Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Οι συνέπειες του ορθολογισμού στη ζωή μας

 (Αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου, Καθηγούμενος Ι. Μ. Μεγάλου Μετεώρου)

Ο ορθολογισμός θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η υπερβολική εμπιστοσύνη στη λογική μας η αναγωγή της σε υπέρτατη αυθεντία και απόλυτη αξία. Είναι αμαρτητική νοοτροπία και βιοθεωρία, και όχι κάποια απλή αμαρτία. Είναι κατ’ ουσίαν απιστία. Ο ορθολογισμός είναι η πιο χαρακτηριστική και ύπουλη εκδήλωση της υπερηφάνειας, η οποία υποκρύπτεται κάτω από όλες τις αμαρτίες μας, υφέρπει σε κάθε μας πράξη και δηλητηριάζει όλα τα καλά έργα μας. Αυτή οδηγεί στην αυτοδικαίωση και τελικά στην αμετανοησία, κλείνοντας έτσι τη θύρα του θείου ελέους. Η υπερηφάνεια είναι η αρχή και το τέλος όλων των κακών. Κατά τον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ η υπερηφάνεια «αποτελεί την μόνιμη απειλή της ανθρώπινης ζωής», «βρίσκεται στην ρίζα όλων των τραγωδιών του ανθρώπινου γένους» και αποτελεί «την ουσία του άδη».


Ο υπερήφανος άνθρωπος, λαϊκός, κληρικός ή μοναχός, γίνεται άτομο και προσφέρει τον πνευματικό θάνατο και τον άδη, την κόλαση, όχι μόνο στον εαυτό του, αλλά και στην οικογένεια του, στο κοινόβιό του και σε όλο το περιβάλλον του.

Ο ορθολογιστής υποβάλλει την αγνή και πηγαία πίστη σε λογικές διαδικασίες, ζητώντας επιχειρήματα και αποδείξεις. Πιστεύει μόνο σε ό,τι μπορεί να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτό με το μυαλό. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα, αλλά και πολλοί χριστιανοί μας, αμφιβάλλουν ή και δεν πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής, στην ύπαρξη της άλλης ζωής, στην ανάσταση των νεκρών, στον παράδεισο και την κόλαση. Αρνούνται ακόμη την ύπαρξη του διαβόλου, του προαιώνιου αυτού εχθρού μας. Αγνοούν ότι ο διάβολος είναι πρόσωπο με νου και με θέληση, και ότι αυτός αποτελεί την αιτία και την πηγή του κακού, δεχόμενοι γενικά και αόριστα την ύπαρξη μόνο «δυνάμεων του κακού».

Αμφισβητούν τα μυστήρια της Εκκλησίας μας, όπως της Ιεράς Εξομολογήσεως, της Θείας Κοινωνίας, του Γάμου, ο οποίος τείνει να αντικατασταθεί από μια απλή συμβίωση, μια ελεύθερη σχέση, εκτός γάμου. Αρνούνται ή δέχονται επιλεκτικά τα δόγματα της πίστεως μας, τις εντολές του Ευαγγελίου, τη λατρεία, την ευσέβεια και την παράδοση της Εκκλησίας μας, επειδή δεν μπορούν να τα συλλάβουν με την λογική και το μυαλό τους.

Να διευκρινίσουμε σε αυτό το σημείο ότι η αναφορά μας στο αρνητικό φαινόμενο του ορθολογισμού και στις ανάλογες συνέπειές του στην πνευματική ζωή του καθενός σε καμία περίπτωση δεν έχει την έννοια της υποτιμήσεως ή της παραγνωρίσεως της λογικής, αυτής της ύψιστης δωρεάς του Θεού προς τον άνθρωπο, η οποία τον διαφοροποιεί από τα άλογα ζώα και τα υπόλοιπα κτίσματα.

Ο ορθολογιστής αντικαθιστά την αναφορά και την εμπιστοσύνη στον Θεό, που είναι η πίστη, με τη σκέψη και τη διάνοια. Έτσι όμως καταργείται ουσιαστικά η πίστη, αφού ο Θεός δεν μας αποδεικνύεται, αλλά μας φανερώνεται. Μας αποκαλύπτεται μυστικά. Βιώνεται καρδιακά και πηγαία, απλά, ταπεινά και αθόρυβα. Γι’ αυτό και ο ορθολογισμός συνιστά ουσιαστικά απιστία· μια άλλη μορφή αθεΐας, χειρότερη ίσως από την απόλυτη και καθαρή αθεΐα, αφού μας εφησυχάζει και μας παραπλανά πως δήθεν πιστεύουμε.

Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που καθιστά τον ορθολογισμό, την ορθολογιστική θεώρηση της πίστεως, ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια, και τα δυσεπίλυτα προβλήματα που απειλούν και αλλοιώνουν την πνευματική πορεία των σύγχρονων πιστών και επιβουλεύονται τη σωτηρία τους.

Θα λέγαμε ότι ο ορθολογισμός δεν είναι απλά και μόνο μία συγκεκριμένη αμαρτία, δεν είναι μία πτώση, ένα λάθος, που είναι ανθρώπινο και φυσιολογικό να συμβαίνει σε κάθε πιστό, που αγωνίζεται για τη σωτηρία του, αφού κανείς δεν είναι αναμάρτητος ή αλάνθαστος. Γι’ αυτό και όλες οι πτώσεις και όλα τα αμαρτήματα μας συγχωρούνται, όταν με ειλικρινή μετάνοια και συντριβή τα εναποθέσουμε στο πετραχήλι του πνευματικού μας, με το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως.

Ο ορθολογισμός λοιπόν ξεπερνά τα στενά όρια της αμαρτίας και λειτουργεί αλλοιωτικά και διαφορετικά, υποσκάπτοντας τα ίδια τα θεμέλια και ουσιώδη της πίστεως. Καταργεί τη σχέση, την εμπιστοσύνη, την ελπίδα, γιατί στηρίζεται μόνον στα δικά μας λογικά συμπεράσματα, στις ατομικές μας αντιλήψεις και στην ατομική μας νοοτροπία και βιοθεωρία.

Νους και λόγος

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την διαφορά ανάμεσα στην «καλή» και «κακή» χρήση της ανθρώπινης λογικής (που είναι ο ορθολογισμός), θα ήταν χρήσιμο να αναπτύξουμε εν συντομία την διδασκαλία της Εκκλησίας μας για την φύση και την λειτουργία της.

Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή και την ορθόδοξη πατερική παράδοση, ο άνθρωπος έχει δύο γνωστικά κέντρα. Δηλαδή δύο οδούς, δύο τρόπους μέσα από τους οποίους μπορεί να γνωρίσει τα πράγματα, την κτιστή φυσική δημιουργία και τον ίδιο τον Θεό.

Τα δύο αυτά κέντρα είναι ο νους (που οι πατέρες τον ταυτίζουν με την καρδιά) και ο λόγος (δηλαδή η λογική, η διάνοια, το μυαλό). Ο νους έχει την έδρα του στην καρδιά και ο λόγος (η λογική) στον εγκέφαλο. Ο νους είναι το κέντρο της ψυχής, γι’ αυτό και οι Πατέρες τον ονομάζουν «το ηγεμονικόν της ψυχής». Με το νου, που είναι η θεωρητική ενέργεια της ψυχής (γι’ αυτό και αναφέρεται και ως «οφθαλμός της ψυχής»), ο άνθρωπος αποκτά τη γνώση και την εμπειρία του Θεού, γίνεται μέτοχος της θείας Αποκαλύψεως.

Ο λόγος (ή λογική) είναι η πρακτική ενέργεια της ψυχής. Με το λόγο (τη λογική) ο άνθρωπος γνωρίζει τη φύση και την κτιστή δημιουργία. Η γνώση της δημιουργίας του Θεού βοηθάει, βεβαίως, τον άνθρωπο να φθάσει και στην γνώση του ιδίου του Θεού, την οποία όμως αποκτά με το νου. Με τη λογική, δηλαδή, δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό. Η λογική μας οδηγεί στην ανάγκη της πίστεως στο Θεό. Η αληθινή, όμως, γνώση του Θεού γίνεται με το νου, με την καρδιά δηλαδή.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο, που δεν επιτρέπει στο σύγχρονο άνθρωπο να φθάσει στη γνώση του Θεού, είναι ακριβώς αυτό: ότι προσπαθεί να Τον γνωρίσει με λάθος τρόπο, χρησιμοποιώντας λανθασμένα μέσα. Αντικαθιστά δηλαδή το νου (την καρδιά) με το λόγο (τη λογική) και καταλήγει έτσι στον ορθολογισμό και στην αδυναμία να γνωρίσει αληθινά το Θεό.

Από τα ανωτέρω γίνεται φανερό πως παραιτούμαι από τη λογική μου δεν σημαίνει ότι γίνομαι παράλογος. Η πίστη δεν είναι παράλογη, αλλά υπέρλογη. Δεν κατανοείται, αλλά βιώνεται. Πίστη δεν σημαίνει κατανόηση, αλλά εμπιστοσύνη. Δεν αντιβαίνει στον ορθό λόγο, αλλά τον υπερβαίνει, τον ξεπερνά. Το υπέρλογο μέσα στην Ορθοδοξία δεν είναι η κατάργηση της λογικής, αλλά η μετακένωση και ανύψωση της στην αποδοχή των εμπειριών της θείας Αποκαλύψεως. Το υπέρλογο είναι η απόλυτη διάθεση του εαυτού μας, η αυτοεγκατάλειψή μας στο θέλημα και στο έλεος του Θεού. Το λογικό είναι το «στένεμα» του Θεού και η σμίκρυνση του στις προσωπικές μας ανάγκες και απαιτήσεις, στο εγωιστικό θέλημά μας. Το υπέρλογο είναι να αφήνω στο Θεό ανοιχτό το δρόμο της καρδιάς μου για να ‘ρθει και να ενεργήσει μέσα μου με το δικό Του τρόπο, που δεν είναι ούτε λογικός, ούτε άλογος, ούτε παράλογος, αλλά είναι υπέρλογος. Είναι η αιώνια Αλήθεια του Θεού, είναι η πηγή και η οδός της σωτηρίας μας. Το υπέρλογο είναι η υπαγωγή της λογικής μας στη Λογική του Θεού. Είναι η προσπάθεια που κάνουμε για να δεχθούμε τη Λογική του Θεού, όταν αυτή δεν συμφωνεί με τη δική μας.

Σκοπός του χριστιανού είναι ο Ουρανός. Πατρίδα του είναι ο Ουρανός. Ο χριστιανός είναι ουρανοπολίτης και στόχος κεντρικός της ζωής του είναι να γνωρίσει το Θεό και να ενωθεί μαζί Του, να φθάσει δηλαδή στη θέωση. Το απόλυτο ζητούμενο της πνευματικής μας πορείας παραμένει πάντοτε η θέωση, που επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την κάθαρση της καρδιάς και το φωτισμό του νου. Ο φωτισμός λοιπόν του νου οφείλει να είναι η κύρια επιδίωξη μας, και όχι η καλλιέργεια της λογικής. Ο φωτισμένος νους είναι αυτός που οδηγεί στο Θεό και όχι η ανεπτυγμένη λογική. Ο φωτισμένος νους είναι η ανταμοιβή του Θεού για την εκχώρηση της λογικής μας σ’ Αυτόν. Γι’ αυτό και η προσπάθειά μας θα πρέπει να είναι ο φωτισμός του νου και όχι η εξάσκηση της λογικής μας.

Η πνευματική γνώση

Ο στόχος όμως αυτός επιτυγχάνεται κυρίως με την «πνευματική γνώση». Πνευματική γνώση είναι πίστη, είναι εμπειρία, είναι θείος φωτισμός, είναι Θεία χάρις και Θεογνωσία.

Η πνευματική αυτή γνώση δεν είναι απόρροια της λογικής του μυαλού μας. Δεν κατέχεται μόνον από τους ευφυείς, από τους μορφωμένους, από τους επιστήμονες. Δεν απαιτεί σύνθετη σκέψη, πολύπλοκες αναλύσεις και συλλογισμούς. Η πνευματική γνώση είναι δώρο του Θεού που προσφέρεται σε όλους, μορφωμένους και αγράμματους, γνωστικούς και αδαείς, έξυπνους και απλοϊκούς, σε όλους όσοι έχουν απλή, ταπεινή και καθαρή καρδιά. Η πίστη είναι δώρο του Θεού στους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους, και όχι αποτέλεσμα λογικής επεξεργασίας.

Η πνευματική γνώση δεν σπουδάζεται στα πανεπιστήμια και τα σπουδαστήρια του κόσμου, δεν αναγνωρίζεται με διπλώματα και μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, δεν αποτελεί αντικείμενο επιστημονικών ερευνών. Η πνευματική γνώση είναι υπόθεση της καρδιάς, είναι φωτισμένος νους, είναι μετοχή στην αγάπη, τη χάρη και τη δόξα του Θεού, είναι η Αποκάλυψη της Αλήθειας του Θεού στη ζωή μας και στον κόσμο ολόκληρο. Εργαστήριο της πνευματικής γνώσεως είναι η πίστη και η ελπίδα. Η εμπιστοσύνη στο Θεό και η αυτοεγκατάλειψή μας στην άπειρη αγάπη και πρόνοιά Του. Είναι η καθημερινή άσκηση και τήρηση των εντολών του Θεού. Είναι η εξάσκηση της αγάπης δια της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης ενεργούμενης. Είναι η φιλαδελφία, η καλοσύνη και η ιλαρότητα.

Ο ορθολογισμός, περνώντας από όλες τις πτώσεις της υπερηφάνειας, μας οδηγεί τελικά στην αυτοδικαίωση· γιατί μας πείθει ότι έχουμε δίκιο. Και εφ’ όσον οι σκέψεις μας, τα λόγια μας και οι πράξεις μας είναι λογικές, άρα είναι ορθές και δίκαιες. Έχουμε λοιπόν δίκιο, άρα και δικαίωμα να το επιβάλλουμε ως γνώμη, ως επιθυμία και ως συμπεριφορά. Από το σημείο αυτό ξεκινά μία ατελεύτητη πορεία προς την μηδέποτε επιτυγχανομένη – γιατί είναι και ακόρεστη – αυτοδικαίωσή μας, που μας παρασύρει σε μια αλυσίδα διαρκώς μεγαλύτερων και βαρύτερων αμαρτημάτων.

Ο Φαρισαίος της παραβολής (Λουκ.18,9-14) είναι ο αντιπροσωπευτικότερος τύπος του αυτοδικαιούμενου ανθρώπου. Καυχάται για τις αρετές του, θεωρεί τον εαυτό του δίκαιο και συγχρόνως εξουθενώνει τον τελώνη, βλέποντας τον αμαρτωλό, κατώτερό του. Ο αυτοδικαιούμενος γίνεται ο ίδιος κριτής του εαυτού του και του απονέμει τον τίτλο του δικαίου, πιστεύοντας ότι ο Θεός είναι υποχρεωμένος να τον ανταμείψει.

Ο αυτοδικαιούμενος άνθρωπος είναι εκείνος που πάσχει από ψυχολογικά προβλήματα, επειδή απωθεί την ενοχή του. Γίνεται έτσι νευρικός, διαταραγμένος ανικανοποίητος, απαιτητικός, ανυπόμονος, ανυπάκουος, αυθάδης, εριστικός. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Εωσφόρου, δεν θέλει να ζητήσει συγχώρηση και να ομολογήσει τις αμαρτίες του. Επαναλαμβάνει ως επωδό τα λόγια του μηδενιστή Αλμπέρτ Καμύ: «Είχα δίκιο, έχω οπωσδήποτε δίκιο, θα έχω πάντα δίκιο», και ορθώνει μόνος του ανυπέρβλητο φράγμα στην άβυσσο του Θείου ελέους.

Ο ορθολογισμός είναι συμπυκνωμένη υπερηφάνεια, αλαζονεία, αυτοδικαίωση, αυτάρκεια και αυτονομία. Γι’ αυτό και αλλοτριώνει τον άνθρωπο, τον απομονώνει και τον απομακρύνει από το Θεό και από τους συνανθρώπούς του. Ο ορθολογιστής καθίσταται έτσι στοιχείο διαλυτικό της φιλίας, του γάμου, της οικογένειας, του κοινοβίου και της κοινωνίας.

Τελικά ο ορθολογιστής, παρά τη λαμπρότητα των επιτευγμάτων του, καταλήγει να είναι ο κουρασμένος, ο κενός, ο ανικανοποίητος, ο απογοητευμένος σύγχρονος άνθρωπος. Αυτός που βιώνει καθημερινά το δράμα της υπαρξιακής αγωνίας του, της ανασφάλειάς του και του αδιεξόδου, στο οποίο τον παγιδεύει η λογική του και η αυτοπεποίθηση του στις οποίες τόσο στηρίχτηκε.

Θα πρέπει λοιπόν να βγούμε από τα όρια της πεπερασμένης ανθρώπινης λογικής και να μπούμε στην απεραντοσύνη, στον πλούτο και την ευλογία της λογικής του Θεού.


(Περιοδικό "ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ" τ. 26, Απρίλιος-Ιούλιος 2008)
 
 
www.alopisis.gr

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Πατήρ Ευμένιος· Ο κρυφός άγιος της εποχής μας (+13 Μαΐου 1999)‏

Καταγωγή
Η Εθιά, η πατρίδα του πατρός Ευμενίου, είναι ένα ορεινό χωριό στα νότια του νομού Ηρακλείου Κρήτης. Βρίσκεται σε υψόμετρο 740μ. και απέχει από το Ηράκλειο 38 χλμ. Είναι πολύ άγονο μέρος, γι’ αυτό και οι κάτοικοί του μετοίκησαν σ’ ένα χαμηλότερο μέρος, στο χωριό Ροτάσι.
Στην Εθιά υπάρχουν δύο εκκλησίες: Η κεντρική είναι αφιερωμένη στην Παναγία μας και φυλάσσει θαυματουργό εικόνα της. Εκεί η Παναγία είχε εμφανισθεί σαν γυναίκα ντυμένη στα μαύρα κάποια ημέρα, που ο πατήρ Ευμένιος, μικρό παιδί τότε, άναβε τα κανδήλια του ναού, και του είπε: Εσύ μια μέρα θα γίνης ιερεύς». Εκεί, στον αύλιο χώρο της, έμελλε να είναι και ο τάφος, όπου αναπαύεται το σεπτό σκήνωμα του Οσίου Γέροντος μας. Η άλλη είναι του Προφήτου Ηλιού. Εκεί κοντά υπάρχει και αγίασμα.
Υπάρχουν και πολλά μικρά εκκλησάκια, για την ανακαίνισι των οποίων ο πατήρ Ευμένιος έστελνε χρήματα.
Ο πατήρ Ευμένιος ήταν γόνος μιας πολυμελούς και πάμπτωχης οικογενείας. Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου του έτους 1931.
Οι γονείς του, Γεώργιος και Σοφία Σαριδάκη, ήταν άνθρωποι ευσεβείς και ενάρετοι. Είχαν οκτώ παιδιά. Το όγδοο και τελευταίο τους παιδί ήταν ο πατήρ Ευμένιος, που στην βάπτισί του πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Τα αδέλφια του, κατά σειρά ηλικίας, ήταν: Ελένη, Μιχαήλ, Αικατερίνη, Βασίλειος, Αμαλία, Μαρία και Ευγενία.
Ο μικρός Κωνσταντίνος ορφάνεψε από πατέρα σε ηλικία μόλις δύο ετών, δηλαδή η οικογένειά του έχασε τον προστάτη της πολύ νωρίς. Ήταν που ήταν φτωχή, χάνοντας και το στήριγμά της βρέθηκε σε πολύ δύσκολη κατάστασι. Η χήρα μάνα του με τι δυνατότητες να θρέψη τόσα στόματα; Ξενοδούλευε για να τα φέρη κάπως βόλτα. Μετά ήρθε και η γερμανική κατοχή, η οποία χειροτέρευσε κατά πολύ τα πράγματα. Σ’ αυτό το περιβάλλον και με πολλές στερήσεις μεγάλωσε ο Παππούλης μας. Παπούτσια φόρεσε στα δώδεκά του χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, δηλαδή τις στερήσεις, την πείνα και την ανέχεια, το ήθος και το φρόνημα του μικρού αυτού παιδιού δεν αλλοιώθηκαν.
Για παράδειγμα, ο Ιερεύς του χωριού τους ήθελε να του δίνη μια μικρή βοήθεια, επειδή πήγαινε και τον βοηθούσε στον ναό. Ο μικρός Κωνσταντίνος, όμως, του έλεγε: «Όχι, Παπα-Γιάννη, δεν παίρνουμε ποτέ χρήματα από την Εκκλησία». (Μαρτυρία Αριστέας Σαριδάκη).
Η, όταν του έδιναν μισή κουλούρα ψωμί για κάποια δουλειά που έκανε, ποτέ δεν την έτρωγε μόνος του, αλλά την πήγαινε στο σπίτι του και την έτρωγε με τ’ αδέλφια του, όλοι μαζί.
Χαρισματικό παιδί
Η Εκκλησία αγάλλεται και καυχάται, διότι εγέννησε και ανέδειξε ένα τέτοιο λαμπρό αστέρι και κόσμημα της˙ και η Κρήτη πρέπει να σεμνύνεται για το ηγιασμένο τέκνο της. Ο Παππούλης, από την νηπιακή του ηλικία, έδειχνε ότι ήταν σκεύος εκλεκτόν του Κυρίου μας. Από την βρεφική του ηλικία, όταν ακόμα δεν καταλάβαινε, προσπαθούσε να ευχαριστή τον Κύριό μας, αφού δεν θήλαζε Τετάρτη και Παρασκευή, αλλά κοιμόταν όλη την ημέρα, σύμφωνα με την μαρτυρία της αδελφής του Ευγενίας, η οποία το είχε ακούσει από την μητέρα τους να το ομολογή.
Οίνον και μεθύσματα ουδέποτε εγεύθη ο πατήρ Ευμένιος, δηλαδή οινοπνευματώδη ποτά, μπύρα, κρασί και αλκοολούχα ποτά δεν ήπιε ποτέ στην ζωή του.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, όταν λειτούργησε για πρώτη φορά μόνος του ως Ιερεύς, ζαλίστηκε λίγο από την κατάλυσι της Θείας Κοινωνίας και γι’ αυτό, μετά, έβαζε λιγώτερο νάμα και περισσότερο ζέον.
Ο Κωστάκης, όπως τον έλεγαν, ήταν ένα χαριτωμένο και χαρισματικό παιδί, ακόμα και για τα κοσμικά δεδομένα, ενώ δεν είχε μάθει σχεδόν καθόλου γράμματα.
Οι δυσκολίες, η Κατοχή, κατά την διάρκεια της οποίας τα σχολεία υπολειτουργούσαν, δεν του επέτρεψαν να γευθή το αγαθόν της μαθήσεως. Παρ’ όλα αυτά μπορούσε, όπως ο ίδιος έλεγε, να κάνη πράξεις μαθηματικές, λογαριασμούς δύσκολους, όλα από μνήμης, γι’ αυτό οι χωριανοί του, όταν ήθελαν κάτι σχετικό, τον φώναξαν: «Έλα, Κωστάκη, να μας πής πόσο κάνει αυτό κι αυτό», η κάτι πιο δύσκολο. Κι όταν τους τα έκανε, μετά τον γέμιζαν λουκούμια.
Κάποια φορά, όταν ο Παππούλης ήταν μικρό παιδί ακόμη, πέθανε στο χωριό τους ένα κοριτσάκι οκτώ-εννέα ετών. Οι γονείς και oι συγγενείς του κοριτσιού έκλαιγαν απαρηγόρητοι για τον χαμό του παιδιού τους. Ο Παππούλης μας έλεγε σχετικά:
«Κάποτε, είχε πεθάνει ένα κοριτσάκι και περνούσε από μπροστά μας η νεκρώσιμη πομπή. Πέρασαν μπροστά κι από την δική μας αυλή. Έτσι έκαναν τότε. Έκαναν την βόλτα, για να γίνη πιο επίσημη η κηδεία. Έκλαιγαν όλοι κι εγώ έβλεπα τα στολίδια, πολλά στολίδια, που είχε το φέρετρο. Κι αυτοί έκλαιγαν. Κι εγώ έτρεχα κι έβλεπα τα στολίδια, που είχε το φέρετρο. Ήμουν έξι-επτά χρόνων τότε. Δεν είχα δει καλύτερα και ωραιότερα στολίδια. Οι άλλοι έκλαιγαν κι εγώ χαιρόμουν, που έβλεπα τα στολίδια. Έβλεπα τα στολίδια και χαιρόμουν. Μου άρεσαν.Δέν ήταν στολισμένα από τους ανθρώπους, όμως εγώ τα έβλεπα έτσι. Στολίδια… στολίδια… όχι ότι τα έβαλαν οι άνθρωποι. Κι αυτοί έκλαιγαν, που έχασαν το παιδί, κι εγώ έβλεπα τα στολίδια, που είχε πάνω του, τα στολίδια του Θεού, και χαιρόμουν».
Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος θυμάται, σχετικά με την Χάρι, που από νωρίς είχε δοθεί στον Παππούλη μας: «Ο πατήρ Ευμένιος, όταν ήταν μικρός, είχε δει για πρώτη φορά την χάριν της αρχιερωσύνης. Την είχε δει στο πρόσωπο ενός Αρχιεπισκόπου, που είχε πάει στο χωριό του. «Έβλεπα», μου είπε, «το φως του Αγίου Πνεύματος πάνω στο πρόσωπό του. Το φως της αρχιερωσύνης, την χάρι της αρχιερωσύνης. Την έβλεπα και πήγαινα συνεχώς μπροστά του». Και είπε ο Αρχιεπίσκοπος: «Αυτό το παιδί τι βλέπει;».» Εγώ δεν έλεγα τι έβλεπα, αλλά μου άρεσε να βλέπω την χάρι της αρχιερωσύνης»».
Μοναχός Θεόκλητος δια φωτοφανείας
Ο πατήρ Ευμένιος ήταν θεόκλητος στον μοναχισμό. Ο ίδιος μας έλεγε:«Εγώ, δεκαεπτά χρόνων πήγα στο μοναστήρι. Ήμουν δεκαέξι χρόνια στο χωριό μου. Αγαπούσα τον Θεό, βέβαια, σκεπτόμουν πολλές φορές να γίνω καλόγερος. Μια μέρα μου λέει ο παπάς: «Έλα να σε κάνω νεωκόρο». Πήγα κι εγώ. Άναβα τα καντήλια πρωί-βράδυ, διάβαζα κιόλας, ο,τι βιβλία έβλεπα τα διάβαζα. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς του 1944, το απόγευμα, πήγα, άναψα τα καντήλια στην εκκλησία και, μετά, πήγα στο σπίτι μας. Ήταν εκεί η αδελφή μου η Ευγενία. Φάγαμε ξεροτήγανα, τηγανίτες και μακαρόνες. Εκεί που τρώγαμε, ήρθε μια λάμψι και με τύφλωσε και μπήκε μέσα στα βάθη της ψυχής μου. Κι αμέσως, την ίδια στιγμή, φώναξα της Ευγενίας: «Ευγενία, θα γίνω καλόγέρος». Την ίδια στιγμή. Εκείνη την στιγμή με φώτισε ο Θεός. Την είδα με τα μάτια μου εκείνη την λάμψι, που μπήκε μέσα μου.
Μόλις είδα αυτή την λάμψι, είπα κατ’ ευθείαν: «Θα γίνω καλόγερος».
Όταν ο άνθρωπος έχει την κλήσι από τον Θεό για να κάνη κάτι καλό, ο Θεός ενεργεί και τον βοηθά».
Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και ο Μιχαήλ Χατζηγεωργίου:
«Τόλμησα, κάποτε, να τον ρωτήσω: «Γέροντα, είχες δίλημμα για το ποιόν δρόμο θα ακολουθήσης; Σκέφθηκες να γνωρίσης κάποια γυναίκα, να την ερωτευθής, να κάνης οικογένεια;»
Τότε μου αποκάλυψε την απόλυτη απόφασί του να ακολουθήση την παρθενική ζωή, που την σηματοδότησε ένα εξαιρετικό γεγονός.
«Χειμώνας του 1944, Κωστής τότε, δεκατριών ετών», μου είπε. «Ήμουν στο πατρικό μου σπίτι. Ζεσταινόμαστε στο τζάκι. Τότε είδα μια τεράστια φωτιά, που μπήκε μέσα μου. Και από εκείνη την στιγμή, γεμάτος χαρά, έλεγα: Εγώ θα γίνω μοναχός. Θα γίνω μοναχός». Και μου συμπλήρωσε: «Αν με πίεζαν αργότερα να παντρευτώ, θα πέθαινα, θα πέθαινα!».
Από το 1944 η ψυχή του νεαρού Κωστή είχε ένα μόνο προσανατολισμό: την αφιέρωσι στον Χριστό. Η κλίσι υπήρχε. Η κλήσι με εμφατικό τρόπο συντελέστηκε και ο μικρός Κωστής βιαζόταν να ενηλικιωθή, να λάβη ζωή η επιθυμία της καρδιάς του.
Η φλόγα έκαιγε άσβεστος μεσά του. Στα 1951 ο Κωνσταντίνος κείρεται Σωφρόνιος μοναχός».
Με ζήλο στον μοναχικό αγώνα
Σε ηλικία δεκαεπτά ετών ο Κωνσταντίνος αφήνει τα εγκόσμια και οδεύει εκεί, που τον οδηγεί η καρδιά του, η ψυχή του και όλο του το είναι. Εκεί, που το Άγιο Πνεύμα, εν είδει λαμπρού φωτός, τον φωτίζει, στην πλήρη αφιέρωσί του στον Χριστό, στον αγαπημένο του Ιησού, Τον οποίο από μικρός λατρεύει και υπηρετεί, είτε στα εξωκκλήσια του χωριού του, είτε κατά μόνας.
Τα βήματά του τον οδηγούν στην Ιερά Μονή Αγίου Νικήτα, στα νότια της Κρήτης, κάπως κοντά στο χωριό του, αφού απέχει μόνο δύο-δυόμισυ ώρες με τα πόδια.
Ο Κωνσταντίνος έγινε δεκτός από τον Ηγούμενο π. Ιερόθεο (Κωστομανωλάκη), στον οποίο έβαλε μετάνοια και άρχισε η δοκιμή του.
Στην Μονή τότε υπήρχαν, εκτός του Ηγουμένου, και δύο υπερήλικες και τυφλοί μοναχοί, τους οποίους ο Κωνσταντίνος φρόντιζε παντοιοτρόπως και ποικιλοτρόπως, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αλλά, κυρίως και πρωτίστως, λόγω της υπέρμετρου αγάπης που είχε.
Ως νέος, δόκιμος μοναχός, έκανε σχεδόν όλα τα διακονήματα της Μονής, ήταν πρόθυμος και φιλότιμος.
Μετά την τριετή του δοκιμασία, εκάρη μοναχός, μετονομασθείς Σωφρόνιος. Ως μοναχός, ο Σωφρόνιος έβαλε θεμέλιο της μοναχικής του ζωής την ταπεινοφροσύνη, την υπακοή και την εργατικότητα. Επιδόθηκε σε νέους αγώνες. Τις ημέρες εκοπίαζε σωματικά και τις νύκτες παρέμενε άϋπνος και προσευχόμενος. Αυτό το τυπικό το κράτησε μέχρι τέλους της ζωής του.
Καθημερινά ο πατήρ Σωφρόνιος έδινε αγώνα σε όλα τα διακονήματα, σε όλες τις εργασίες, στο ν’ ανοίξουν καλύτερους δρόμους για να διευκολυνθή η έλευσι των προσκυνητών, στους κήπους, στο να καλλιεργούν τα κτήματα, στο να φέρνουν νερό από μακρυά, γιατί δεν επαρκούσε το υπάρχον.
Αυτά έβλεπε ο διάβολος και εμηχανεύετο τρόπους για να ρίξη τον αγωνιστή. Δεν αρκείτο μόνον στον πόλεμο των λογισμών, αφού μόνον με αυτούς δεν μπορούσε να ανακόψη την αγωνιστικότητα του πατρός Σωφρονίου. Γι’ αυτό του παρουσιαζόταν, και αισθητώς και οφθαλμοφανώς, και του μιλούσε. Κάποια μέρα, μάλιστα, καθώς ο ίδιος ο Παππούλης μας έλεγε, ο διάβολος εμφανίσθηκε μπροστά του και του είπε: «Εγώ είμαι άγγελος και πέσε κάτω να με προσκύνησης». Όταν, όμως, εκείνος τα έλεγε αυτά, ο πατήρ Σωφρόνιος πρόσεξε ότι του έλειπε ένα δόντι και του λέει γελώντας και κοροϊδευτικά: «Δεν είσαι άγγελος, δεν είσαι άγγελος, γιατί σου λείπει ένα δόντι!». Τότε ο διάβολος γυρίζει εξαγριωμένος και του δίνει ένα δυνατό χαστούκι και αμέσως εξαφανίζεται από μπροστά του.
Θαυματουργός εικόνα της Παναγίας, Εθιά Ηρακλείου Κρήτης
Κάποια άλλη μέρα, ο πατήρ Σωφρόνιος κατέβηκε κοντά στην θάλασσα, όπως ο ίδιος έλεγε, και άκουσε μέσα από την θάλασσα την Παναγία μας να του μιλάη και να του λέη, με την γλυκειά φωνή της: «Παιδί μου, μη φοβάσαι κι εγώ δεν θα σε αφήσω να χαθής». Σε ερώτησι, πως κατάλαβε ότι ήταν η Παναγία μας, απάντησε πολύ φυσικά: «Ε, την Παναγία μας δεν γνωρίζω;».
Και άλλοτε πάλι, έλεγε ότι η Παναγία μας τον αγκάλιασε. «Η Παναγία μου έκανε μια αγκαλιά», μας έλεγε.
Είδε την Αγία Μαρίνα
«Από ενωρίς ο ευλογημένος Κωνσταντίνος εκάρη μοναχός. Η ωριμότητα και η αποφασιστικότητά του φάνηκε αμέσως. Το αίσθημα και το χρέος της ξενιτείας τον συνείχε απόλυτα. Επεδίωκε να μην ξενυχτάη ποτέ έξω από το μοναστήρι. Όταν, κάποια φορά, αυτό στάθηκε αδύνατο και αναγκάσθηκε να παραμείνη στο πατρικό του σπίτι, είδε στο εικονοστάσι να βγαίνει η Αγία Μαρίνα από την εικόνα της, κρατώντας τον πειρασμό από τα κέρατα και δείχνοντάς του τον, του είπε: «Αυτός σας βάζει τους λογισμούς, να μην ακούτε τον Γέροντα και να νυστάζετε στις Ακολουθίες».
Στρατιωτική θητεία
Ο πατήρ Σωφρόνιος, όταν έφθασε την ηλικία των εικοσιτριών ετών, έπρεπε να πάη στρατιώτης, διότι τότε οι μοναχοί δεν απαλλάσσοντο των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων.
Η Μονή τον ετοίμασε σχετικά, τον εκούρεψε, του έκοψε δηλαδή τα μαλλιά και τα γένεια, και του τα φύλαξε, γιατί έτσι γινόταν τότε.
Παρουσιάσθηκε στο Μεγάλο Πεύκο, στις 24 Ιανουαρίου του 1954. Υπηρέτησε στο Μηχανικό και ήταν βοηθός μαγείρου. Κατόπιν, πήρε μετάθεσι για την Θεσσαλονίκη.
Στον στρατό ο Γέροντας ήταν υπόδειγμα υπακοής και εργατικώτατος, γι’ αυτό τον αγαπούσαν όλοι, από τον Διοικητή έως τον πιο απλό στρατιώτη. Ποτέ δεν θεώρησε αγγαρεία οποιαδήποτε εργασία του ανέθεταν, αλλά την έκανε με αγάπη, σωστά και καλά. Ο αξιωματικός υπηρεσίας τον σταματούσε πολλές φορές με το ζόρι, για να ξεκουρασθή.
Το ήθος και ο ακέραιος χαρακτήρας του πατρός Σωφρονίου έκανε ακόμη και τα πειραχτήρια του στρατού να αργούν, παρ’ όλο που ξέρανε ότι είναι καλόγερος.
Τις νηστείες τις κρατούσε όλες: Πάσχα, Χριστούγεννα, 15 Αυγούστου, Αγίων Αποστόλων και, φυσικά, Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή. Πώς τα κατάφερνε; Ένας συνάδελφός του, μάγειρας, έλεγε σχετικά: «Μέχρι και ελιές, ψωμί και κρεμμύδι έτρωγε μόνον, αρκεί να μη χαλούσε τις διατεταγμένες νηστείες της Εκκλησίας μας».
Κάθε ημέρα, ο Διοικητής του επέτρεπε να αποσύρεται για λίγο να προσεύχεται, πέραν της γενικής Προσευχής, επειδή εγνώριζε ότι ήταν καλόγερος. Τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές του έδινε άδεια να πηγαίνη στον Ιερό Ναό του Αγίου Ελευθερίου Θεσσαλονίκης, να εκκλησιάζεται και να ψέλνη.
Το επίδομα των στρατιωτών, τότε, ήταν 53 δραχμές τον μήνα. Φυσικά, του Παππούλη αυτό το ελάχιστο ποσό όχι μόνο του έφθανε, αλλά με αυτό έκανε ελεημοσύνες, «δάνειζε» τους συναδέλφους του, έδινε σ’ όποιον του ζητούσε.
Στον στρατό ο πατήρ Σωφρόνιος αρρώστησε βαρειά. Έκανε υψηλό πυρετό 40°-41°, που δεν έπεφτε. Η κατάστασί του ήταν απελπιστική. Τότε του έκαναν έφοδο χιλιάδες δαίμονες, για να τον τρομάξουν και να τον τρομοκρατήσουν. Όμως, μόνο μέχρι γύρω-γύρω στο κρεββάτι μπορούσαν να φθάσουν. «Αγγίζανε το κρεββάτι», όπως έλεγε ο ίδιος, «αλλά επάνω δεν μπορούσαν να ανέβουν. Γύρω-γύρω μόνο».
Οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν την αιτία. Νοσηλεύθηκε στο 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η κατάστασί του, αντί να βελτιώνεται, χειροτέρευε. Τον έφεραν στην Αθήνα και νοσηλεύθηκε σε διάφορα νοσοκομεία. Τελικά, βρέθηκε ότι πάσχει από την νόσο του Χάνσεν, την γνωστή λέπρα, και μεταφέρθηκε στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αθηνών.
Ο πατήρ Ευάγγελος Παπανικολάου, ο και ιατρός, θυμάται που του έλεγε ο Παππούλης μας:
«»Με παίρνουν φαντάρο και με στέλνουν στην Θεσσαλονίκη. Εκεί αρρώστησα κι άλλο. Με πάνε στον στρατιωτικό γιατρό, μου λέει: «Έχεις αφροδίσια».»Τί έχω;».»Αφροδίσια, τα κόλλησες από γυναίκα». Γελώ, Βαγγέλη μου, γελώ. «Γιατρέ μου, άλλο πράγμα έχω», του λέω. «Δεν έχω αφροδίσια». Ακούς, Βαγγέλη, αφροδίσια», και γέλαγε, γέλαγε. «Και τι έγινε, Γέροντα;», ερώτησα. «Είμαι στο λεωφορείο και έλεγα: «Παναγία μου, Καλυβιανή, τι αρρώστια έχω εγώ;».Με πλησιάζει ένας άνθρωπος και μου λέει: «Πάτερ, να σου πω, είσαι άρρωστος από λέπρα, να πας στο νοσοκομείο, στην Αθήνα. Είμαι κι εγώ άρρωστος άπ’ αύτό.Να πάς στο νοσοκομείο στην Αγία Βαρβάρα»». Επήγε ο πατήρ Ευμένιος στο νοσοκομείο, τον είδαν και του άρχισαν την θεραπεία. Εκεί συνάντησε τον πατέρα Νικηφόρο, που ευωδιάζουν τα λείψανά του».
Και ο Μόρφου Νεόφυτος μας έλεγε:
«Υπήρχε τότε ένας νόμος, που έλεγε ότι έπρεπε οι καλόγεροι, όταν ήταν σε νεανική ηλικία, να πάνε στρατιωτικό. Και τον ξύρισαν. Φανταστείτε τώρα, τον κούρεψαν. Κι αυτός πήγε. Πήγε στον στρατό, στην Θεσσαλονίκη, κι εκεί, για πρώτη φορά, φάνηκε το πρόβλημα της ασθένειας του Χάνσεν, της λέπρας.
«Και ήμουν», λέει, «ξαπλωμένος σ’ ένα κρεββάτι και είχα πάρα πολύ πυρετό. Κι εκείνη την ώρα μου είπαν: «Άκουσε, πάτερ Σωφρόνιε, είσαι άρρωστος, πολύ βαρειά άρρωστος, και δεν μπορείς πια να επιστρέψης στο μοναστήρι σου. Αν πας, θα πρέπη να πας για λίγο και μετά θα πρέπη να σε πάνε στο Νοσοκομείο».
Όταν έμαθε ότι έπασχε από λέπρα, έλεγε: «Χάρηκα πάρα πολύ». «Χάρηκες;», του λέω. «Ναι, με γέμισε απέραντη χαρά. «Οσο πιο μεγάλη ασθένεια, τόσο πιο μεγάλος σταυρός, τόσο πιο μεγάλη Ανάστασι. Και είπα: Πώ, πώ, πώ, μεγάλο δώρο μου έδωσες, Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ μου, που μου έδωσες μεγάλο σταυρό. Θα έχω μαζί Σου μεγαλύτερη συμμετοχή στα πάθη Σου, αλλά και μεγαλύτερη συμμετοχή στην Ανάστασί Σου». Άκου ο άνθρωπος! Και ήταν μόλις 20 χρόνων».
Αδιάλειπτος αγώνας
Στον αντιλεπρικό Σταθμό Αθηνών, ο πατήρ Σωφρόνιος νοσηλεύτηκε επιτυχώς και θεραπεύτηκε τελείως. Η ασθένεια δεν του άφησε καμμία παραμόρφωσι, ούτε το παραμικρό σημάδι.
Μετά την θεραπεία του από αυτή τη σοβαρή ασθένεια, παρέμεινε μέσα στον Αντιλεπρικό Σταθμό, από αγάπη για τους πάσχοντας αδελφούς του. Η Διεύθυνσι του Σταθμού, επειδή ήταν μοναχός, του παρεχώρησε ατομικό κελλάκι, δίπλα στο εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων. Στο κελλάκι αυτό ο Παππούλης πέρασε όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Εκεί ξανάρχισε τους πνευματικούς αγώνες, που είχε στερηθεί λόγω του στρατού και της ασθενείας του.
Καθημερινές ασχολίες του πατρός Σωφρονίου ήταν η φροντίδα για την ευπρέπεια του Ναού, στον οποίο ανέλαβε και καθήκοντα ιεροψάλτου, και η περιποίησι ασθενών, που ήταν παράλυτοι και δεν είχαν κανένα να τους φροντίση.
Ακόμη, έφτιαχνε λιβάνι και το μοίραζε σε μοναστήρια και ναούς, και γέμισε τους θαλάμους με ιερές εικόνες και πνευματικά βιβλία.
Τα καλοκαίρια πήγαινε για μήνες στο Άγιο Όρος, στο οποίο αναπαυόταν πολύ.
Πήγαινε επίσης στην Κρήτη, στην Μονή της μετανοίας του και στην Ιερά Μονή Καλυβιανής, όπου συνεδέθη με τον ιδρυτή της Μητροπολίτη Τιμόθεο, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κρήτης.
Όταν έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου, του έστειλε ο Άγιος Άνθιμος τον Οσιώτατο μοναχό Νικηφόρο, τυφλό και παράλυτο. Ο πατήρ Σωφρόνιος τον υπηρέτησε με όλη του την ψυχή και καρδιά και τον είχε πνευματικό πατέρα και οδηγό.
Ο αντίδικος, όμως, διάβολος φθόνησε την καλή πολιτεία του αγωνιστού Σωφρονίου και τον πολέμησε με σφοδρότητα και τον ταλαιπώρησε πολύ. Τον απάλλαξε διά παντός άπ’ αυτόν η Χάρις του Θεού και της Κυρίας Θεοτόκου.
Το 1975, σε ηλικία σαραντατεσσάρων ετών, ο μοναχός Σωφρόνιος χειροτονήθηκε εις πρεσβύτερον και πήρε το όνομα Ευμένιος. Ο πατήρ Ευμένιος συνέχισε τη ζωή του στο Λοιμωδών ως Ιερεύς, διεκρίθη δε και ως άριστος πνευματικός.
Μετά την πτώσι του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Ρωσσία, πήγε προσκυνηματικό ταξείδι στη Μόσχα, στην Πετρούπολη και στο Κίεβο.
Με την επιστροφή από εκεί, άρχισαν τα άλλα μεγάλα προβλήματα υγείας: σάκχαρο, ανεπάρκεια νεφρών, προβλήματα οράσεως και τα πόδια του, που έλεγαν οι γιατροί να του τα κόψουν. Έμπαινε και έβγαινε συνεχώς σε νοσοκομεία.
Παρ’ όλα αυτά, όμως, έκανε ακόμη μερικά ταξείδια και συνέχιζε τα ιερατικά του καθήκοντα εις το ακέραιον: Ιερές Ακολουθίες και ατελείωτες επισκέψεις σε σπίτια πνευματικών του παιδιών για αγιασμούς, ευχέλαια και εξορκισμούς.
Αυτό κράτησε πάνω από οκτώ-δέκα χρόνια, οπότε μπήκε για τελευταία φορά στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου, στις 23 Μαΐου 1999, απεδήμησε εις Κύριον σε ηλικία έξηνταοκτώ ετών.
Ακολουθούν κάποιες μαρτυρίες από τις τελευταίες εκείνες ώρες.
Ο Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης με τον μετέπειτα μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο τότε ως διάκονο στη Ρωσία
Στην ημέρα της εορτής τους…
Τον σεβαστό Πατέρα Ευμένιο, τον αγαπημένο μας «Παππούλη», εκάλεσε ο Κύριός μας κοντά του στις 23 Μαΐου του έτους 1999, ημέρα Κυριακή, στην μνήμη των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, της εν Νικαία Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, γύρω στις τέσσερεις το απόγευμα, ενώ ευρισκόταν στο θεραπευτήριον Ευαγγελισμός.
Ας σημειωθή, ότι ο Πατήρ Ευμένιος ανήκε στην Μητρόπολι Νικαίας και είναι άξιον θαυμασμού το ότι εφάνη ωσάν να ήλθαν οι Άγιοι προστάτες της μητροπολιτικής του περιφέρειας να παραλάβουν το εκλεκτό και υπερευλογημένο τέκνο τους, την ημέρα της εορτής τους.
Η εξόδιος Ακολουθία εψάλη εις τον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, τον οποίο διεκόνησε η αγιότητά του με περίσσια αυταπάρνησι.
Ο ενταφιασμός του έγινε την επομένη ημέρα στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, το χωριό Εθιά, του νομού Ηρακλείου.
Αποχαιρετισμός
«Δεν μπορώ να περιγράψω την θλίψι, που είχε στο πρόσωπό του, όταν για τελευταία φορά κλείδωνε την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, των γλυκύτατων και αγαπημένων του Αγίων, όπως συνήθιζε να λέη, και αποχαιρετούσε το άγιο κελλί του. Και τις τελευταίες ευχές για το Ίδρυμα: «Την ευχή μου να έχετε όλοι, την ευχή μου να έχετε όλοι», επαναλάμβανε, ενώ τον έπνιγε ένα βουβό κλάμα, καθώς περνούσαμε για τελευταία φορά τους δρόμους της αγαπημένης του Αθήνας.
Ευλογούσε συνέχεια και έλεγε: «Ωραία που είναι η Αθήνα! Ωραία Αθήνα, ευλογημένη Αθήνα! Τίποτε άλλο δεν υπάρχει πιο ωραίο από την Αθήνα». Ευλογούσε τους δρόμους, την Ομόνοια, την Αγορά, την Μητρόπολι, την Βουλή των Ελλήνων, τους πάντες και τα πάντα.
Ανεξίτηλα έχουν μείνει στην μνήμη μου τα λόγια, που είπε την Πέμπτη 29 Απριλίου του 1999, τα μεσάνυκτα: «Σήμερα ήθελαν πάλι να μου κάνουν αιμοκάθαρσι δύο ώρες. Με τρύπησαν επτά-οκτώ φορές. Με τρύπαγαν αυτές, με τρύπαγαν σαν τον Δεσπότη Χριστό. Μαρτύρησα, μαρτύρησα σαν τον Δεσπότη Χριστό. Γιατί το κάνουν αυτές αυτό;» «Γέροντα», του απαντώ, «δεν θα ήξεραν οι νοσοκόμες». «Θέλετε να αλλάξουμε γιατρούς και νοσοκομείο», του πρότεινα. «Μπά, δεν χρειάζεται», μου απαντάει. «Μου αρέσει πολύ ο Ευαγγελισμός…»».
Ο τελευταίος Εσπερινός
«Για τελευταία φορά ο Γέροντας εισήχθη στον Ευαγγελισμό στις 17 Δεκεμβρίου του 1997 (εορτή του Αγίου Διονυσίου).
1η Μαΐου του 1999. Δεν αισθάνεται καθόλου καλά.
2α Μαΐου. Τον θυμάμαι το βράδυ εκείνο της Κυριακής, με το ραδιοφωνάκι στα χέρια, να παρακολουθή τον Εσπερινό του Αγίου Πέτρου, πολιούχου Άργους. Ήταν ο τελευταίος Εσπερινός, που άκουγε.
3η Μαΐου, 4η Μαΐου, ο Γέροντας χειροτέρευε. Από τους γιατρούς καμμία βοήθεια. Έλεγε συνέχεια: » Ελάτε, πεθαίνω, πεθαίνω, πεθαίνω…».
5η Μαΐου έως 23η Μαΐου, πονούσε φοβερά όλες αυτές τις ημέρες.
Στις 23 Μαΐου του 1999, την Κυριακή των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων, στις 4:10 μ.μ., εκοιμήθη».
Μετά την κοίμησί του επιτελεί πολλά και μεγάλα θαύματα, όπως το ομολογούν άνθρωποι που υεργετήθηκαν η αυτόπτες μάρτυρες. Ο βίος του υπήρξε αρετή και η αρετή βίος.


Πηγή: Σίμωνος Μοναχού, Πατήρ Ευμένιος – Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Επιμέλεια κειμένου: Μαίρη Αποστολάρα, Πρώτη Έκδοσι, Δεκέμβριος 2009


www.pemptousia.gr

Ο αγώνας κατά των παθών



Γέροντα, όταν ο Προφήτης Δαβίδ έλεγε : «Πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με», το ζητούσε;
- Ο Δαβίδ ζητούσε από τον Θεό να του δώση διοικητικό χάρισμα, επειδή είχε να κυβερνήση ανθρώπους. Αλλά και ο κάθε άνθρωπος χρειάζεται «πνεύμα ηγεμονικό», γιατί έχει να κυβερνήση  τον εαυτό του ,για να μην τον κάνουν κουμάντο τα πάθη του.
- Γέροντα, τι είναι τα πάθη;
Εγώ τα πάθη τα βλέπω σαν δυνάμεις της ψυχής. Ο Θεός δεν δίνει ελαττώματα αλλά δυνάμεις. Όταν όμως δεν αξιοποιούμε αυτές τις δυνάμεις για το καλό, έρχεται το ταγκαλάκι, τις εκμεταλλεύεται και γίνονται πάθη, και ύστερα γκρινιάζουμε και τα βάζουμε με τον Θεό. Ενώ, αν τις αξιοποιήσουμε στρέφοντάς τες εναντίον του κακού, μας βοηθούν στον πνευματικό αγώνα. Ο θυμός λ.χ. δείχνει ότι η ψυχή έχει ανδρισμό, ο οποίος βοηθάει στην πνευματική ζωή. Κάποιος που δεν είναι θυμώδης και δεν έχει ανδρισμό δεν μπορεί να βάλη εύκολα τον εαυτό του στην θέση του. Ο θυμώδης άνθρωπος ,αν αξιοποιήση στην πνευματική ζωή τη δύναμη που έχει , είναι σαν ένα γερό αυτοκίνητο που πιάνει την ευθεία και κανείς δεν το φθάνει. Αν όμως δεν την αξιοποιήση και αφήνη ανεξέλεγκτο τον εαυτό του, μοιάζει με αυτοκίνητο που τρέχει με υπερβολική ταχύτητα σε ανώμαλο δρόμο και κάθε τόσο εκτροχιάζεται.
Ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίση τις δυνάμεις που έχει και να τις στρέψη στο καλό. Έτσι θα φθάση , με τη βοήθεια του Θεού, σε καλή πνευματική κατάσταση. Τον εγωισμό λ.χ. να τον στρέψη εναντίον του διαβόλου και να μην το βάζη κάτω, όταν πάη και  τον πειράζη. Την τάση για φλυαρία να την αγιάση καλλιεργώντας την ευχή. Δεν είναι καλύτερα να μιλάη με τον Χριστό και να αγιάζεται παρά να φλυαρή και να αμαρτάνη; Ανάλογα δηλαδή με το πώς θα χρησιμοποιήση ο άνθρωπος τις δυνάμεις της ψυχής, μπορεί να γίνη καλός ή κακός.



Από το βιβλίο: «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Ε΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
2007

Λουσμένοι στην χαρά

«Όταν επισκεφθήκαμε το Λεπροκομείο Αθηνών, γνωρίσαμε ανθρώπους, που αργότερα έγιναν φίλοι μας. Ήταν άνθρωποι του ψαλτηρίου, ο κ. Κώστας, ένας επίσης λεπρός, κι ένας πολύ απλός και ταπεινός άνθρωπος, ο Κανάρης, φίλος των λεπρών. Ο Παναγιώτης ο Μηλίτσης – ήταν της παρέας μας αυτός-, και ο Μιχάλης ο Χατζηγεωργίου από την Σύρο, που ήξερε και έψελνε πολύ ωραία και κοντά του έμαθα να ψέλνω τον Μεγάλο Κανόνα.
Καθ’ όλη την διάρκεια της Ακολουθίας ο ιερέας είναι εντός του Ιερού. Έτσι, δεν είχα την ευκαιρία να τον δώ. Έμείς ψέλναμε έναν μακρύ Κανόνα, ατελείωτο. Σιγά-σιγά ο ναός εγέμισε. Ήταν υπερπλήρης. Οπότε στην ενάτη «Ασπόρου συλλήψεως ο τοκος ανερμήνευτος, Μητρός ανάνδρου άσπορος η κύησις, Θεού γάρ η γέννησις, καινοποιεί τάς φύσεις διό σε πάσαι αι γενεαί, ως Θεού υμών Μητέρα, ορθοδόξως μεγαλύνομεν», που λέει ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης, έτσι αρχίζει η ενάτη Ωδή, εμφανίζεται ένας παπάς, λουσμένος μέσα στην χαρά, μέσα στο γέλιο και μέσα στο φως. Και το είδα αυτό το πράγμα.
Εξεπλάγην. Λέω: «Αυτός είναι ο πατήρ Ευμένιος;». Ο Γέρων, όμως, κατάλαβε ότι εγώ ηλεκτρίστηκα εκείνη την ώρα, ότι κάτι έπαθα, που είδα όλο εκείνο το φως, εκείνη την χαρά. Μπορώ να πω, ότι το πιο σημαντικό πράγμα για μένα ήταν η χαρά, η οποία ήταν αποστασιοποιημένη, όχι μόνο στο στόμα, σε όλο του το σώμα, σε όλη την κίνησι, σε όλο του το πρόσωπο. Όλος ο άνθρωπος απέπνεε χαρά. Η χαρά ήταν σωματική, δεν ήταν απλώς η έκφρασι ενός χαμόγελου. Δηλαδή, το χέρι του που θυμιάτιζε, θυμιάτιζε χαρούμενα, το πρόσωπό του, τα μάτια του, όλα είχαν χαρά και φως.
Αφού περατώθηκε η θυμίασις του ναού από αυτόν τον χαρούμενο και φωτοφόρο άνθρωπο καιι φθάσαμε στην Απόλυσι «Δι’ ευχών των Αγίων…», χαρούμενος βγήκε και είπε: «Εύχομαι τα άγια, γράμματα και τα άγια λόγια και οι ιεροί ψαλμοί του Μεγάλου Κανόνος του Αγίου Ανδρέου Κρήτης να σκέπουν, να οδηγούν και να φωτίζουν όλη την ζωή σας, καλά μου παιδιά. Σας ευχαριστώ».»


Πηγή: Μαρτυρία Πανιερωτάτου μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου από το βιβλίο του Μοναχού Σίμωνος, Πατήρ Ευμένιος – Ο κρυφό άγιος της εποχής μας, Επιμέλεια κειμένου: Μαίρη Αποστολάρα, Πρώτη Έκδοσι, Δεκέμβριος 2009


www.pemptousia.gr

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

ΤΟ ΥΔΩΡ ΤΟ ΑΛΛΟΙΟΥΜΕΝΟΝ




Πρωτοπρεσβυτέρου Νικολάου Μανώλη τοῦ γέροντος Ἀγάθωνος.

   Ὅσοι ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν Ὀρθοδοξία, φέρουμε τεράστια εὐθύνη πρός τίς ἐπόμενες γενεές. Τήν Πίστη πού μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός διά τῶν Ἁγίων Του, νά τήν διαφυλάξουμε καί νά τήν μεταλαμπαδεύσουμε ἀτόφια στά παιδιά μας. Τό ἐπίπονο αὐτό ἒργο, συνιστᾶ διαχρονική ἐφαρμογή τῆς Δεσποτικῆς ἐντολῆς “πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἒθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”.
Οἱ πρῶτοι Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ καί στούς ἐπόμενους αἰῶνες οἱ διάδοχοί τους ἐνισχύονται ἀπό τόν Παράκλητο, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας. Στερεώνονται στήν Πίστη ἀποκτώντας τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτά δίδονται “ἑκάστῳ πρός τό συμφέρον” (Α΄ Κορ. 12, 7-11). Εἰδική δωρεά ἀποτελεῖ ἓνα κοινό χάρισμα, ὁμολογιακό καί μαρτυριακό, βασισμένο στήν ἀποκεκαλυμμένη γνώση πώς εἶναι μέτοχοι καί φορεῖς τῆς μόνης ἀληθινῆς Πίστης καί Ἀληθείας. Ὁ Ἀναστημένος Χριστός ἀποτελεῖ τήν ἀδιαπραγμάτευτη Λατρεία τῆς ὓπαρξής τους. Ἡ ἀτέρμονη καί ἀνείπωτη χαρά τῆς σχέσης μέ Τόν πλουτανοδότη Κύριο καί τήν Ἐκκλησία Του, ἡ μέθεξη στή Χάρη Τοῦ Θεοῦ καί τό βίωμα τῆς ἀνάβασης ἒως ἑβδόμου οὐρανοῦ “ἐν τῇ ἀρρήτῳ δυνάμει τοῦ Πνεύματος” γίνονται ὁ ἀπόλυτος θησαυρός, πού θά κηρυχθεῖ στά πέρατα τῆς Οἰκουμένης. Ἡ Ἀγάπη πού τούς διακατέχει γιά “κάθε ἂνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον” τούς ὠθεῖ στό νά διασώσουν τόν κόσμο ἀπό τήν πλάνη τῶν εἰδώλων καί τῶν ψεύτικων θεῶν. Προσφέρουν τό Ὓδωρ τό ζῶν, τό ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον, τήν μαρτυρία τῆς Ἀνάστασης, τό Εὐαγγέλιο τῆς Λύτρωσης. Καί μπολιάζουν τήν προσφορά τους μέ τή θυσία καί τό μαρτύριο. Δίνουν τήν ζωή τους γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας.
ἐμπειρία τῆς Χάριτος κυριαρχεῖ στόν λαό τοῦ Θεοῦ. Διαποτίζει τό DNA του. Τό κοινό Ἃγιο Ποτήριο ἀλλοιώνει τήν ψυχοσύνθεσή του, τόν ἁγιοποιεῖ καί τόν θεώνει. Λειτουργεῖται καθ’ ἑκάστην εἰσερχόμενος στόν Ναόν τοῦ Κυρίου. Στήν Πρόθεση καί στό ἱερό Θυσιαστήριο συγχωροῦνται τά ἐπίγεια μέ τά Οὐράνια. Συναντιόνται οἱ ζῶντες μέ τούς κεκοιμημένους, σέ μιά σύναξη πλημμυρισμένη ἀπό Ἀγγέλους καί τό Ἀναστάσιμο Ἂκτιστο Φῶς. Στή Θεῖα Εὐχαριστία ἐπισφραγίζεται ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀναβιώνονται τά πάθη της, ἡ πορεία της, οἱ διώξεις καί οἱ θυσίες της. Κατατίθενται ὡς μαρτυρία εὐγνωμοσύνης καί ἀφοσίωσης. Ἐπαναπροσδιορίζονται σταυροειδῶς οἱ σχέσεις τοῦ λαοῦ μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Εἶναι ἀδιανόητο γιά τήν Παράδοσή μας, ὁ Λειτουργός τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου, νά ἀφήσει τά διαδραματιζόμενα καί νά στραφεῖ στό μέσον τοῦ Ναοῦ, γιά νά ἀσπαστεῖ τόν Διάβολο μέ τή μορφή τοῦ αἱρεσιάρχου!
Δυστυχῶς, σήμερα τά πράγματα εἶναι πολύ διαφορετικά. Οἱ διάδοχοι πλέον τῶν Ἀποστόλων ἒχουν διαφοροποιήσει τήν ἐντολή “μαθητεύσατε πάντα τά ἒθνη”. Ἡ μαθητεία στόν χῶρο τῆς ἱεραποστολῆς ἐπιδέχεται τώρα σύνθετες ἐρμηνεῖες. Ἡ Πίστη στόν Χριστό ὡς μόνη λατρεμένη ἀγάπη καί στήν Ὀρθοδοξία ὡς μόνη ἀληθινή Πίστη δέν εἶναι αὐτονόητη. Τίθεται πρός διαπραγμάτευση. Ὁ εἰς τῦπον Χριστοῦ σύγχρονος διάδοχος δέν προσφέρει πλέον στή Σαμαρείτιδα τό Ὑδωρ τό ζῶν τό ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον, διότι δέν τό ψηλάφισε καί δέν τό κατέχει. Ἀντ’ αὐτοῦ λαμβάνει ἀπό ἐκείνη τό ὓδωρ τό ἀλλοιούμενον. Μέ αὐτό “εὐλογεῖται” καί “ἁγιάζεται”. Μέ αὐτό ἀντικαθιστᾶ τή Χάρη τῆς Μυστικῆς Θεολογίας.
Παρερμηνεύοντας τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, διδάσκει τά ἒθνη μέ ἂσοφον νοῦν. Ἀπωλέσας τόν Χριστόν τῆς Παράδοσης, διακηρύσσει στά ἒθνη ἓναν ἀπό τούς ἀντιχρίστους. Γιατί ὁ ἐλλιπής Χριστός εἶναι ὁ ἀντίχριστος τῆς αἵρεσης. Διαδίδει ἓναν ἀλλοιωμένον Ἰησοῦν, παρόμοιον μέ αὐτόν τοῦ Ἀρείου καί μέ τόν ἂλλον τοῦ Βαρλαάμ τοῦ Καλαβροῦ. Προσεγγίζει τά ἒθνη ὂχι μέ τό Εὐαγγέλιο τῆς Σωτηρίας, ἀλλά μέ τό κοράνι τῆς ὑποδούλωσης. Τί καί ἂν τόν ἀξίωσε ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία νά ἀνέβει σέ θώκους ὑψηλούς! Αὐτός Πατριάρχης, Μητροπολίτης, λευίτης τοῦ Χριστοῦ ὢν, δωρίζει τό κοράνιο. Τό καθαγιάζει μέ φόντο τήν ἀγάπη. Ναι, ὂντως ἱερό βιβλίο τό κοράνιο, ἀλλά γιά τούς Μωαμεθανούς. Γιά μᾶς τούς χριστιανούς εἶναι δαιμονικό. Ἀλλά τί σημασία ἒχει! Καί ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος, κατά τήν ἐρμηνεία τῶν ἀσόφων, πηγαίνοντας σέ εἰδωλολάτρες ἀξιωματούχους, θά δώριζε τό ἀγαλματίδιο τοῦ Δία, τῆς Ἀθηνᾶς καί τοῦ Ἀπόλλωνα!...
Μία τέτοια Ἐκκλησία ἀποτελεῖ, βεβαίως, ἓναν χῶρο τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας, τῆς θεολογίας τῶν κλάδων, τῆς ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν κοινοτήτων ὡς «ἀδελφές ἐκκλησίες», τῆς υἱοθέτησης τῆς ἀλλοτρίας διδασκαλίας τῶν “δύο πνευμόνων”, ἀλλά δέν εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Οἱ ταγοί της δέν πετύχανε στήν Ὀρθοδοξία τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μήν ἀντέχοντας τήν κενότητα μέσα τους ἀπό παρουσία Θεοῦ, προσχωροῦν ἐρωτοτροπώντας σέ ξένες πίστεις, στόν παπισμό, στόν οἰκουμενισμό, στήν πανθρησκεία τῆς νέας ἐποχῆς.
προσχώρηση αὐτή, ἐνδεδυμένη μέ ἱεραποστολικό καί ἀγαπητικό περίβλημα, ἒχει τήν ἀνάγκη νά θωρακιστεῖ ἀπό μιά ἰσχυρή θεολογία. Ἡ Ἀκαδημία θεολογικῶν σπουδῶν Βόλου, πού ἰσχυρίζεται πώς λειτουργεῖ ὡς ἓνα φόρουμ διαλόγου καί ἐπικοινωνίας τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας μέ τίς σύγχρονες προκλήσεις, καλύπτει πλήρως τήν ἀνάγκη αὐτή. Ἐπίσης, καθηγητές τῶν θεολογικῶν σχολῶν στρατολογοῦνται, ἐτοιμάζουν ὡς διαδόχους τῆς πλάνης, πού διδάσκουν, τούς ἀποφοίτους τῶν σχολῶν τους. Μέ τίς εὐλογίες τους, ὃπως δυστυχῶς εἲδαμε, οἱ ἀπόφοιτοι προσκυνοῦν τήν παντόφλα τοῦ Πάπα, χαρίζοντάς του ἀναμνηστική πλακέτα εἰς ἀνταπόδοση τῶν εὐλογιῶν πού ἒλαβαν.
λαός τοῦ Θεοῦ εἶναι προβληματισμένος. Ἒχοντας τό γονίδιο τῆς ἁγιοβιωματικῆς Πίστης, δέν στέργει ἡ συνείδησή του νά ὑποφέρει τίς παράλογες παραχωρήσεις τῶν οἰκουμενιστῶν. Ἀγωνιᾶ γιά τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας καί προσεύχεται θερμά νά μᾶς λυπηθεῖ ὁ Κύριος καί νά μήν ὀργισθεῖ. Εἶναι πολύ παρήγορο γιά τόν ἁπλό χριστιανό τό ὃτι βλέπει νά ὑπάρχουν μέσα σἐ αὐτές τίς δυσκολίες, Μητροπολίτες παλικάρια πού ἀντιστέκονται καί ὀρθοπραττοῦν. Ὑπάρχουν πάρα πολλοί Ἡγούμενοι καί κληρικοί κάθε βαθμίδας, παραδοσιακοί, πού δέν ὑποχωροῦν στίς πιέσεις καί στούς διωγμούς. Χιλιάδες ἀπό αὐτούς ὑπέγραψαν τήν ὁμολογία Πίστεως, πού ἀποτελεῖ σημεῖο ἀναφορᾶς γιά κάθε Ὀρθόδοξο. Ὁ λαός καταλαβαίνει τό γνήσιο καί προστρέχει ἐκεῖ. Εἲμαστε ἐνωμένοι οἱ Ὀρθόδοξοι καί ἀπολαμβάνουμε τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ Ἃγιοι μᾶς ἐνισχύουν καί μᾶς πληροφοροῦν. Μένουμε σταθεροί στήν Πατροπαράδοτη Ὀρθοδοξία μας καί δέν λυγίζουμε μπροστά στους πειρασμούς τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὁ Κύριος βλέποντας τήν ἀποφασιστικότητά μας, μᾶς δυναμώνει ἀκόμη περισσότερο μέ τήν ἀρετή τῆς διάκρισης. Μέ αὐτήν πορεύομαστε ὡς σοφοί, ἀναλαμβάνουμε τό ἐπίπονο ἒργο τῆς διαφύλαξης τῆς Πίστης καί τῆς ἀτόφιας μεταλαμπάδευσής της στίς νέες γενεές.

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com

Η επίκληση του Ονόματος του Ιησού (Α)

Η μορφή της επικλήσεως του Ονόματος του Ιησού.
«Ηρώτησε δε Ιακώβ και είπεν· ανάγγειλόν μοι το Όνομα Σου, και είπεν· ίνα τι τούτο ερωτάς συ το όνομά μου; Και ευλόγησεν αυτόν εκεί» (Γενέσ. 32, 29)
Η επίκληση του ονόματος του Ιησού μπορεί να τεθεί σε πολλά πλαίσια. Κάθε πρόσωπο πρέπει να βρει τον τύπο, που είναι ο καταλληλότερος για την προσευχή του. Πάντως, οποίος τύπος και αν χρησιμοποιηθεί, η καρδία και το κέντρο της επικλήσεως πρέπει να είναι το άγιο όνομα, η λέξη Ι η σ ο ύ ς. Εδώ είναι όλον το βάρος της επικλήσεως.
Το όνομα του Ιησού ημπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνον του, ή να περιληφθεί σε μία φράση περισσότερο η λιγότερο διαφοροποιημένη. Στην Ανατολή ο συνηθέστατος τύπος είναι: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, τον αμαρτωλό». Θα μπορούσε κανείς να πει απλώς: «Ιησού Χριστέ» ή «Κύριε Ιησού». Η επίκληση θα ήταν δυνατόν να περιοριστεί ακόμη και σε μία απλή λέξιν «Ιησού».
Αυτός ο τελευταίος τύπος, το όνομα του Ιησού μόνον, είναι ο αρχαιότερος τύπος της επικλήσεως του ονόματος. Είναι ο συντομότερος, ο απλούστερος και, κατά την γνώμη μας, ο ευκολότερος. Γι’ αυτό χωρίς να υποτιμούμε τους άλλους τύπους, λέμε ότι πρέπει να χρησιμοποιηθεί μόνο η λέξη «Ιησούς».

Έτσι, όταν μιλάμε για την επίκληση του ονόματος, εννοούμε την συχνή επανάληψη του ονόματος, της λέξεως «Ιησούς», χωρίς προσθήκες. Το Άγιον Όνομα είναι η Προσευχή.
Το όνομα του Ιησού μπορεί να προφέρεται, ή να είναι αντικείμενο σωτηρίας σκέψεως. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει μία πραγματική επίκληση του ονόματος, προφορική στην πρώτη περίπτωση, καθαρώς νοερά στη δεύτερη. Αυτή η προσευχή παρέχει μία εύκολη μετάβαση από την προφορική στη νοερά προσευχή. Ακόμη και η προφορική επανάληψη του ονόματος, εάν είναι ήρεμη και νουνεχής, μας βοηθά να περάσουμε στη νοερά προσευχή, και προδιαθέτει την ψυχή μας για τη «θεωρία».
Η επίκληση του Ονόματος του Ιησού στην πράξη.
«Υπομενώ το Όνομά Σου» (Ψαλμ. 51, 11)
Η επίκληση του Ονόματος μπορεί να γίνει οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Μπορούμε να προφέρουμε το Όνομα του Ιησού στους δρόμους, στον τόπο της εργασίας μας, στο δωμάτιο μας, στην Εκκλησία κλπ. Μπορούμε να επαναλαμβάνουμε το Όνομα στον περίπατό μας. Έκτος από αυτή την «ελεύθερη» χρήση του Ονόματος, η οποία ούτε διατάσσεται ούτε περιορίζεται από κάποιο κανόνα, καλό είναι να ορίσουμε ορισμένες ώρες και ορισμένους τόπους για μία «κανονική» επίκληση του Ονόματος. Εκείνος, ο οποίος έχει εξοικειωθεί με αυτόν τον τρόπο της προσευχής, μπορεί να κατανείμει αυτές τις τακτοποιήσεις. Αλλ’ οι τακτοποιήσεις αυτές είναι σχεδόν απαραίτητος όρος για αρχαρίους.
Εάν κάθε μέρα προσδιορίζουμε κάποια ώρα για την επίκληση του Ονόματος (εκτός της «ελεύθερης» επικλήσεως, η οποία θα πρέπει να είναι όσον το δυνατόν συχνότερα), η επίκληση θα πρέπει να γίνεται -όσον οι περιστάσεις το επιτρέπουν- σε ένα απομονωμένο και ήσυχο τόπο: «Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμιείον σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω Πατρί σου τω εν τω κρύπτω». Η στάση του σώματος δεν ενδιαφέρει πολύ. Μπορεί κανείς να περπατά ή να κάθεται, ή να ανακλίνεται ή να γονατίζει. Η άριστη στάση είναι εκείνη, η οποία παρέχει την πιο φυσική , ήσυχη και εσωτερική αυτοσυγκέντρωση. Ίσως μπορεί κανείς να βοηθηθεί από μία φυσική στάση, η οποία εκφράζει ταπείνωση και λατρεία.
Πριν αρχίσετε να προφέρετε το Όνομα του Ιησού, ειρηνεύσατε, έλθετε σε περισυλλογή και παρακαλέστε για την έμπνευση και καθοδήγηση του Άγ. Πνεύματος. «Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω». Το Όνομα του Ιησού δεν μπορεί να μπει πραγματικά σε μία καρδιά, η οποία δεν είναι γεμάτη από την καθαρτική πνοή και τη φλόγα του Πνεύματος. Αυτό το Άγιο Πνεύμα θα εμπνεύσει και θα φωτίσει μέσα ¬μας το Όνομα του Ιησού.
Κατόπιν αρχίστε με απλότητα. Για να περπατήσει κανείς, πρέπει να κάμει το πρώτο βήμα· για να κολυμπήσει, πρέπει να ριφθεί στο νερό. Το ίδιο ισχύει και για την επίκληση του Ονόματος. Αρχίστε να το προφέρετε με λατρεία και αγάπη. Αναμείνατε με λαχτάρα. Επαναλάβετε το. Μη σκέπτεσθε ότι επικαλείσθε το «Όνομα» να σκέπτεσθε μόνο τον Ιησού. Λέτε το όνομά Του ήρεμα, απαλά και ήσυχα.
Κοινό λάθος των αρχαρίων είναι να επιθυμούν να συνδέσουν την επίκληση του αγίου ονόματος με εσωτερική ένταση ή συγκίνηση. Προσπαθούν να το προφέρουν με μεγάλη δύναμη. Αλλά το όνομα του Ιησού δεν πρέπει να προφέρεται με θόρυβο ή βίαια, ακόμη και εσωτερικά. Όταν ο Ηλίας έλαβε εντολή να σταθεί ενώπιον του Κυρίου, παρουσιάσθηκε δυνατός άνεμος, αλλ’ ο Κύριος δεν ήταν στον άνεμο και μετά τον άνεμο ο σεισμός, αλλ’ ο Κύριος δεν ήταν στο σεισμό και μετά τον σεισμό το πυρ, αλλ’ ο Κύριος δεν ήταν στο πυρ. Μετά το πυρ ήλθε μία ήρεμη μικρή φωνή, «και εγένετο ως ήκουσεν Ηλιού, και απεκάλυψε το πρόσωπον αυτού εν τη μηλωτή αυτού και εξήλθε και έστη…». Η έντονη προσπάθεια και η αναζήτηση σφοδρότητας θα είναι ανώφελη. Καθώς επαναλαμβάνετε το άγιο όνομα, συγκεντρώστε ήσυχα, σιγά-σιγά, τις σκέψεις σας, τα αισθήματα και τη θέλησή σας, γύρω από αυτό• συγκεντρώστε όλο το είναι σας. Αφήστε το Όνομα να διεισδύσει στη ψυχή σας, όπως μία σταγόνα λαδιού διαποτίζει ένα ύφασμα. Ας μη διαφύγει τίποτε από σας. Παραδώστε όλο το είναι σας και κλείστε το μέσα στο Όνομα.
Ακόμη και στην πράξη της επικλήσεως του Ονόματος, η κατά λέξη επανάληψη δεν θα πρέπει να είναι συνεχής. Το προφερόμενο Όνομα μπορεί να διαρκέσει και να επεκταθεί σε δευτερόλεπτα ή λεπτά ήσυχης αναπαύσεως και προσοχής. Η επανάληψη του ονόματος μπορεί να παρομοιωθεί με το φτερούγισμα των πουλιών, με το οποίο αυτά ανεβαίνουν στον ουρανό. Δεν πρέπει ποτέ να είναι κοπιαστική ή πιεστική ή βιαστική ή να μοιάζει με ένα δυνατό πέταγμα. Η επανάληψη του ονόματος πρέπει να είναι ήρεμη, εύκολη και -ας δώσουμε στη λέξη την βαθύτερη της έννοια- χαριτωμένη. Όταν το πουλί έχει φθάσει στο επιθυμητό ύψος, διαφοροποιεί το πέταγμά του και απλά κτυπά τις φτερούγες του για να βρίσκεται στον αέρα. Έτσι και η ψυχή, αφού έχει ακολουθήσει τον Ιησού στη σκέψη και έχει γεμίσει από την ανάμνησή του, μπορεί να διακόψει την επανάληψη του ονόματος και ν’ αναπαυτεί στον Κύριό μας. Η επανάληψη θα ξαναρχίσει μόνον, όταν άλλες σκέψεις απειλούν να διώξουν τη σκέψη του Ιησού. Τότε η επίκληση θα ξαναρχίσει, για ν’ αποκτήσει νέα ορμή.
Συνεχίστε αυτή την επίκληση όσον επιθυμείτε ή όσο μπορείτε. Η προσευχή διακόπτεται φυσιολογικά από την κόπωση. Τότε μην επιμένετε. Αλλά ξαναρχίστε την, οποτεδήποτε και οπουδήποτε και αν βρίσκεσθε, όταν αισθάνεστε πάλι κλίση γι’ αυτό. Μερικές φορές μπορεί να βρείτε ότι το Όνομα του Ιησού θα έλθει αυτόματα στα χείλη σας και σχεδόν συνεχώς θα είναι παρόν στη σκέψη σας, κατά ένα ήρεμο τρόπο. Ακόμη και ο ύπνος σας θα ποτιστεί από το όνομα και την ανάμνηση του Ιησού. «Εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί».
Όταν είμαστε απασχολημένοι με την επίκληση του ονόματος, είναι φυσικό ότι θα πρέπει να ελπίζουμε και να συμπεριφερώμεθα, για να επιτύχουμε κάποιο «θετικό» ή «απτό» αποτέλεσμα, δηλαδή να αισθανόμαστε ότι έχουμε εδραιώσει μία πραγματική επαφή με το πρόσωπο του Κυρίου μας: «Εάν μόνον άψωμαι του ιματίου αυτού, σωθήσομαι». Αυτή η μακαρία πείρα είναι η επιθυμητή κλίμακα της επικλήσεως του ονόματος: «Ου μη σε αποστείλω, εάν μη με ευλογήσης». Αλλά πρέπει να αποφύγουμε μία διακαή επιθυμία για τέτοιου είδους βιώματα• η θρησκευτική συγκίνηση μπορεί εύκολα να κρύψει κάποιο επικίνδυνο είδος απληστίας και περιπάθειας. Ας μη νομίζουμε ότι, εάν ξοδεύαμε λίγο χρόνο στην επίκληση του ονόματος χωρίς να αισθανόμαστε τίποτε, ο χρόνος μας χάθηκε και η προσπάθειά μας παρέμεινε άκαρπη. Αντίθετα, αυτή η φαινομενικά άγονη προσευχή μπορεί να είναι περισσότερο ευχάριστη στο Θεό, παρά οι στιγμές της μεταρσιώσεώς μας, γιατί είναι καθαρή από κάθε εγωιστική ζήτηση πνευματικής ευχαριστήσεως. Είναι η προσευχή της απλής και καθαρής θελήσεως. Θα έπρεπε επομένως να επιμένουμε να προσδιορίζουμε κάθε μέρα κάποιο κανονικό και ορισμένο χρόνο για την επίκληση του ονόματος, ακόμη και αν μας φαίνεται ότι αυτή η προσευχή μας αφήνει ψυχρούς και αδιάφορους• και μία τέτοια προθυμότατη προσπάθεια της θελήσεως, μία τέτοια νηφάλια «αναμονή» του Ονόματος, δεν είναι δυνατόν ν’ αποτύχει στο να μας φέρει κάποια ευλογία και δύναμη.
Ακόμη περισσότερο, η επίκληση του Ονόματος σπανία μας αφήνει σε ένα ξηρό επίπεδο. Εκείνοι οι οποίοι έχουν κάποια πείρα, συμφωνούν ότι πολύ συχνά συνοδεύεται από ένα εσωτερικό αίσθημα χαράς, θερμότητας και φωτός. Έχει κανείς μία εντύπωση κινήσεως και περιπάτου στο φως. Δεν υπάρχει σ’ αυτή την προσευχή μελαγχολία, ούτε μαρασμός, ούτε πάλη. «Μύρον εκκενωθέν το όνομά σου. Είλκυσάν σε, οπίσω σου εις οσμήν μύρων σου δραμούμεν».
(Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας, «Η επίκλησις του ονόματος του Ιησού», σ. 8-15, μεταφορά στη νεοελληνική από Α.Χ)


www.pemptousia.gr

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Από τα αισθητά πράγματα στο πάθος του Χριστού

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Ο σοφώτατος άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο πασίγνωστο έργο του «Αόρατος πόλεμος» διδάσκει ότι δεν πρέπει να προσκολλώμεθα στα αισθητά πράγματα, ούτε πολύ περισσότερο να ριπτώμεθα αλόγιστα στην απόλαυσή τους, αλλά να περνούμε από αυτά στην θεωρία και δοξολογία του Θεού. Δείχνει ακόμη τον τρόπο, με τον οποίο μπορεί ο καθένας μας από τα αισθητά να υψώνει το νου στη ζωή και το πάθος του Χριστού.
«Όταν εσύ», λέγει ο άγιος πατήρ, «βλέπεις ή ακούεις ή πιάνεις άρματα, σχοινιά, δαρμούς, στύλους, αγκάθια, καρφιά, σφυριά και άλλα παρόμοια, συλλογίσου με το νου σου, ότι, όλα αυτά, έστάθησαν όργανα του πάθους του Κυρίου σου.
Πάλιν, όταν βλέπεις ή κατοικείς σε σπίτια φτωχικά, θυμήσου το σπήλαιο και τη φάτνη του Δεσπότου σου. Αν δεις να βρέχει, θυμήσου εκείνη την αιματώδη βροχή των ιδρώτων, που εστάλαξε εις τον κήπο από το ιερότατο σώμα του Γλυκυτάτου μας Ιησού και εκατάβρεξε τη γη. Αν βλέπεις τη θάλασσα και τα καΐκια, θυμήσου, ότι ο Θεός σου περπάτησε σωματικώς πάνω σ’ αυτήν και ότι εστέκετο μέσα εις τα πλοία και εδίδασκε τους όχλους από αυτά. Οι πέτρες που θα δεις, θα σου παραστήσουν τις πέτρες, που εσυντρίφθησαν εις το θάνατό τουž η γη θα σου θυμίσει το σεισμό που έκανε εις το πάθος Του.
Ο ήλιος, θα σε φέρει εις ενθύμησιν του σκότους, που τον εσκότισε τότεž τα νερά θα σου θυμίσουν εκείνο το νερό, που έρευσε από την αγία Του πλευρά, όταν τον ελόγχευσε ο στρατιώτης νεκρό στο σταυρό. Αν πίνεις κρασί ή άλλο ποτό, ενθυμήσου το όξος και τη χολή, που επότισαν το Δεσπότη σου. Αν σε θέλγει η ευωδία των αρωμάτων, δράμε με το νου σου εις την δυσωδία, που ο Ιησούς αισθάνετο εις το όρος του Γολγοθά, το οποίο ήταν τόπος της καταδίκης, εις το οποίο απεκεφάλιζαν τους ανθρώπους και δια τούτο ήταν δυσώδης και βρωμερός.
Όταν ενδύεσαι, να θυμάσαι, ότι ο Αιώνιος Λόγος ενεδύθη σάρκα ανθρωπίνη, για να ενδύσει εσέ από τη θεότητά Του όταν πάλι εκδύεσαι, στοχάσου τον Χριστό σου, που έμεινε γυμνός, δια να μαστιγωθεί και να καρφωθεί εις το σταυρό προς χάριν σου. Εάν σου φανεί καμία φωνή γλυκεία και νόστιμος, μετάθεσε την αγάπη σου εις τον Σωτήρα σου, εις του οποίου τα χείλη, εξεχύθη όλη η χάρις και η νοστιμάδα, κατά τον ψαλμωδό: «εξεχύθη η χάρις εν χείλεσί Σου» (ψαλμ. Μδ΄3)  και από την γλυκύτητα της γλώσσης του εκρέμετο να τον ακούει ο λαός, κατά τον ευαγγελιστή Λουκά: «ο λαός γαρ άπας εξεκρέματο αυτού ακούων (κεφ. Ιθ΄ 48). Εάν ακούεις ταραχάς και φωνάς του λαού, στοχάζου εκείνας τας παρανόμους φωνάς των Ιουδαίων: «Άρον, άρον σταύρωσον αυτόν», που εβρόντισαν εις τα θεία Του ώτα. Αν δεις κανένα εύμορφο πρόσωπο ενθυμήσου ότι ο ωραιότατος Ιησούς Χριστός, υπέρ πάντας ανθρώπους, έγινε ανίδεος και άτιμος, χωρίς κανένα κάλλος επάνω εις το σταυρό, για την αγάπη σου. Κάθε φορά που θα κτυπήσει το ωρολόγιον, ας έλθει στο νου σου εκείνο το λιποθύμισμα της καρδιάς, που έλαβεν ο Ιησούς, όταν άρχισε εις τον κήπο να φοβήται την ώρα του πάθους και του θανάτου, που επλησίαζεž ή, νόμισε ότι ακούεις εκείνους τους σκληρούς κτύπους, που ακούοντο από τα σφυριά, όταν τον εκάρφωναν εις τον σταυρό. Και δια να ειπώ απλώς, εις κάθε αφορμή λυπηρά, που θα συμβεί εις σε ή άλλους, συλλογίσου ότι είναι ως ουδέν κάθε λύπη και βάσανος, κατ’ αναλογίαν και ομοιότητα των ανεικάστων βασάνων, που εκαταπλήγωσαν και έθλιψαν το σώμα και την ψυχή του Κυρίου σου».

Γράφει: του ενορίτου μας Νικολάου Βοϊνέσκου 
 

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Ὁ π. Σεραφεὶμ Rose καὶ ἡ ἀκαδημαϊκὴ θεολογία



O π. Σεραφεὶμ Ρόουζ ἦταν ἕνας Ἀμερικανὸς προτεστάντης, ποὺ πέρασε κατόπιν ἀπ᾽ ὅλα σχεδὸν τὰ σύγχρονά του ἀνατολικὰ θρησκευτικὰ καὶ φιλοσοφικὰ ῥεύματα. Μὲ τὴν ῥιζικὴ ὅμως μετάνοια καὶ τὴν μεταστροφή του στὴν Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία μὲ τὴν σταυροαναστάσιμη πορεία της ἀφωμοίωσε κυριολεκτικὰ ὅλη τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ σκέψι σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ μπορῇ νὰ ἀνατρέψῃ κάθε σημερινὴ ἰδεολογία τῆς μεταπατερικῆς αἱρέσεως. Ἡ παρακάτω ἀνθοδέσμη – ἐκλογὴ ἀπὸ τὰ ἔργα του δείχνει περίτρανα πῶς χαριτώνει ὁ Θεὸς αὐτοὺς ποὺ πεθαίνουν γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὶς ἡδονές του, καὶ ζοῦν γι᾽ Αὐτόν, τὸν γλυκύτατον Χριστόν.

O π. Σεραφεὶμ ἔγραψε ἐναντίον τῆς προσπαθείας νὰ ὑποβιβασθοῦν τὰ πρότυπα τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν οἱ ἀναζητοῦντες τὴ μεταρρύθμισι ὀρθόδοξοι συγκεντρώθηκαν τὸ 1971 γιὰ νὰ προετοιμάσουν τὴν «Ὀγδόη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο». Προφανῶς αὐτὴ ἡ Σύνοδος προωριζόταν νὰ γίνῃ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ὅ,τι ἡ δευτέρα Σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ γιὰ τὸν ῾Ρωμαιοκαθολικισμὸ ἕξι χρόνια πρίν. Μία ἀπὸ τὶς ἐκθέσεις τῆς ἡμερησίας διατάξεως, μὲ τίτλο «Ἀναθεώρησι τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων περὶ νηστείας σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγκες τῆς ἐποχῆς μας», πρότεινε, δεδομένου ὅτι οἱ περισσότεροι ὀρθόδοξοι πιστοὶ δὲν τηροῦν ὅλες τὶς νηστεῖες τῆς Ὀρθοδόδου Ἐκκλησίας, ἡ νηστεία νὰ γίνῃ εὐκολώτερη, ὥστε νὰ τοὺς ταιριάζῃ, «προκειμένου νὰ ἀποφευχθοῦν τὰ προβλήματα συνειδήσεως λόγῳ τῆς παραβίασης τῶν αὐστηρῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιταγῶν».

«Μιὰ τέτοια προσέγγιση», ἔγραψε ὁ π. Σεραφείμ, «εἶναι ἐντελῶς ἀνορθόδοξη, καὶ ἀποτελεῖ προφανῆ καὶ ἀνεπεξέργαστη μίμησι τοῦ πνεύματος μεταρρύθμισης τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ὁλοκληρωτικὴ κατάργησι τῆς νηστείας. Ὁ ὀρθόδοξος κανόνας γιὰ τὴ νηστεία δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν “ἀποφυγὴ τῶν προβλημάτων συνειδήσεως”, ἀλλὰ μᾶλλον στὴν κλῆσι τῶν πιστῶν σὲ ἕνα δύσκολο, ἐμπνευσμένο καὶ ταπεινὸ πρότυπο χριστιανικῆς ζωῆς. Ἐὰν οἱ πιστοὶ ὑστεροῦν ἐν σχέσει πρὸς τὰ πρότυπα, τουλάχιστον μποροῦν νὰ δοῦν πόσο μακριὰ εἶναι ἡ ζωή τους ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρότυπα, ἀπὸ τὸν κανόνα, ποὺ παραμένει πάντα ὁ ἴδιος. Ἡ παπικὴ ἰδέα, βασισμένη στὴν πλανερὴ σύγχρονη ἀρχὴ τῆς πνευματικῆς αὐταρέσκειας, ἀφορᾷ εἴτε στὴν παραχώρησι μιᾶς εἰδικῆς “ἀπαλλαγῆς” ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσι συμμορφώσεως πρὸς τὰ πρότυπα (μιὰ ἰδέα ποὺ ἔχουν ἤδη εἰσαγάγει κάποιες Ὀρθόδοξες ἀποφάσεις) εἴτε στὴν ἀλλαγὴ τῶν ἴδιων τῶν προτύπων, ἔτσι ὥστε ὁ πιστὸς νὰ μπορῇ νὰ ἐκπληρώσῃ εὔκολα τὸν κανόνα καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ λαμβάνῃ μιὰ αἴσθησι ἱκανοποιήσεως ἀπὸ τὴν “ὑπακοὴ στὸν νόμο”. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου· ὁ ὀρθόδοξος ἄνθρωπος αἰσθάνεται ἀδιάκοπα ὅτι εἶναι ἕνας ἁμαρτωλὸς ἐπειδὴ ὑπολείπεται κατὰ πολὺ ἀπὸ τὰ πρότυπα ποὺ ἔχει θέσει ἡ Ἐκκλησία (κατὰ τὸ πνεῦμα ἐὰν ὄχι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου), ἐνῷ ὁ “σύγχρονος” ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ νὰ νιώθῃ δικαιωμένος, χωρὶς ὁποιονδήποτε πόνο συνειδήσεως γιὰ τὸ ὅτι ὑπολείπεται τῶν ἐκκλησιαστικῶν προτύπων».

Ὁ π. Σεραφείμ, λοιπόν, εἶδε ὅτι ἡ θεραπεία γιὰ τὴν ἀδράνεια καὶ τὴν ὀμφαλοσκοπία δὲν στηρίζεται στὴν ἀναθεώρησι τῶν προτύπων τῆς ὀρθόδοξης ζωῆς καὶ πρακτικῆς, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ τεθῇ τὸ σύνολο τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως ὡς στόχος τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπιδιώξουν. «Ἐμεῖς, οἱ τελευταῖοι χριστιανοί», ἔγραφε, «εἴμαστε μακριὰ ἀπὸ τὴν κανονικὴ ζωὴ τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας· ἑπομένως, πόσο θὰ πρέπῃ νὰ ἀγωνιστοῦμε προκειμένου νὰ ἐπιστρέψουμε σ᾽ ἐκείνη τὴν κανονικὴ ζωή! Ἀλλὰ καὶ πόσο ἐνθαρρυντικὴ εἶναι ἡ πορεία πρὸς αὐτήν!». Ἀλλοῦ ἔγραφε ὅτι «ἀβίαστη μετάδοσι τῆς Ὀρθοδοξίας» μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῇ «σὲ μία κανονικὴ ἐνορία, ἐὰν ὁ ἱερέας της εἶναι τῆς “παλιᾶς” νοοτροπίας, μὲ ζέσι γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἐπιθυμία γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ποιμνίου του, ποὺ δὲν θὰ συγχωρῇ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς κοσμικές τους συνήθειες, ἀλλὰ θὰ τοὺς ὠθῇ πάντα σὲ ἕνα ὑψηλότερο πνευματικὸ ἐπίπεδο ζωῆς».

«…Δὲν εἶναι ἀρκετὸ νὰ ὑποστηρίζῃ κάποιος ὅτι μιλᾷ γιὰ τὴν πατερικὴ Ὀρθοδοξία. Πρέπει νὰ ἀνήκῃ καὶ στὴ γνήσια παράδοσι τῶν ἁγίων Πατέρων, ὄχι μόνο “ἀνακαλύπτοντάς τους ἐκ νέου” σὲ μιὰ σύγχρονη ἀκαδημία ἢ μία σχολή, ἀλλὰ πραγματικὰ λαμβάνοντας τὴν παράδοσί τους ἀπὸ τοὺς πατέρες του. Ἕνας εὐφυὴς ἑρμηνευτὴς τοῦ πατερικοῦ δόγματος δὲν ἀνήκει σ᾽ αὐτὴ τὴν παράδοσι. Ἀντιθέτως, ἀνήκει ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐμπιστεύεται τὴν κρίσι του, ἀλλὰ ρωτᾶ συνεχῶς τοὺς πατέρες του ποιά εἶνε ἡ κατάλληλη προσέγγισι καὶ κατανοήσι τῶν ἁγίων Πατέρων» (σελ. 185-187).

Ἔχοντας ἐνστερνισθῆ τὴν παραδοσιακὴ Ὀρθοδοξία ποὺ ἀνέθρεψε τόσους πολλοὺς ἁγίους ―συμπεριλαμβανομένου ἑνὸς ποὺ τὸν γνώριζε προσωπικά, τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἰωάννου Μαξίμοβιτς―, ὁ π. Σεραφεὶμ εἶχει ἀμφιβολίες ἂν ἡ «ἀποκατεστημένη» Ὀρθοδοξία τῆς σύγχρονης ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας θὰ ἔφερνε τοὺς ἴδιους καρπούς. Ὅσο μποροῦσε νὰ δῇ, ἡ τελευταία εἶχε ἤδη χάσει τὸ αἴσθημα τῆς ἀσκητικῆς εὐσεβείας, μέσα στὴν ὁποία εἶχαν παιδαγωγηθῆ οἱ ἅγιοι. Σ᾽ ἕνα ἄρθρο γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Λόγο, προσπάθησε νὰ ἐξηγήσῃ τὸ γιατί:

«Ἡ  ἀδυναμία τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ τόσο εὐρέως ἐκφράζεται καὶ βιώνεται στὶς μέρες μας, εἶναι ἀναμφίβολα ἕνα προϊὸν ἐνδείας καὶ ἐλλείψεως σοβαρότητος τῆς σύγχρονης ζωῆς. Ἡ Ὀρθοδοξία σήμερα, μὲ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς θεολόγους καὶ τοὺς πιστούς της, ἔχει καταστῆ κοσμική. Οἱ νέοι, προερχόμενοι ἀπὸ ἄνετα σπίτια, εἴτε δέχονται εἴτε ἐπιδιώκουν μιὰ θρησκεία ποὺ δὲν ἀποκλίνει ἀπὸ τὴν αὐτάρεσκη ζωὴ τὴν ὁποία γνωρίζουν· οἱ καθηγηταὶ καὶ οἱ διδάσκοντες ἀρέσκονται στὸ περιβάλλον τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ κόσμου, ὅπου ἐμφανῶς τίποτα τελικὰ δὲν γίνεται ἀποδεκτὸ ὡς σοβαρό, ὡς ζήτημα ζωῆς ἢ θανάτου, καθὼς καὶ ἡ πολὺ ἀκαδημαϊκὴ ἀτμόσφαρια μιᾶς αὐτάρεσκης κοσμικότητος―, ὅλοι αὐτοὶ οἱ παράγοντες μαζὶ δημιουργοῦν μιὰ τεχνητὴ ἀτμόσφαιρα θερμοκηπίου, στὴν ὁποία ὁ,τιδήποτε κι ἂν εἰπωθῇ σχετικὰ μὲ τὶς ἐξυψωμένες ὀρθόδοξες ἀλήθειες καὶ ἐμπειρίες, σὲ ὁποιαδήποτε συναφῆ μὲ τὸν κοσμικὸ προσανατολισμὸ τοῦ ὁμιλητῆ καὶ τοῦ ἀκροατῆ ἔκφρασι λεχθῇ, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσῃ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς καὶ νὰ παραγάγῃ τὴ βαθειὰ ἀφοσίωσι ποὺ φυσιολογικὰ συναντοῦσε κάποιος στοὺς ὀρθοδόξους Χριστιανούς».

Ὁ π. Σεραφεὶμ …προπάντων ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐμπνεύσῃ στὴ νέα γενιὰ τὴν πνευματικὴ ἄσκησι· «ἔδινε ἔμφασι στὴν ἔμπρακτη πνευματικὴ ζωὴ παρὰ στὴν ὁμιλία περὶ αὐτῆς».… Ὅπως εἶχε πεῖ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀβέρκιος, «ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μιὰ ἀσκητικὴ πίστι ποὺ καλεῖ σὲ ἀσκητικὸ ἀγῶνα μὲ σκοπὸ τὴν ἐκρίζωσι τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν καὶ τὴν ἐμφύτευσι τῶν χριστιανικῶν ἀρετῶν». Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος καὶ ἄλλων ἁγίων Πατέρων, πρέπει κάποιος νὰ νικήσῃ τὰ πάθη προτοῦ προσπαθήσῃ νὰ θεολογήσῃ (σελ.190-191).

Ὀρθόδοξοι Χριστανοί! Κρατῆστε γερὰ τὴ χάρι ποὺ ἔχετε· μὴν τὴν ἀφήσετε νὰ γίνῃ θέμα συνηθείας· μὴν τὴ μετρᾶτε σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα πρότυπα καὶ μὴν περιμένετε νὰ γίνῃ λογικὴ ἢ κατανοητὴ σ᾽ ἐκείνους ποὺ δὲν καταλαβαίνουν ὁ,τιδήποτε ὑψηλότερο ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα ἢ ποὺ σκέπτονται νὰ ἀποκτήσουν τὴ χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος μὲ ἄλλο τρόπο ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἡ Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἔχει παραδώσει. Ἡ ἀληθινὴ Ὀρθοδοξία, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φύσι της, θὰ φαίνεται ὁλοκληρωτικὰ “ἐκτὸς τόπου” σ᾽ αὐτοὺς τοὺς δαιμονικοὺς καιρούς, μιὰ ἐλάχιστη μειονότητα περιφρονημένων καὶ “ἀνοήτων”, ἐν μέσῳ μιᾶς “θρησκευτικῆς ἀναγέννησης” ποὺ ἐμπνέεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο εἶδος πνεύματος. Ἀλλὰ ἂς ἀναπαυθοῦμε μὲ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ· “Μὴ φοβᾶσαι, μικρό μου ποίμνιο. Διότι σ᾽ ἐσᾶς εὐαρεστήθηκε ὁ Πατέρας σας νὰ δώσῃ τὴ βασιλεία Του” (Λουκ. 12,32)» (σελ. 494-495).

[ἱερομον. Δαμασκηνοῦ, π. Σεραφεὶμ Ρόουζ – Ἡ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα του, τόμ. Β΄, ἔκδ. Γ΄ ἀναθεωρ., Ἀθήνα 2009]

ἐπιλογή· ἱ. μονὴ Ἁγ. Αὐγουστίνου Φλωρίνης

www.impantokratoros.gr

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Συζυγική ζωή: Λάθη που μπορείτε να αποφεύγετε


Γρηγόρης Βασιλειάδης, Δρ Ψυχολογίας (Ph.D.)
 
Η συζυγική σχέση χρειάζεται συνεχώς φροντίδα. Τα προβλήματα της καθημερινής ζωής είναι αναπόφευκτα και μπορούν να επηρεάζουν τις σχέσεις στο ζευγάρι. Ορισμένα λάθη που γίνονται συχνά, προκαλούν ένταση, νευρικότητα. Αποτελούν αιτία γένεσης δυσάρεστων καταστάσεων, προσωρινών ή κάποτε δυστυχώς μόνιμων, που υποβιβάζουν την ποιότητα ζωής.

Υπάρχουν τρόποι που βελτιώνουν τη συζυγική σχέση. Η κάθε σχέση έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Και οι δύο στο ζευγάρι πρέπει συνεχώς να εξετάζουν πως μπορούν να επενδύουν και να αξιοποιούν τις δικές τους ιδιαιτερότητες και ταυτόχρονα να αποφεύγουν ή να ελαχιστοποιούν λάθη, κακές συνήθειες που βλάπτουν τη σχέση τους.


Ας δούμε λοιπόν ποια είναι τα συχνότερα λάθη που γίνονται στις συζυγικές σχέσεις και που είναι καλύτερα να αποφεύγετε.


Η έλλειψη αναγνώρισης και σεβασμού του ή της συζύγου μπορεί να έχει δυσάρεστες επιπτώσεις που μπορεί να είναι εμφανείς ή όχι. Οι άνθρωποι χρειάζονται να νιώθουν ότι τους εκτιμούν, ότι τους σέβονται. Ακόμη ενδόμυχα χρειάζονται να νιώθουν ότι οι άλλοι τους ευχαριστούν για όσα κάνουν για αυτούς.


Για το λόγο αυτό είναι λάθος όταν στο ζευγάρι ο ένας λέγει κακά πράγματα για τον άλλο σε συγγενείς, φίλους ή συναδέλφους. Αντίθετα η έκφραση σεβασμού, εκτίμησης και αναγνώρισης για τη συμβολή του άλλου, βελτιώνει τη συζυγική ζωή.


Δεν πρέπει ο ένας από τους δύο να νιώθει ότι πάντα έχει δίκιο. Στο λάθος αυτό συμπεριλαμβάνεται και η τάση του ενός στο ζευγάρι να επιπλήττει τον άλλο ή να του κάνει συχνά κήρυγμα ή να έχει πάντοτε τον τελευταίο λόγο. Η τάση αυτή μπορεί να απομακρύνει και να αποξενώνει τον ένα από τον άλλο.


Οι άνθρωποι συνήθως δεν εκτιμούν πολύ αυτούς που τα ξέρουν όλα και πάντοτε. Οι άνθρωποι κουράζονται όταν ακούουν κάποιον να απαντά ακόμη και σε απλές ερωτήσεις με μακρές ομιλίες.


Είναι καλό στο ζευγάρι να παραδέχονται ο ένας και ο άλλος ότι κάνουν κάποτε λάθη και ότι δεν έχουν την απάντηση και τη λύση για όλα τα προβλήματα.


Η μη απόδοση της αναγκαίας προσοχής στον άλλο όταν τη χρειάζεται, είναι πηγή αρνητικών αισθημάτων. Όταν ο ένας μιλά και ο άλλος δεν δείχνει τη δέουσα προσοχή και σημασία, κοιτάζει την τηλεόραση ή τον υπολογιστή, δημιουργούνται παρεξηγήσεις. Επίσης λάθος είναι και οι διακοπές ή οι παρεμβάσεις στον άλλο όταν μιλά.


Η μη τήρηση των υποσχέσεων κλονίζει την εμπιστοσύνη. Ας μην ξεχνούμε ότι οι πράξεις μιλούν πιο δυνατά από τα λόγια. Όταν ο ένας στο ζευγάρι λεει ότι θα κάνει κάτι, πρέπει να το κάνει.


Η απουσία ενδιαφέροντος για τις σεξουαλικές ανάγκες του άλλου στο ζευγάρι, είναι αιτία δυσλειτουργιών της σχέσης. Στις περιπτώσεις που ο ένας από τους δύο έχει πρόβλημα όσον αφορά τη σεξουαλική επιθυμία είναι προτιμότερο το ζευγάρι να ζητά βοήθεια από εξειδικευμένους συμβούλους.


Η απουσία ειλικρινείας, μπορεί να είναι καταστροφική για μια συζυγική σχέση. Τα μυστικά από τον άλλο, τα ψέματα, δημιουργούν αποστάσεις. Η απουσία εμπιστοσύνης υπονομεύει το μέλλον της σχέσης. Η συζυγική απιστία δυναμιτίζει τη σχέση και είναι συχνά πηγή πολλών δεινών και για τους δύο.


Τα πειράγματα από τον ένα στον άλλο, μπορεί να είναι εξαιρετικά ενοχλητικά. Για το λόγο αυτό εάν κάτι που λεει ο ένας ενοχλεί τον άλλο για οποιοδήποτε λόγο, αυτό τότε πρέπει άμεσα να διακόπτεται.


Ο εγωισμός και η απληστία χαρακτηρίζονται από το ότι ο ένας στο ζευγάρι θέλει να ξοδεύει για τον εαυτό του αλλά όταν ο άλλος κάνει κάτι, τότε δημιουργεί πρόβλημα. Το λάθος αυτό μπορεί να πάρει διάφορες μορφές και βαθμούς σοβαρότητας. Είναι αιτία προστριβών με απρόβλεπτες συνέπειες.


Ο θυμός και οι διαπληκτισμοί είναι καταστάσεις που παρατηρούνται σε όλα τα ζευγάρια. Το θέμα είναι ο σωστός και εποικοδομητικός χειρισμός των καταστάσεων αυτών. Το λάθος είναι να επιζητεί ο ένας να είναι ο νικητής, να έχει πάντα δίκιο, χρησιμοποιώντας τις εκρήξεις θυμού για να το πετύχει.


Θα μπορούσαμε να συγκρατήσουμε μερικές βασικές αρχές που θα στηρίζουν διαχρονικά τη συζυγική σχέση κτίζοντας ένα καλύτερο μέλλον για την οικογένεια:


Εκτίμηση, σεβασμός, αναγνώριση της προσφοράς του άλλου


Υποστήριξη στον άλλο για την επίτευξη των στόχων του


Όταν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ή ακόμη διαμάχες, οι αντιπαραθέσεις να γίνονται με δίκαιο, πολιτισμένο τρόπο


Επιθυμία για συγχώρεση. Κανένας δεν είναι τέλειος και να είστε πρόθυμοι να συγχωράτε τον άλλο


Ευγενική συμπεριφορά του ενός προς τον άλλο


Δώστε χρόνο καθημερινά για να μοιραστείτε με το ταίρι σας τα όνειρα, τις επιθυμίες, τις επιδιώξεις, τους στόχους σας


Καθίστε μαζί για λίγο τουλάχιστο κάθε μέρα για να μιλήσετε για διάφορα προβλήματα για να βελτιώσετε την επικοινωνία μεταξύ σας


Αποφασίζετε μαζί για τα οικονομικά, τα παιδιά σας, τις διακοπές


Αφιερώστε χρόνο για να έχετε μαζί στιγμές ρομαντικές και οικειότητας


Μιλήστε για τις καθημερινές σας εμπειρίες και μην ξεχνάτε να γελάτε μαζί τουλάχιστο μια φορά κάθε μέρα


Τα λάθη σε μια συζυγική σχέση είναι πολλά και δεν μπορούν να εκλείψουν. Εκείνο που είναι σημαντικό είναι να αναγνωρίζονται και να λαμβάνονται μέτρα για τη διόρθωση και την αποφυγή επανάληψης τους

www.imis.gr

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Για τα παθη...



Κάποια αδελφή έλεγε κάποτε θλιμμένη στο στάρετς Ζωσιμά:
-Τι να κάνω, γέροντα, που νικιέμαι από τη γλώσσα μου και φλυαρώ και ματαιολογώ; Στεναχωριέμαι πολύ γι’ αυτό και παίρνω κάθε τόσο απόφαση να διορθωθώ, αλλά πάλι πέφτω.
-Να θυμάσαι ότι, όπως είπε ο Κύριος, για κάθε περιττό μας λόγο θα μας ζητηθεί ευθύνη την ημέρα της Κρίσεως. Κατάφυγε στη βοήθειά Του. Και όποτε αμαρτάνεις να μετανοείς. Χίλιες φορές έπεσες; Χίλιες να μετανοήσεις.
- Κάποιες φορές λέω κάτι χρήσιμο ή ψυχωφελές. Ενώ όμως αρχίζω με πνευματικούς λόγους, σε λίγο, χωρίς να το καταλάβω, ξεγλιστράω στην αργολογία ή την κατάκριση ή την περιέργεια ή τον κομπασμό… Μετά από όλα αυτά με κυριεύει κατάθλιψη και αθυμία. Τι να κάνω; Δεν μπορώ να διορθωθώ…
- Για να μάθεις να μιλάς καλά και προσεκτικά, πρέπει πρώτα να μάθεις να σωπαίνεις, τη συμβούλεψε ο γέροντας. Όσο θερμό κι αν είναι το κελί μας, αν ανοίγουμε συχνά τα παράθυρα θα παγώσει. Κι αν ανοίγουμε κάθε τόσο ένα μπουκάλι με άρωμα, σύντομα θα εξατμιστεί. Γι’ αυτό ο προφήτης λέγει «ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν» (Ψαλμ. Λη’2). Ακούς; «ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν». Αποφάσισα δηλαδή να μην ξεστομίζω ούτε αγαθούς λόγους. Και τότε, συνεχίζει, «ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου».
Όπως γράφει ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης, ο καλός λόγος είναι κατώτερος από τη σιωπή με διάκριση. Βέβαια, κι από τη σιωπή του στόματος ανώτερη είναι η σιωπή του νου-τόσο ανώτερη, όσο και η ψυχή από το σώμα. Γιατί είναι δυνατό, ενώ τηρείται σιωπή του στόματος, εσωτερικά ο νους να σχηματίζει λογισμούς και νοήματα.

Απόσπασμα από το Βιβλίο
«Το γεροντικό του Βορρά»
του Πέτρου Μπότση


www.xfd.gr

Ο π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης ο Υμνογράφος· είναι ήρωας

Θυμάμαι χαρακτηριστικά το γερο-Γερόντιο των Δανιηλαίων να μου λέει: «Άκου, πάτερ, ο Γεράσιμος είναι ήρωας γιατί κάθισε μόνος και εγκαταλελειμένος στην ερημιά και γι’ αυτό τον ευλόγησε ο Θεός. Αν δεν έχεις κότσια δεν κάθεσαι. Λοιπόν να τον σέβεσαι και να τον ακούς». Πως να ξεχαστούν αυτά; Πως να ξεχάσω την ώρα της Μεταλήψεως που έκλαιγε και έλεγε λόγια που μόνος αυτός τα καταλάβαινε; Πως να ξεχάσω τα δάκρυα στο κελλάκι του που τα δικαιολογούσε με την στερεότυπη φράση, «κλαίω τις αμαρτίες μου»; Άραγε αυτή ήταν η αιτία η κάτι άλλο; Ουκ οίδα, ο Κύριος οίδε. Εγώ μόνον εξωτερικά γνωρίσματα αντιλαμβανόμουν.
Δυστυχώς για εμάς, ευτυχώς για εκείνον, κρατούσε μυστικότητα ζωής. Μετά δυσκολίας θα του έβγαζες λόγο για τον εαυτόν του, και αυτόν θα τον κάλυπτε τεχνικά να μη φανή ότι προέρχεται άπ’ αυτόν. Εάν ενίοτε παραχωρούσε ο Θεός για να στηριχθούμε εμείς, τότε ως εκ θαύματος, έστω και μετρημένες φορές, μαθαίναμε κάτι για την ζωή του. Της χάριτος όμως τα σημεία ουδέποτε απεκάλυψε. Ιδιοτροπία, παραξενιά, φόβος μη χάση άπ’ αυτά που κέρδισε; Πάντως όσα είπε νομίζω ότι μας αρκούσαν. Εδώ δεν κρύβω ότι στα γεράματά του, ευδοκία Θεού, μας αποκάλυψε μια και μοναδική περίπτωση Θεοφανείας. Ποιος ξέρει πως και από που πιέστηκε; Το συμβάν το μεταφέρω στην αγάπη σας.
Στα πρώτα χρόνια της εγκαταλείψεως από τον Γέροντά του πειράχθηκε δυνατά. Λογισμοί διάφοροι και ποικίλοι τον «εκύκλωσαν ώσπερ μέλισσαι κηρίον». Η μοναξιά συνέτεινε στην όλη κατάσταση και ο ίδιος ήταν μια φουρτουνιασμένη θάλασσα. Τα κύματα των λογισμών χτυπούσαν τον βράχο Γεράσιμο. Δεν τον χωρούσε ούτε το κελλάκι του, ούτε το εργαστήριό του. Φαγητό και νερό δεν κατέβαιναν. Ο ύπνος κόπηκε, η διάθεση άλλαξε. Το εργόχειρο δεν προχωρούσε. Ο πειρασμός δεν έφευγε. Μόνο καταφύγιο η προσευχή. Μόνη ανάπαυση το ταπεινό Εκκλησάκι του Τιμίου Προδρόμου. Μπαίνει στον ναό, γονατίζει, και με το κεφάλι κάτω κλαίει, κλαίει ασταμάτητα και παρακαλεί. Παρακαλεί για το έλεος του Θεού, για την ενίσχυση του, για την παραμονή του, για την υπομονή του. Το ξύλινο πάτωμα μούσκευε από τα καυτά δάκρυα και η καρδιά του επιζητούσε δροσιά. Ποιος ξέρει πόσην ώρα μένει γονατιστός, κλαίγοντας. Ξαφνικά στα κλειστά δακρυσμένα μάτια του κάποια λάμψη περνάει, σαν αστραπή. Μια ανταύγεια. Ένα παράδοξο φως όχι γνωστό, άλλο, παράξενο. Τολμά και ανοίγει τα μάτια του με φόβο και τρόμο και συστολή, και, ω των θαυμάσιών Σου, Χριστέ μου, χωρίς να σηκωθή αισθάνεται απέναντι του ότι υπάρχει κάτι το φωτεινό, το ηλιόλουστο, το χιονοφεγγές. Συγκεντρώνει τον εαυτό του και παρατηρεί δειλά-δειλά δύο πόδια γυμνά, έναν ολόλευκο χιτώνα. Τα πόδια έχουν πληγές, άλλ’ ο χιτώνας είναι καθαρός. Λίγο ακόμα και αντικρύζει δύο παλάμες, δύο παλάμες με πληγές. Δεν προχωρά στο ανασήκωμα. Φτάνει έως εδώ. «Ο Κύριος μου και ο Θεός μου! Είδον οι οφθαλμοί μου τον Σωτήρα μου. Είδα τους τύπους των ήλων, το φως της Μεταμορφώσεως με τα στίγματα της σωτηρίας μας». Τι άλλο ήθελε; Γέμισε η ψυχή του, «ηγαλλίασε το πνεύμα αυτού επί τω Θεώ τω Σωτήρι αυτού». Σηκώνεται με ανείπωτη χαρά, με ψυχική αγαλλίαση, με σωματική δύναμη. Άλλος άνθρωπος. Τι ήταν αυτό που ένιωσε! Η απερίγραπτη δύναμή του σ’ αυτό οφείλεται. Η όλη του ζωή εξαρτήθηκε άπ’ αυτή την Θεοφάνεια. Τον αγάπησε ο Θεός και δεν τον εγκατέλειψε. Απομακρύνθηκε για δοκιμή και πάλι επέστρεψε και τον στερέωσε. Τον ήθελε˙ τον ήθελε Υμνογράφο Του, υπηρέτη Του και υμνητή των αγίων Του.
 
Πηγή: Σπυρίδωνος Μοναχού Μικραγιαννανίτου, Ο Γερασιμάκης – Είκοσι χρόνια από την κοίμηση του Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου Υμνογράφου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.


www.pemptousia.gr