Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Η θαυματουργός εικόνα "Παναγίας της Κεράς"απο το χωριό Μονή του Δημου Ανατολικού Σελίνου

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Ὁ κ υ ρ -‐ Ἠ λ ί α ς ὁ κ ρ ε β α τ ᾶ ς



Στήν Ἀλβανία γύρω στό 1920 ὑπῆρχε ἕνας νόμος, χαζός γιά κεῖνον πού τόν ἄκουγε στόν ἐλεύθερο κόσμο, ἔξυπνος γιά κεῖνον πού τόν θέσπισε: «Ὅποιος βρεῖ τραγιάσκα καί τήν φορέσει, μπορεῖ νά ἀνέβει σέ ἐπιβατηγό πλοῖο καί νά φύγει ἐλεύθερος». Ἔτσι, ὁ κυρ-Ἠλίας κάπου οἰκονόμησε μία τραγιάσκα, τήν φόρεσε, ἀνέβηκε στό πλοῖο καί, ἐλεύθερος ἀπό τίς ἀλβανικές ἀρχές, ἔφτασε στόν Πειραιᾶ. Ὁ κυρ-Ἠλίας ἤτανε δουλευταρᾶς καί νοικοκύρης ἄνθρωπος. Δέν σκόρπιζε τά πενιχρά του ἔσοδα, σκεπτόμενος ὅτι μιά δική του δουλειά θά ἦταν προτιμότερη ἀπό τό μεροδούλι. Ἤτανε καί φύση θρησκευόμενη. Τό πρῶτο πού φρόντισε στήν νέα του κατοίκηση ἤτανε ν' ἀκουμπήσει στήν Ἐκκλησία, νά συνδεθεῖ μέ πνευματικό, νά παίρνει εὐλογία γιά ὅ,τι σκεπτότανε νά κάνει. Ἔτσι, ἔπειτα ἀπό κάποιες προσπάθειες, γνώρισε τόν πατέρα Ἰγνάτιο Κολιόπουλο, ὁ ὁποῖος πάντοτε κάτι καλό εἶχε νά τοῦ συστήσει. Χωρίς νά γνωρίζει γράμματα, ἤξερε νά διαβάζει. Τά ἐντρυφήματά του ἦταν ἡ «Καινή Διαθήκη» καί ὁ «Προορισμός τοῦ Ἀνθρώπου» τοῦ Εὐσεβίου Ματθοπούλου. Τόν βοήθησε πολύ στήν κατανόηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἡ παρακολούθηση τῶν θείων κηρυγμάτων ἀπό τούς κήρυκες τῆς ἀδελφότητος «Ζωῆς». Πανέξυπνος ὅπως ἤτανε, τά κατανοοῦσε καί, ἔχοντας καθαρό μυαλό, τά ἐνθυμεῖτο μέχρι τά βαθιά του γεράματα καί τά χρησιμοποιοῦσε ἀβίαστα στήν δική του διδασκαλία. Συνεχῶς ἤθελε νά ἐργάζεται ἐν τῷ ἀμπελῶνι τοῦ Κυρίου. Ἔτρεχε πίσω ἀπό τούς πεπλανημένους νά τούς ἐπαναφέρει, νά τούς συνδέσει μέ τήν ἐξομολόγηση, πού τήν θεωροῦσε ἀρχή ὅλων τῶν καλῶν. Ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά στήν Ἀθήνα, στό Μουζάκι Καρδίτσας καί στήν πόλη τῶν Τρικάλων. Μέ τήν εὐλογία τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Διονυσίου, ὁ ὁποῖος πολύ ἐκτιμοῦσε τόν ἄνδρα γιά τήν μέθοδο πού χρησιμοποιοῦσε στήν διδαχή τῶν νέων, βοήθησε πολύ τήν τοπική Ἐκκλησία. Τό ἀπέριττο δωμάτιό του ἦταν κάθε μέρα πνευματικός σταθμός γιά πολλούς ἀνθρώπους. Ἡ ἐπιθυμία μου νά τόν γνωρίσω, μετά ἀπ’ ὅσα εἶχα ἀκούσει ἀπό τόν Μητροπολίτη Βόλου Ἠλία, μέ ὤθησε στήν πρώτη μου ἐπίσκεψѱη στά Τρίκαλα τό 1965 πρῶτον ἀπ’ ὅλους νά συναντήσω τόν κυρ-Ἠλία τόν Βορειοηπειρώτη. Πράγματι, ἐκεῖ συνάντησα χωριατόπαιδα, ἄλλα νά φεύγουν καί ἄλλα νά ἔρχονται. Κρατώντας στά χέρια του τόν «Προορισμό», διάβαζε καί ἐξηγοῦσε, φορώντας τά γυαλιά του, τήν διδαχή τοῦ Γέροντα Εὐσεβίου. Δέν νομίζω ὁ γέρων Εὐσέβιος νά μελέτησε τόσο πολύ τό βιβλίο του ὅσο ὁ κυρ - Ἠλίας. Ξεχώριζε κάποιες ἔννοιες καί τίς ἐξηγοῦσε: -Ἄλλο «μελετῶ» καί ἄλλο «διαβάζω». Ἄλλο «ἱερεύς» καί ἄλλο «παπᾶς». Ἐμεῖς ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό ἱερεῖς. Ἄλλο «ἱεροκήρυκας» καί ἄλλο «πατέρας πνευματικός». Ἀπό τήν πνευματική του ἐργασία πολλούς ὤθησε στήν ἱερωσύνη. Ὅπου εὕρισκε κλήση ἱερατική, δέν τήν ἄφηνε. Ἔπεφτε μέ τά μοῦτρα νά παιδαγωγήσει, νά ἀναζωπυρώσει τή φλόγα τῆς ἀγάπης γιά τό Ἅγιο Θυσιαστήριο. Μέ μεγαλειώδη διδαχή ἔδειχνε στόν νέο πώς ἡ ἱερωσύνη δέν εἶναι ἐπάγγελμα, ἀλλά τό μεγαλύτερο χάρισμα πού ἔδωσε ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο: Νά κατεργάζεται μέ τά ἅγια Μυστήρια τήν σωτηρία ἀπό τήν γέννα μέχρι τόν τάφο καί πέρα ἀπ’ αὐτόν. Οἱ ἀρχές τῆς ἀδελφότητος «Ζωῆς» εἶχαν ἐπηρεάσει τή ζωή του περισσότερο ἀπό τούς «Ζωικούς». Τίς ἄκουσε ἀπευθείας ἀπό τούς θεμελειωτές τῆς ἀδελφότητος καί τίς εἶχε ἐνστερνισθεῖ ὡς ὅρους πνευματικοῦ βίου τοῦ ἀφιερωμένου ἀνθρώπου στόν κόσμο. Ἔτσι, ἦταν καθαρός στό σῶμα ἀλλά χωρίς κρέμες καί μυρωδιές. Στήν ἐνδυμασία εὐπρεπής, ἀλλά μέ ἁπλᾶ ἐνδύματα. Τό δωμάτιο ἀπέριττο, ἀλλά πάντα τακτοποιημένο, πάντα καθαρό. Κρατοῦσε καί ἄλλες ἀρχές, πολύ πιό σημαντικές ἀπό τίς προηγούμενες: ποτέ τήν Κυριακή δέν ταξίδευε, νά μή χάσει Λειτουργία. Ἔτρωγε ὅλο τό φαγητό καί ὅλα τά φαγητά. Δέν ἄφηνε μπουκιά ψѱωμί στό τραπέζι. Στά ἐνδιάμεσα δέν μασούλαγε καί πρό πάντων στούς δρόμους. Ἔτρωγε μέ περίσσια εὐπρέπεια. Οὔτε χείλια χτυποῦσε οὔτε σοῦπα ρουφοῦσε. Ἡ σιωπή στήν τράπεζα ἦταν κανών ἀπαράβατος. Στό δρόμο δέν στεκόταν νά συζητά μέ γυναῖκες καί τό μάτι πάντα πειθαρχημένο· δέν ἐπιτρέπονταν ἐλεύθερα κοιτάγματα. Αὐτά βέβαια ἀργότερα παρεξηγήθηκαν ἀπό κάποιους «φιλελεύθερους». Νομίζω ὅμως πώς ἦταν σωτήρια γιά ἀνθρώπους πού ἐξασκοῦσαν παρθενία στίς τρίβους τῶν μεγαλουπόλεων. Ἄν «ἡ θέα τοῦ κοσμικοῦ – ὅπως λέγει ὁ Ἐφραίμ ὁ Σύρος – ἐπιφέρει σύγχυση τήν ὥρα τῆς προσευχῆς στόν μοναχό», πόσο μᾶλλον ἡ λεπτομερής παρατήρηση τῆς γυναίκας. Δέν χρησιμοποιοῦσε ποτέ τό ψѱέμα καί δέν σχολίαζε κανέναν. Ἀρκεῖτο μόνο στό «τόν γνωρίζω τόν ἄνθρωπο». Ζώντας μέσα σ’ αὐτήν τήν παρεμβολή τῶν πνευματικῶν ἀρχῶν, δέν σχολιάστηκε, δέν σκανδάλισε κανένα. Βέβαια τό δωμάτιό του ἦταν ἄβατο. Ἴσως καθόλου νά μήν ἀσχολεῖτο μέ τόν εὐαγγελισμό τῆς γυναίκας. Πολλές φορές ἔλεγε: «Ἄν δέν φορεῖς πετραχήλι, μή διδάσκεις γυναίκα». Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἐκπληρώθηκε τό ὄνειρό του. Στήν ὁδό Αἰόλου ἄνοιξε δικό του μαγαζί. Στό ἰσόγειο εἶχε ἐργαστήριο σιδερένιων κρεβατιῶν καί στό ἀνώγειο διαμονή. Ἐνῶ περιεφέρετο στούς δρόμους, παρετήρησε πολλά φτωχά παιδιά ἀπό τήν ἐπαρχία νά δουλεύουν στά καπηλειά τῶν Ἀθηνῶν καί τό βράδυ νά κοιμοῦνται στά πατάρια μέ τά βαρέλια τοῦ κρασιοῦ. Σκέφθηκε πώς, ἄν πάρει τά παιδιά ἀπό τά καπηλειά, νά ἐργάζονται στή δική του δουλειά, καί στό ἀνώγειο συστήσει μικρό κοινόβιο, θά εἶναι πολύ καλύτερα γι’ αὐτά. Γι’ αὐτό του τό ψѱάρεμα θά μπορούσαμε νά τόν χαρακτηρίσουμε «κατάσκοπο τοῦ Θεοῦ». Πῆρε τήν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ του καί συνέστησε τό πρῶτο οἰκοτροφεῖο στήν Ἑλλάδα. Ἡ ἐπιτυχία τοῦ μικροῦ αὐτοῦ κοινοβίου παρεκίνησε τήν ἀδελφότητα τῆς «Ζωῆς» καί πολύ ἀργότερα τήν «Ἀποστολική Διακονία» νά συστήσουν τά λεγόμενα φοιτητικά οἰκοτροφεῖα. Ὁ κρεβατᾶς ἄνοιξε ἕνα καινούργιο δρόμο, γιά νά φυλάγωνται ἀπό τίς κακοτοπιές καί νά σπουδάζουν οἱ φτωχοί καί μάλιστα σέ χρόνια δύσκολα, στερημένα, πού ἡ φυματίωση θέριζε ὅπως τό δρέπανο τά στάχυα. Ὁ Ἠλίας ἀγαποῦσε τίς σπουδές καί αὐτό πού στερήθηκε ἐκεῖνος δέν ἤθελε νά τό χάσουν τά παιδιά. Στήν κατοχή φόρτωσε τόν μετέπειτα Ἐπίσκοπο Κονίτσης, Σεβαστιανό, μ΄ ἕνα τσουβάλι καλαμπόκι στήν πλάτη ἀπό τήν Καρδίτσα καί τόν ἔστειλε στή Ἀθήνα νά σπουδάσει θεολογία. Ἦταν λοιπόν κι ὁ Ἠλίας δάσκαλος τῆς εὐσέβειας, ὄχι ἀπό ἕδρα, ἀλλά μέσα ἀπό τήν καθημερινή βιοπάλη του. Προέτρεπε καί προετοίμαζε πολλούς γιά μοναχούς καί κληρικούς, γιατί, εἶναι ἀλήθεια, εἶχε ἐκκλησιαστικό φρόνημα. Εἶμαι σίγουρος πώς ὁ Θεός θά τόν ἀνταμείψѱει γιά τούς κόπους του, γιατί ἡ ἐκκλησία ποτέ δέν τόν ἄμειψѱε. Ἔμεινε πάντα πτωχός, ἀφανής καί πάντα ἀπαρατήρητος. Στά τελευταῖα του χρόνια ἔγινε μοναχός στήν ἱερά μονή Σίμωνος Πέτρας ἀπό τόν γέροντα Αἰμιλιανό κι ἔτσι καταξιώθηκε ἡ ἀφιέρωσή του στόν Χριστό μέ τήν μοναχική του κουρά. Δύο πράγματα εἶχα θαυμάσει στόν ἄνθρωπο αὐτόν. Τά διαπίστωσα, ὅταν τά πρῶτα χρόνια τῆς ἡγουμενίας μου τόν εἶχα δόκιμο στήν μονή Μυρτιᾶς στήν Αἰτωλοακαρνανία. Πρῶτον, ἔβλεπε πολύ μακριά καί εὕρισκε τρόπους καί μεθόδους νά πλησιάζει τόν ἄνθρωπο πού εἶχε χάσει τόν σωστό δρόμο καί, δεύτερον εἶχε σωστή κρίση προσώπων καί πράγματων. Τόν ρώτησα: -Τί εἶναι ἐκεῖνο πού σέ κάνει νά ΄χεις τόσο μεγάλη εὐλάβεια στόν πατέρα Εὐσέβιο Ματθόπουλο; -Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι πώς δέν πληρώθηκε ποτέ ἀπό κανένα. Πουθενά δέν ὑπάρχει ὑπογραφή του ὅτι ἔλαβε χρήματα γιά τούς κόπους του. Ζοῦσε μέ τήν ἐλεημοσύνη τοῦ ἀδελφοῦ του. Ὁ δεύτερος: ἡ ἀγόγγυστη καρτερία πού ἐπέδειξε στήν ἐξορία του ἀπό τήν ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὁ πατήρ Εὐσέβιος δέν ζοῦσε σέ μοναστήρι, ἦταν ὡστόσο μοναχός. Εἶχε βρεῖ στήν ζωή του τό μέτρο τῶν Ἁγίων καί στό φαγητό καί στόν ὕπνο καί στήν Λειτουργία καί στό κήρυγμα. Ἀλλ΄ ἦταν ἕνας καί δέν τά πρόλαβε ὅλα. Τό μόνο κουσούρι τοῦ κυρ-Ἠλία ἦταν τά νεῦρα, ἀλλά καί γι΄ αὐτά θά βρεῖ ἔλεος, γιατί πολύ μετανοοῦσε γι’ αὐτές του τίς ἐξάψѱεις, ὅπως μοῦ διηγήθηκε ὁ πατήρ Ἀρσένιος Κουμπούγιας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕνας ἀπό κείνους πού ἔζησε στό οἰκοτροφεῖο του: -Κάποτε κολλούσαμε κρεβάτια. Κάπου ἔκανα λάθος. Μέ φώναξε τόσο πολύ, πού μέ ἀφάνισε. Θύμωσα κι ἐγώ. Ἀνέβηκα στό δωμάτιο. Πολύ γρήγορα ἦρθα στόν ἑαυτό μου. Τοῦ ἔδωσα δίκιο κι ἐπέστρεψѱα στήν δουλειά. Κατερχόμενος τήν σκάλα, τόν εἶδα γονατιστό ἀπό κάτω νά κλαίει γοερῶς. Ἔνιωσα τόσο ἄσχημα, πού, παρά τά χρόνια πού πέρασαν, μέ πόνο τόν ἐνθυμοῦμαι. Γέροντα, ὅταν στά λάθη ὑπάρχει μετάνοια, τότε δέν ὑπάρχουν λάθη. Ἡ μετάνοια εἶναι σφουγγάρι πού δέν ἀφήνει λεκέ στήν ψѱυχή. Μακάρι ὅλοι ἐμεῖς πού τό παίζουμε σπουδαῖοι στά πνευματικά, ὁλοένα νά τό χρησιμοποιοῦμε.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Μορφές πού γνώρισα νά ἀσκοῦνται στό σκάμμα τῆς Ἐκκλησίας» σελ.49, Α’ Ἔκδοση Σεπτέμβριος2010
Ἱερά Μονή ΔΔοχειαρίου Ἁγίου Ὄρους



πηγή:www.siatistaagiosnikolaos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου