Στρέφων τα όμματα της ψυχής μου προσεκτικώς εις τον εαυτόν μου και παρακολουθών την πορείαν της εσωτερικής μου καταστάσεως, ευρίσκω εις τον εαυτόν μου, μετά από λεπτομερή εξέτασιν των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς μου, ότι:
Δεν αγαπώ τον Θεόν
Αν ηγάπων πραγματικώς τον Θεόν, θα είχον την σκέψιν μου εστραμμένην προς Αυτόν και θα ήμουν ευτυχισμένος. Έκαστη σκέψις δια τον Θεόν θα έδιδεν εις εμέ χαράν και αγαλλίασιν.
Αντιθέτως όμως, πολύ συχνότερον και πολύ ευκολώτερον σκέπτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ενώ η απασχόλησις της σκέψεώς μου με τον Θεόν καταντά εργασία επίπονος και άκαρπος.
Εάν ηγάπων τον Θεόν, η συνομιλία μου με Αυτόν δια της προσευχής, θα ήτο η τροφή και η τρυφή μου και θα με ωδήγει εις αδιάσπαστον επικοινωνίαν με Αυτόν. Όμως, όλως αντιθέτως, όχι μόνον δεν ευρίσκω ευχαρίστησιν εις την προσευχήν μου, αλλά χρειάζεται εκάστην φοράν να καταβάλλω προσπάΘειαν, δια να προσευχηθώ. Αγωνίζομαι κατά της απροθυμίας, νικώμαι από την αμαρτωλότητά μου και είμαι πάντοτε πρόθυμος ν’ ασχολούμαι με κάθε ανόητον σκέψιν και πράγμα, ακόμη και κατά την ώραν της προσευχής. Με αποτέλεσμα, όπως είναι φυσικόν, να μικραίνη η προσευχή και ν’ απομακρύνεται η σκέψις από αυτήν.
Ο καιρός μου χρησιμοποιείται εις ματαίας απασχολήσεις και όταν θέτω τον εαυτόν μου κάτω από την Παρουσίαν του Θεού, τότε κάθε δευτερόλεπτον φαίνεται εις εμέ, πώς είναι μία ολόκληρος ώρα. Καθ’ όλην την ημέραν είναι ζήτημα, αν διαθέτω έστω και μίαν ώραν, δια να βυθιστώ εις Θείαν εντρύφησιν και Ιεράν μελέτην, όπως ζωογονήσω την καρδίαν μου με την αγάπην μου προς Αυτόν, ενώ ευχαρίστως εξοδεύω όλην σχεδόν την ημέραν μου ωσάν μίαν θερμήν προσφοράν και θυσίαν εις τα είδωλα των διαφόρων παθών μου.
Συνεχώς συζητώ δια μηδαμινά πράγματα και γεγονότα, τα οποία μολύνουν το πνεύμα, και αυτό δίδει εις εμέ ευχαρίστησιν. Εις τας σκέψεις μου δια τον Θεόν είμαι άκαρπος, απρόθυμος και αμελής. Και όταν ακόμη, χωρίς να το θέλω, συμβαίνει, ώστε άλλοι να με παρακινήσουν εις πνευματικήν συζήτησιν, προσπαθώ να μετατρέψω το θέμα εις άλλο τι, πλέον ευχάριστον εις τας επιθυμίας μου.
Είμαι πάρα πολύ περίεργος δια κάθε μοντέρνο, δια τα πολιτικά και δια πλήθος άλλων ζητημάτων. Πολύ συχνά ζητώ την ικανοποίησιν εις την αγάπην προς τας κοσμικάς γνώσεις, την επιστήμην, την τέχνην, και θέλω διαρκώς ν’ αποκτήσω περισσότερα υλικά αγαθά. Η μελέτη του Νόμου του Θεού, η γνώσις Αυτού και της Θρησκείας, δεν μου κάμνουν πολλήν εντύπωσιν.
Εάν η αγάπη προς τον Θεόν είναι η τήρησις των εντολών Του, όπως ο Χριστός είπεν: «εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας Εμάς τηρήσατε», (κατά Ιωάν. ιδ’ 15) εγώ όχι μόνον δεν τηρώ αυτάς, αλλά ούτε τινά προσπάθειαν καταβάλλω να κατορθώσω την τήρησίν των. Ούτως είναι απόλυτος αλήθεια, ότι δεν αγαπώ τον Θεόν. Επάνω εις αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέγει: «Η απόδειξις ότι ο άνθρωπος δεν αγαπά τον Θεόν, έγκειται εις το γεγονός, ότι δεν τηρεί τας εντολάς Του».
Δεν αγαπώ ούτε τον πλησίον μου
Εάν ηγάπων τον πλησίον μου, θα ήτο δυνατόν να σκεφθώ και ν’ αποφασίσω να δώσω και την ζωήν μου δι’ αυτόν, εάν θα υπήρχεν ανάγκη. Όχι, όμως, αυτό μόνον δεν κάμνω, αλλά ούτε και την παραμικράν θυσίαν είμαι διατεθειμένος να υποστώ δι’ αυτόν. Εάν ηγάπων τον πλησίον μου, συμφώνως με την εντολήν του Θείου Ευαγγελίου, αι λύπαι του θα ήσαν και ιδικαί μου λύπαι και αι χαραί του θα αντανακλούσαν εις το πρόσωπόν μου, όπως εις το ιδικόν του.
Αντιθέτως ευχαριστούμαι ν’ ακούω διάφορα άσχημα πράγματα δια τον πλησίον μου, αντί να λυπούμαι και να πονώ. Η κάθε συμφορά του όχι μόνον δεν μου στενοχωρεί, αλλά δίδει εις εμέ εν είδος χαράς, ενδιαφέροντος και ελπίδος ν’ ακούσω περισσότερα. Το σφάλμα ή το αμάρτημα του αδελφού μου όχι μόνον δεν το σκεπάζω με αγάπην, αλλά το διατυμπανίζω με εσωτερικήν ικανοποίησιν. Η ευτυχία του πλησίον μου, η τιμή του, τ’ αγαθά του δεν με ευφραίνουν, μου δίδουν δε αντιθέτως το συναίσθημα της αδιαφορίας. Τέλος, συχνά καταλαμβάνουν την ψυχήν μου περιφρόνησις και φθόνος δια τον πλησίον μου.
Δεν έχω τελείαν Ορθόδοξον Πίστιν
Πιστεύω ολίγον εις την αθανασίαν και εις το Άγιον και Ιερόν Ευαγγέλιον, διότι εάν ήμουν τελείως πεπεισμένος και επίστευον, χωρίς αμφιβολίαν, ότι μετά από τον τάφον αρχίζει η Αιώνιος Ζωή και η ανταπόδοσις των πεπραγμένων αυτού του κόσμου, θα εσκεπτόμην συνεχώς αυτό. Η ιδέα της αθανασίας θα με συνέτριβε κυριολεκτικώς και θα έζων εις αυτόν τον πρόσκαιρον βίον ωσάν εις ξένος και παρεπίδημος, ο οποίος έχει πάντοτε εις τον νουν του την φροντίδα, όπως αξιωθή να φθάση εις την γλυκειάν του Ουράνιον Πατρίδα.
Αντιθέτως όμως, εγώ ουδόλως σκέπτομαι δια την Αιωνιότητα και συμπεριφέρομαι εις την ζωήν μου, ωσάν να πιστεύω, ότι το τέλος του παρόντος βίου είναι και το τέρμα της ανθρωπινής υπάρξεώς μου. Εντός μου φωλεύει υποσυνειδήτως η σκέψις, η οποία συνοψίζεται εις το: ποίος γνωρίζει και ποίος είδε το μετά θάνατον;
Όταν ομιλώ δια την Αθανασίαν, ο νους μου συμφωνεί μ’ εκείνην, ενώ η καρδία μου πολύ απέχει από το να είναι πεπεισμένη δι’ αυτήν. Όλη αυτή η απιστία μου αποδεικνύεται από τας πράξεις μου και από την συνεχή φροντίδα να ικανοποιώ την ζωήν των αισθήσεων.
Εάν η διδασκαλία του Ιερού Ευαγγελίου είχε κυριαρχήσει εις την καρδίαν μου με την ανάλογον Πίστιν, θα είχα καταληφθή από τον Λόγον του Θεού και θα τον εμελέτων συνεχώς, θα κατώκει δε εντός της ψυχής μου η προς Αυτόν αφοσίωσις και η προσοχή. Η ευσπλαχνία, η αγάπη, ευρισκόμενοι μέσα εις Αυτόν, θα με ωδήγουν εις την χαράν και την ευτυχίαν της μελέτης του Νόμου του Θεού νύκτα και ημέραν. Εις την μελέτην αυτήν θα εύρισκον τροφήν πνευματικήν, τον επιούσιον άρτον της ψυχής μου, και η καρδία μου θα παρεκινείτο εις τήν τήρησίν Του. Ουδέν εις τον κόσμον αυτόν θα ήτο δυνατόν να με αποτρέψη από την εφαρμογήν Του εις την ζωήν μου.
Δυστυχώς όμως συμβαίνουν εις εμέ τ’ αντίθετα· ήτοι όταν διαβάζω ή ακούω τον Λόγον του θεού, αν η ανάγκη ή η αγάπη προς την γνώσιν με ωθούν προς τούτο, τον παρακολουθώ χωρίς την δέουσαν προσοχήν και τον ευρίσκω πολλάκις καταθλιπτικόν ή χωρίς σπουδαίον ενδιαφέρον. Συνήθως φθάνω εις το τέλος της μελέτης Του χωρίς σπουδαίαν ωφέλειαν, και πάντοτε είμαι πρόθυμος να τον αλλάξω με ελαφρά, ευχάριστα εις εμέ, αναγνώσματα.
Είμαι πλήρης υπερηφάνειας και φιλαυτίας
Όλαι μου αι ενέργειαι το βεβαιώνουν. Βλέπων τι καλόν εις τον εαυτόν μου επιθυμώ να το κάμνω εμφανές ή να υπερηφανευθώ δι’ αυτό έμπροσθεν εις άλλους ανθρώπους ή να το θαυμάσω μόνος μου εσωτερικώς. Αν και επιδεικνύω μίαν εξωτερικήν ταπεινοφροσύνην, την αποδίδω εις αποτελεσματικότητα της ιδικής μου δυνάμεως, θεωρώ δε τον εαυτόν μου ή ανώτερον από τους άλλους, ή τουλάχιστον όχι χειρότερόν των. Όταν ανακαλύπτω εν σφάλμα μου, προσπαθώ να το δικαιολογήσω και να το σκεπάσω.
Θυμώνω εναντίον εκείνων, οι οποίοι δεν δεικνύουν εκτίμησιν προς το πρόσωπόν μου και πιστεύω δι’ αυτούς, ότι είναι άνθρωποι, οι οποίοι δεν ημπορούν να εκτιμήσουν την αξίαν του άλλου. Αγάλλομαι δια τα χαρίσματά μου, και δικαιολογώ όλας μου τας πτώσεις. Ενώ είμαι μεμψίμοιρος, ευρίσκω ευχαρίστησιν εις τας ατυχίας των εχθρών μου. Όταν αγωνίζωμαι δια καλόν τι, το κάμνω με τον σκοπόν ή να κερδίσω επαίνους, ή να λάβω μίαν πρόσκαιρον παρηγορίαν.
Με μίαν λέξιν, συνεχώς κατασκευάζω εν είδωλον του εαυτού μου, προς το οποίον αποδίδω αδιακόπους τας υπηρεσίας μου, φροντίζων παντοιοτρόπως δια την ευχαρίστησίν του και την καλλιέργειαν των παθών και των επιθυμιών του.
Πράττων όλα αυτά αναγνωρίζω τον εαυτόν μου, ότι είναι πλήρης από υπερηφάνειαν, από διαφόρους σαρκικάς επιθυμίας, από απιστίαν, από έλλειψιν αγάπης προς τον Θεόν και από κακίαν προς τον πλησίον μου.
Ποία κατάστασις θα ηδύνατο να υπάρξη πλέον αμαρτωλή από αυτήν; Πώς δεν θα λάβω την αυστηροτέραν τιμωρίαν δια την ανόητον και απρόσεκτον ζωήν μου, την οποίαν αναγνωρίζω ότι ζω;
Ας προσευχηθώμεν και με τα λόγια:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, ποίησον ημάς να Σε αγαπήσωμεν τόσον, όσον πριν Σε γνωρίσωμεν, αγαπούσαμεν την αμαρτίαν».
Πηγή: http://tinyurl.com/5loueh
www.arxontariki.net
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου