποιήσουν με την «Φλεγόμενη Βάτο». «Φλεγόμενη Βάτος» ήτο μία ομάδα πνευματικών προσωπικοτήτων του Βουκουρεστίου και των περιχώρων, οι οποίοι κάθε εβδομάδα συγκεντρώνοντο στο Μοναστήρι του αγίου Ανθίμου και ησχολούντο με την συζήτησι και την μελέτη πατερικών βιβλίων. Ακόμη συνομιλούσαν πώς θα αντιμετωπίσουν ένα ουνίτη ιερέα, ο οποίος με τα κηρύγματά του τραβούσε πολλούς νέους κοντά του και είχε σταλεί από τον Πάπα σαν υπεύθυνος της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης. Με κατηγόρησαν λοιπόν ότι εκάναμε εκεί συγκεντρώσεις εναντίον του καθεστώτος της Χώρας.

Μετά από πολλές διαδικασίες ελευθερώθηκα από τις φυλακές, αλλά δεν γινόμουν δεκτός σε κανένα μοναστήρι, διότι οι ηγούμενοι και οι πατέρες εφοβούντο μήπως ενοχοποιηθούν ως συνεργάτες μου και κλεισθούν φυλακή. Ο πατριάρχης Ιουστινιανός μου έδωσε την ιδέα να πάω στο Κλουζ, εφημέριος σε κάποια ενορία, διότι τότε πολλές θέσεις ήσαν κενές, λόγω της συλλήψεως των ιερέων. Υπηρέτησα ως εφημέριος δύο χρόνια στην ενορία Κάτω και Άνω Φιλέα. Τότε εστάλην και ως ηγούμενος στο μοναστήρι Κέϊα του νομού Πράχοβα. Μετά από 6 χρόνια μεταφέρθηκα στο μοναστήρι Καλνταρουσάνι, όπου υπηρέτησα ως μέγας οικονόμος και γραμματεύς. Από εκεί με μετακίνησαν στο γυναικείο μοναστήρι Ντίντρου-Λεμν, όπου υπηρέτησα ως Πνευματικός και λειτουργός. Κατόπιν επί ενάμισυ χρόνο εργάσθηκα σαν λειτουργός στο Ανδρικό μοναστήρι Τσερνίκα, ενώ από το 1976 μεταφέρθηκα με εντολή του πατριάρχου στο μικρό μοναστήρι της αγίας Θεοτόκου Μαρίας, που είναι στην κωμόπολι Τέκιργκιολ της Κωνστάντζας. Εκεί υπηρετώ μέχρι τώρα ως Πνευματικός και λειτουργός των μοναζουσών Αδελφών και πολλών ευλαβών χριστιανών.

2. Ενθυμείσθε τα πρώτα βήματα σας που εκάνατε στην μοναχική ζωή;

Αδελφέ μου, από την αρχή της μοναχικής μου ζωής ήμουν συνεχώς υπό διωγμόν. Είχα πρόθεσι να επήγαινα στο μοναστήρι Φρασινέϊ, το οποίον είχε ένα μετόχι στην πόλι Ρίμνικου-Βίλτσεα. Εκεί συνάντησα τον ηγούμενο της Μονής. Δεν είχα ιδεί μοναστήρι στην ζωή μου μέχρι τότε και για το Φρασινέϊ είχα ακούσει. Δεν είχα πάει ποτέ. Δεν ήτο απών ο Θεός, αλλά έπρεπε να είσαι ικανός για να αντιληφθής την παρουσία του. Ήμουν μέσα στο τραίνο, τετάρτης θέσεως, με το βαγόνι που μετέφεραν και ζώα. Εκεί μία ομάδα νέων έψαλλαν θρησκευτικούς ύμνους.

Ήμουν τότε πολύ ευτυχισμένος που τους άκουγα και έλεγα μέσα μου: «Άκου σαν άγγελοι ψάλλουν...». Εκεί στο τραίνο συνάντησα και ένα περιηγητή, ο οποίος εγνώριζε όλα τα μοναστήρια. Αυτός ο άνθρωπος με διευκόλυνε σε όλα. Ήτο ο φύλαξ άγγελός μου, διότι εγώ ήμουν ξένος σ' αυτά τα μέρη. Ο μητροπολίτης Σιμπίου Αντώνιος έλεγε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ο μοναδικός στον κόσμο που γνωρίζει με λεπτομέρειες κάθε τι που σχετίζεται με τα μοναστήρια της Ρουμανίας. Αυτός ο άνθρωπος τόσο πολύ εξετίμησε τον λογισμό μου για την μοναχική ζωή, ώστε με μετέφερε ο ίδιος στο μοναστήρι Φρασινέϊ. (Το μοναστήρι αυτό κτίσθηκε από τον άγιο Καλλίνικο Τσερνίκας, επί-σκοπο του Ρίμνικου-Βίλτσεα το 1843.) Καθιερώθηκε άβατο από τον ίδιον και έτσι παραμένει μέχρι σήμερα. Ευρίσκεται στα βουνά της ιδίας περιοχής.

Ο Γέροντας Συμεών, ηγούμενος της Μονής, μου είπε: «Δεν σε δέχομαι αδελφέ μου. Βλέπω ότι είσαι ολιγογράμματος και δεν θα ημπορέσης να εργασθής στο γραφείο. Και του είπαν τότε οι άλλοι πατέρες: «Κράτησέ τον αυτόν σαν βοηθό του γραφείου και εμάς δώσε μας ένα πιο δύσκολο διακόνημα». Ο ηγούμενος έσφαλε στις εκτιμήσεις του, όμως εγώ δεν μπορούσα να ικανοποίησω την τρέλλα μου που είχα για τον Χριστό.

Από το Φρασινέϊ ανεχώρησα και επήγα στο Κόζια. Ευρίσκεται στην ίδια επαρχία. Τότε είχε πολύ χιόνι και ο Εσπερινός διαβαζόταν στην τράπεζα, όπου έκαιγε σόμπα. Συναντήθηκα με τον ηγούμενο, ο οποίος με δέχθηκε σαν άγγελο. Έλεγε στους άλλους: «Ήλθε άγγελος, άγγελος στο μοναστήρι μας». Όσο καιρό έμεινα εκεί εσκάλισα τις πόρτες της Ωραίας πύλης της εκκλησίας του γηροκομείου της Μονής. Σαν λαϊκός είχα ειδικευθεί στο τμήμα πυροτεχνίας και ξυλογλυπτικής τέχνης. Κατόπιν διωρίσθηκαν σαν δάσκαλος για τους μοναχούς της μονής Τούρνου, όπου ωμίλησα στους εκεί μαθητές για τον Χριστό. Τους ωμιλούσα ο,τιδήποτε ήξερα από το αιγυπτιακό Γεροντικό και την Αγία Γραφή, που τα είχα διαβάσει έξι χρόνια πριν πάω για μοναχός. Έμεινα χρόνια στις φυλακές και ασχολούμην πολύ με πνευματικά προβλήματα. Οι κομμουνιστές, οι οποίοι εζητούσαν στελέχη, με είδαν με γένεια και είπαν: «Κύριοι, αυτός είναι καλός να τον παραδώσετε σ' εμάς». Δηλαδή να μη προσφέρομαι πλέον στον Χριστό, αλλά στον διάβολό τους!

Έτσι μου έδωσαν παραίτηση. Εγώ ταπεινώθηκα, αλλά δεν έμεινα αβοήθητος από την πρόνοια του Θεού. Μετά από εκεί με πήραν στο μοναστήρι Τισμάνα και μετά στην σκήτη (εξαρτηματικό μονύδριο) Τσιοκλοβίνα. Εκεί στην κορυφή του βουνού, εδιάβαζα κι εγώ κάποια ακολουθία. Μετά από αρκετό καιρό με διώρισαν δάσκαλο και Πνευματικό στην εκκλησιαστική σχολή του Μουφλένι. Όταν έμαθε η κρατική Ασφάλεια που ευρισκόμουν, διέταξε: «Να εξαφανισθή αμέσως αυτός από εκεί». Μετά από εκεί έφθασα στην Συχαστρία, όπου ήτο ηγούμενος ο π. Κλεόπας, ο οποίος με έστειλε να κατοικήσω σε μία τρώγλη στα δάση των Καρπαθίων ορέων. Ο π. Παΐσιος Ολάρου μου έδωσε 18 κουταλιές ζάχαρη να πάρω μαζί μου. Εκείνη την χρονιά ο χειμώνας ήτο πολύ βαρύς. Αποκλείσθηκαν από τα χιόνια οι δρόμοι κι εγώ απομονώθηκα εκεί μέχρι την άνοιξι του επομένου έτους. Οι πατέρες με θεωρούσαν πεθαμένο, όμως εγώ ήμουν πολύ ευτυχής που συναντήθηκα πάλι μαζί τους. Επιστρέφοντας στη Συχαστρία, υπηρέτησα επί ένα μήνα στο μαγειρείο και ερωτούσα τους αδελφούς εάν τους άρεσαν τα φαγητά μου. Και αυτοί μου απαντούσαν: «Δεν μας αρέσουν αδελφέ Άγγελε, αλλά εσύ μας είσαι πολύ αγαπητός». Μετά την σύντομη αυτή διακονία μου στο μαγειρείο, μου ανέθεσε ο ηγούμενος να βγάζω πέτρες από το ποτάμι για την επανίδρυσι του παρεκκλησίου των αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης. Κατόπιν ο π. Κλεόπας μου ανέθεσε να δέχωμαι τα προς μνημόνευσι ονόματα των προσκυνητών της Μονής.

3. Ενθυμείσθε πόσα χρόνια εκάνατε στις φυλακές;
Την πρώτη φορά φυλακίσθηκα έξι χρόνια. Τότε ήμουν λαϊκός. Μετά την είσοδό μου στον μοναχισμό φυλακίσθηκα ακόμη άλλα έξι χρόνια και τελευταία άλλα δύο. Συνολικά 14 χρόνια ήμουν φυλακισμένος για την πίστη του Χριστού μας!

4. Σε ποιες φυλακές εκάνατε;
Στις φυλακές του Αϊούντ (πόλις της δυτικής Ρουμανίας) έκανα τον περισσότερο καιρό. Εκεί υπήρχε ένα τμήμα Ασφαλείας από Ούγγρους κομμουνιστές πολύ σκληρό. Στο κρατητήριο με κράτησαν χρόνια και χρόνια. Περνούσαν από εμάς συχνά πράκτορες του κόμματος να ιδούν τα αισθήματα και τα φρονήματά μας. Αυτές οι φυλακές του Αϊούντ ήσαν το βασίλειο του θανάτου. Το έργο που εφήρμοζαν με σκληρότητα ήτο ο αργός διά της λιμοκτονίας θάνατος.

Όταν άνοιγαν το κελλάκι σου για να σε πάρουν, δεν ήξερες, εάν θα επιστρέψης. Σε περίπτωσι ασθενείας σου σε έπαιρναν και σε επήγαιναν σε άλλο χειρότερο τμήμα για να συντομεύσουν τον θάνατό σου. Σε κρατούσαν απομονωμένο από όλους μέχρι να πεθάνης.

5. Τι εκάνατε τον ελεύθερο χρόνο σας;
Κάθε ημέρα επαναλάμβανα στην μνήμη μου στιγμές από την Θεία Λειτουργία. Είχα μια κανάτα νερό και 300 γραμμάρια ψωμί από κριθάρι. Θεωρούσα την κανάτα για Άγιο Ποτήριο και περνούσα απ’ όλες τις στιγμές της θείας Λειτουργίας. Κατόπιν κοινωνούσα μ' αυτό το ψωμί τους άλλους κρατουμένους και τους έλεγα: Δεν μπορώ να σας ειπώ τι είναι η Θεία Κοινωνία, επειδή δεν έχω εδώ τα απαραίτητα στοιχεία να την τελέσω, αλλά συμβολικά σας δίνω αυτό το ψωμί, που το θεωρώ ανώτερο και απ’ αυτό το απλό αντίδωρο. Πολλοί κρατούμενοι εζητούσαν να εξομολογηθούν επειδή δεν ήξεραν εάν θα ζουν μέχρι την επόμενη ημέρα. Μ' αυτά τα συμβολικά εϊδη τους κοινωνούσα ως μελλοθανάτους και τους έλεγα: «Αύριο το πρωί να μείνετε στο τάδε μέρος και εκεί να ενθυμηθήτε τις αμαρτίες σας». Και όταν ετελείωνα μ' αυτό τον τρόπο, ας πούμε, την θεία Λειτουργία, εδιάβαζα σ' όλους και την συγχωρητική ευχή. Όμως με μία προϋπόθεσι: Εάν συναντούσαν κάποιον ιερέα, να εξομολογηθούν όλα από την αρχή. Εάν όχι, εθεωρούσα έγκυρη την εξομολόγηση που τους είχα κάνει εγώ, χωρίς βέβαια να σταθούν μπροστά μου και να εξομολογηθούν, αλλά μόνο να ενθυμούνται νοερώς και τρόπον τινά νοερώς να μου τα λέγουν. Το έργο αυτό συνέβαινε πολύ συχνά.

Σε μια άλλη περίοδο, όπου ήμουν φυλακισμένος πάλι επί έξι χρόνια, εφιλοτέχνησα με την τέχνη της ξυλογλυπτικής που ήξερα, ένα ξύλινο ομοίωμα της περικαλλούς εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της πόλεως Άρντζες. Αυτό το ξυλογλυπτικό ομοίωμα είχε ύψος από την βάσι του μέχρι την κορυφή του σταυρού της εκκλησίας 65 πόντους. Ημπορούσα να το βγάλω απ’ εκεί, αλλά οι ρώσσοι έβαλαν χέρι και μου το επήραν. Εσκάλισα ακόμη και ένα καντήλι, του οποίου ο σταυρός στη ρίζα του είναι τεθραυσμένος σαν σύμβολο ότι η αλήθεια του Ευαγγελίου στον κόσμο αυτόν διώκεται. Επάνω από τον κενό χώρο, όπου μπαίνει το λάδι, έφτιαξα ένα σταυρό, ο οποίος να φωτίζεται από τις ακτίνες της φλόγας, όταν το καντήλι είναι αναμμένο και αυτό σαν σύμβολο ότι ο σταυρός και πάλι θα νικήση. Στο μέρος απ’ όπου κρέμεται το καντήλι έφτιαξα ένα κέντημα που να συμβολίζη τον ουρανό, ενώ ο βυθός του καντηλιού να συμβολίζη την γη. Έτσι μου έλεγε η ψυχή μου να το αισθάνωμαι. Στο μέσον του καντηλιού έκανα μία σκαλιστή ζώνη, η οποία συμβολίζει την δύναμι και την ενότητα που έχει με άλλες αξίες. Η ζώνη αυτή συμβολίζει ακόμη και την δύναμι που έχει η αμαρτία να μας περισφίγγη στην ζωή. Στο Γεροντικό κάποιος έλεγε ότι εθανάτωσε την αμαρτία. Και τον ρώτησαν:
- Εάν ιδής ένα νόμισμα κάτω τι θα κάνης;
- Θα το ιδώ, αλλά δεν θα το πάρω.
- Εάν ιδής ένα άνδρα και μία γυναίκα ν' αμαρτάνουν;
- Θα τους ιδώ, αλλά δεν θα τους κρίνω.
- Ναι, αλλά, εάν πεθαίνη το πάθος, τότε ούτε θέλεις να βλέπης την αμαρτία.
Εν κατακλείδι, λέγω, ότι τα πάθη δεσμεύονται και δεν πεθαίνουν. Θεός να μας φυλάξη να μη ξεσπάση κανένα πάθος, το οποίο θα μας ταλαιπωρεί σ' όλη την ζωή μας.
Ακόμη εσκάλισα και μικρούς επιστήθιους σταυρούς, τους οποίους εμοίραζα στον κόσμο.
Δεν αγιογράφησα μέσα στην φυλακή. Δεν ήτο δυνατόν. Όμως ασχολήθηκα αρκετά μ’ αυτό το εργόχειρο. Ένα από τα αντιπροσωπευτικά έργα μου είναι ο Απόστολος Παύλος, ένας σταυρός και η Κυρία Θεοτόκος με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.

Τον πόνο δεν είναι εύκολο να τον υπομένης, εάν δεν είσαι σε στενή σχέσι με τον Θεό. Δεν ημπορούσα να ειπώ: «Κύριε, δος μου πόνο», αλλά τον ευχαριστούσα με όλη την καρδιά μου, διότι με εβοηθούσε και με εκρατούσε άγρυπνο. Υπάρχουν πράγματα για τα οποία δεν ημπορείς να ομιλήσης-αποκαλύψεις και μιά ολόκληρη σειρά πραγμάτων, τα οποία υπερασπίζεις και για τα οποία δεν σου επιτρέπεται να ομιλήσης.

Υπήρχαν στιγμές στις οποίες μόλις ημπορούσες να αναπνέης και τότε μου έφευγε η περιέργεια που είχα πώς βγαίνει η ψυχή από το σώμα. Τόσο προχωρημένη ήτο η καταπίεσις. Προπαντός όταν σε έβαζαν σε ένα δωμάτιο με πολύ χαμηλή θερμοκρασία. Τότε ενόμιζες ότι θα σταματήση η καρδιά σου και θα μείνης επί τόπου.

6. Εζήσατε και μερικά χρόνια στην έρημο, Γέροντα;
Δεν θα ήθελα να ειπώ ότι επήγα στην έρημο για να απόκτησω όνομα ασκητού, αλλά έμεινα στο δάσος και έκραζα στον Θεό με απελπισία, διότι δεν ήτο τότε εύκολο να ζης ακόμη και να προσεύχεσαι. Έλεγα στον εαυτό μου και προς τον Κύριο: «Κύριε, εγώ δεν είμαι ερημίτης».

Στην έρημο ημπορείς να πας αφού αναδειχθής ήρωας στο μοναστήρι. Εκεί στην έρημο υπάρχουν δαίμονες πολύ άγριοι, οι οποίοι δεν σε λυπούνται ούτε για μια στιγμή.

Πρέπει να είσαι μια θεωμένη ύπαρξι για να ημπορής να αντέξης στην ερημία. Δεν ζης εκεί για ν' ακούς την φωνή των δένδρων και το προσευχητικό τραγούδι των δασών. Πρέπει να βλέπης την μεγαλειότητα των μεγάλων δένδρων, πώς κινούνται, αλλά να μην αναχωρήσης από τον τόπο σου.

Με άλλα λόγια να ξέρης να ζήσης συντροφιά με αυτά και την γύρω φύσι. Εάν θέλης να φύγης για τον κόσμο, σε παίρνουν με υποδοχή οι δαίμονες σαν ένα λιποτάκτη. Έχει διαπιστωθεί στους δόκιμους μοναχούς και στις μοναχές το εξής: Αφ’ ότου μπαίνουν στο μοναστήρι, τους έρχεται η επιθυμία της ερήμου. Όσοι φεύγουν για την έρημο, σχεδόν όλοι απελπίζονται και επιστρέφουν στον κόσμο. Πιστεύουν ότι στην έρημο τους περιμένουν φωτεινοί άγγελοι. Ημπορεί να συμβεί και αυτό, αλλά το γεγονός είναι ότι εκεί οι δαίμονες τους αρπάζουν και τους κάνουν σκόνη. Εάν είσαι άνθρωπος ειλικρινής και έχεις μία συναίσθηση των πράξεών σου, ωφελείσαι από το γεγονός ότι ο διάβολος σου επιτίθεται κατά μέτωπον και αντιλαμβάνεσαι ότι είσαι δειλός και αδύναμος. Ο διάβολος δεν ημπορεί να κάνη τίποτε, εάν είσαι ταπεινός. Όμως, εάν έχης και μία σταγόνα υπερηφανείας που σε ενοχλεί, αυτή είναι αρκετή να σε χορέψη ο διάβολος όπως εκείνος θέλει. Στην έρημο είσαι στο χέρι του, έλεγε κάποιος.

Και τώρα θα σας ειπώ ένα περιστατικό, παρότι αποφεύγω να λέγω τέτοιες ιστορίες. Ευρισκόμουν σε μία τρώγλη του δάσους και εκοιμώμουν επάνω σε μία χονδρή σανίδα. Ήμουν συνηθισμένος στην ζωή μου από μικρό παιδί. Εκείνη την νύκτα οι δαίμονες εκτύπησαν με μία μεγάλη χιονόμπαλα την πόρτα της καλύβας μου και μου έδωσαν την εντύπωσι ότι κάποιος είναι. Αλλά δεν ήτο κανείς. Εχιόνιζε επί 13 ημέρες και νύκτες και είχε καλυφθή εκεί το παν. Εκείνη την νύκτα δεν ημπόρεσα να κοιμηθώ. Είχα τυλιχθή με ένα ράσο και με ένα γιλέκο δερμάτινο. Εξύπνησα για μια στιγμή προς το πρωί και πάλι αποκοιμήθηκα. Δηλαδή δεν σηκώθηκα κατά την τάξι που είχα.

Τότε, με ετράβηξε κάτω και με κτυπούσε στο κεφάλι. Έπρεπε να αυτο-υπερασπισθώ και είπα: «Αποκοιμήθηκα και εγώ σαν κουρασμένος που ήμουν και ευρήκες εσύ την ευκαιρία να δείρης ένα πονεμένο και ξένο άνθρωπο». Διεπίστωσα ότι δεν σου επιτίθεται, εάν δε σε έχη στο χέρι με κάποιο πρόβλημα. Με είχε εύρη και μένα με κάτι που είχα. Χαίρομαι με όλη μου την ψυχή, διότι μου απεκάλυψε τις αδυναμίες μου. Εάν σφάλης σε κάτι, σε εγκαταλείπει η Χάρις και ο Θεός σου επιτρέπει ένα πειρασμό για να σε συνετίση και να σε ταπεινώση. Μισθό εκκοπής θελήματος στην ερημία δεν έχουμε, επειδή δεν μας διατάζει κανείς, αλλά μας σοφίζει με τους πειρασμούς του ο διάβολος! Νομίζετε ότι είναι ολίγη αυτή η σοφία; Αυτές είναι μερικές διαπιστώσεις που σε ωφελούν σε όλη την ζωή σου και αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει να ευρίσκεσαι σε συνεχή επαγρύπνησι.
Άλλη φορά, όταν επήγαινα σ' ένα δρόμο σχεδόν ψηλαφητά διότι ήτο σκοτάδι, άκουσα μια απαίσια κραυγή από απόστασι δέκα μέτρων από μένα και εξεπλάγην. Συγκρατήθηκα, έδωσα κουράγιο στον εαυτό μου και δεν ήξερα τι να κάνω. Επίστευα ότι είναι πονηρά πνεύματα, όμως ήσαν κραυγές αετών.

Δεν ημπορείς να σταθής στην μοναξιά, εάν δεν έχης συνεχή επικοινωνία εξ ολοκλήρου με τον Θεό. δεδομένου ότι ο διάβολος είναι ύπαρξις η οποία ημπορεί να σε συνοδεύη και είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σου.

Στην έρημο εφώναζα και εκραύγαζα προς τον Θεό, όσο ήθελα και όπου ήθελα, και παρότι κυνηγημένος από τους ανθρώπους, ήμουν με τον Θεό και Τον εφοβούμην. Ενώ στην φυλακή δεν ημπορούσα πώς να προφυλαχθώ. Οι βασανιστές σου δεν φοβούνται τον Θεό.

Η έρημος είναι ένα πράγμα εξαιρετικά σπουδαίο, διότι διά της προσευχής του ο ερημίτης βοηθεί όλο τον κόσμο. Όμως ο παράδεισος δεν είναι μόνο για τους ερημίτες. Αυτοί οι ερημίτες είναι μία εξαίρεσις.

7.Εμείνατε στην έρημο πολλά χρόνια με τον π. Κλεόπα. Τι πρόγραμμα προσευχής ακολουθούσατε;

Κανένα πρόγραμμα προσευχής δεν είχαμε. Το κάθε τι γινόταν συνεχώς. Εμέναμε στο δάσος και το βράδυ συναντιώμασταν στις καλύβες μας. Εγώ προσωπικά είμαι σύμφωνος ο καθένας να διαβάζη τα δικά του, διότι καθένας έχει το δικό του στάδιο της πνευματικής ζωής, στο οποίο οφείλει ν' αγωνισθή.

Ο π. Κλεόπας επέμενε σε περίπτωσι θανάτου του να τον πάω στην Συχαστρία. Εγώ του είπα: Πάτερ, η Συχαστρία έχει ανάγκη της ζωντανής παρουσίας σου και εκεί θα είσαι ωφέλιμος και για τους μοναχούς και τους λαϊκούς χριστιανούς. Η γνώμη του ήτο να παραμείνη οριστικά στην έρημο. Εγώ δεν ήμουν σύμφωνος μαζί του. Στην συνέχεια, επέστρεψε στην Συχαστρία και εδημιούργησε μία ζωντανή πνευματική ατμόσφαιρα. Είμαι σίγουρος ότι, όταν ανοιχθή η γη να «καταπιή» το σώμα του, τότε και ο ουρανός θα παραλάβη την ψυχή του. Δεν ημπόρεσα να πάω στην κηδεία του, διότι είμαι μόνος σαν ιερεύς στην μονή μου. Όμως την δεύτερη ημέρα που ελειτούργησα τον εμνημόνευσα και ο μόνος που με κατενόησε για την απουσία μου ήτο ο ίδιος ο π. Κλεόπας.

8. Την δεκαετία του '50 εζήσατε με τον π. Κλεόπα μαζί στα δάση της Μολδαβίας. Τι έχετε να μας πείτε;

Είναι πολύ ενδιαφέρον και τιμητικό για μένα διότι έζησα με τέτοιους αγίους ασκητές στην έρημο. Με τον π. Κλεόπα εμείναμε στα δάση, κυνηγημένοι από το κομμουνιστικό καθεστώς και πολλές φορές συζητούσαμε διάφορα ασκητικά θέματα και προγράμματα. Το συνηθισμένο αντικείμενο συζητήσεώς μας αλλά και αντιπαραθέσεως μας ήτο το εξής: Αυτός έκλινε περισσότερο προς μία αυστηρή άσκηση με σκληρή νηστεία, με προσευχή και δάκρυα, ενώ εγώ προτιμούσα περισσότερο την νοερά εγρήγορση. Κι αυτή την άποψη μου την κρατώ μέχρι τώρα. Διότι αυτό που θέλει ο Θεός δεν είναι μιά αυτή καθ' εαυτή άσκηση, αλλά «καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη...», δηλαδή συνεχή παρουσία του Θεού στην ζωή μας.

Έχω την εντύπωση ότι αυτός που επιδιώκει υπερβολική άσκηση, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του π. Κλεόπα, κάποια στιγμή θα ειπή ότι ετελείωσε το ασκητικό του πρόγραμμα και θα πάει στο κελλί του να ξαπλώση ήσυχος ότι εξώφλησε τα χρέη του. Ενώ η εγρήγορσις είναι συνεχής κατάστασις της ψυχής. Λέγεται κάπου για κάποιον ότι «πολλά του συγχωρέθηκαν, διότι πολύ αγάπησε». Μα, όταν αγαπάς η ψυχή είναι σε εγρήγορσι, είναι παρούσα σε κάθε επιθυμία και νοερά κίνηση. Αυτό προσωπικά ενδιαφέρει εμένα σαν ιερεύς που είμαι απέναντι των ανθρώπων.

Αρχιμανδρίτου Ιωαννίκιου Μπάλαν
ΨΥΧΩΦΕΛΕΙΣ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΡΟΥΜΑΝΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΡΣΕΝΙΟ
Εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

www.impantokratoros.gr

Αγία Οσιομάρτυς Ευδοκία: η αγία της μεγάλης μετάνοιας…


Κατά τους χρόνους του βασιλιά Τραϊανού (98-117 μ.Χ.), έζησε στην Ηλιούπολη, στην επαρχία της Λιβανησίας της Φοινίκης, η Ευδοκία, Σαμαρείτιδα κατά το γένος. Ήταν πάρα πολύ όμορφη, γι’ αυτό κιόλας το λόγο, εξέκλινε από μικρή στην πορνεία, γιατί πολλές φορές είναι δύσκολο να συμβαδίζει η ομορφιά του σώματος με τη σεμνότητα. Κάθε ημέρα, την επισκέπτονταν πάρα πολλοί για να εκτελέσουν την επιθυμία τους, και όχι μόνο από εκείνη τη χώρα, αλλά και από άλλες πολλές, ξοδεύοντας πολλά χρήματα προς χάρη της. Έτσι, η Ευδοκία, είχε συγκεντρώσει άπειρο πλούτο ζώντας αμαρτωλή ζωή και φυσικά δεν φρόντιζε για την μέλλουσα ζωή, ούτε σκεφόταν τι γίνεται μετά τον θάνατο. Επειδή όμως ο καλός βοσκός ψάχνει για το απολωλός πρόβατο, έφθασε και γι’ αυτή ο καιρός της ψυχικής της γιατρειάς με τον εξής τρόπο:

Ένας μοναχός ευσεβής, πηγαίνοντας προς την πατρίδα του, έμεινε σε κάποιο σπίτι κοντά στης Ευδοκίας. Κάνοντας λοιπόν την καθημερινή του βραδυνή μελέτη, και διαβάζοντας τα σχετικά με την Κρίση, την κόλαση των αμαρτωλών, και την ανταπόδωση των δικαίων, έτυχε και τα άκουσε η Ευδοκία όλα τη νύχτα, από ένα παράθυρο και τόσο πολύ ηρθε σε κατάνυξη, πού έτρεχαν σαν ποτάμι τα δάκρυά της, σκεπτόμενη τις αμαρτίες της. Όταν ξημέρωσε, προσκάλεσε τον μοναχό να της εξηγήσει όλα αυτά τα όποια άκουγε να διαβάζει όλο το βράδυ. Ο μοναχός την παρότρυνε να βαπτιστεί χριστιανή και να σκορπίσει σωστά, εκείνον τον πλούτο τον οποίο κακώς απέκτησε, να τον μοιράσει μετά χαράς σε φτωχούς και τότε ο Πανάγαθος Θεός θα την ανταμείψει, αντί γι’ αυτή την πρόσκαιρη ζωή, με πλούτο άϋλο και αιώνια ζωή… το μόνο στο οποίο είχε ενδοιασμούς η Αγία είναι στο ότι ηταν πολύ καλομαθημένη, χρειαζόταν κάποιο πνευματικό οδηγό και βασικά ήθελε να βεβαιωθεί για το αν αυτά πού της είπε ο μοναχός ήταν αληθινά. Ο μοναχός τη συμβούλευσε να προσευχηθεί στο Θεό για μία εβδομάδα με νηστεία, για να της δείξει το θέλημά Του. Η Ευδοκία ακολούθησε πιστά τις εντολές του μοναχού. Αφού πέρασε μία εβδομάδα και βγήκε από το κελλί, τη ρώτησε ο μοναχός εάν ο Θεός της έδειξε κάποιο σημείο Του. Αυτή τότε του απάντησε, ότι καθώς προσευχόταν με δάκρυα στα μάτια, ενθυμούμενη τις αμαρτίες της, είδε πριν ξημερώσει, φως τεράστιο πάνω από τον ήλιο και έναν λαμπερό νέο, ο οποίος την άρπαξε και την ανέβασε στον ουρανό. Εκεί είδε άπειρους λευκοφόρους με την ίδια αστραφτερή μορφή, οι οποίοι την υποδέχθηκαν με μεγάλη χαρά. Καθώς έμπαινε σ’ αυτό το απερίγραπτο φως, φάνηκε έξω από την πόρτα ενας μεγάλος και άσχημος γίγαντας, ο οποίος αφού της έτριξε τα δόντια του, φώναζε τόσο δυνατά, ώστε όλος ο τόπος σειόταν. Άρχισε λοιπόν σε κάποια στιγμή να φιλονικεί με τον οδηγό της, τον αρχάγγελο Μιχαήλ και να του λέει ότι εάν σώσει αυτή, η οποία μίανε τόσους ανθρώπους με τις ασωτίες της, θα πρέπει να σωθούν και όλοι αυτοί οι οποίοι έχουν κάνει άσχημες και άδικες πράξεις. Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε γλυκειά φωνή εξ’ ουρανού, η οποία έλεγε: “Έτσι θέλησε ο Θεός για τους υιούς των ανθρώπων, να υποδέχεται τους μετανοημένους σαν εύσπλαχνος πού είναι και να τους οδηγεί στην αιώνιο ζωή. Αυτά είπε ο Άγγελος, την σφράγισε τρεις φορές και έφυγε προς τον ουρανό.

Ο μοναχός αφού άκουσε όλα αυτά τα θαυμαστά, την διαβεβαίωσε ότι αυτό ήταν σημάδι από τον Θεό. Της έδωσε κουράγιο, την προέτρεψε να πενθήσει για τις αμαρτίες της, την βοήθησε να μοιράσει την άπειρη περιουσία της, την έστειλε στον Επίσκοπο της πόλης για να την βαπτίσει και στο τέλος την οδήγησε στο γυναικείο μοναστήρι, το οποίο είχε υπό την επίβλεψή του. Η Ευδοκία αγωνιζόταν τον καλόν αγώνα περισσότερο από τις υπόλοιπες μοναχές. Έτσι, όταν κοιμήθηκε η Γερόντισσα της Μονής, με θεία υπόδειξη, όλες ψήφισαν την Ευδοκία για Γερόντισσα, η οποία με την αγία πολιτεία της είχε υποστεί πραγματικά “θεία αλλοίωση”.Έτσι διήλθε τον επίγειο βίο της, τελώντας άπειρα θαύματα ακόμα και όταν ήταν στη ζωή.

Όταν ηγεμόνας ήταν στην Ηλιούπολη ο Αυρηλιανός κάποιοι από τους παλαιούς εραστές της Ευδοκίας πού άκουσαν ότι πίστεψε στο Χριστό και μονάζει σε μοναστήρι, έστειλαν μια ψευδή αναφορά στον βασιλέα και την κατηγόρησαν, ότι έκλεψε βασιλικά χρήματα και με αυτά χτίζει μοναστήρια στην έρημο. Ο ηγεμόνας τότε κίνησε διωγμό και έστειλε τριακόσιους στρατιώτες μ’ έναν άρχοντα για να την πάρουν από τη Μονή βιαίως μαζί με τα χρήματα. Επί τρία ημερόνυχτα προσπαθούσαν να μπουν στη Μονή, αλλά μία αόρατη δύναμη τους εμπόδιζε και τρεις ημέρες μετά, κάποια αόρατη θανάσιμη πνοή τους εθανάτωσε και ξεψύχησαν όλοι, εκτός από τον άρχοντα και τρεις στρατιώτες, πού έφεραν και το μήνυμα στο βασιλέα για το γεγονός. Τότε, ο ίδιος ο γιος του βασιλιά, κίνησε εναντίον της αγίας, αλλά καθώς πήγαινε έφιππος στο Μοναστήρι, έπεσε και χτύπησε θανάσιμα. Τότε ο βασιλιάς έστειλε γράμμα στην αγία, η οποία μετά από προσευχή ανέστησε, όχι μόνο το γιό του βασιλιά, αλλά και όλους τους στρατιώτες πού είχαν αιφνίδια πεθάνει ενώ πήγαιναν να συλλάβουν την αγία. Τότε όλοι οι παρόντες, μαζί και ο βασιλιάς πίστεψαν ότι ο Θεός της χριστιανης Ευδοκίας είναι Μέγας και Αληθινός.

Κατόπιν, στην Ηλιούπολη, έγινε ηγεμόνας ένας ειδωλολάτρης ονόματι Διογένης, ο οποίος βασάνισε την αγία, αλλά κατά τα βασανιστήρια έγιναν τόσα πολλά θαύματα πού και αυτός τελικά πίστεψε στον αληθινό Θεό. Αφού έζησε ο ηγεμόνας θεάρεστη ζωή, ανέβηκε στο αξίωμα κάποιος Βικέντιος, πολύ σκληρός με τους Χριστιανούς. Αυτός, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να σταματήσει την Αγία με άλλον τρόπο, έστειλε στρατιώτες και έκοψαν την οσία της κεφαλή, την 1η του μηνός Μαρτίου. Έτσι, η Αγία, αφού τελείωσε τον δρόμο του μαρτυρίου της, το μεν πνεύμα της απήλθε στα ουράνια, το δε τίμιο και πάνσεπτο λείψανό της έμεινε στην γη, τελώντας τα μετά θάνατον θαύματα, χάρη την οποία έλαβε από τον Θεό, για τη θερμή της μετάνοια. Ας αξιωθούμε και εμείς τέτοιας ειλικρινούς και μεγάλης μετάνοιας με τις πρεσβείες της. Αμήν.

πηγή: Διμηνιαίο Περιοδικό «Μοναχική Έκφραση», τ. 1, Μάρτιος-Απρίλιος 2004

http://vatopaidi.wordpress.com

Μουσουλμάνος μετανάστης απαίτησε να κατεβεί εικόνα της Παναγίας από νοσοκομείο.

Θεός ου μυχτιρίζεται....

Μουσουλμάνος (λαθρο)μετανάστης σχετικά πρόσφατα μετέφερε τη γυναίκα του σε μαιευτήριο της Πάτρας για να γεννήσει. Δεν γνωρίζουμε αν ήταν δημόσιο μαιευτήριο ή κάποιο Κέντρο Υγείας της ευρύτερης περιοχής των Πατρών (οι μετανάστες συνηθίζουν και πηγαίνουν σε Κέντρα Υγείας ακόμα και σε Αγροτικά Ιατρεία και δέχονται να ξεγεννήσουν τις γυναίκες τους ακόμα και γιατροί άσχετων ειδικοτήτων π.χ. οφθαλμίατροι! αρκεί να θεωρηθεί έκτακτο περιστατικό για να μην πληρώσουν τίποτα απολύτως).....


Μόλις έβαλαν τη γυναίκα του στον θάλαμο για να γεννήσει, πρόσεξε ο μουσουλμάνος την εικόνα της Παναγίας στον τοίχο και αμέσως είπε στον υπεύθυνο γιατρό:

- Αυτό το κάδρο (εννοούσε το εικόνισμα) κατέβασέ το αμέσως από κει. Δεν θέλω μόλις γεννηθεί το παιδί μου να δει αυτό το πράμα!

Έγινε μια σχετική φασαρία, η γυναίκα αγχώθηκε και για να μην χειροτερέψουν τα πράγματα, οι υπεύθυνοι δέχθηκαν να κατεβάσουν την εικόνα της Παναγίας (κακώς) με σκοπό να την ανεβάσουν αμέσως μετά.

Ο μουσουλμάνος έμεινε να περιμένει στην αίθουσα αναμονής πότε θα τελειώσει ο τοκετός.
Μετά από ώρες βγήκε ο γιατρός και του ανακοίνωσε:

- Η γυναίκα σου γέννησε φυσιολογικά. Εκείνη είναι καλά.
Το παιδί σου όμως γεννήθηκε τυφλό!
Όχι μόνο εικόνα της Παναγίας δεν θα δει, αλλά ούτε και τίποτα άλλο στον κόσμο!

Ελευθερία του Λόγου για το www.eglimatikotita.gr

Ο αγώνας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής


Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Αυτές τις ημέρες εισερχόμεθα στο μεγάλο πνευματικό στάδιο της ευλογημένης Αγίας Τεσσαρακοστής. Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι μία περίοδος κατανυκτική, περίοδος για μετάνοια, για δάκρυα, για αλλαγή του ανθρώπου, για ένα καινούργιο σταθμό στην πνευματική ζωή. Η Εκκλησία μας σαν στοργική μητέρα φροντίζουσα για τα παιδιά της, τους χριστιανούς, ώρισε αυτόν τον χρόνο της Τεσσαρακοστής σαν χρόνο ιδιαίτερα αγωνιστικό, για να τα βοηθήση να αγνισθούν περισσότερο, να καθαρισθούν και να οικειωθούν με τον Θεό, για να αξιωθούν να εορτάσουν την μεγάλη ημέρα της λαμπράς Αναστάσεως.

Πάντοτε οι χριστιανοί και ιδιαίτερα οι μοναχοί πρόσεχαν πολύ αυτό το πνευματικό στάδιο και το θεωρούσαν πολύ ιερό, διότι είναι μία περίοδος, που προβλέπει τόσο ψυχικούς όσο και σωματικούς αγώνες. Είναι ο αγώνας της νηστείας, ο αγώνας της αγρυπνίας, ο αγώνας της καθάρσεως και ο αγώνας στα πνευματικά καθήκοντα, που είναι πολύ περισσότερα από τις άλλες περιόδους του χρόνου. Γίνεται μία ανασυγκρότησις πνευματική και ο άνθρωπος δίνει μία μεγαλύτερη προσοχή στη φωνή της συνειδήσεως, προκειμένου να διορθώση ό,τι ίσως έχει παραμελήσει και να βελτιωθή ψυχικά.

Η Εκκλησία μας μας βοηθεί τόσο με τα διάφορα κατανυκτικά τροπάρια και τις ακολουθίες όσο και με κατηχήσεις, για να μας αλείψη και να μας κάνη αγωνιστικούς για την κάθαρσι της ψυχής μας.

Έχουμε τις κατανυκτικές εσπερινές Θείες Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων. Η Προηγιασμένη Λειτουργία είναι πολύ ωφέλιμη. Εκείνο το Χερουβικό της είναι γεμάτο από πνευματικότητα, από θεωρία κι από αγγελική παρουσία. Γι’ αυτό πρέπει, ιδιαίτερα στις λειτουργίες αυτές τώρα τη Μ. Σαρακοστή, να προσερχώμεθα με μεγαλύτερη κατάνυξι. Εμείς οι οποίοι κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας, πόσο πρέπει να είμεθα αγνοί και καθαροί, πόσο πρέπει ψυχοσωματικά να είμεθα εντάξει, για να επιδράση η θεϊκή χάρι στην ψυχή και στο σώμα μας! Δια τούτο η ζωή μας πρέπει να είναι πολύ προσεκτική. Τόσο στο κελλί μας όσο και στην εκκλησία πρέπει να βρέχουμε το πρόσωπό μας με δάκρυα, για να πλύνουμε έτσι την ψυχή μας, για να γίνη άξια να κοινωνήση. Βέβαια πολλές φορές ο διάβολος μας κάνει ακατάνυκτους. και πρώτον εμένα. Κι έτσι δεν μπορούμε να έχουμε δάκρυα και πολλές φορές μας βάζει κακούς λογισμούς. Τους κακούς λογισμούς με τις ανάλογες αμαρτωλές εικόνες πρέπει αμέσως να τους διώχνουμε, μόλις εμφανίζονται. Κι όταν έχουμε κακούς λογισμούς ή είναι ψυχρή η ψυχή μας με κάποιον αδελφό, να μην προσέλθουμε στον Θεό της αγάπης τον τόσο Αγνό και Άγιο.

Όλη αυτήν την περίοδο σε κάθε ακολουθία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής λέγεται η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, που είναι η εξής: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιέργειας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως. πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω. Ναι, Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

Με τα λόγια αυτά προσπαθεί ο Άγιος να μας δώση να καταλάβουμε πολύ καλά, ότι εκτός των άλλων αρετών, χρειάζεται προσοχή ιδιαίτερα στην τελευταία περίπτωση της αυτομεμψίας και της κατακρίσεως του αδελφού και ότι χωρίς αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας δεν πρόκειται να κάνουμε ούτε την ελαχίστη προκοπή προς την πνευματική μας κάθαρσι. Όταν δεν προσέχουμε τις σκέψεις, τα λόγια και την καρδιά μας, η νηστεία δεν ωφελεί. Ωφελεί η νηστεία, όταν συντρέχη και η αγάπη προς τον πλησίον μας και δεν κα­τακρίνουμε τους άλλους. Όταν δεν κατακρίνουμε τους αδελφούς μας και καταδικάζουμε τον εαυτό μας, μας χαρακτηρίζει αγάπη προς τον πλησίον και αγάπη προς την ψυχή μας, φροντίδα για την κάθαρσι και την εκπλήρωσι της μεγάλης εντολής της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον. Η αγάπη προς τον Θεό και τον αδελφό είναι οι δύο μεγάλες αρετές, που στηρίζουν όλο το πνευματικό οικοδόμημα, διότι εάν λείψουν αυτές, όλες οι άλλες δεν έχουν καμμία υπόστασι. «Ο Θεός είναι αγάπη και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α’ Ιωάν. δ’, 16).

Ένα άλλο θέμα, στο οποίο πρέπει να βιάζουμε τον εαυτό μας όσο γίνεται περισσότερο, είναι στην προσευχή. Να προσευχώμεθα με το όνομα του Χριστού χωρίς να αμελούμε και χωρίς να χάνουμε χρόνο. Στην κατ’ ιδίαν αγρυπνία στο κελλί μας να έχουμε βία, να μην αφήνουμε τον ύπνο να μας καταλαμβάνη ή επίσης την αμέλεια και τη ραθυμία, αλλά να δίνουμε τον εαυτό μας με προθυμία στα πνευματικά. Μόλις ξυπνούμε, η ευχή να παίρνη την πρώτη θέσι και εν συνεχεία ο κανόνας, τα κομποσχοίνια μας, η μελέτη και η θεωρία του Θεού. Στην εκκλησία να πηγαίνουμε με πολλή προθυμία κι έτσι να διανύσουμε το στάδιο αυτό με όσο γίνεται μεγαλύτερη απόδοσι.

Επίσης η νηστεία μαζί με τον σωματικό κόπο βοηθεί στη συγχώρησι των αμαρτημάτων και στη κά­θαρσι. «Ίδε την ταπείνωσί μου και τον κόπο μου και άφες πάσας τας αμαρτίας μου» (Δες τον κόπο μου, Θεέ μου, και την ταπείνωσί μου, γιατί δεν μπορώ να κάνω τίποτα χωρίς εσένα και συγχώρησέ μου τα όσα σου έχω κάνει). Όταν κοπιάζουμε με τη νηστεία, με τις γονυκλισίες, με τις προσευχές, με τον κόπο της καρδιάς και του νοός, αυτός ο κατά Θεόν κόπος είναι άγιος και έχει πολύ μισθό από τον Θεό, γιατί αξιώνει τον άνθρωπο στεφάνου και δόξης και τιμής. Τα δαιμόνια φοβούνται πολύ τη νηστεία, διότι η νηστεία είναι ο καθαιρέτης αυτών. «Το γένος τούτο (δηλαδή το γένος των δαιμόνων) ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία», είπε ο Κύριος (Ματθ. ιζ’ 21). Γι’ αυτό οι άγιοι πατέρες, πάντα, κάθε έργο κατά Θεόν το ξεκινούσαν με νηστεία. Πίστευαν ότι η νηστεία είναι πολύ ισχυρή και έλεγαν ότι το Πνεύμα το Άγιον δεν επισκιάζει, όταν ο άνθρωπος είναι εμπεπλησμένος τροφής και το στομάχι του γεμάτο. Αλλά και κάθε χριστιανός, που επιθυμεί την κάθαρσι, πρέπει να ξεκινήση από το θεμέλιο, το οποίον είναι η νηστεία, η προσευχή και η νήψις. Όταν σμίξουν νηστεία, προσευχή και νήψις, τότε ο άνθρωπος έρχεται εις μέτρον μέγα.

Παλαιότερα οι πατέρες είχαν μία αγία συνήθεια. Παραμονές της Σαρακοστής έφευγαν από τα μοναστήρια και προχωρούσαν στη βαθύτερη έρημο, όπου ζούσαν με πολλή άσκησι μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου, οπότε επέστρεφαν, για να γιορτάσουν όλοι μαζί την Κυριακή των Βαΐων. Άλλοι έπαιρναν μαζί τους ωρισμένες βασικές τροφές και άλλοι έτρωγαν μόνο χόρτα, για να αγωνισθούν περισσότερο μέσα στην έρημο. Εν συνεχεία τη Μεγάλη Εβδομάδα την περνούσαν όλες τις ημέρες μέσα στην εκκλησία, διαιτώμενοι καθημερινά με ένα κομματάκι παξιμάδι και λίγους ξηρούς καρπούς. Είχαμε την ευλογία και τη χάρι να γνωρίσουμε ανθρώπους ασκητικούς, οι οποίοι όχι μόνον την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αλλά και όλο το χρόνο βρισκόντουσαν με νηστεία και ά­σκησι.

Ο μακαριστός μου Γέροντας, ο Γέρων Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης -επειδή ζούσε μέσα σε σπηλιές, όπου και τον συνάντησα κι εγώ- τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή έκανε πολύ-πολύ αυστηροτάτη νηστεία. Βέβαια μας την επέβαλε κι εμάς. Από τη Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή, τις πέντε ημέρες της εβδομάδος δεν υπήρχε φαγητό, παρά μόνον 25 δράμια αλεύρι, που το κάναμε κουρκούτι με νερό σκέτο. Αυτό ήταν. Ένα πιατάκι όλο το εικοσιτετράωρο. Και συγχρόνως εργασία την ημέρα με τα φορτία στην πλάτη και όλη τη νύχτα πλήθος, εκατοντάδες μετάνοιες και ώρες προσευχής. Κι όλα αυτά με σκοπό να αγνισθή ο έσω άνθρωπος, να γίνη πιο καθαρός, πιο τίμιος στα μάτια του Θεού, για να αποκτήση παρρησία στον Θεό και να προσεύχεται για όλον τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος έχει ανάγκη από τις προσευχές των αγίων και ιδιαίτερα των ασκητών. Ο Μέγας Αντώνιος με τις προσευχές του εστήριζε όλη την οικουμένη.

Βέβαια τον αγώνα της νηστείας πρέπει να τον κάνουμε κατά δύναμιν, με διάκρισι, διότι δεν είμεθα όλοι το ίδιο. «Το καλόν εάν μη καλώς γένηται, ουκ έ­στι καλόν». Δηλαδή το καλό, εάν δεν γίνη καλώς, στον τρόπο, στη μέθοδο, στον χρόνο, στην ποσότητα, χωρίς διάκρισι, δεν θα φέρη καλό, θα φέρη κακό. Η νηστεία είναι μεν αναγκαιοτάτη, είναι καλό, αλλά είναι μέσον δεν είναι ο σκοπός. Τα μέσα έχουν σκοπό και ο σκοπός είναι η ταπείνωσις. Γι’ αυτό πρέπει να ρυθμίζουμε τα πάντα μας σύμφωνα με τη διάκρισι του πνευματικού, του φωτισμένου διά του Αγίου Πνεύματος. Ο πνευματικός θα σου πη πόσο θα νηστέψης, πότε θα κοινωνήσης, πώς θα χτυπήσης τον εχθρό, τί πρέπει να κάνης εδώ, τί εκεί. κι έτσι με τη διάκριση του πνευματικού ρυθμίζεις τον εαυτό σου. Να μη κάνουμε κάτι πέραν του δέοντος, χρειάζεται μέτρο σε όλα, διότι η αμετρία ακυρώνει την ωφέλεια. Λοιπόν η νηστεία είναι αγία, αλλά είναι μέσον. Θα τη ρυθμίσουμε βάσει του πνευματικού και των ψυχοσωματικών δυνάμεών μας. Αρκεί να υπάρχη η προαίρεσις. Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι υπάρχει τόση διαφορά στην αντοχή των σωμάτων των ανθρώπων, όση του σιδήρου από το χόρτο.

Η Αγία Συγκλητική αρρώστησε στα τελευταία της από φυματίωσι λάρυγγος. Είχε σαπίσει μέσα ο λάρυγγάς της, ο ευλογημένος, που πάντα λαλούσε τον λόγο του Θεού. Το στόμα της είχε σώσει ψυχές αναρίθμητες. Ο διάβολος ζήτησε την άδεια να τη δοκιμάση κι ο Θεός επέτρεψε να την πλήξη με τη φυματίω­σι. Από τη σαπίλα είχε φθάσει σε τέτοιο σημείο δυσωδίας, ώστε δυσκολευόντουσαν ακόμη και οι μοναχές της να την εξυπηρετούν. Μεταχειριζόντουσαν δυνατά αρώματα, για να της προσφέρουν λίγα λεπτά ανακουφίσεως στην ασθένειά της. Αυτό το στόμα, που όταν ήταν υγιές, λαλούσε και ωφελούσε, κατόπιν όταν αρρώστησε, εκήρυττε δυνατώτερα. Τί έλεγε ένα στόμα σιωπηλό και σαπισμένο; Εκήρυττε άφωνα τη μεγάλη υπομονή και την καρτερία στη δοκιμασία του Θεού. Έκανε τιτάνιο αγώνα, για να αντιμετωπίση τον διάβολο της ανυπομονησίας, του γογγυσμού, του κόπου και του μόχθου της ασθενείας. Τί της χρειαζόταν τότε η νηστεία; Γι’ αυτό λογίζεται ακούσια άσκησις η ασθένεια. Άλλος έχει καρκίνο, άλλος έχει ζάχαρο, άλλος έχει πολλά άλλα προβλήματα υγείας, που τον ταλαιπωρούν. Πώς αυτοί οι άνθρωποι θα αγνισθούν; Πώς θα δουν το φως του Θεού; Θα το δουν με την υπομονή και την ευχαριστία στον Θεό. Η υπομονή και η ευχαριστία αναπληρώνουν τη νηστεία, που λόγω της ασθενείας δεν μπορούν να κάνουν και αγωνίζονται δέκα φορές περισσότερο, παρά αν νήστευαν.

Την περίοδο αυτή πρέπει ιδιαίτερα να αγωνισθού­με να αγνίσουμε τον εαυτό μας. Από την ασκητική παράδοσι έχουμε τους ασκητάς, που όλη τους τη ζωή την πέρασαν στην έρημο, στους κόπους, στους μόχθους, με νηστείες, με δάκρυα, με χαμαικοιτία και με κάθε άλλη απολαυστική στέρησι. Και όλος αυτός ο κόπος μαζί με τον αγώνα της ψυχής, με τους ποικίλους λογισμούς επάνω στην επανάστασι των επιθυ­μιών, γέννησαν τον αγιασμό. Έτσι και κάθε χριστιανός, ο οποίος δεν είναι μοναχός, αλλά θέλει να ζήση την κάθαρσι, έχει το δικαίωμα να κοπιάση και να μην υστερηθή το μισθό του κόπου του. Η αγνότητα έχει μεγάλη παρρησία ενώπιον του Θεού, διότι και ο Θεός αγνός είναι και η Παναγία μας αγνοτάτη υπήρξε και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εν παρθενία διετηρήθη και τόσοι άλλοι άγιοι. Όλη η ομορφιά της Εκκλησίας στην αγνότητα και στην καθαρότητα στηρίζεται. Όταν η καρδιά μας είναι καθαρή και όμορφη, ευωδία κι ομορφιά θα σκορπίση. Αντίθετα ο άνθρωπος, που έχει βρωμιά στην καρδιά του, θα τη βγάλη προς τα έξω. Ας αγωνισθούμε να καθαρίσουμε το εσωτερικό του ποτηρίου μας, την καρδιά μας, για να είμαστε στα μάτια του Θεού καθαροί κι ευάρεστοι.

Έχουμε παραδείγματα από την Εκκλησιαστική Ιστορία πολλών ανθρώπων στον κόσμο, που ευαρέστησαν τον Θεό κι έγιναν μεγάλοι.

Ο Αββάς Παφνούτιος, ασκητής με μεγάλα χαρίσματα, κάποτε προσευχήθηκε στον Θεό και είπε:

-Θεέ μου, με ποιον με έχεις κατατάξει; Με ποιον είμαι ίσος, με ίδιο μέτρο στην αρετή;

Κι ακούει φωνή που του λέει:

-Κάτω στην Αλεξάνδρεια υπάρχει ένας φτωχός άνθρωπος, ένας τσαγκάρης μέσα σ’ ένα υπόγειο. Μ’ αυτόν είσαι στο ίδιο μέτρο αρετής.

-Εγώ ασκητής, από παιδί στην έρημο, είμαι ίσος μ’ ένα λαϊκό άνθρωπο, μ’ ένα παντρεμένο;

-Ναι μ’ αυτόν είσαι ίσος.

Την άλλη μέρα ο άγιος παίρνει το ραβδάκι του, το τορβαδάκι του, βάζει λίγο παξιμάδι και τραβάει για την Αλεξάνδρεια. Κατεβαίνει στην πόλη, πάει και βρίσκει τον κοσμικό και του λέει:

-Χριστιανέ μου, τί κάνεις εδώ;

-Τί να κάνω Πάτερ, αμαρτωλός άνθρωπος είμαι. Είμαι ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου.

-Μπορούμε να μιλήσουμε;

-Μπορούμε.

-Ποια είναι η αρετή σου, πού εργάζεσαι;

-Εγώ αρετή; Με βλέπεις πως είμαι. Μέσα στον κόσμο ζω και συμφύρομαι. Εσείς μάλιστα, έχετε αρετές.

-Όχι, κάτι κάνεις εσύ.

-Δεν κάνω τίποτα.

-Εμένα μου το έδειξε ο Θεός και δεν μπορείς να μου πης ψέμματα. Προσευχήθηκα και μου είπε ότι είμαστε στο ίδιο μέτρο της αρετής. Δεν μπορεί να είσαι τυχαίος.

-Με συγχωρείτε, Πάτερ. εάν τούτο που γίνεται, θεωρείται ότι είναι κάτι, θα σου το πω. Εγώ παντρεύθηκα. κι από τη στιγμή που έβαλα το στεφάνι, είπα στη γυναίκα μου: «Αν μ’ αγαπάς, να ζήσουμε εν παρθενία, να ζήσουμε σαν αδέλφια, για να αγωνισθούμε για τον αγιασμό της ψυχής μας». «Στέργεις;» «Στέργω». Και έκτοτε ζούμε εν αγνότητι και παρθενία.

Ο Όσιος Παφνούτιος στην έρημο με ασκητικότητα, με εγκράτεια στις αισθήσεις, προσπαθούσε να αγνίση τον εαυτό του βοηθούμενος πάρα πολύ κι από τις συνθήκες της ζωής. Ο άλλος μετά γυναικός ζούσε εν παρθενία μέσα στον κόσμο, με όλες τις προκλήσεις του κόσμου, και βοηθεία του Θεού είχε φθάσει σε μέ­τρα αγιότητος. Και ο αγώνας του ήταν μεγαλύτερος από τον αγώνα του ασκητού. Απόδειξι ότι ενώπιον Θεού ήταν μεγάλος.

Στη συνέχεια συνέβη το εξής μ’ αυτόν τον τσαγκάρη. Κάποια μέρα ένας χριστιανός πήγε στον Όσιο Παφνούτιο και του λέει:

-Πάτερ, εγώ με κάποιον παπά μάλωσα και δεν ξέρω, αν με καταταράσθηκε ή είπε κακό λόγο, αλλά ήδη αυτός κοιμήθηκε και δεν συγχωρηθήκαμε. Τώρα τί γίνεται;

-Εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω σ’ αυτήν την περίπτωσι, αλλά υπάρχει κάποιος άνθρωπος άγιος, που θα σε στείλω κι αυτός θα σε βοηθήση.

-Ποιος είναι αυτός;

-Πήγαινε κάτω στην Αλεξάνδρεια, στο τάδε μέρος, σ’ ένα υπόγειο υπάρχει ένας τσαγκάρης. Πες του ότι σ’ έστειλα εγώ. ανάφερε την υπόθεσί σου κι αυτός θα σε βοηθήση.

Κι ο χριστιανός είπε μέσα του: «Κύριε, ελέησον. ένας ασκητής δεν μπορεί και μπορεί ένας λαϊκός;» Αλλά για την υπακοή, πήγε τον βρήκε και του είπε την υπόθεσι. Του λέει ο τσαγκάρης:

-Για περίμενε εδώ μέχρι να νυχτώση.

Περίμενε, νύχτωσε και τον παίρνει μαζί του και πάνε έξω από την εκκλησία της πόλεως. Του λέγει:

-Περίμενε εδώ.

Πηγαίνει ο τσαγκάρης μπροστά στη μεγάλη πόρτα της εκκλησίας, την σταυρώνει αυτός ο άγιος κι αγνός χριστιανός, κι ανοίγει μόνη της. Μέσα η εκκλησία ήταν φωτοστόλιστη κι ακούγονταν ψαλμωδίες ουράνιες. Μπαίνει μέσα και κοιτάζει και βγαίνει έξω. Λέει στον άνθρωπο:

-Για πήγαινε μέσα και κοίταξε δεξιά-αριστερά στους χορούς. θα δης τον ιερέα εκεί;

Πηγαίνει μέσα βλέπει και βγαίνει λέγοντας:

-Ναι είναι στον αριστερό χορό και ψάλλει.

-Έλα μαζί μου.

Μπαίνουν μέσα και πάει ο άγιος χριστιανός μπροστά και λέει στον ιερέα:

-Πάτερ, συγχώρησε τον δούλο του Θεού……. γιατί έσφαλε σαν άνθρωπος. Εσύ σαν άνθρωπος άγιος δος του την συγγνώμη.

-Συγχωρημένος και λελυμένος να είσαι!

Τον παίρνει και βγαίνουν έξω και του λέει:

-Μηδαμώς να αναφέρης αυτό, που είδες, σε κένωναν. Πήγαινε στο καλό, αδελφέ μου, και σώζου.

Βλέπετε, παιδιά μου, τί κάνει ο κόπος ο ασκητικός; Τί κάνει ο αγώνας της ψυχής; Τί έκανε αυτός ο κοσμικός για να αγνίση την ψυχή του; Με το ότι είπε στην κοπέλλα, που παντρεύτηκε, να ζήσουνε σαν αδέλφια, τελείωσε το θέμα εκεί; Όχι. και νήστευαν και αγρυπνούσαν μαζί και έκαναν μετάνοιες και διάβαζαν το Ευαγγέλιο και διάβαζαν πατερικά βιβλία και πή­γαιναν στην εκκλησία και εξομολογούντο και μετελάμβαναν και έδιωχναν τις κακές σκέψεις και αγωνιζόντουσαν μεταξύ τους με κάθε προσοχή. Κι έτσι έφτασαν στην αγιότητα μέσα στον κόσμο.

Άρα κι εδώ αποδεικνύεται ότι και μέσα στον κόσμο, όταν ο χριστιανός αναλάβη προαιρετικόν αγώνα, η Χάρις του Θεού δεν εξαιρεί κανέναν. Αλλά, προφάσεις προφασιζόμενοι, λέμε ότι είμεθα στον κόσμο και δεν μπορούμε. Μας νικάει η επιθυμία. Τί χρειαζόμεθα; Τον αγώνα αυτόν τον σωματικό, αλλά και τον ψυχικό. Δηλαδή τις σκέψεις να κυβερνήσουμε. Έρχονται οι σκέψεις, οι φαντασίες της αμαρτίας, οι εικόνες, τα πρόσωπα, τα είδωλα και οι σκηνές. Να τα καταδιώκουμε αμέσως με το. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν προσέχη ο νους να μη τα δέχεται όλα αυτά και έχη το θείον όπλο, το Όνομα του Χριστού, τότε σκοτώνεται κάθε ενάντιος εχθρός της ψυχής μας, που λέγεται διάβολος, που λέγεται αισχρή φαντασία, που λέγεται αισχρός λογισμός. Τότε, όταν έτσι φυλάγουμε την ψυχή μας, το νου και την καρδιά μας, το εσωτερικό μας θα διατηρηθή καθαρό κι αγνό.

Ας αγωνισθούμε, παιδιά μου, τώρα περισσότερο και η ωφέλεια θα είναι πολύ μεγάλη. Κανείς δεν βρίσκει Χάρι, εάν δεν κοπιάση. Κι ο γεωργός, εάν δεν γεωργίση το χωράφι του, καρπό δεν θα δη. Όταν η νηστεία μας συμπορεύεται, ενισχύεται, πλαισιώνεται με προσευχή, με μελέτη, με νήψι, με εκκλησιασμό, με εξομολόγησι, με θεία μετάληψι, με καλά έργα και δη ελεημοσύνη, τότε ολοκληρώνεται η ομορφιά της προετοιμασίας της ψυχής για την υποδοχή της Μεγάλης Εβδομάδος. Τότε θα νοιώσουμε τα Άγια και Σεπτά Πάθη του Χριστού εντονώτερα, διότι η καρδιά μας θα μαλακώση, θα αλλοιωθή και θα γνωρίση πόσο άπειρη είναι η αγάπη του Θεού στον άνθρωπο. Τότε θα ζήσουμε μέσα μας πολύ δυνατά την Αγία Ανάστασι, θα την πανηγυρίσουμε θεοπρεπέστατα και θα συνεορτάσουμε μαζί με τους αγγέλους το Άγιον Πάσχα. Αμήν.

_____________________

Πηγή: www.zoiforos.gr

www.pemptousia.gr

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Η "δίαιτα"του π.Πορφυρίου


Στον Γεροντα Πορφύριο είχε τηλεφωνήσει μια κυρια με σκοπό να προσευχηθεί γι'αυτήν ωστε να κοψει το πολύ φαγητό.Διότι η εν λογω κυρία ήταν παχύσαρκη.Ο γεροντας της είπε τα εξείς:

Δεν έχεις αγαπήσει πολυ το Χριστό.Δώσε την καρδιά σου στο Χριστό μας.Λέγε με ένθερμη αγάπη,Κυριε Ιησού Χριστέ, ελέησεον με και θα ξεχνάς τα φαγητά, θα φεύγει η λαιμαργία.





Πηγή:Αγαπίου Μοναχου" Η θεική Φλόγα που αναψε στην καρδιά μου" εκδ.Ιερού Γυναικείου Ησυχαστηρίου "Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος" Αθήναι 1999

Συνομιλία του αββά Κασσιανού με τον αββά Ισαάκ για την προσευχή


Πρέπει να τηρείται μια τάξη στα διάφορα είδη της προσευχής;

Άς δούμε αρχικά τί ακριβώς σημαίνουν αυτοί οι όροι. Ποιά δηλαδή είναι ή διαφορά, ανάμεσα στις προσευχές στις παρακλήσεις και στις δεήσεις;

Έπειτα, πρέπει να ασκούνται αυτοί οι τρόποι προσευχής ένας- ένας χωριστά, ή όλοι μαζί; Έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα για τους πιστούς ή σειρά με την οποία ό Απόστολος Παύλος έχει παραθέσει καθέναν από αυτούς τούς τρόπους προσευχής;

Η απλώς αυτός ό διαχωρισμός δεν έχει και τόση σημασία και μπορούμε να υποθέσουμε ότι ό Απόστολος τα παρέθεσε έτσι χωρίς ιδιαίτερη σκοπιμότητα;

Αυτή ή δεύτερη υπόθεση είναι, κατά την γνώμη μου, τελείως παράλογη. Δεν είναι ποτέ δυνατόν να έβαλε το Άγιο Πνεύμα στο στόμα τού Αποστόλου κάτι πού δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Θα ξαναπάρουμε λοιπόν αυτά τα είδη προσευχής ένα-ένα, με την σειρά πού δόθηκαν, ώστε με την Χάρη τού Θεού να τα αναλύσουμε διεξοδικά.

Τί είναι δέηση.

Ό Απόστολος λέει: «Σας παρακαλώ, πρώτα από’ όλα, να κάνετε δεήσεις» (Α’ Τιμ. 2, 1). Δέηση είναι ή κραυγή, ή προσευχή τού αμαρτωλού, ό όποιος με συντριβή καρδιάς εκλιπαρεί για την συγχώρηση των σφαλμάτων πού έχει διαπράξει στο παρελθόν, αλλά και για τις πρόσφατες αμαρτίες του.

Τι είναι προσευχή.

Ή προσευχή είναι ή πράξη με την οποία προσφέρουμε ή αφιερώνουμε κάτι στον Θεό. Οι Έλληνες την αποκαλούν «ευχή». Εκεί πού στα Ελληνικά λέει «τας εύχάς μου τω Κυρίω αποδώσω» (Ψαλμ .115, 9), στα Λατινικά λέμε «θα εκπληρώσω τις ευχές πού έκανα προς τον Κύριο», το όποιο σε ακριβή μετάφραση, θα μπορούσε να εκφρασθεί ως έξης: «Θα κάνω τις προσευχές, τις όποιες υποσχέθηκα στον Κύριο». Διαβάζουμε επίσης στο βιβλίο του Εκκλησιαστή: «Όταν τάξεις κάτι στον Θεό, μην αργήσεις να Του το προσφέρεις» (Έκκλ. 5, 3). Ας δούμε λοιπόν, πώς θα πραγματώσουμε αυτή την εντολή.

Προσευχόμαστε λοιπόν, όταν αρνούμαστε τον κόσμο και δεσμευόμαστε επίσημα απέναντι του Θεού, να νεκρώσουμε τον εαυτό μας για καθετί κοσμικό, για ότι δηλαδή άφορα τις πράξεις και τον τρόπο ζωής. Κι αυτός το κάνουμε για να υπηρετήσουμε τον Κύριο με όλη την θέρμη της ψυχής μας. Προσευχόμαστε, όταν περιφρονούμε την δόξα τού κόσμου και τα επίγεια πλούτη, για να προσκολληθούμε ανεμπόδιστα στον Κύριο, με συντριβή καρδιάς και με ταπεινό φρόνημα. Προσευχόμαστε, όταν αφιερώνουμε οριστικά και αμετάκλητα την αγνότητα τού σώματος μας και όταν υποσχόμαστε να ξεριζώσουμε εντελώς από την καρδιά μας τις ρίζες τού θυμού και της λύπης, οι όποιες οδηγούν στο θάνατο. Αν δεν τηρήσουμε τις υποσχέσεις μας, αν αμελήσουμε και αν παραδοθούμε στο θυμό, στα πάθη και στις παλιές ελλείψεις μας, θα δώσουμε λόγο στον Θεό για τις υποσχέσεις και για τούς όρκους μας. Δίκαια τότε θα ακούσουμε: «Καλύτερα να μην τάξεις, παρά να τάξεις κάτι και να μην το προσφέρεις» (Έκκλ. 5, 4).

Για τις έντεύξεις.

Έχουμε επίσης και τις έντεύξεις. Έντεύξεις λέμε τις γεμάτες θέρμη προσευχές που κάνουμε προς τον Θεό για χάρη των συνανθρώπων μας, είτε αυτοί είναι γνώριμοι και αγαπημένα μας πρόσωπα, είτε αυτές οι ικεσίες μας έχουν σαν αίτημα την ειρήνη του κόσμου, καθώς λέει ο Απόστολος Παύλος « Να προσευχόμαστε για όλους τους ανθρώπους για τους κυβερνήτες και για όλους εκείνους που ασκούν την εξουσία» (Α Τιμ.2 , 1-2).

Κατόπιν, στην τέταρτη θέση, έχουμε τις ευχαριστίες.

Καθώς ή ψυχή αναλογίζεται τις πλουσιοπάροχες ευεργεσίες πού έχει δεχθεί στο παρελθόν από τον Θεό και καθώς ατενίζει αυτές πού την κατακλύζουν στο παρόν ή καθώς στρέφει τον βλέμμα της στο μέλλον, στα αιώνια αγαθά πού ό Θεός επιφυλάσσει σ’ αυτούς πού Τον αγαπούν, ξεχειλίζει από απέραντη ευγνωμοσύνη και Τον ευχαριστεί με όλη της τη δύναμη. Συμβαίνει πολλές φορές αύτη ή ενασχόληση τού νου με τη θεωρία των μελλόντων αγαθών, να διεγείρει την ψυχή, ώστε αυτή να προσεύχεται με μεγαλύτερη θέρμη. Γιατί βλέπει πολύ καθαρά τα αιώνια αγαθά, πού ετοιμάζει ό Θεός στη μέλλουσα ζωή για τούς Αγίους και αυτό την κάνει να ξεχύνεται σε πέλαγος ανείπωτης χαράς και σε ατέρμονες προς Αυτόν ευχαριστίες.

Κατά πόσο είναι απαραίτητο αυτά τα τέσσερα είδη προσευχής να τα κάνουμε όλα συγχρόνως η χωριστά ή και εναλλάξ.

Αυτές οι τέσσερες μορφές προσευχής φέρνουν πλούσιους καρπούς. Είναι γνωστό από την μακρόχρονη εμπειρία ότι ή δέηση πού είναι θυγατέρα τής μετάνοιας, ή προσευχή πού γεννιέται από την καθαρή συνείδηση, ή οποία τηρεί τις μοναχικές υποσχέσεις, ή ικεσία πού πηγάζει από την θέρμη τής Χάρης και ή ευχαριστία την οποία γεννά ή θεωρία των αγαθών τής Μεγαλοσύνης και τής Αγαθότητας τού Θεού, αυτές όλες οι μορφές αναφοράς τής ψυχής στον Θεό, ξεχύνονται συχνά σε ολόθερμες και πύρινες προσευχές.

ΒΙΒΛ. ΑΒΒΑ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ . ΤΟΜΟΣ Α

πηγή:http://fdathanasiou.wordpress.com

Φωνὲς ...



Καβάφης Κωνσταντῖνος







Ἰδανικὲς φωνὲς κι ἀγαπημένες

ἐκείνων ποὺ πεθάναν, ἢ ἐκείνων ποὺ εἶναι

γιὰ μᾶς χαμένοι σὰν τοὺς πεθαμένους.



Κάποτε μὲς στὰ ὄνειρά μας ὁμιλοῦνε·

κάποτε μὲς στὴν σκέψι τὲς ἀκούει τὸ μυαλό.



Καὶ μὲ τὸν ἦχο των γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐπιστρέφουν

ἦχοι ἀπὸ τὴν πρώτη ποίησι τῆς ζωῆς μας —

σὰ μουσική, τὴν νύχτα, μακρυνή, ποὺ σβύνει.



www.agiazoni.gr

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Όσιος Ιωνάς ο Λέριος (+1561).


Από το «ΒΡΑΒΕΙΟΝ» της Ιεράς και Βασιλικής Μονής του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο, διαπιστώνουμε ότι πολλοί Λέριοι τους πέντε προηγούμενους αιώνες άφησαν τη Λέρο και πήγαν σττη Μονή της Πάτμου δια να μονάσουν. Ενας από αυτούς ήταν και ο μοναχός ΙΩΝΑΣ δια τον οποίον στο «ΒΡΑΒΕΙΟ» αναφέρονται :

«αφξα (1561) Φεβρουαρίου κη (28)

εφονεύθη εις την Λειψόν ο δούλος

του Θεού Ιωνάς μοναχός ο Λέριος »

Ατομικά για τον Οσιομάρτυρα αυτόν της Εκκλησίας δεν έχουμε συγκεκριμένες πληροφορίες. Όσα ακολουθούν προέρχονται από το βιβλίο του Αρχιμ. Νικηφόρου Κουμουνδούρου, εφημερίου των Λειψών «Μακαριστοί γέροντες και πέντε οσιομάρτυρες στη νήσο Λειψώ της Δωδεκανήσου». Οι Άγιες αυτές ψυχές ανεκυρήχθησαν οσιομάρτυρες από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εορτάζοντες και οι πέντε μαζί την Α’ Κυριακή μετά τη 10η Ιουλίου.

Ο Οσιομάρτυς Ιωνάς μαζί με άλλους ασκητές-αναχωρητές έφυγαν από το μοναστήρι της Πάτμου και έφθασαν στη νήσο Λειψώ το 1550. Επέλεξαν τον ορμίσκο «Κοίμηση» και αποβιβάσθηκαν. Ζητούσαν να βρούν ένα τόπο που δεν θα τους ενοχλούσε ο κόσμος, που μόνοι θα υμνούσαν και θα συνομιλούσαν με το Θεό. Ετσι διάλεξαν ένα χώρο έρημο και αφιλόξενο για να εγκατασταθούν. Πρώτο τους μέλημα να χτισθεί ο ναός του Ησυχαστηρίου, ψηλά από τη θάλασσα σε δύσβατο σημείο, για το φόβο των πειρατών. Εκεί πάλεψαν με τους βράχους, για να φτιάξουν μονοπάτια, πάλεψαν με τη έλλειψη του νερού και της τροφής. Μα τι κι αν δεν είχαν τίποτα από αυτά; Είχαν και τους αρκούσε, η Χάρις του Θεού. Έφτιαξαν την Εκκλησία επ’ονόματι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και μικρά κελιά για τους ίδιους.

Πότισαν τον άγονο χώρο του ασκηταριού περισσότερο με τον ιδρώτα τους και λιγότερο με το νερό. Σεβάστηκαν τη φύση, λάτρευσαν, εδόξασαν και υμνολόγησαν το Θεό, που επέτρεψε στο διάβολο να πειράζει τους ανθρώπους, αλλά έδωσε και στους ανθρώπους την δύναμη να τον νικούν. Εγιναν «άγγελοι τω βίω» ενώ ήταν «άνθρωποι τη φύσει». Πολλοί από αυτούς θυσιάστηκαν για του Χριστού την πίστη την Αγία και της πατρίδας την ελευθερία.

Όσο ψηλά όμως και αν ήταν το ασκηταριό, το επισκέπτονταν με τις άγριες διαθέσεις τους οι πειρατές. Σε μια επιδρομή εφόνευσαν το μοναχό Ιωνά από τη Λέρο. Ήταν 28 Φεβρουαρίου του 1561. Ετσι ο Μοναχός Ιωνάς έγινε νεομάρτυρας της Εκκλησίας μας.

Δεν ήταν ο μόνος. Πρίν από αυτόν το 1558 είχαν φονεύσει το μοναχό Νεόφυτο τον Αμοργινό. Το 1609 ο μοναχός Νεόφυτος ο Φαζός εφονεύθη από τους αγαρινούς με σκεπάρνι. Το 1635 ο Πεκήρ Πασάς από δαρμό εφόνευσε το μοναχό Ιωνά τον Νισύριο και το 1696 ο αναχωρητής μοναχός Παρθένιος εφονεύθη με καμάκι που του τρύπησε το λαιμό. Και οι πέντε αδικοσκοτωμένοι μακαριστοί γέροντες κηδεύτηκαν με δάκρυα από τους συνασκητές τους και τους θρήνησαν οι ευσεβείς Λειψώτες και οι συμπατριώτες τους. Και όλοι μας τους διατηρούμε στη μνήμη μας με ευγνωμοσύνη και σεβασμό θεωρώντας τους καταξιωμένους οσιομάρτυρες.



http://www.im-leka.gr

Σαν σήμερα, το 1998, κοιμήθηκε ο Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Ο παπα- Εφραιμ Κατουνακιώτης γεννήθηκε το 1912 στο Αμπελοχώρι Θηβών. Ο πατέρας του ονομάζονταν Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτορία. Ο Γέροντας είχε σαν κοσμικός το όνομα Ευάγγελος. Τελείωσε το Γυμνάσιο αλλά η Χάρις του Θεού έκλεινε στον Ευάγγελο τις κοσμικές θύρες της αποκατάστασης.

Στην Θήβα, όπου είχε μετακομίσει η οικογένεια του, ο Ευάγγελος γνώρισε τους γεροντάδες του τον Εφραίμ και τον Νικηφόρο.

Η ζωή του Ευάγγελου ήταν καλογερική. Αγωνίζονταν πνευματικά με την ευχή του Ιησού, τις μετάνοιες, την νηστεία και κυρίως με την υπακοή.

Η μητέρα του αξιώθηκε να λάβει πληροφορία από τον Όσιο Εφραίμ τον Σύρο ότι το θέλημα του υιού της να γίνει μοναχός ήταν και θέλημα Θεού και πώς ο Ευάγγελος θα τιμήσει την μοναχική ζωή.

Την 14η Σεπτεμβρίου 1933 ο Ευάγγελος άφησε τον κόσμο ήλθε στην έρημο του Αγίου Όρους στα Κατουνάκια, στο ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου και έβαλε μετάνοια στην συνοδεία των Γεροντάδων Εφραίμ και Νικηφόρου. Μετά την δοκιμασία του εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Λογγίνος. Το 1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα του Νικηφόρο και έλαβε το όνομα Εφραίμ. Τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε Ιερέας.

Ο παπα-Εφραίμ αξιώθηκε και γνώρισε τον πρύτανη της ησυχαστικής ζωής τον διορατικό, προορατικό και άγιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1898 -1959) και συνδέθηκε πνευματικά μαζί του με την ευλογία του Γέροντα του Νικηφόρου. Ο Γέροντας Ιωσήφ με την σειρά του είχε διδαχθεί την απλανή πνευματική ζωή από τους περίφημους ησυχαστές μοναχό Καλλίνικο και Ιερομόναχο Δανιήλ. Επομένως ο παπα-Εφραίμ μας διδάσκει την επίμονη αναζήτηση για την πνευματική ζωή και την ανεύρεση απλανούς πνευματικού οδηγού, πού θα είναι «Εκδόσεις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως». Ο απλανής πνευματικός βλέπει τις δαιμονικές πλάτες και με τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα οδηγεί τα πνευματικά παιδιά του στον Παράδεισο.

Ο μακαριστός παπα-Εφραίμ διαχώρισε την γνήσια υπακοή από την αρρωστημένη όταν συμβούλευσε κοινοβιάτη μοναχό να κάνει υπακοή στον Γέροντα του όχι σαν ζώο αλλά από αγάπη και ζήλο Θεού.

Ο άγιος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έδωσε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής στον παπα-Εφραίμ, για να καλλιεργεί την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησον με», να έχει φυλακή των αισθήσεων και τον οδήγησε στην κάθαρση της καρδίας και τον θείο φωτισμό.

Ο παπα-Εφραίμ με την ευλογία του Γέροντος Ιωσήφ εντρύφησε στην «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών» και ελάμβανε τις συμβουλές των Νηπτικών Πατέρων για τον αγώνα του. Δεν διάβαζε ούτε βιβλία ψυχιατρικής, ούτε «κουλτουριάρικα» αναγνώσματα δια πνευματικές επιδείξεις στα σαλόνια, ούτε είχε τον φόβο μήπως τον αποκαλέσουν οι κοσμικοί κύκλοι «φονταμενταλιστή».

Το 1973 εκοιμήθη ο Ιερομόναχος Νικηφόρος ο Γέροντας του παπα-Εφραίμ.

Ο Γέροντας μετά το 1980 είχε συγκροτήσει συνοδεία και τήρησε την εντολή του Γέροντος Ιωσήφ να αποκτήσει συνοδεία μετά τον θάνατο του παπα-Νικηφόρου. Επομένως ο παπα-Εφραίμ πρώτα έφθασε στην κάθαρση και κατόπιν έγινε ο ίδιος Γέροντας. Ο παπα-Εφραίμ πολέμησε τον μεγάλο εχθρό της πνευματικής ζωής την κενοδοξία. Οι θυσίες του γίνονταν για τον Χριστό και όχι για προσδοκώμενο έπαινο από τους ανθρώπους.

Η θ. Λειτουργία για τον παπα-Εφραίμ ήταν συγκλονιστικό και βιωματικό γεγονός. Είχε εκμυστιρευθεί σε Ιερομόναχο πνευματικό φίλο του ότι από την πρώτη θεία Λειτουργία πού τέλεσε, έβλεπε αισθητά την Χάρη του Θεού να μεταβάλλει τα θεία δώρα. Μάλιστα, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό μέσα στο δισκάριο και ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τα δάκρυα του, όταν έφθανε στο τεμαχισμό του Σώματος του Χριστού. Έβρεχε με τα δάκρυα του το αντιμήνσιο κατά την θεία Λειτουργία και έβλεπε δεξιά και αριστερά τους αγγέλους να συλλειτουργούν.

Όμως ο παπα-Εφραίμ δεν αναφέρθηκε ποτέ σε «λειτουργική αναγέννηση» και μάλιστα ζητούσε σε κοινοβιάτες, πού βρίσκονταν στα εξωτερικά διακονήματα να μη παραλείπουν το ψαλτήρι.

Ο παπα- Εφραίμ ήταν κοσμημένος με το διορατικό χάρισμα και έβλεπε την πνευματική κατάσταση κάθε κληρικού ή μοναχού και έδιδε τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα για την πρόοδο στην πνευματική ζωή.

Η Χάρις του Θεού είχε κοσμήσει τον παπα- Εφραίμ και με το προορατικό χάρισμα, γι ‘αυτό και έβλεπε καταστάσεις πού έρχονταν (όπως ο σεισμός του 1977 στην Θεσσαλονίκη), αλλά και πολλές φορές είχε προσφωνήσει λαϊκούς ακόμα και μικρά παιδιά με τα ονόματα πού έλαβαν μετά από χρόνια στην μοναχική τους κούρα. Μάλιστα, κάποιος φοιτητής έστειλε μία περιληπτική και χωρίς λεπτομέρειες επιστολή στον μακαριστό Γέροντα και έλαβε απάντηση από τον παπα-Εφραίμ, πού του περιέγραφε με λεπτομέρειες την πνευματική του κατάσταση ακόμα και κατασταθείς στον χώρο πού διέμενε ο φοιτητής χωρίς αυτός να τις έχει προαναφέρει.

Κάποτε άγνωστοι μεταξύ τους κληρικοί συναντήθηκαν στον δρόμο για τα Κατουνάκια και όταν έφτασαν στον παπα-Εφραίμ, ο μακαριστός άγιος Γέροντας άρχισε να επιπλήττει έναν από τους κληρικούς, πώς δεν είναι παπάς αλλά μασόνος, πού έβαλε ράσο, για να κατασκοπεύει το Άγιον Όρος. Ο μασόνος παραδέχτηκε την ραδιουργία του.

Ο παπα-Εφραίμ έζησε εμπειρίες, πού μόνο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπορούν να ζήσουν, μακριά από παπικές η προτεσταντικές πλάνες.

Κάποτε ένας ηγούμενος, δύο θεολόγοι και ένας φοιτητής ζήτησαν από τον παπα-Εφραίμ να τους εξηγήσει την ευωδιά των αγίων λειψάνων.

Ο Γέροντας έσκυψε το κεφάλι του στο μέρος της καρδιάς και προσεύχονταν. Ο τόπος γέμισε ευωδιά και ο παπα-Εφραίμ τους είπε πώς επειδή δεν μπορούσε ο ίδιος να το εξηγήσει παρακάλεσε τον Θεό να απαντήσει στους συνομιλητές.

Ο παπα-Εφραίμ αισθάνονταν τις αμαρτίες σαν δυσοσμία. Κάποιος επίσκοπος μέσω τρίτου ρώτησε τον μακαριστό άγιο Γέροντα για τον οικουμενισμό. Ο Γέροντας έκανε προσευχή, για να τον πληροφορήσει ο Θεός και τότε ξεχύθηκε μία δυσωδία με γεύση ξινή, αλμυρή και πικρή, πού τον γέμισε με αποτροπιασμό.

Η παρακαταθήκη του μακαριστού παπα-Εφραίμ για την ενότητα των Ορθοδόξων ήταν σαφής «Το σχίσμα εύκολα γίνεται, η ένωση είναι δύσκολος».

Άραγε, πόσο απήχηση έχουν σήμερα τα λόγια ενός θεοφόρου σύγχρονου Πατρός;

Ο παπα-Εφραίμ αναδείχθηκες με την Χάρη του Θεού και πρακτικός οδηγός στην ποιμαντική του γάμου και της οικογενείας, γιατί βοήθησε πολλούς νέους να καταλήξουν στον γάμο χωρίς να τους πιέσει γι’ αυτό αλλά και οι επιστολές του, πού σώζονται, αποτελούν πνευματική παρακαταθήκη και «σχολή γονέων» χωρίς ψυχολογικές και φιλοσοφικές θεωρίες για τις αγωνιζόμενες πνευματικά οικογένειες.

Το 1996 ο παπα-Εφραίμ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έπεσε σε ακινησία. Δεν γόγγυσε καθόλου αλλά δοξολογούσε τον Θεό.

Μας αφήνει το άγιο παράδειγμα του για την αντιμετώπιση των ασθενειών.

Στις 14/27 Φεβρουαρίου 1998 ο παπα- Εφραίμ Κατουνακιώτης του Αγίου Όρους παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, πού υπηρέτησε από την νεότητα του.

Λέγουν πώς κάποτε ρωτήσανε έναν υπερήλικα, πού ζούσε τον 19ο αιώνα, να πει το συγκλονιστικότερο γεγονός στην ζωή του.

Ο υπερήλικας απάντησε ότι όταν ήταν μικρός είδε και άκουσε τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό.

Και η δική μας γενιά αξιώθηκε να γνωρίσει τα εύοσμα άνθη του Αθωνικού Μοναχισμού, τον Γέροντα Παίσιο και τον παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, πού μας καλούν να ακολουθήσουμε την ζωή τους.

Τα τέλη του Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη

(14/27 Φεβρουαρίου 1998).

Το Νοέμβριο του ’96 ένα ισχυρό επεισόδιο τον έριξε μόνιμα στο κρεβάτι με σχεδόν τέλεια ακινησία, αφωνία, αδυναμία καταπόσεως. Φαινόταν να μην έχει καμιά επαφή με το περιβάλλον. Δεν προσπαθούσε να πει τίποτε, έστω και με χειρονομίες. Ούτε φαινόταν να ακούει ό,τι τον ρωτούσαν. Ήταν ένα μυστήριο. Μόνο όταν πονούσε πολύ, βογκούσε.

Οι αδελφοί που τον αγαπούσαν, του έγραφαν: «Και όταν η καθημερινότης με παρασύρει πολλές φορές, βλέπω νοερώς εντός μου το δικό σας βλέμμα και ιλιγγιώ ο άθλιος μπροστά στη δική σας υπομονή και στις δικές σας δοκιμασίες»…

Παρ’ όλες τις δοκιμασίες όμως έβλεπε, έστω λίγο, και άκουγε μια χαρά. Και η απόδειξη ήταν ότι ανταποκρινόταν με χαμόγελα ή και γέλια ακόμη, όταν του διηγούνταν τις αγαπημένες του χαριτωμένες ιστοριούλες που συνήθιζε και ο ίδιος να χρησιμοποιεί παλαιότερα. Ήταν ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μαζί του στην κατάσταση τετραπληγίας που βρισκόταν. Πάντοτε ευχαριστιόταν να χαριτολογεί λέγοντας διδακτικές ιστορίες από την ελληνική μυθολογία ή την λαϊκή παράδοση, άλλοτε να αυτοσαρκάζεται ή να πειράζει τους άλλους με ευφυΐα και αγαθότητα.

Όταν κάποιος δεν έτρωγε το φαγητό του από θεληματάρικη άσκηση, διηγείτο για το γαϊδουράκι του Χότζα που δεν το τάισε μια, δεν το τάισε δύο, και χαιρόταν που δούλευε χωρίς έξοδα. Κάποια στιγμή όμως η πόρτα του στάβλου δεν άνοιγε, γιατί το γαϊδουράκι ψόφησε και έπεσε κάτω φαρδύ-πλατύ.

Άλλοτε σχηματίζοντας σαν παιδική τη φωνή του προσποιούταν τη συνομιλία δύο μικρών παιδιών:- Που είναι τα σταφύλια; -Τί τα θέλεις; – Να τα δω!» για να στηλιτεύσει την παιδική πονηριά κάποιου.

Για άλλον που δεν έλεγε να μάθει στοιχειώδη τυπικά, θυμόταν τη φλάσκα του παπά. Ήταν αγράμματος και μέτρησε κουκιά μέσα σε ένα σακούλι. Τρώγοντας ένα κάθε μέρα θα ήξερε πότε να κάνει Πάσχα. Η παπαδιά το αντιλήφθηκε και πρόσθετε κουκιά, για να τον ευχαριστήσει. Και ο παπάς απαντούσε στους παραπονούμενους χωρικούς: «Όπως πάνε τα κουκιά και όπως δείχνει η φλάσκα, ούτε φέτος έχει Λαμπρή ούτε του χρόνου Πάσχα».

Αν κάποιος έκανε υπακοή για τα μάτια, κουνούσε χαμογελώντας το κεφάλι, και με βαριά προσποιητή φωνή έλεγε: «Αντώνη, Αντώνη.,.», θυμίζοντας την αποδοκιμαστική φράση και έκφραση ενός άγιου γέροντος που ο υποτακτικός του έκανε υπακοή, μόνο όταν ήταν παρόντες άλλοι.

Αυτά και άλλα παρόμοια, μικρότερα ή εκτενέστερα, ήταν που του κρατούσαν εύθυμη συντροφιά τους δεκατρείς μήνες της συνεχούς κατακλίσεώς του στο κρεβάτι του πόνου. Όταν ο πυρετός και η ασθένεια δυνάμωναν, το χαμόγελο μαραινόταν στα γεροντικά χείλη του.

Δεν αναπαυόταν στην κατάκλιση. Προτιμούσε να κάθεται στο κρεβάτι με τα πόδια χαμηλά στο πάτωμα και την πλάτη στηριγμένη σε μαξιλάρια. Όπως πάντοτε πολύ σκυφτός. Η αγαπημένη του στάση προσευχής. Σ’ αυτήν τη στάση τον πήρε ήσυχα ο Θεός στις 14/27 Φεβρουαρίου 1998.

Επανειλημμένα είχε δώσει εντολές να γίνει η κηδεία του στον στενό κύκλο της γειτονιάς. Αλλά το μυστικό διέρρευσε και αρκετοί πατέρες πρόλαβαν τον τελευταίο ασπασμό του. Ένας απ’ αυτούς γράφει:

«Ο Γέροντας, άνθρωπος Όσιος, με αγία ζωή, έμπλεως της χάριτος του Θεού με πληροφορίας δι όσα ο ιδικός του κόσμος χωρούσε, και όμως ζούσε με την αίσθηση του αμαρτωλού και παρακαλούσε να ευχώμεθα δι΄ αυτόν.

“Παιδί μου, σε παρακαλώ, όταν φύγω, να μου κάνεις ένα σαρανταλείτουργο και πάντοτε να με μνημονεύεις”. Είχε δώσει εντολή στη θανή του να παρευρεθούν οι γείτονες, με τους οποίους πέρασε την παρούσα ζωή. Δι’ εμέ είχε δώσει ευλογία να με καλέσουν. Τον ευχαριστώ. Τη νύκτα της θανής του τον βλέπω στον ύπνο μου ντυμένο λευκή ιερατική στολή, αστράπτοντα, χαριέστατον και λέγοντα: “Παπαδάκο μου, υπάγω να λειτουργήσω”

Παρευρέθην εις την κηδεία του. Έβλεπα κοιμώμενον έναν όσιον ανήκοντα πλέον εις την χορείαν των Αγιορειτών Πατέρων και ηυχαρίστησα τον Θεόν και τον Γέροντα που με αγάπησε και χαρακτήρισε την ζωήν μου με την ιδικήν του. Τέλος, το σώμα του εδέχθη η μητέρα γη, αγιαζομένη υπ’ αυτού, την δε αγίαν του ψυχήν υπεδέχθη χαίρουσα η χορεία πάντων των Οσίων των εν ασκήσει διαλαμψάντων, των οποίων η μνήμη την ήμερα εκείνη ήρχιζε με τον Εσπερινό, δια να εορτά­σει ούτω ο Όσιος μετά των Οσίων.

»Εις ημάς άφησε μνήμην και υπόδειγμα ενάρετου ησυχαστικής ζωής, ζωής Αγιορείτου μονάχου και νοσταλγικήν ανάμνησιν του σεπτού του προσώπου.

»Εις τα τεσσαρακονθήμερα μνημόσυνα δεν ηδυνήθην να παρευρεθώ, διότι είχομεν εις το κελλίον μας κουράν, και εστενοχωρούμην που δεν ήμουν και εγώ εκεί. Εις την Λειτουργίαν μετά τον καθαγιασμόν, εις τήν μνημόνευσιν των κεκοιμημένων, λέγων “Μνήσθητι, Κύριε, του πατρός ημών Εφραίμ…” αισθάνομαι δύο χέρια να με αγκαλιάζουν στοργικά στους ώμους. Με έπιασε ρίγος. Σταμάτησα. Γύρισα πίσω. Δεν βλέπω τίποτε. Τον ηυχαρίστησα και συνέχισα την Λειτουργίαν. Η αγαπώσα καρδία του πιστεύω ότι μας παρακολουθεί. Εύχεται και το αισθανόμεθα».

(Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, Έκδ. Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ» Κατουνάκια Αγίου Όρους).

Πηγή : http://agioritikesmnimes.blogspot.com/

www.pemptousia.gr