Η Διεθνής Εταιρεία Εγκράτειας (ICS) ορίζει το Σύνδρομο της Υπερδραστήριας Κύστης (OverActive Bladder, ΟΑΒ) ως την επιτακτική ανάγκη για ούρηση, με ή χωρίς επιτακτική ακράτεια, που συνήθως συνοδεύεται από συχνουρία και νυκτουρία. Η ουροδόχος κύστη λειτουργεί αφενός σαν μια αποθήκη για τα ούρα και αφετέρου σαν μια αντλία προώθησης των ούρων.
Η ουροδόχος κύστη παραμένει ήρεμη κατά τη φάση πλήρωσής της με ούρα και οι ενδοκυστικές πιέσεις διατηρούνται χαμηλές. Αυτή είναι η φάση που η ουροδόχος κύστη λειτουργεί σαν αποθήκη. Η φάση αυτή της αποθήκευσης διατηρείται σχεδόν καθ' όλο το 24ωρο. Οταν η ποσότητα των ούρων που αποθηκεύεται στην ουροδόχο κύστη αυξηθεί αρκετά, τότε η κύστη αρχίζει να δίνει σήματα για την κένωσή της. Αυτή η επιθυμία κένωσης όμως υπόκειται στον έλεγχο της βούλησής μας, με αποτέλεσμα να μπορούμε να την αναστείλουμε για κάποιο χρονικό διάστημα. Οταν υπάρξουν αποδεκτές κοινωνικές συνθήκες, πραγματοποιείται η ούρηση. Κατά την ούρηση αρχίζει η διαδικασία κένωσης της κύστης, δηλαδή η ουροδόχος κύστη αρχίζει να λειτουργεί ως αντλία προώθησης των ούρων ενώ συγχρόνως υπάρχει χαλάρωση των ουρηθρικών σφιγκτήρων. Η φάση κένωσης της κύστης φυσιολογικά συμβαίνει 4-6 φορές το 24ωρο και διαρκεί φυσιολογικά έως 30 δευτερόλεπτα κάθε φορά.
Στην υπερδραστήρια κύστη, στη φάση αποθήκευσης των ούρων και ενώ η ποσότητα των ούρων που υπάρχουν μέσα στην κύστη δεν είναι τόσο μεγάλη, εμφανίζεται επιθυμία για ούρηση που μπορεί να είναι έντονη και ξαφνική. Η ουροδόχος κύστη, δηλαδή, θέλει να αρχίσει να λειτουργεί ή αρχίζει να λειτουργεί σαν αντλία προώθησης -αρχίζει δηλαδή τη φάση κένωσης. Αυτό οφείλεται είτε σε ανεξέλεγκτες συσπάσεις του μυός που περιβάλλει την ουροδόχο κύστη, και ονομάζεται εξωστήρας μυς, είτε σε αυξημένη αισθητικότητα της ουροδόχου κύστης. Αυτή η επιθυμία για ούρηση είναι ανεξάρτητη από το αν η ποσότητα των ούρων που έχουν αποθηκευτεί είναι ικανή ώστε να προκαλέσει (όπως συμβαίνει σε φυσιολογικές συνθήκες) επιθυμία κένωσης. Αποτέλεσμα αυτής της παθολογικής συμπεριφοράς της κύστης είναι το έντονο αίσθημα για ούρηση παρά τη θέληση του ασθενή, το οποίο μερικές φορές μάλιστα καταλήγει και σε ακράτεια, που ονομάζεται επιτακτική ακράτεια.
Πάνω από 1 στους 6 ενήλικους άνδρες και γυναίκες (17% περίπου) του πληθυσμού παρουσιάζει το σύνδρομο της Υπερδραστήριας Κύστης. Συναντάται σε παρόμοια ποσοστά τόσο στους άνδρες,( 15,6%), όσο και στις γυναίκες (17,4%). Το σύνδρομο αυτό αναμφισβήτητα έχει σοβαρότατο αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής των ασθενών, ακόμα και σε σύγκριση με πολλές άλλες χρόνιες παθήσεις, όπως για παράδειγμα ο διαβήτης, η υπέρταση ή ακόμη και η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Ο ασθενής αναγκάζεται πολλές φορές να τροποποιεί ή να αναβάλλει τις καθημερινές δραστηριότητές του και να προσαρμόζει τον τρόπο ζωής του έτσι ώστε να μπορεί να συμβιώνει με το είδος και την ένταση των συμπτωμάτων που έχει λόγω του συνδρόμου αυτού. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η δημιουργία προβλημάτων στην οικογενειακή, επαγγελματική, προσωπική και κοινωνική του δραστηριότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου τα 2/3 των ασθενών με Υπερδραστήρια Κύστη δηλώνουν ότι τα συμπτώματα επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινότητά τους. Οταν δεν αντιμετωπιστεί η υπερδραστήρια κύστη μπορεί να επηρεάσει και τη σεξουαλική ζωή, καθώς μπορεί να προκαλέσει ακράτεια και πόνο κατά τη διάρκεια της επαφής. Εξαιτίας των συμπτωμάτων αυτών, οι ασθενείς νιώθουν ντροπή, σταματούν να απολαμβάνουν το σεξ με τον σύντροφό τους και προτιμούν να το αποφεύγουν. Αλλη μία σημαντική παράμετρος είναι η νοσηρότητα που συνοδεύει το σύνδρομο της Υπερδραστήριας Κύστης (πτώσεις, κατάγματα, ουρολοιμώξεις, δερματικές λοιμώξεις, διαταραχές του ύπνου και κατάθλιψη). Αυτό συμβάλλει ασφαλώς στην επιδείνωση της ποιότητας ζωής των ασθενών. Ενα άλλο στοιχείο εξάλλου, είναι το σημαντικό οικονομικό κόστος που αυτή η διαταραχή προκαλεί στην κοινωνία.
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η υπερδραστηριότητα της κύστης δεν είναι κάτι που μπορεί να συμβεί μόνο λόγω της φυσιολογικής φθοράς με την αύξηση της ηλικίας αλλά και για πολλούς άλλους λόγους. Η αιτία αυτού του συνδρόμου συνήθως δεν είναι γνωστή, ενώ ασθένειες που μπορεί να προκαλέσουν παρόμοια συμπτώματα και πρέπει να διερευνηθούν κατά περίπτωση, ανάλογα βέβαια και με τη συνυπάρχουσα συμπτωματολογία και να αποκλειστούν, είναι η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη στους άνδρες, οι ουρολοιμώξεις, νευρολογικές νόσοι, λίθοι στο ουροποιητικό σύστημα, κ.ά.
θεραπευτική αντιμετώπιση
Η θεραπευτική αντιμετώπιση της Υπερδραστήριας Κύστης περιλαμβάνει συντηρητικές θεραπείες, χειρουργικές τεχνικές και κυρίως τη φαρμακοθεραπεία, που αποτελεί ουσιαστικά το χρυσό κανόνα για την αντιμετώπιση αυτής της παθολογικής κατάστασης. Λόγω της επίπτωσης που έχει το σύνδρομο αυτό στην ποιότητα ζωής, η τελική επιδίωξη της θεραπευτικής προσέγγισης είναι η ικανοποίηση αλλά και η βελτίωση την οποία αντιλαμβάνεται ο ίδιος ο ασθενής ότι του προσέφερε η θεραπεία. Η Υπερδραστήρια Κύστη είναι μια χρόνια κατάσταση, που χρειάζεται χρόνια αντιμετώπιση και η θεραπευτική προσέγγιση περιλαμβάνει συντηρητική μη φαρμακευτική αντιμετώπιση (διαφοροποίηση τρόπου ζωής, επανεκπαίδευση της κύστης, διαλείποντες αυτοκαθετηριασμοί, πάνες ακράτειας), η οποία δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική ή χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις. Ορισμένες φορές όμως, σε συνδυασμό με τη φαρμακευτική θεραπεία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν ήπιες χειρουργικές παρεμβάσεις όπως είναι η έγχυση αλαντοτοξίνης (δεν έχει ακόμα επίσημη ένδειξη) και η νευροτροποποίηση. Η κλασική χειρουργική θεραπεία εξάλλου χρησιμοποιείται σπάνια, σε ειδικές περιπτώσεις. Η θεραπευτική προσέγγιση όμως που σήμερα θεωρείται η πλέον ενδεδειγμένη και αποτελεσματική βασίζεται κυρίως στη φαρμακευτική αντιμετώπιση.
Στις συσπάσεις του εξωστήρα μυός, μεσολαβεί η διέγερση των χολινεργικών μουσκαρινικών υποδοχέων μέσω μιας ουσίας (νευροδιαβιβαστής) που λέγεται ακετυλοχολίνη. Για τον λόγο αυτό, τα φάρμακα που μπλοκάρουν τη δράση της ουσίας αυτής στους υποδοχείς του εξωστήρα μυός (αντιμουσκαρινικά) αποτελούν θεραπεία εκλογής για την υπερδραστήρια κύστη. Αντιμουσκαρινικά φάρμακα με πολύ καλή δράση -που κυκλοφορούν όλα και στην Ελλάδα- είναι η oxybutynin, η tolterodine, η propiverine, το trospium, η darifenacin, η solifenacin και η fesoterodine. Αντένδειξη για τη χορήγηση αντιμουσκαρινικών είναι το γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Η πιο συνήθης παρενέργεια είναι η ξηροστομία και ακολουθεί η δυσκοιλιότητα, που όμως συνήθως και οι δύο δεν είναι έντονες. Τα φάρμακα αυτά πρέπει να λαμβάνονται συνεχώς για να διατηρείται το καλό θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου